ΤΗΝ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ ΜΗΝ ΤΗΝ ΚΛΑΙΣ , ΑΝΘΕΙ Κ ΦΕΡΕΙ ΚΙ ΑΛΛΟΥΣ (VI) – ΟΜΠΡΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑΙ ΦΡΑΤΟΡΙΑΙ ΑΝΑ ΤΗΝ ΣΦΑΙΡΑΝ


( ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  13/12/12 )

2) Ο Ιερός Αυγουστίνος και η Φραγκοσύνη.
Ο πρώτος εκ των μεγάλων λατινοφώνων θεολόγων, όστις ουδέποτε έμαθεν επαρκώς τα ελληνικά είναι ο
Αφρικανός ιερός Αυγουστίνος. Όχι μόνον δεν κατώρθωσεν ως μαθητής να μάθη ελληνικά, αλλά και τα
εμίσησεν, ως μας πληροφορεί εις τας Εξομολογήσεις του. Μεταγενεστέρως, ως επίσκοπος, έκαμε πάλιν
μίαν προσπάθειαν να τα μάθη, αλλά χωρίς σπουδαία αποτελέσματα113[113].
Αγνοών ουσιαστικώς την ελληνικήν γλώσσαν ο Αυγουστίνος, δεν ηδύνατο να μελετήση ούτε την
Καινήν Διαθήκην εις το πρωτότυπον, ούτε τα συγγράμματα των ελληνοφώνων Πατέρων Ανατολής τε
και Δύσεως. Και όχι μόνον αυτό. Αλλ’ εξ αίτιας των φιλοσοφικών και θεολογικών του προϋποθέσεων
δεν ήδυνήθη να κατανόηση ορθώς ούτε τα συγγράμματα των λατινοφώνων Ρωμαίων, τα γραφέντα
εντός των πλαισίων της ρωμαίικης πατερικής παραδόσεως.
Επίσης πρέπει να σημειωθή ότι ο ιερός Αυγουστίνος ολίγην είχε γνώσιν της ελληνικής φιλοσοφίας, την
οποίαν εγνώριζεν μόνον από λατινικάς περιγραφάς και μεταφράσεις. Το χείριστον πάντως ήτο, ότι δεν
ήτο καν εις θέσιν να παρακολούθηση την περί των φιλοσοφικών θεωριών κριτικήν των ελληνοφώνων
Ρωμαίων Πατέρων, οίτινες εγνώριζον κάλλιστα την σκέψιν των προγόνων των και, ως εκ τούτου, ήσαν
εις θέσιν να βελτιώσουν ή και να διορθώσουν αυτήν.
Χρήζει μεγάλης προσοχής το ότι ο Αυγουστίνος ήλθεν εις οξείαν θεολογικήν αντίθεσιν με τον μαθητήν
του Χρυσοστόμου, τον άγιον Ιωάννην τον Κασσιανόν εις τα θέματα περί χάριτος, αμαρτίας,
προορισμού και ελευθερίας114[114]. Επί ένα αιώνα σχεδόν συνεκρούοντο οι οπαδοί του Αυγουστίνου
και του Κασσιανού, μέχρις ότου το 529 ευρέθη συμβιβαστική λύσις εις σύνοδον της αυτοκεφάλου
εκκλησίας της γαλλικής Ρωμανίας115[115]. Κατά την εποχήν ταύτην οι Φράγκοι είχον κατακτήσει
σχεδόν ολόκληρον την επαρχίαν της γαλλικής Ρωμανίας. Εξ αιτίας της δουλείας των εν τη Δύσει
Ρωμαίων Ορθοδόξων εις τους διαφόρους βαρβάρους Γερμανούς κατακτητάς από του ε’ αιώνος,
εξησθένησε σημαντικώς η λατινόφωνος ρωμαϊκή θεολογία. Οι ελάχιστοι λατινόφωνοι Ρωμαίοι
θεολόγοι του στ’ αιώνος δεν ήσαν πλέον εις θέσιν να ενδιατρίψουν ούτε εις την παλαιοτέραν ούτε εις
την νεωτέραν ελληνόφωνον ρωμαϊκήν θεολογίαν.

