ANTARTIKA – DOULOKTESIA– KOMMATA


( I )«Ηγετικές μειοψηφίες» και «ποδηγετούμενες πλειοψηφίες» στα αριστερά κόμματα

Το έργο του Ρόμπερτ Μίχελς αποτελεί έναν από τους θεμέλιους λίθους της θεωρίας των πολιτικών κομμάτων. Παρά τη μεταγενέστερη προσχώρηση του συγγραφέα –σοσιαλιστή στα νιάτα του– στον ιταλικό φασισμό, οι αναλύσεις του είναι εκ των ων ουκ άνευ στη συζήτηση για τη δημοκρατία, το κόμμα, το αριστερό κόμμα. Καθώς η συζήτηση αυτή γίνεται εξαιρετικά επίκαιρη ενόψει του συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ, δημοσιεύουμε σήμερα το άρθρο του Σταύρου Kωνσταντακόπουλο που ακολουθεί (επεξεργασμένο απόσπασμα του κειμένου του «Πολιτική και μέθοδος. Προβλήματα προσέγγισης της θεωρίας των κομμάτων του R. Michels», περ.Αξιολογικά, τχ. 13, Απρίλιος 2000). Του Σταύρου Κωνσταντακόπουλου.

Καταρχάς, ο Μίχελς, σε αντίθεση με τον Παρέτο, δεν φαίνεται να υιοθετεί το αρκετά διαδεδομένο την εποχή εκείνη επιχείρημα της κοινωνικής βιολογίας, και ιδιαίτερα της δαρβίνειας θεωρίας της φυσικής επιλογής: ότι δηλαδή οι λίγοι υπερισχύουν των πολλών γιατί είναι προικισμένοι με ορισμένα κληρονομημένα χαρίσματα, όπως υπέρτερη ευφυΐα, δύναμη χαρακτήρα, ενεργητικότητα κ.ά. Αν για τον Παρέτο η ανωτερότητα των ελίτ είναι το άμεσο αποτέλεσμα μιας φυσικής, σχεδόν βιολογικής, διαφοροποίησης, για τον Μίχελς η ανωτερότητα αυτή εδράζεται περισσότερο σε παράγοντες οι οποίοι σχετίζονται με την κοινωνική θέση, την οικογενειακή παράδοση, τις συνήθειες της τάξης μέσα στην οποία μεγαλώνει ο καθένας κ.λπ.· έτσι, για τον Μίχελς, οι άνθρωποι δεν χωρίζονται ανάμεσα σε αυτούς που γεννιούνται για να διατάζουν και σε εκείνους που γεννιούνται για να υπακούουν, αλλά ανάμεσα σε εκείνους που μαθαίνουν να διατάζουν και σε αυτούς που συνηθίζουν να υπακούουν. Ο Μίχελς προτιμά να αποδώσει τη γέννηση της ολιγαρχίας στο εσωτερικό των κομμάτων σε οργανωτικούς, ψυχολογικούς και κοινωνιολογικούς λόγους.

Όταν αναφέρεται σε οργανωτικούς λόγους, εννοεί μια σειρά από πολύπλοκες διεργασίες. Καταρχάς, αποδέχεται την παρατήρηση του Μόσκα η μειοψηφία κυβερνά την πλειοψηφία επειδή η πρώτη, λόγω του μικρού αριθμού της, οργανώνεται εύκολα και, κατά συνέπεια, της είναι εύκολο να επιβάλλει τη θέληση της πάνω στο κάθε άτομο της πλειοψηφίας το οποίο στέκεται μόνο και ανίσχυρο, χωρίς να περιμένει τη συνδρομή κανενός, εφόσον η πλειοψηφία στην οποία ανήκει παραμένει ανοργάνωτη.
Στη συνέχεια, αναφέρεται σε διάφορους πρακτικούς και τεχνικούς λόγους, οι οποίοι, με τη σειρά τους, καθιστούν αναγκαία την άσκηση της πολιτικής μιας οργάνωσης όχι από το σύνολο των μελών της, αλλά από μια ολιγάριθμη ηγετική ομάδα. Παρά τις επιταγές της άμεσης δημοκρατίας, που ορίζουν την αδιαμεσολάβητη λήψη των αποφάσεων, το μέγεθος των σύγχρονων κομμάτων καθιστά πρακτικά αδύνατη την ταυτόχρονη και στον ίδιο χώρο συνεύρεση του συνόλου των μελών τους, με αποτέλεσμα να προκύπτει ως οργανική ανάγκη η ύπαρξη μικρού αριθμού αντιπροσώπων, «εντεταλμένων να μιλούν και να ενεργούν για λογαριασμό των μαζών και να υποβοηθούν στην εκτέλεση της θέλησης τους». Την ύπαρξη όμως αυτών των αντιπροσώπων ευνοούν και παράγοντες όπως η ανάγκη λήψης ταχύτατων αποφάσεων, το γεγονός ότι οι μάζες του κόμματος –λόγω έλλειψης ελεύθερου χρόνου– δεν μπορούν να εντρυφήσουν σε μια σειρά από πολύπλοκα θέματα κ.ά.

Η ανάδυση μιας ολιγαρχίας στο εσωτερικό του κόμματος
Προκύπτει λοιπόν, στο εσωτερικό των κομμάτων, ένας καταμερισμός εργασίας: από τη μια μεριά βρίσκεται η μάζα του κόμματος, απορροφημένη από τον βιοπορισμό της και τους περισπασμούς της καθημερινής ζωής, και από την άλλη ένας μικρός κύκλος αντιπροσώπων και ειδικών με τον απαραίτητο ελεύθερο χρόνο που τους επιτρέπει να ειδικευθούν σε όλα εκείνα τα ζωτικής σημασίας προβλήματα που είναι δυσπρόσιτα ή απρόσιτα στη μάζα, καθιστάμενοι τελικά απαραίτητοι. Όμως, ο καταμερισμός αυτός της εργασίας αποβαίνει καταστρεπτικός για τη δημοκρατία, αποφαίνεται ο Μίχελς· ενώ, αρχικά, όλοι αυτοί οι αντιπρόσωποι και ειδικοί, προϊόντα διοικητικών και τεχνικών αναγκαιοτήτων, δεν είναι παρά εκτελεστικά όργανα της συλλογικής βούλησης της μάζας, δημεύουν τελικά την εξουσία της και μετατρέπονται σε μια ολιγαρχία.

Οι μάζες για να πραγματώσουν τη δημοκρατία και τον σοσιαλισμό αναγκάζονται να οργανωθούν, αλλά οργανωμένες υποθηκεύουν την ίδια τη δημοκρατία, συμπεραίνει ο Μίχελς. Με αυτό τον τρόπο η οργάνωση, γιατί στον Μίχελς οργάνωση δεν είναι τόσο το σύνολο των συνδεδεμένων μεταξύ τους μελών όσο η κομματική ηγεσία, που από απλό μέσο για την επιδίωξη της δημοκρατίας μεταβάλλεται σε αυτοσκοπό, γίνεται το παν όπως χαρακτηριστικά γράφει.

Πρέπει, στο σημείο αυτό, να διευκρινισθεί ότι ο Μίχελς σε κανένα σημείο του έργου του δεν θέτει σε αμφισβήτηση την αγνότητα των προθέσεων των ηγετών των σοσιαλιστικών κομμάτων. Οι ηγέτες αυτοί μεταβάλλονται σε ολιγαρχία, όχι γιατί εξαρχής αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση ίδιων συμφερόντων, αλλά γιατί ως συνέπεια των οργανωτικών και ψυχολογικών διεργασιών που περιγράφηκαν καταλαμβάνουν περίοπτες θέσεις, αποκτώντας αντικειμενικά συμφέροντα διακριτά από αυτά της αφανούς μάζας.

Τα συμφέροντα αυτά εξάλλου προσομοιάζουν με εκείνα της αστικής τάξης. Η κομματική υπαλληλία, όπως και οι κοινοβουλευτικοί αντιπρόσωποι των σοσιαλιστικών κομμάτων, ακόμα και όταν είναι προλεταριακής καταγωγής, καταλήγουν να ενσωματώνονται στην κυρίαρχη αστική τάξη και τις επιλογές της. «Η απορροφητική και αφομοιωτική δύναμη των ανώτερων τάξεων απέναντι στα ηγετικά στελέχη του εργατικού κινήματος αποτελεί νόμο», αποφαίνεται ο Μίχελς.

Και παρομοιάζει, ως προς τη λειτουργία αυτή, τα σοσιαλιστικά κόμματα με τη ρωμαιοκαθολική Εκκλησία: όπως η τελευταία αποτέλεσε το κοινωνικό εφαλτήριο για τους γόνους των αγροτών, οι οποίοι ήσαν αποκλεισμένοι από τα επαγγέλματα, προνόμιο της φεουδαλικής τάξης ή των εύπορων πατρικίων, με τον ίδιο τρόπο τα σοσιαλιστικά κόμματα εξυψώνουν κοινωνικά ορισμένους προλετάριους.

Δεν αστικοποιούνται όμως ατιμώρητα τα στελέχη προλεταριακής καταγωγής· η κοινωνική τους μεταμόρφωση είναι πλήρης πολιτικής σημασίας. Η κοινωνιολογική αυτή παράμετρος έρχεται να συνδράμει την πρακτική της «οργάνωσης για την οργάνωση»· οι ηγέτες των σοσιαλιστικών κομμάτων δεν έχουν μόνο ίδια συμφέροντα διακριτά από αυτά των εργατικών μαζών, αλλά, επιπλέον, τα συμφέροντα αυτά δεν αφίστανται εκείνων της αστικής τάξης, με αποτέλεσμα η πολιτική που ακολουθούν οι σοσιαλιστές ηγέτες να μην έρχεται σε ρήξη με την. πολιτική της αστικής τάξης. Η πολιτική των σοσιαλιστικών κομμάτων δεν μπορεί λοιπόν παρά να είναι συντηρητική.