Η συνύπαρξις εις την δυτικήν Ρωμανίαν της θεολογίας των Τριών Ιεραρχών και της θεολογίας του
Αυγουστίνου συνεχίσθη μέχρι του η’ αιώνος κατά τρόπον μάλλον αρμονικόν. Αι προϋποθέσεις της
ελληνοφώνου ρωμαϊκής θεολογίας και πνευματικότητος επεκράτουν εις τους λατινοφώνους Ρωμαίους.
Αι της αυγουστινείου θεολογίας επεκράτησαν εις τους Λατίνους, δηλαδή τους Φράγκους, από του η’
αιώνος, όταν το πρώτον ενεφανίσθησαν οι Φράγκοι θεολόγοι116[116].
Κατά τον ζ’ αιώνα εγένετο γνωστόν εις την Ανατολήν, ότι οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι ωμίλουν περί
εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και του Υιού. Ως έκφρασις υπάρχει εις τον
Αμβρόσιον και ως διδασκαλία το πρώτον εις τον Αυγουστίνον. Εις τον Αμβρόσιον η εκ του Υιού
εκπόρευσις σημαίνει την εν χρόνω πέμψιν του Αγίου ΙΙνεύματος αλλ’ ουχί τον τρόπον της υπάρξεως
αυτού, ενώ εις τον Αυγουστίνον η εκπόρευσις σημαίνει και πέμψιν και τρόπον υπάρξεως. Η διδασκαλία
του Αμβροσίου είναι ορθόδοξος, ενώ του Αυγουστίνου δεν είναι. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής,
όστις έζησε τον ζ’ αιώνα αρκετά χρόνια εις την δυτικήν Ρωμανίαν, καθησυχάζει τους ανατολικούς
Ρωμαίους με την πληροφορίαν, ότι οι δυτικοί Ρωμαίοι δεν παραδέχονται τον Υιόν ως αίτιον της
υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος, όταν ομιλούν περί Filioque. Πράγματι οι δυτικοί Ρωμαίοι ουδέποτε
εδέχθησαν εκουσίως το Filioque εις το σύμβολον της πίστεως, διότι εις το σύμβολον ο όρος
«εκπόρευσις», όπως και ο όρος «γέννησις», σημαίνει τρόπον υπάρξεως117[117].
Κατά τον η’ αιώνα όμως οι Φράγκοι προσέθεσαν το Filioque εις το σύμβολον της πίστεως. Απαντώντες
εις τας γενομένας το 808 διαμαρτυρίας των Ρωμαίων των πατριαρχείων της Ρώμης και της Παλαιστίνης
οι Φράγκοι ανεκήρυξαν το 809 εις δόγμα το Filioque και κατεδίκασαν ως αιρετικούς τους μη
αποδεχομένους αυτό. Σημειωτέον ότι φραγκική θεολογική παράδοσις δεν υπήρχεν ακόμη. Παρά ταύτα
ισχυρίσθησαν οι Φράγκοι, ότι αποτελεί το δόγμα αυτό μίαν πρόοδον και δια τον λόγον αυτόν δεν
συνεφώνησαν με τον πάπαν της Πρεσβυτέρας Ρώμης περί της ανάγκης αφαιρέσεως αυτού από το
σύμβολον118[118]. Ούτως εις εποχήν αγραμματωσύνης οι Φράγκοι εκήρυξαν την δογματικήν των
υπεροχήν έναντι των Ρωμαίων. Έκτοτε το Filioque εγένετο μέρος της επεκτατικής πολιτικής των
Φράγκων, οίτινες μέσω της ιδικής των «Ορθοδοξίας» επεδίωκον την καθυπόταξιν και αφομοίωσιν των
υπ’ αυτών κατακτηθέντων Ρωμαίων και Σλαύων. Η φραγκική κυριαρχία επί της ευρωπαϊκής Ρωμανίας
τώρα συμπεριελάμβανε την Γαλλίαν, Ελβετίαν, Αυστρίαν ως και την Γερμανίαν και την προ ολίγου
κατακτηθείσαν βόρειον και μέσην ιταλικήν Ρωμανίαν.
Αφού πρώτον διεκήρυξαν οι Φράγκοι, ότι το περί Filioque δόγμα είναι πρόοδος εις την κατανόησιν του
μυστηρίου της Αγίας Τριάδος, κατόπιν εγέννησαν την θεολογικήν των παράδοσιν γράφοντες κατά των
αιρέσεων των υπ’ αυτών μετονομασθέντων εις Γραικούς Ρωμαίων κατά τα μέσα του θ’ αιώνος. Όλοι οι
επιστήμονες συμφωνούν σήμερον ότι τα υπό των τότε Φράγκων γραφέντα εναντίον των υπ’ αυτών
λεγομένων Γραικών αλλά εις την πραγματικότητα Ρωμαίων εις στήριξιν του Filioque είναι κατωτέρας
ποιότητος και ενδεικτικά του επιπέδου μορφώσεως των πρώτων θεολόγων της φραγκικής
παραδόσεως119[119].