Το πόσο πεισμένος είναι ο Μίχελς για τον βαθύ συντηρητισμό των σοσιαλιστικών ολιγαρχιών φαίνεται εξάλλου και από τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται το ελιτιστικό ισοδύναμο της πάλης των τάξεων, που είναι η κυκλοφορία των ελίτ. Σύμφωνα με τους κλασικούς του ελιτισμού, στις κοινωνίες υπάρχει η πάλη των τάξεων, μόνο που, πρώτον, η τελική της έκβαση δεν είναι η αταξική κοινωνία και, δεύτερον, δεν παίρνει τη μορφή της πάλης μιας τάξης στο σύνολο της εναντίον μιας άλλης, αλλά τη μορφή της πάλης μιας κυρίαρχης ελίτ εναντίον μιας αντι-ελίτ, που χρησιμοποιεί τις μάζες ως ένα απλό εφαλτήριο. Ο Μίχελς, από την πλευρά του, σε μια από τις σπάνιες φορές που ασκεί κριτική στον Παρέτο αρνείται ότι η κυκλοφορία των ελίτ μπορεί να έχει ως έκβαση την ολική αντικατάσταση μιας ελίτ από μια άλλη, αρνείται τη δυνατότητα της επανάστασης, και εκτιμά ότι η κυκλοφορία των ελίτ «δεν εκτυλίσσεται τόσο ως καθαυτό αντικατάσταση, παρά μάλλον ως αδιάλειπτη συγχώνευση των νέων στοιχείων με τα παλαιά».

Ο ύστερος Μίχελς διάλεξε να παρουσιάσει τις σχέσεις κομματικής ολιγαρχίας και μαζών ως ένα μονοδρομικό σύστημα κυριαρχίας και υποταγής: περιέγραψε τις μάζες ως ένα άμορφο νεφέλωμα και τους αρνήθηκε τη δυνατότητα μιας αυτοτελούς παρέμβασης στο δημόσιο χώρο. Δεν υποτίμησε όμως μόνο τον ρόλο των μαζών, υιοθετώντας ένα θεωρητικό σχήμα που εναπόθετε το σύνολο των δυναμικών είτε στην κυρίαρχη ελίτ είτε στην αντι-ελίτ, αλλά και οποιουδήποτε άλλου παράγοντα ο οποίος κινείται πέρα από τις θελήσεις των ελίτ.

Αγνόησε, για παράδειγμα, το βάρος της Ιστορίας και τις διαφοροποιήσεις που αυτή γεννάει. Αγνόησε ότι υπάρχουν λαοί, όπως π.χ. ο γαλλικός, με μεγάλη επαναστατική παράδοση, που σχεδόν αυτόματα απεντάσσονται από το καθολικό σχήμα της ομοιόμορφης παθητικής υποταγής που υιοθέτησε. Η απλοποιητική του μανία, υπέρτερη και αυτής του Παρέτο, μας παρέδωσε ένα φορμαλιστικό σχήμα το οποίο αγνοεί το συγκεκριμένο ιστορικό περιεχόμενο κάθε κομματικού αγώνα, προσηλωμένος στην προσπάθεια να αποδείξουν τον «σιδηρούν νόμον της ολιγαρχίας».

Ελιτισμός, αντισοσιαλισμός, άρνηση της δημοκρατίας
Τα Πολιτικά κόμματα του Μίχελς ανήκουν σε ένα συγκεκριμένο ιδεολογικοπολιτικό ρεύμα, που διαμορφώνεται στο γύρισμα του αιώνα· το ρεύμα αυτό υιοθετεί μια έντονα απορριπτική στάση απέναντι στην ορμητική είσοδο των δημοκρατών και των ιδεών τους στο πολιτικό προσκήνιο. Οι εμπνευστές τού ρεύματος αυτού είναι φιλελεύθεροι, οι οποίοι θεωρούν ότι το μέλλον των κοινωνιών πρέπει να εναποτίθεται στα χέρια των λίγων πλουσίων και μορφωμένων –οι όροι αυτοί εξάλλου την εποχή εκείνη ταυτίζονται– και ότι ο νόμος του αριθμού, που υιοθετούν οι δημοκράτες, δεν μπορεί παρά να έχει καταστρεπτικά αποτελέσματα. Ο Μίχελς, παρότι η πολιτική καταγωγή του δεν είναι φιλελεύθερη, υιοθετεί τις θέσεις του ρεύματος αυτού και, αξιοποιώντας την πλούσια εμπειρία του από τις μαζικές οργανώσεις, του προσδίδει μια καινούργια δυναμική, χωρίς όμως να ξεφεύγει από το βασικό πλαίσιό του.

Η ανάδειξη του δημοκρατικού εγχειρήματος, όχι ως μιας επίπονης και δύσκολης διαδικασίας αλλά ως ενός δομικά αδύνατου στόχου, υπηρετεί τις βασικές επιλογές αυτού του φιλελεύθερου αντιδημοκρατικού ρεύματος, που είναι η απόρριψη της αξίωσης των δημοκρατών για μια διακυβέρνηση των πολλών. Ταυτόχρονα, μια τέτοια απόρριψη αφορά και στους σοσιαλιστές, εφόσον στη συλλογιστική του ρεύματος αυτού ο σοσιαλισμός είναι μια απλή διεύρυνση των στόχων της δημοκρατίας. Η για τόσα χρόνια απεικόνιση των θεωριών των Παρέτο, Μόσκα και Μίχελς ως θεωριών οι οποίες στρέφονται βασικά εναντίον των σοσιαλιστών οφείλει να τροποποιηθεί, λαμβάνοντας υπόψη της το παραπάνω στοιχείο, ότι δηλαδή οι ελιτιστικές θεωρίες είναι αντισοσιαλιστικές στον βαθμό που είναι αντιδημοκρατικές· αρνούνται πρωταρχικά τη θεμελιώδη αξίωση για ισότητα των πολιτικών δικαιωμάτων, γιατί θεωρούν μια τέτοιου είδους ισότητα ως το πρώτο βήμα μιας πορείας που οδηγεί αναπόφευκτα στην κοινωνική και οικονομική ισότητα.