Πάντως οι Φράγκοι η δεν ηδυνήθησαν ή δεν ηθέλησαν ν’ ακούσουν τον Μέγαν Φώτιον τονίζοντα ότι ο
Αυγουστίνος και ο Αμβρόσιος είναι μόνον δύο μεταξύ εκατοντάδων αγίων Πατέρων της Εκκλησίας και
ότι δεν επιτρέπεται μία τοπική εκκλησία μόνη να προσθέση τι εις το σύμβολον, το οποίον εδέχθησαν εις
οικουμενικάς συνόδους και χρησιμοποιούν όλαι αι εκκλησίαι120[120].
Η εκκλησία των Ρωμαίων της Ρώμης ταχθείσα παρά το πλευρόν των άλλων τεσσάρων πατριαρχείων
των Ρωμαίων έλαβε μέρος και εδέχθη επισήμως τας αποφάσεις της επί Μεγάλου Φωτίου Η’
Οικουμενικής Συνόδου το 879, ήτις κατεδίκασε την περί Filioque διδασκαλίαν των Φράγκων ως και την
υπό των Φράγκων απόρριψιν της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου. Κατά την εποχήν αυτήν ο εν
Κωνσταντινουπόλει Νέα Ρώμη βασιλεύς των Ρωμαίων Βασίλειος ο Α’ ενεκαινίασεν επιτυχώς την
επανάκτησιν της ρωμαίικης κάτω Ιταλίας από τους Σαρακηνούς και ούτως ενέπνευσε και εις τους
υπόδουλους Ρωμαίους της περιοχής της Πρεσβυτέρας Ρώμης την ελπίδα επικείμενης απελευθερώσεως.
Ως κατακτηταί της βορείου και μέσης ιταλικής Ρωμανίας και ως κυρίαρχοι της Ρώμης ήθελον οι
Φράγκοι να χρησιμοποιήσουν το υφ’ όλων ανεγνωρισμένον πρωτόθρονον του πάπα Ρώμης και την
λατινικήν γλώσσαν ως όργανα καθυποτάξεως, ενώσεως και αφομοιώσεως όλων των λαών εις μίαν
φραγκορρωμαϊκήν αυτοκρατορίαν. Προς τον σκοπόν αυτόν όμως, μετέβαλον τα υπό οικουμενικών
συνόδων θεσπισθέντα πρεσβεία τιμής του πάπα Ρώμης εις το μέχρι τότε άγνωστον δόγμα περί της
διοικητικής δικαιοδοσίας του πάπα Ρώμης εφ’ όλων των εκκλησιών.
3) Ο επαρχιωτισμός των Φράγκων και η επεκτατική των πολιτική.
Το αποτέλεσμα του πρώτου σταδίου της δογματικής και πολιτικής διαμάχης μεταξύ Φράγκων και
Ρωμαίων ήτο ότι το νέον περί παπισμού δόγμα και ο Αυγουστίνος απετέλεσαν τα δύο σκέλη, επί των
οποίων εστηρίχθησαν η φραγκική επεκτατική πολιτική και η ανάπτυξις του φραγκικού ή ευρωπαϊκού
πολιτισμού. Ο Αυγουστίνος εγένετο δια τους Φράγκους ο μεγαλύτερος θεολόγος και πατήρ της
Χριστιανοσύνης, δηλαδή ό,τι είναι δια τους Ρωμαίους οι Τρεις Ιεράρχαι.
Ούτως από του θ’ αιώνος μετετράπη η κεντρώα Ευρώπη και η ιταλική Ρωμανία εις πεδίον μάχης μεταξύ
της ρωμαϊκής Ορθοδοξίας των οικουμενικών συνόδων της Ρωμανίας και του επαρχιωτισμού του νέου
φραγκικού Αυγουστινιανισμού. Και οι μεν εκτός της κυριαρχίας των Φραγκογερμανών Σλαύοι
γενόμενοι Ορθόδοξοι διετήρησαν την εθνικήν των ελευθερίαν και ακεραιότητα, ενώ οι Ρωμαίοι της
περιοχής της Ρώμης ηγωνίσθησαν σκληρώς αλλά τελικώς εις μάτην επί δυο αιώνας έναντι των
Φράγκων. Οι ολίγοι εναπομείναντες αμιγείς Ρωμαίοι της περιοχής της Ρώμης είχον αποστροφήν προς
τους κατακτητάς και συνεχώς επανεστάτουν κατά της κυριαρχίας αυτών και κατά των υπό των
Φράγκων ενίοτε επιβαλλομένων παπών και ούτω τη βοηθεία της Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης,
μέσω των ελευθέρων ρωμαϊκών επαρχιών της κάτω Ιταλίας, ως επί το πλείστον μέχρι το 1009
επεκράτουν Ρωμαίοι Ορθόδοξοι πάπαι.

Αξιοσημείωτον είναι το γεγονός ότι κατά τον ι’ και ια’ αιώνα υπήρχον, κατά πληροφορίας ίσως
υπερδολικάς, περίπου 1.500 ρωμαίικα μοναστήρια και ησυχαστήρια κατεσπαρμένα από τας
ελληνοφώνους επαρχίας της κάτω ιταλικής Ρωμανίας μέχρι και Ρώμης, ασκούντα μεγάλην πνευματικήν
και εθνικήν επίδρασιν επί των λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων ως φορείς της θεολογίας και
πνευματικότητος των Τριών Ιεραρχών. Χαρακτηριστικώς οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι μοναχοί ούτοι της
ιταλικής Ρωμανίας ωνομάσθησαν υπό των Λατίνων Βασιλειανοί, δηλαδή οπαδοί του Μεγάλου
Βασιλείου121[121].

Εις τα εγχειρίδια των Λατίνων και Προτεσταντών η εκλογή του πάπα Ρώμης υπό του κλήρου και τη
επιδοκιμασία του λαού της τότε ορθοδόξου και ρωμαίικης πόλεως της Ρώμης περιγράφεται ως
«αιχμαλωσία της Εκκλησίας», από την οποίαν απηλλάγη η Εκκλησία τη επεμβάσει αγίων Φράγκων
αυτοκρατόρων.
Εξ ίσου παράδοξον είναι το γεγονός ότι οι ως ανήθικοι πάπαι εμφανισθέντες είναι περιέργως πάντοτε
Ορθόδοξοι και αφωσιωμένοι εις την Κωνσταντινούπολη Ρωμαίοι, ενώ οι φραγκόφιλοι και Φράγκοι
πάπαι είναι πάντοτε οι καλοί. Φαίνεται ότι πρόκειται περί μιας εκ συστήματος συκοφαντικής τακτικής
των Φράγκων, ήτις και υπήρξε το τρίτον σκέλος της επεκτατικής των πολιτικής.
Ως τέταρτον σκέλος της επεκτατικής ταύτης πολιτικής οι Φράγκοι εις απόδειξιν της κατωτερότητος του
κλήρου των Ρωμαίων εχρησιμοποίησαν την φραγκικής προελεύσεως υποχρεωτικήν αγαμίαν του
κλήρου, ήτις ευρίσκει δικαίωσιν μόνον εις τας προϋποθέσεις της αυγουστινείου θεολογίας περί
αμαρτίας, χάριτος και ελευθερίας122[122]. Οι Φράγκοι διεκήρυττον ότι μόνον οι άγαμοι δύνανται να
ευρίσκωνται εις τοιαύτην κατάστασιν χάριτος, ώστε να επιτρέπεται να τελούν μυστήρια και να οδηγούν
πνευματικώς τον λαόν. Εφαρμόζοντες τας αντιλήψεις αυτάς οι προερχόμενοι εκ του φραγκικού
μοναχισμού και δια της βίας εν Ρώμη εγκαθιστάμενοι τον ια’ αιώνα Φράγκοι πάπαι επέβαλλον την
ποινήν του αφορισμού εις τους λαϊκούς τους κοινωνούντας από τας χείρας εγγάμων Ρωμαίων ιερέων.
Οι ελληνόφωνοι και λατινόφωνοι Ορθόδοξοι Ρωμαίοι εις τα εναπομείναντα τέσσαρα πατριαρχεία των
Ρωμαίων, υπερήσπισαν τας ορθοδόξους παραδόσεις και κατεδίκασαν τας φραγκικάς ταύτας
διδασκαλίας ως αιρετικάς123[123].
Το 1075 ο Φράγκος πάπας Γρηγόριος ο Ζ’ (1073 1085) εκήρυξεν επανάστασιν κατά της επι του θρόνου
της Ρώμης κυριαρχίας των Τευτονοφράγκων αυτοκρατόρων, ουχί όμως τη βοηθεία των ανατολικών
Ρωμαίων, οίτινες επί δύο αιώνας εστήριζον και ενίσχυον το ρωμαϊκόν πατριαρχείον της Ρώμης κατά
των Φράγκων. Μόλις προ τεσσάρων ετών, το 1071 οι Νορμανδοί είχον ολοκληρώσει την κατάκτησιν
των ρωμαϊκών επαρχιών της κάτω Ιταλικής Ρωμανίας και οι Σελτζούκοι Τούρκοι είχον παγιώσει την
εισβολήν των εις τας ανατολικάς επαρχίας της Ρωμανίας, της Μικράς Ασίας. Δεν ήσαν οι Ρωμαίοι
πλέον εις θέσιν να επηρεάσουν τα εν τη Πρεσβύτερα Ρώμη πράγματα. Οι Νορμανδοί, όμως, ως
κληρονόμοι της εκκλησιαστικής περί Ρώμης πολιτικής των εν Κωνσταντινουπόλει Νέα Ρώμη Ρωμαίων
συνεμάχησαν μετά του Γρηγορίου του Ζ’ κατά των Τευτονοφράγκων αυτοκρατόρων.
Αλλά ο Γρηγόριος ο Ζ’ δεν υπήρξεν, ως οι προ του ια’ αιώνος πάπαι Ρωμαίος, οπαδός της των Ρωμαίων
πατερικής θεολογίας, αλλά Φράγκος και γέννημα του φράγκικου μοναχισμού, και δη ως ενεφανίσθη και
διεμορφώθη μόλις τον προηγούμενον αιώνα εις την γαλατικήν Φραγκίαν124[124], όταν εξηκολούθει ο

ρωμαίικος μοναχισμός, όπως είδομεν, να είναι πανίσχυρος, από την Πρεισβυτέραν Ρώμην μέχρι την
Σικελίαν. Ο Γρηγόριος ο Ζ’ ωλοκλήρωσε την επικράτησιν του φραγκικού Χριστιανισμού εις Ιταλίαν.
Ούτως η Φραγκοσύνη αντικατέστησεν οριστικώς πλέον την Ρωμαιοσύνην εις την Πρεσβυτέραν Ρώμην
και τας ρωμαϊκάς επαρχίας της ιταλικής Ρωμανίας.
Η επελθούσα συγχώνευσις των φραγκικών και ρωμαϊκών παραδόσεων ωδήγησεν εις αμοιβαίας
υποχωρήσεις και επιδράσεις. Οι Φράγκοι τελικώς εδέχθησαν την Ζ’ Οικουμενικήν Σύνοδον τον ια’
αιώνα125[125]. Επειδή η επί Μεγάλου Φωτίου Η’ Οικουμενική Σύνοδος του 879 κατεδίκασε το
Filioque, οι Φράγκοι υποκατέστησαν αυτήν με την καθαιρέσασαν τον Μέγαν Φώτιον Σύνοδον του
869126[126]. Ήτο φυσικόν να παραμείνουν εις την νέαν φραγκολατινικήν σύνθεσιν οι Ρωμαίοι Πατέρες
οι ακμάσαντες προ της περί Filioque διαμάχης. Όμως η θεολογία των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων,
παρ’ ότι παρέμεινεν εις την νέαν σύνθεσιν, δεν ηρμηνεύετο πλέον, ως συνέβαινε προηγουμένως εις τους
λατινοφώνους Ρωμαίους, εντός των πλαισίων της ρωμαίικης πατερικής μεθοδολογίας και
πνευματικότητος, αλλά υπό το πρίσμα των θεολογικών προϋποθέσεων, της μεθοδολογίας και της
πνευματικότητος του ιερού Αυγουστίνου.
4) Θεμελιώδεις παρανοήσεις, εκ μέρους του Αυγουστίνου και των Ευρωπαίων.
Εν αντιθέσει προς τους Τρεις Ιεράρχας και προφανώς κατά μίμησιν της νεοπλατωνικής κατηχητικής
μεθόδου ο Αυγουστίνος επίστευεν ότι ο Χριστιανός οφείλει πρώτον να δεχθή τα δόγματα της πίστεως
και αφού τα δεχθή, τότε έχει το καθήκον να καταβάλη προσπάθειαν να τα καταλάβη και να αφομοίωση
λογικώς127[127]. Την μέθοδον ταύτην μετέφερεν ο Αυγουστίνος από τον πιστόν και εις την Εκκλησίαν,
ώστε όχι μόνον ο πιστός προοδεύει εις κατανόησιν των δογμάτων αλλά και η Εκκλησία128[128].
Εντεύθεν ο ισχυρισμός ότι η προσθήκη του Filioque αποτελεί πρόοδον.
Επειδή ο Αυγουστίνος, εν αντιθέσει πάλιν προς τους Ρωμαίους Πατέρας, νομίζει ότι εις εκ των σκοπών
της θεολογίας είναι και η διερεύνησις της ουσίας του Θεού129[129], επεδόθησαν οι Φραγκολατίνοι
σοβαρώς εις τοιαύτην προσπάθειαν130[130] και εδημιούργησαν την σχολαστικήν θεολογικήν
παράδοσιν, την οποίαν εθεώρησαν ως ανωτέραν της πατερικής θεολογίας των Ρωμαίων.