Ενδιαφέρουσα στο έργο του Μίχελς είναι η πληθώρα των περιγραφών φαινομένων τα οποία σχετίζονται με τους επαναστατικούς σχηματισμούς των αρχών του αιώνα. Βέβαια, η γνώση του Μίχελς περιορίζεται, μολονότι ο ίδιος έχει την αξίωση της καθολικότητας για τη θεωρία του, στα σοσιαλιστικά κόμματα της Δυτικής Ευρώπης, ιδιαίτερα της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας.

Έτσι, ο στενός και περιορισμένος χαρακτήρας του εμπειρικού δείγματος, σε συνδυασμό με τον έντονο ιδεολογικό χαρακτήρα των θέσεών του, καθιστά επισφαλή τα συμπεράσματα του, και ιδιαίτερα αυτά που αφορούν τον αναπότρεπτο συντηρητισμό των κάθε είδους επαναστατικών οργανώσεων. Η καλύτερη απόδειξη του εύθραυστου χαρακτήρα των πορισμάτων του είναι η αδυναμία του σχήματός του να ερμηνεύσει εμπειρίες οι οποίες ούτε γεωγραφικά ούτε χρονικά απείχαν πολύ από το επίκεντρο του ενδιαφέροντος του, όπως η εμπειρία του μπολσεβίκικου κόμματος και της Ρωσικής Επανάστασης του 1917 που ακολούθησε.

Το έργο του Μίχελς δεν πάσχει όμως μόνο από τον δυτικοευρωπαϊκοκεντρισμό του δείγματός του, αλλά και από το γεγονός ότι προσφεύγει εύκολα σε γενικεύσεις, και μάλιστα χρησιμοποιώντας έννοιες οι οποίες πάσχουν από στοιχειώδη έλλειψη επεξεργασίας. Κεντρικές έννοιες της θεωρίας του όπως η «οργάνωση», η «γραφειοκρατία», η «ολιγαρχία» ουδέποτε τυγχάνουν ενός προσδιορισμού του ακριβούς περιεχομένου τους και χρησιμοποιούνται αδιάκριτα, η μια στη θέση της άλλης, χωρίς ο Μίχελς να αισθάνεται την ανάγκη να προσδιορίσει τους λόγους για τέτοιου είδους αλληλοεπικαλύψεις. Ένα τέτοιου είδους κενό δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στο γεγονός ότι ο Μίχελς είναι περισσότερο ένας ετερόφωτος παρά ένας αυτόφωτος θεωρητικός, με αποτέλεσμα να δανείζεται προς άμεση χρήση έννοιες από άλλους χωρίς να τις επεξεργάζεται ο ίδιος, αλλά κυρίως στο ότι το έργο του υποτάσσεται τελικά σε πολεμικούς στόχους και στις αναγκαιότητες που επιβάλλουν τέτοιου είδους στόχοι. Παρά τη δήλωση προθέσεων για μια αξιολογικά ουδέτερη επιστήμη, το εγχείρημα του Μίχελς υπακούει τελικά στους καταναγκασμούς που επιβάλλει η άμεση άρνηση και η απόρριψη των δημοκρατικών και σοσιαλιστικών αξιώσεων.

* Ο Σταύρος Κωνσταντακόπουλος διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Πηγή: Ενθέματα ,tvxs.gr

 

( II )«Γεωπολιτική» της δουλοκτησίας

Του Χρήστου Γιανναρά

Τι καταλαβαίνουμε σήμερα με τη λέξη «γεωπολιτική»; Tο νοηματικό περιεχόμενο της λέξης το καθόριζε πάντοτε η διφυής καταγωγή της: Σημαίνει το ενδιαφέρον, τη σημασία – σπουδαιότητα που έχει μια χώρα ή περιοχή στο πλαίσιο της διεθνούς πολιτικής, των αναμετρήσεων ισχύος μεταξύ των εθνών.

Tην αναμέτρηση ισχύος, επομένως και τη γεωπολιτική σημασία μιας χώρας ή περιοχής, την αντιλαμβανόμαστε συνήθως με προσλαμβάνουσες ενδεχόμενων πολεμικών συρράξεων: Tα Στενά των Δαρδανελλίων, π.χ., καταλαβαίνουμε ότι προσφέρονται για εύκολο και αποτελεσματικό έλεγχο από ξηράς της πρόσβασης στη Mεσόγειο πλοίων από τη Mαύρη Θάλασσα. Ή ότι η Kύπρος είναι ένα τεράστιο αεροπλανοφόρο (σταθερή αεροπορική βάση-ορμητήριο και βάση ανεφοδιασμού) που μπορεί να ελέγχει ολόκληρη τη Mέση Aνατολή. Oτι κάτι ανάλογο ισχύει και για την Kρήτη ή για τη Λήμνο στο Aιγαίο. K.λπ., κ.λπ.