Η αναπτυσσόμενη σχολαστική θεολογία όμως διήλθεν οξείαν κρίσιν κατά τον ιγ’ αιώνα δια της
επικρατήσεως μιας αραβικής μορφής της φιλοσοφίας του Αριστοτέλους131[131]. Μέσω του
Αυγουστίνου είχεν επικρατήσει η άποψις των Νεοπλατωνικών ότι μεταξύ Πλάτωνος και Αριστοτέλους
δεν υπάρχει διαφορά132[132]. Δια της γνώσεως του Αριστοτέλους εκλονίσθη το επί της νεοπλατωνικής
γνωσιολογίας και μεταφυσικής ερειδόμενον οικοδόμημα. Προς περίσωσιν της φραγκολατινικής
θεολογίας ο Αριστοτέλης, συμμερισθείς την τύχην των Ρωμαίων Πατέρων, εφραγκοποιήθη, δηλαδή
κατεσκευάσθη τοιαύτη ερμηνεία αυτού, ήτις παρουσίαζεν αυτόν διδάσκοντα παν ό,τι εχρειάζετο δια την
στήριξιν της φραγκολατινικής θεολογίας133[133]. Σημειωτέον ότι, αν και η φιλοσοφική μέθοδος της
δυτικής θεολογίας προσηρμόσθη εις τα δεδομένα του εκκλησιαστικοποιηθέντος Αριστοτέλους, όμως τα
δόγματα των Φραγκολατίνων, ως διεμορφώθησαν υπό του Αυγουστίνου και των οπαδών αυτού, έμειναν
κατ’ ούσίαν αναλλοίωτα. Η αυθεντία του Αυγουστίνου ήτο τόσον μεγάλη, ώστε ούτε η φιλοσοφία του
Αριστοτέλους, ούτε η μεταφυσική επανάστασις του Νομιναλισμού, ούτε η δογματική επανάστασις του
Προτεσταντισμού ηδυνήθησαν να την κλονίσουν. Αντιθέτως μάλιστα οι Προτεστάνται θεολόγοι κατά
την μεγίστην αυτών πλειοψηφίαν αρύονται εκ του Αυγουστίνου τας διδασκαλίας των. Προβαίνοντες δε
ούτοι έτι περαιτέρω απεκήρυξαν τα συμπεράσματα του κατά το 529 γενομένου εν γαλλική Ρωμανία
συμβιβασμού μεταξύ της θεολογίας του Αυγουστίνου και του Χρυσοστόμου (δηλ. του Κασσιανού),
ισχυρισθέντες ότι μόνος ο Αυγουστίνος εκ των Πατέρων κατενόησεν ορθώς τας διδασκαλίας του
αποστόλου Παύλου περί χάριτος, προορισμού, αμαρτίας και ελευθερίας134[134]. Οι Διαμαρτυρόμενοι,
ακόμη και καθηγηταί πανεπιστημίων, δεν έπαυσαν μέχρι σήμερον να διακηρύττουν ότι οι κατ’ αυτούς
Γραικοί Πατέρες ουδέποτε κατενόησαν τον απόστολον Παύλον135[135].
α) Έχων υπ’ όψιν τους ισχυρισμούς τούτους, ο Ορθόδοξος μελετητής της ιστορίας εκπλήσσεται, όταν
εξετάζη τα περί αποστόλου Παύλου έργα του Αυγουστίνου και τα συγκρίνη με τ’ αυτά των «Γραικών»
Πατέρων.
Οι Ρωμηοί Πατέρες έγραψαν πολλά ερμηνευτικά έργα εις όλας τας επιστολάς του αποστόλου Παύλου.
Ο Αυγουστίνος έγραψε πλήρη ερμηνείαν εις μίαν μόνον εκ των 14 επιστολών του αποστόλου Παύλου,
εις την προς Γαλατάς136[136]. Πρεσβύτερος ων έγραψεν απαντήσεις εις ερωτήματα περί της προς

Ρωμαίους επιστολής137[137]. Ήρχισε να γράφη και ερμηνείαν εις την προς Ρωμαίους επιστολήν αλλά
εκ των 433 στίχων ετελείωσε μόνον τους πρώτους 7. Ο ίδιος ο Αυγουστίνος εξηγών διατί εσταμάτησε,
γράφει ότι έπραξε τούτο εξ αίτιας των δυσκολιών, ας συνήντα ερμηνεύων την επιστολήν138[138].
Αυτός είναι ο μέγας και μόνος πραγματικός γνώστης και ερμηνευτής του αποστόλου Παύλου.
6) Ο ιερός Αυγουστίνος ήτο μετριοφρονέστερος των οπαδών του και, αν εγνώριζε καλώς τα ελληνικά,
ασφαλώς θα διεπίστωνεν, ότι οι ελληνόφωνοι Πατέρες δεν εδίδασκον αυτά τα οποία ενόμιζε και
ασφαλώς θα τους ηκολούθει. Πάντοτε ομιλεί με πολύν σεβασμόν δια τους ελληνοφώνους Ρωμαίους
Πατέρας και επικαλείται την αυθεντίαν αυτών δια να απόδειξη εκείνα τα οποία νομίζει ότι διδάσκουν
και συγχρόνως ομολογεί ότι δεν τους κατανοεί πλήρως, εφ’ όσον τους γνωρίζει από ολίγας
μεταφράσεις139[139]. Μάλιστα δήλοι ότι ευχαρίστως δέχεται υποδείξεις δια διόρθωσιν140[140].
γ) Παρά τους ισχυρισμούς περί της υπεροχής του ιερού Αυγουστίνου έναντι των «Γραικών» Πατέρων, η
αληθής αξιολόγησις των πραγμάτων φαίνεται και εις το ζήτημα του Filioque.
Το 393, πρεσβύτερος ων, εκλήθη ο Αυγουστίνος να ανάπτυξη ενώπιον της συνόδου της Αφρικής την
διδασκαλίαν του προ 12 ετών τελειοποιηθέντος εις την Β’ Οικουμενικήν Σύνοδον συμβόλου της
πίστεως προς πληροφορίαν των επισκόπων141[141]. Εις την ομιλίαν αυτήν ο Αυγουστίνος δίδει δυο
βασικάς εσφαλμένας πληροφορίας.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Του Makaros π. Ιωάννη Ρωμανίδη