Σήμερα χρησιμοποιούμε τη λέξη «γεωπολιτική» μάλλον καταχρηστικά ή μεταφορικά. Διότι η κατάκτηση μιας χώρας δεν συμφέρει πια να πραγματοποιηθεί στρατιωτικά, έχει μικρότερο κόστος (μάλλον μηδενικό) αν πραγματοποιηθεί οικονομικά. Δεν απαιτούνται ούτε στρατεύματα για την εισβολή και την κατοχή ούτε κυβερνήσεις δωσιλόγων μισητές από τους εντόπιους πληθυσμούς.

Oι κοινωνίες σήμερα παραδίδονται αυτοβούλως στην οικονομική εξάρτηση και συνωδά, στην πολιτική υποδούλωση, αρκεί να εξασφαλίσουν τη μέγιστη δυνατή καταναλωτική ευχέρεια. Στο πλαίσιο του πολιτισμικού μας «παραδείγματος» (που είναι γέννημα της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού) η ελευθερία κατανοείται ως δυνατότητα-ευχέρεια απεριόριστων ατομικών επιλογών – συνιστά ατομικό «δικαίωμα». Tο δικαίωμα θωρακίζεται με συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο, καθίσταται «εξαναγκαστό κατά πάντων». Πρότυπο και ιδεατός στόχος της ελευθερίας, ως ατομικού δικαιώματος απεριόριστων επιλογών, είναι η ανεμπόδιστη λειτουργία της Aγοράς.

H λογική που χρυσώνει το χάπι της οικονομικής υποδούλωσης μιας χώρας θεμελιώνεται σε αυτή την εκδοχή της ελευθερίας ως δυνατότητας καταναλωτικών επιλογών. Aκόμα και η επιλογή του κόμματος που ψηφίζω, της ιδεολογίας που προτιμώ, της πολιτικής πρακτικής που υποστηρίζω απηχεί και εκφράζει τη λογική του μάρκετινγκ, όχι την ευθύνη μετοχής στην κοινωνία των σχέσεων, όχι το κοινωνείν ως ποιότητα ζωής και χαρά ζωής. Aν κάποιος διεθνής παράγων ή κάποιο σύστημα εξασφαλίζει τη μεγιστοποίηση της ευχέρειας καταναλωτικών επιλογών (ή την υπόσχεται), θεωρούμε λογικό και αυτονόητο να του παραχωρούμε τη διαχείριση της ζωής μας, έστω κι αν τα πολιτικά μας δικαιώματα υποβιβάζονται σε κενές περιοχομένου συμβάσεις.

Oταν ένα κράτος ή εταιρισμός κρατών πετύχουν τον οικονομικό έλεγχο μιας άλλης χώρας (συνήθως μέσω της εξάρτησης από δανεισμό σε συνθήκες υπερχρέωσης), είναι αυτονόητο και σχεδόν «φυσιολογικό» ο πληθυσμός της ελεγχόμενης χώρας να ψηφίζει κυβερνήσεις που διευκολύνουν τους οικονομικούς κηδεμόνες-κυρίαρχους της χώρας πειθαρχώντας στη διεκπεραίωση των υποδείξεων και εντολών τους. Διαφορετικά η υπό έλεγχον οικονομία απειλείται να αφεθεί στην κατάρρευση, ο λαός να ζήσει πείνα και αλληλοσφαγή. Aυτονόητα λοιπόν και με τυπικά «δημοκρατικές διαδικασίες» οι κηδεμόνες-κυρίαρχοι εξυπηρετούνται από μιαν εκλεγμένη από τον λαό κυβέρνηση κομμάτων που μπορεί να αυτοκαθορίζονται ακόμα σαν «σοσιαλιστικά» ή «δημοκρατικής Aριστεράς». Aυτονόητα ορίζουν οι κηδεμόνες τον υπουργό Oικονομικών της κηδεμονευόμενης χώρας, αποφασίζουν το εύρος των ορίων του κοινωνικού κράτους, την κατανομή του πλούτου, χειραγωγούν έμμεσα αλλά επιδέξια τα MME (τη μετάδοση της πληροφορίας) και, οπωσδήποτε, τον «εθνικό» σχεδιασμό παιδείας και άμυνας.

Eίπαμε ότι η λογική που χρυσώνει το χάπι της οικονομικής (και πολιτικής) υποδούλωσης είναι ατόφια η λογική του μάρκετινγκ: της διαφήμισης που διεγείρει και καθιστά αυτονόητη, σαν απόλυτη προτεραιότητα ζωής, τη μεγιστοποίηση της καταναλωτικής ευχέρειας. Oπως πείθονται ευκολότατα οι μάζες να προτιμήσουν μια οδοντόκρεμα «με διπλό φλουόρ-ράιντ», χωρίς να καταλαβαίνουν τι αυτό σημαίνει, έτσι είναι εύκολο να πεισθούν οι ίδιες μάζες (παραιτημένες από την ελευθερία της σκέψης και της κρίσης για χάρη της «ελευθερίας» των ατομικών επιλογών) ότι η χώρα τους γίνεται «ενεργειακός κόμβος» (!), επειδή ένας αγωγός φυσικού αερίου θα διασχίσει ελάχιστο τμήμα των εδαφών της, άρα κάποιο οικονομικό όφελος (απροσδιόριστο σαν το «διπλό φλουόρ-ράιντ») θα προκύψει από τη διέλευση.

Eίναι μάλλον φανερό ότι η λέξη «γεωπολιτική» έχει χάσει το νόημά της. H υποδούλωση λαών, που άλλοτε προϋπέθετε πολέμους και εξοπλισμούς, σήμερα κατορθώνεται με ιδιωτικούς οίκους αξιολόγησης της δανειοληπτικής «ικανότητας» κρατών και από εταιρισμούς δανειστών που χορηγούν θανατηφόρες, εκ προμελέτης, δόσεις δανείων. H υπερχρέωση οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε ολοκληρωτική υποταγή της χώρας στους δανειστές της – υποταγή εθελούσια, με υπογραφή συνθηκών παράδοσης («μνημόνια») και πανηγυρισμούς, με την παραισθησιογόνο «αισιοδοξία» ότι ο καταναλωτισμός θα συνεχίσει να αποτελεί μοναδικό «νόημα» της ζωής: χαρά ζωής.

Δυνατότητα αντίστασης στην καινούργια μορφή υποδούλωσης και εξανδραποδισμού είναι μία και μόνη: η κατά κεφαλήν καλλιέργεια. H στρατηγική των δανειστών έχει ως πρώτο στόχο να εξαρθρώσει αυτή την αντιστασιακή δυνατότητα: να απαξιώσει το σχολειό, να «συνδικαλίσει» κρετινικά τον δάσκαλο, να αχρηστέψει τη γλώσσα (άρα την κριτική σκέψη), να φέρει σύγχυση στην ιστορική συνείδηση, να οργανώσει τη μεθοδική εξηλιθίωση των μαζών μέσω της ακαταμάχητης γοητείας του τηλεθεάματος.

Eχουμε μπει σε μια ιστορική περίοδο που ενδεικτικά θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε καινούργιο Mεσαίωνα, τρομακτικό, ζοφερό, αν και κανένας παραλληλισμός δεν μπορεί να καταδείξει την απανθρωπία του επικαιρικού εφιάλτη. Tο ξεχωριστό και μοναδικό σήμερα είναι ο ηδονικός χαρακτήρας της καταναλωτικής εθελοδουλείας, η τέλεια απουσία εναλλακτικού «νοήματος» της ύπαρξης, άλλου «τρόπου» χαράς της ζωής. O βίαιος περιορισμός της καταναλωτικής ευχέρειας προκαλεί στερητικό σύνδρομο, το οποίο με τη σειρά του επιτείνει ραγδαία την εξηλιθίωση της κρίσιμης μάζας των ψηφοφόρων πολιτών, τους τρέπει σε επιλογές οργής, εκδίκησης του «συστήματος». O νομοτελειακός δωσιλογισμός που συνοδεύει τη διαχείριση της εξουσίας αποτρέπει την είσοδο στην πολιτική υγιών κοινωνικών δυνάμεων, ο πολιτικός στίβος, σε διεθνές επίπεδο, κατακλύζεται από συμπλεγματικές μετριότητες ή αρρωστημένους ψυχικά ανθρώπους: εξουσιολάγνους, λαμόγια, επιδειξίες.

Oπως και στον μεταρωμαϊκό, βαρβαρικό Mεσαίωνα του πρωτόγονου ατομοκεντρισμού (κυρίως θρησκευτικού: της ατομικής σωτηρίας) έτσι και σήμερα, η ανθρωπιά του ανθρώπου θα σωθεί κρυμμένη σε περιθωριακούς πυρήνες κοινωνίας σχέσεων, θυσιαστικής αυταπάρνησης, έρωτα που κατορθώνει την ελευθερία από το εγώ. Πυρήνες ταλαντούχων της κοινωνούμενης Tέχνης και της μεθεκτής τίμιας γλώσσας.

Tην ποιότητα δεν τη νικάει κανένας ολοκληρωτισμός. Oύτε ο θηριωδέστερος: του καταναλωτισμού.

http://www.kathimerini.gr

 

(III)Στο «αντάρτικο» ο Πολύδωρας: Δημεύουν τα χωράφια μας

Άρθρο με τίτλο «Δημεύουν τα χωράφια μας» δημοσίευσε στο Facebook o βουλευτής της ΝΔ Βύρων Πολύδωρας στο οποίο τάσσεται κατά της φορολόγησης των αγροτεμαχίων λέγοντας πως «επιχειρούν τώρα να τα δημεύσουν μέσω της φορολογίας, μολονότι κάτι τέτοιο είναι προδήλως αντισυνταγματικό».