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

113[113] Εξομολογήσεις A’, 13 – 14. To ότι τα ελληνικά του επισκόπου πλέον Αυγουστίνου δεν ήσαν σπουδαία φαίνεται σαφώς από το γεγονός ότι αν και  πιστεύει ότι ακολουθεί πιστώς τους ελληνοφώνους Πατέρας, παρά ταύτα τους παρηνόησε ριζικώς. Ίδε αναφερθέντα έργα εις υποσημειώσεις 3 και 4, και  κεφ. Β’ υποσημείωσιν 1. Επίσης εις το De Trinitate, III, Pref. μας πληροφορεί σαφώς ότι δεν κατανοεί τους ελληνιστί γράψαντας Πατέρας τους οποίους
γνωρίζει μόνον από ολίγας μεταφράσεις.
114[114] Σημειωτέον ότι η φραγκική παράδοσις κατήντησε να θεωρή την διδασκαλίαν του Ιωάννου Κασσιανού ως αιρετικήν χαρακτηρίζουσαν αυτήν ως  ημιπελαγιανικήν. Παραδόξως Νεοέλληνες Θεολόγοι μιμούμενοι τους δυτικούς Θεολόγους κάμνουν το ίδιον παρά το γεγονός ότι η διδασκαλία του  Κασσιανού ταυτίζεται με τον διδάσκαλόν του τον Χρυσόστομον.
115[115] Ίδε Reinhold Seeberg, History of Doctrines, Grand Rapids, Michigan 1958, τόμ. Ι, σελ. 368-382.

116[116] Αυτόθι, τόμ. II, σελ. 16 εξ. Ίδε κατωτέρω ανάπτυξιν ως και το κεφ. περί Η’ Οικ. Συνόδου εις το έργον μου «Η Δογματική και Συμβολική Θεολογία  της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», σελ. 342 – 378, όπου φαίνεται σαφώς πως διαφορετικώς εξελάμβανον το Filioque οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι και οι  Φράγκοι, οι πρώτοι ορθοδόξως και οι τελευταίοι, κατά τρόπον αιρετικόν.
117[117] Αυτόθι, σελ. 340 – 341, 309 – 339.
118[118] Αυτόθι, σελ. 342 εξ.
119[119] Το έργον του επισκόπου των Παρισίων Aeneas ο F. Dνοrnik παρουσιάζει ως πολύ αδύνατον το δε έργον του Ratramnus, ηγουμένου του Corbie,ως αντάξιον του επιπέδου θεολογικής μορφώσεως των Φράγκων της εποχής εκείνης. The Photian Schism, σελ. 280.

120[120] ΡG 102, 344 εξ.
121[121] Ίδε ανωτέρω κεφ. Α’ υποσημείωσιν 82.

122[122] Κατά τας πλατωνικάς προϋποθέσεις της αυγουστινείου θεολογίας η ακαταγώνιστος χάρις οδηγεί το θέλημα του ανθρώπου από τα μεταβλητά εις  τα αμετάβλητα, δηλαδή από τα κτιστά εις τον Θεόν ίνα εις αυτόν εύρη η ψυχή την ικανοποίησιν και άρα εξουδετέρωσιν του επιθυμητικού και του  θυμοειδούς τα οποία ως αποτέλεσμα της πτώσεως δεν έχουν θέσιν εις την αποκατάστασιν του ανθρώπου εις την ευδαιμονίαν. Ο γάμος επομένως είναι όχι
μόνον εμπόδιον εις την αποκατάστασιν αυτήν αλλά και απόδειξις ότι ο έγγαμος ευρίσκεται εις χαμηλήν κατάστασιν χάριτος. Πώς λοιπόν δύναται η  Εκκλησία να ανεχθή εγγάμους κληρικούς; Αυτό είναι το απλοϊκόν συμπέρασμα των Φράγκων. Άρα οι Φράγκοι κληρικοί είναι ανώτεροι από τον ρωμαϊκόν  έγγαμον κλήρον.
Εξ επόψεως όμως Ρωμηοσύνης ο άγαμος βίος των μοναχών και ο έγγαμος βίος των κληρικών και λαϊκών δεν είναι αντιθέσεις αλλά δύο τρόποι απαραίτητοι  της εκκλησιαστικής ζωής συμπληρούντες ο είς τον άλλον και οδηγούντες εις τον ίδιον προορισμόν, όχι εις την ευδαιμονίαν της φιλοσοφίας και των  φυσικών ανθρώπων αλλά εις την αγάπην η οποία «ου ζητεί τα εαυτής», εξ ου και το ρωμαίικον φιλότιμον, όπως θα ίδωμεν εις τα επόμενα κεφάλαια. Περί
των διαφορών μεταξύ Λατίνων και Ορθοδόξων εις τα θέματα περί αμαρτίας και προορισμού ίδε το έργον μου, Το Προπατορικόν Αμάρτημα, Αθήναι 1957.
123[123] Ίδε εν προκειμένω αλληλογραφίαν μεταξύ του πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης Μιχαήλ Κηρουλαρίου και Πατριάρχου Αντιοχείας  Πέτρου Γ’. PG 120, 781 – 820.
124[124] Ίδε Β. Κ. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, Αθήναι 1948, σελ. 345, 443-444. Εις τα εν προκειμένω θέματα ο Β. Κ. Στεφανίδης, ευρίσκεται  ισχυρώς υπό την επίδρασιν της ευρωπαϊκής θεωρήσεως των περί Ρωμιοσύνης θεμάτων και βλέπει την ιστορίαν του πατριαρχείου της Πρεσβυτέρας Ρώμης  υπ’ αυτό το πρίσμα· ούτω δεν διακρίνει δια την Δύσην τους Ρωμαίους από τους Φράγκους ούτε ταυτίζει τους δυτικούς Ρωμαίους με τους ανατολικούς   Ρωμαίους, δηλαδή τους υπ’ αυτού λεγόμενους Βυζαντινούς και δέχεται ασυζητητί την φραγκικήν προπαγάνδαν ότι οι Τευτονοφράγκοι βασιλείς και τα
μοναχικά τάγματα των Λατινοφράγκων έσωσαν το πατριαρχείον της Ρώμης από μίαν δήθεν ηθικήν και εκκλησιαστικήν κατάπτωσιν. Ούτε καν φαντάζεται  ότι εις την πραγματικότητα πρόκειται περί αρπαγής του πατριαρχείου της Ρώμης υπό των Φράγκων και της βιαίας μεταβιβάσεως του πατριαρχείου τούτου  από της Ρωμηοσύνης εις την Φοαγκοσύνην. Επίσης, ενώ επαινεί τον εν προκειμένω νέον μοναχισμόν των Φράγκων (π.χ. σελ. 485 – 491), υποτιμά
ολοκλήρως τον μοναχισμόν της Ρωμηοσύνης τον οποίον και αγνοεί και παρερμηνεύει. Ο Στεφανίδης είναι από τα κλασσικά παραδείγματα του  Νεογραικυλισμού, δηλαδή της πνευματικής καθυποτάξεως εις τους Ευρωπαίους.
125[125] Ίδε George Every, Byzantine Patriarchate, London 1947, σελ. 115.
126[126] Ίδε ανωτέρω κεφ. Β’.
127[127] Contra Academicos, III, 20, έργον γραφέν προ του βαπτίσματός του. Εις την αρχαίαν Εκκλησίαν τα μυστήρια δεν εδιδάσκοντο εις τους  κατηχουμένους αλλά εις τους νεοφώτιστους, δηλαδή νεοβαπτισμένους. Ως εκ τούτου υπήρχεν ομοιότης εις την κατηχητικήν μέθοδον μεταξύ Χριστιανισμού  και των φιλοσοφικών και ειδωλολατρικών θρησκευτικών συστημάτων. Ούτως ο Αυγουστίνος έκαμε σαφή σύγχυσιν μεταξύ πλατωνικής και χριστιανικής  κατηχητικής μεθόδου και ενόμισεν ότι μετά το βάπτισμα θα οδηγηθή εις κατανόησιν των δογμάτων της Εκκλησίας μέσω της λογικής, δια της οποίας θα
γνωρίση πλέον και την ουσίαν του Θεού ακόμη, πράγμα τελείως ανόητον και αφελές κατά τους Ορθοδόξους Ρωμαίους Πατέρας. Πάντως ο Αυγουστίνος και  μετά το βάπτισμα ουδέποτε εγκατέλειψε την εν λόγω θεολογικήν μέθοδον ή μάλλον παρανόησιν, επί της όποιας ωκοδομήθη ολόκληρος η φραγκολατινική  θεολογική παράδοσις.
128[128] Ίδε π.χ. De Fide et Symbolo, 19 εξ.
129[129] Ίδε π.χ. De Trinitate, II, Pref.
130[130] Έντονον πλέον ανάπτυξιν των εν προκειμένω αυγουστινείων προϋποθέσεων ευρίσκομεν εις τα έργα Monologion (PL 158, 141-224) και  Proslogion (PL 158, 223-242) του Ανσέλμου (1033 – 1109) του Νορμανδού αρχιεπισκόπου Καντερβουρίας (1093 – 1109). Έκτοτε καθιερώθη ως θεμέλιον  της εν λόγω παραδόσεως. Σημειωτέον ότι οι Σάξωνες της Αγγλίας ήσαν προ της Νορμανδοκρατίας Ρωμαίοι Ορθόδοξοι.