«Τώρα, και πάντοτε όσο υπάρχουν ακόμη Έλληνες, η φορολόγηση-δήμευση των χωραφιών μας δεν περνάει. Ας το καταλάβουν καλά! Όσο γίνεται πιο γρήγορα, τόσο πιο καλά. Για την κοινωνική ειρήνη και συνοχή!», τονίζει μεταξύ άλλων στην ανάρτησή του κάνοντας παράλληλα μια αναφορά στη σχέση των Ελλήνων με τη τα χωράφια του.
Υπενθυμίζεται πως πριν από περίπου δέκα ημέρες εξήντα βουλευτές της ΝΔ με ερώτησή τους προς τους υπουργούς Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξηςεξέφρασαν την αντίθεσή τους στην υπερφορολόγηση των αγροτεμαχίων και των οικοπέδων εν όψει της διαβούλευσης του τελικού σχεδίου για τον Ενιαίο Φόρο Ακινήτων.

Ακολουθεί ολόκληρο το άρθρο, όπως δημοσιεύεται στην προσωπική σελίδα του Βύρων Πολύδωρα στο Facebook:

«Τα χωράφια των Ελλήνων δεν είναι φορολογητέα ύλη. Είναι συστατικό ζωής. Του Έλληνα. Και απόδειξη της ιστορικής επιβίωσής του. Είναι όρος και όριον και ορισμός. Του ελεύθερου Έλληνα. Δεν είναι μόνον απλή μνήμη και ανάμνηση. Είναι μνήμα των προγόνων του. Δεν είναι στοιχείο της λογιστικής. Είναι «στοιχειό» της ψυχής και λογισμός του νου. Του Έλληνα.
Είναι η ίδια η χώρα μας στο χαϊδευτικό υποκοριστικό της: Χωράφι. Όχι «αγροτεμάχιο», πράγμα που είναι κάτι διάφορο, που καταχρηστικά υπάρχει όχι ως χωράφι, κτήμα ή περιβόλι, αλλά ως μέτρο και μέσο εξωαγροτικής συναλλαγής. Όχι τέτοια τεχνάσματα. Και για να δουν οι αρμόδιοι το βαθμό της βαρβαρότητας της πράξεως ας πουν την αλήθεια ή ας επιγράψουν τον νόμο με το όνομά του – αν το τολμούν – ήτοι, «φορολογία χωραφιών». Θα εννοήσουν τότε την ηθική διαφορά! Στα χωράφια βρίσκει κανείς το εμπράγματο νόημα του Σαλαμίνειου παιάνα που μας παραδίδει ο Αισχύλος, ο οποίος πολέμησε εκεί και τον τραγούδησε ο ίδιος:
«Ω παίδες Ελλήνων, ίτε, Ελευθερούτε
πατρίδα, ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας,
θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων•
νυν υπέρ πάντων αγών»!
(Ω παίδες Ελλήνων, εμπρός να κρατήσετε ελεύθερη την
πατρίδα, τα παιδιά μας, τις γυναίκες μας, τα ιερά
των θεών των πατέρων μας, και τους τάφους των προγόνων μας,
τώρα, για όλα αυτά ο αγώνας!)
Είναι το απόλυτο περιεχόμενο της προαιώνιας απάντησης «Μολών λαβέ»! Είναι το «γιατί» στο «ΟΧΙ» του ’40, που αναμνησθήκαμε και ετιμήσαμε σήμερα και πάντα (όσοι Έλληνες, πλην βεβαίως των αδιάφορων «κοσμοπολιτών» συγκατοίκων μας). Δεν είναι μόνον η κυριότητα του μέρους, του απειροελάχιστου μεριδίου της χώρας.
Δηλαδή του απόλυτου εμπράγματου δικαιώματος του ασκουμένου με εξουσία «κατ’ αρέσκειαν» που ανήκει πατροπαράδοτα και κληρονομικώ δικαίω και εξ αίματος σε έναν Έλληνα και όχι σε κάποιον ξένον, ίσως και ανώνυμο λόγω funds αγοραστή. Είναι η ψυχική σύνδεση του Έλληνα με την έννοια του Συνταγματικού δικαίου «εδαφική ακεραιότητα». Μέσω του χωραφιού η έννοια αυτή δεν είναι κούφια.
Γίνεται μεστή περιεχομένου. Δεν συνδέεται ο Έλληνας πολίτης με την πατρίδα του μέσω του «τραπεζικού του λογαριασμού» ή έστω του διαμερίσματος σε πολυκατοικία ή και του «estate» ή της «farm» ή της hacienda (αγγλοσαξωνικού ή αμερικανικού ή του λατινομεξικάνικου τύπου ιδιοκτησίας αντίστοιχα).
Αλλά συνδέεται με την πατρίδα του μέσω του χωραφιού του, στο χωριό του, στον τόπο των προγόνων του. Και ας είναι αυτό μη μετρημένο σε στρέμματα, αλλά απλά οριοθετημένο με τα σύνορα του όμορου, του διπλανού του, και ας είναι χωρίς συμβόλαια, αλλά αποκτημένο όχι απλά διά χρησικτησίας αλλά με έναν άλλο πιο ισχυρό τρόπο κτήσεως κυριότητας, την πατροπαράδοτη και παμπάλαια χρήση (vetustas), και ας είναι άγονο και ας είναι χέρσο και ας είναι ακαλλιέργητο και ας είναι εγκαταλελειμμένο και ας είναι λογγωμένο. Αυτός είναι ο ιερός δεσμός. Είναι η ιερή ουσία που σαν τον ιερό άρτο  «μελίζεται και διαμερίζεται, μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων».
Αυτή είναι η σχέση μας. Όσοι δουλοπάροικοι στα λατιφούντια, στα μεγάλα φεουδοτιμάρια της Ευρώπης, μας θεωρούν ομοίους τους κάνουν λάθος. Είμαστε ανόμοιοι. Διαφέρουμε. Εκείνοι βρέθηκαν ως πράγμα (res) στο κτήμα του αφέντη. Εμείς καταφύγαμε στο χωράφι που εκχερσώσαμε στα βουνά μας με τα νύχια μας, ούτε καν με τις αξίνες, για να βρούμε εκεί καταφύγιο επιβίωσης και ελευθερίας.
Από αυτά τα χωράφια – να μην ξεχνάμε – ετράφησαν οι επαναστάτες του 1821, οι πολεμιστές των Βαλκανικών πολέμων, της Μικρασίας, του 1940 και της Εθνικής Αντίστασης! Από καμμιά άλλη επιμελητεία δεν ανετράφησαν, δεν έφαγαν ψωμί. Τα χωράφια της υπαίθρου χώρας «έζησαν» και τους καταφυγόντες εκεί στην «Κατοχή» Αθηναίους και μέτοικους στις πόλεις. Τους περίμεναν όχι με την αφθονία των αγαθών αλλά με τα ελάχιστα (των θαυματουργών «πέντε άρτων», με την πολλαπλασιαστική τους δύναμη διατροφής). Και τους περιμένουν πάντα για να τους ζήσουν ξανά σε ώρα ανάγκης. Ο τόπος της ψυχολογικής ασφάλειάς τους. Το δυνητικό τους καταφύγιο.
Αυτά τα χωράφια επιχειρούν τώρα να τα δημεύσουν μέσω της φορολογίας, μολονότι κάτι τέτοιο είναι προδήλως αντισυνταγματικό. Το άρθρο 17 του Συντάγματος λέει: «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους και κανένας δεν την στερείται παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια ύστερα από αποζημίωση…». Δεν λέει ύστερα από δήμευση μέσω φορολογίας! Πώς το κρίνει κανείς αυτό, δεδομένου ότι το Κράτος ούτε έσοδα δεν θα μπορέσει να εισπράξει από τη φορολογία αυτή; Σημειώνεται εν παρόδω ότι πουθενά στην Ευρώπη ή στον ελεύθερο δημοκρατικό κόσμο δεν φορολογείται γη ή άλλη ακίνητη περιουσία που δεν αποφέρει εισόδημα. Το εισόδημα πάντα φορολογείται.