131[131] Ίδε π.χ. R. Seeberg, History of Doctrines, Grand Rapids 1958, τόμ. II, σελ. 96 εξ.
132[132] Contra Academicos, III, 19.
133[133] Η μεγαλύτερα προσπάθεια καθυποτάξεως του Αριστοτέλους εις την υπηρεσίαν της φραγκικής θεολογικής παραδόσεως εγένετο ως είναι υφ’ όλων  αποδεκτόν υπό του Θωμά Ακινάτου (1225 – 1274), ο οποίος όμως εν (αντιθέσει προς τους εκ των Αράβων επηρεασθέντας, επέβλεψε την μετάφρασιν εκ των  ελληνικών κειμένων του Αριστοτέλους υπό των συνεργατών του Ουιλιέλμου εκ Moerbecke και Ερρίκου εκ Brabant, οίτινες συνέλεξαν χειρόγραφα των
έργων του Αριστοτέλους και έμαθαν ελληνικά εις την Κωνσταντινούπολιν Νέαν Ρώμην κατά τα χρόνια της φραγκικής κατοχής (1204 – 1261). Ίδε Sir  Ernest Barker, Aristotele, Ε Β, II, 345. Όταν δε μετεφράσθησαν έργα του Θωμά Ακινάτου εις την ελληνικήν κατά τον ιδ’ αιώνα Ρωμαίοι Θεολόγοι της  Νέας Ρώμης αντελήφθησαν πως ο Ακινάτης παρεποίει εις σοβαρά θέματα τον Αριστοτέλην και έκαμνε πλαστήν χρήσιν της φιλοσοφίας αυτού και μάλιστα  εις θέματα τα οποία δεν επιδέχονται τας προϋποθέσεις του Αριστοτέλους, αι οποίαι εφηρμόζοντο μόνον επί των κτιστών πραγμάτων και ουδέποτε επί των
ακτίστων. Ωραιότατον εν προκειμένω έργον είναι του Νείλου Καβάσιλα. «Ότι ουκ εστί Λατίνοις, συλλογισμοίς χρώμενοι, αποδείξαι το Πνεύμα το άγιον εξ  Υιού εκπορευόμενον»: “Έκδοσις Ε. Candal, Studi Ε Testi, Citta del Vaticano, 1945, τόμ. 116. Ήδη υπάρχει η γνώμη ότι επεκράτει εν Κωνσταντινουπόλει  ακριβεστέρα κατανόησις του Αριστοτέλους από ό,τι υπήρχε μεταξύ των Φράγκων (ίδε μνημονευθείσαν μελέτην του Ε. Barker) και τούτο θα αποδειχθή έτι  περισσότερον με την ολοκλήρωσιν εκδόσεως των έργων των ελληνοφώνων Ρωμαίων του ιδ’ και ιε’ κυρίως αιώνος οπότε θα φανή σαφέστερον πόσον οι  Νεογραικύλοι υπετίμησαν τους ελληνοφώνους Ρωμαίους διανοουμένους των εν λόγω αιώνων έναντι των διανοουμένων της τότε Φραγκοσύνης. Τίθεται το  ερώτημα· Ποίος είναι καλύτερος επιστήμων; Ο Αυγουστίνος πού παρηνόησε τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλην ή οι Ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες πού  κατενόουν τον Πλάτωνα και Αριστοτέλην; Ο Ακινάτης πού παρηνόησε τον Αριστοτέλην ή οι Ρωμαίοι Θεολόγοι του ιδ’ και ιε’ αιώνος πού κατενόουν  ακριβέστερον τον Αριστοτέλην;
134[134] Ίδε J. S. Romanides, Original Sin According to St. Paul, εν St. Vladimir’s Quarterly, New York 1955, τόμ. IV, αριθ. 1-2: To Προπατορικόν  Αμάρτημα, Αθήναι 1957.
135[135] «Η διδασκαλία του Παύλου περί δικαιώσεως ουδέποτε εγένετο αντιληπτή υπό της Γραικικής Εκκλησίας» R. Seeberg, History of Doctrines, Grand  Rapids 1958, τόμ. Ι, σελ. 289. Πρβλ. με τα εν υποσημειώσει 26.
136[136] Expositio Epistolae ad Galatas, PL 35, 2105-2148.

137[137] Expositio Quarumdam 84 propositionum ex Epistolae ad Romanos, Ρ L 35, 2063 – 2088.
138[138] Epistolae ad Romanos Expositio Inchoata, Ρ L 35, 2088 – 2106. Retractationum, Liber I, XXV (XXIV), Ρ L 32, 623 – 624 ένθα μεταξύ άλλων  γράφει· Sed deinde alia volumina cessavi adiungere exponendo epistolam totam, ipsius operis magnitudine ac labore deterritus, et in alia faciliora deflexus   sum. Ita factum est ut librum quem feceram primum, relinquerem solum, cuius esse titulum volui: Epistolae ad Romanos inchoata expositio.
139[139] De Trinitate, III, Pref. 1.
140[140] Αυτόθι, III, Pref. 2.
141[141] De Fide et Symbolo, PL 40, 181-196. Τα ιστορικά πλαίσια εν οίς συνετάγη το έργον τούτο περιγράφει ο Αυγουστίνος εις το Retractationum, XVII  (XVI). Μερικοί προσπαθούν να αποδείξουν ότι ο Αυγουστίνος αναπτύσσει το λεγόμενον αποστολικόν σύμβολον, αλλά το όλον σχέδιον της ομιλίας  ακολουθεί πιστώς το σχήμα του συμβόλου της Β’ Οικ. Συνόδου. Εξ αλλού η εν προκειμένω σύνοδος των επισκόπων της Αφρικής συνεκλήθη ίνα συζήτηση 
θέματα προκύψαντα εκ των αποφάσεων της Β’ Οικ. Συνόδου εις ήν οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι επίσκοποι της δυτικής Ρωμανίας δεν εκλήθησαν να λάβουν μέρος αλλά εκ των υστέρων παρεκλήθησαν να την επικυρώσουν.
142[142] De Fide et Symbolo, 19.
143[143] Ίδε Ι. Σ. Ρωμανίδου, Η Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1973, σελ. 186 – 400 δια τα  κατωτέρω περί Αγίας Τριάδος αναπτυχθέντα.

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in Books and tagged , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.