Τότε γιατί το κάνουν; Απλά, για να αποκόψουν τους Έλληνες από τις ρίζες τους. Ώστε ο άνεμος του πειράματος της παγκοσμιοποίησης να τους πάρει και να τους σηκώσει και να τους διώξει μακρυά. Και να μείνει έτσι μια χώρα ακατοίκητη. Ή κατοικούμενη από ξένους και μετανάστες αλλόφυλους – απολογούμαι γιατί είμαι τόσο «βλάσφημος» και μιλώ τη γλώσσα του μη πολιτικώς ορθού – ή από κοσμοπολίτες, νεοείσακτους καταληψίες μέσω funds! Έχει λεχθεί μέσα στη θύελλα μια φράση. Πολύ αληθινή. Σαν αίμα.
«Εμείς το μόνο που διαθέτουμε είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας.
Αυτά, αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει όπου βρει κέρδη,
δεν μπορούν να κινηθούν και παραμένουν μέσα στη χώρα που κατοικούμε»(ΣΣ  ΑΡΗΣ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝ ΛΑΜΙΑ ΛΟΓΟΝ).
Ας εννοήσουν οι κυβερνώντες – εάν μπορούν – το νόημα και τις αλήθειες των παραπάνω σκέψεων. Η διαδικασία φορολόγησης των χωραφιών μας και της κατ’ ακολουθίαν τελικής πτωχοποίησης, ακόμη και της μετάλλαξής μας σε ακτήμονες και σε ανέστιους-αστέγους, θα μπορούσε να περάσει όπως έχει προ αιώνων (όχι σήμερα) περάσει στους «πολίτες» της Ευρώπης ή όπως είχε περάσει στους «πολίτες» του υπαρκτού σοσιαλισμού, αν δεν είχαμε μάθει εμείς να ζούμε με όσια και ιερά.

Αν δεν είχαμε το δικό μας εικονοστάσι (αξιών και συμβόλων) εκεί, στο χωράφι του χωριού μας, συνυπάρχον με την ίδια την ύπαρξή μας ως λαού. Λαός σημαίνει, ας λεχθεί στο σημείο αυτό, βραχάνθρωπος, δηλαδή αυτοφυής, αυτόχθων πολίτης. Τώρα, και πάντοτε όσο υπάρχουν ακόμη Έλληνες, η φορολόγηση-δήμευση των χωραφιών μας δεν περνάει. Ας το καταλάβουν καλά! Όσο γίνεται πιο γρήγορα, τόσο πιο καλά. Για την κοινωνική ειρήνη και συνοχή!».

ΠΗΓΗ  TVXS.GR

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in News and politics and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.