ΙΣΑΛΟΣ ΓΡΑΜΜΗ (B)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  2/12/12 )

ΙΣΑΛΟΣ ΓΡΑΜΜΗ  B
Είμαι η κυρία Δημητρίου (2ον).
«Ου δει απογινώσκειν ημάς, μη όντας ως δει είναι»
(Πέτρου Δαμασκηνού του ιερομάρτυρος: «Περί του μη απογινώσκειν ει και πολλά  πταίει τις».)
«…Βγαίνοντας από την Ολυμπιακή, έξω φρενών ελληνικών και εντελώς  δυτικόφρων, έρριξα μια ματιά γύρω μου και στο πιο κοντινό κόμμα που βρήκα,μπήκα, πήρα και απήλθα, βρίζοντας…»
ΠΡΟΣΠΑΘΩΝΤΑΣ λοιπόν, στο προηγούμενο κείμενο, να κατανοήσω τις συλλογικές  μας εκλογικές περιπέτειες, όπου συμπλέκεται και η προσωπική ενός εκάστου  των πολιτών, έγραφα ότι «η αγκαλιά διασφαλίζει περισσότερο τον άνθρωπο από
ό,τι η μοναξιά.»
Είχα υποσχεθεί, επί πλέον, ότι θα έδινα τον μίτον του καθ? ημάς οξυμώρου,το οποίο με μετέτρεψε από Κώστα σε κυρία Δημητρίου. Για να ακριβολογήσω  μάλιστα, το εκλογικό μας οξύμωρον με ξαναβάφτισε πρώτα σε κύριο Σπανό ή Mr.
Spanos και ακολούθως σε κυρία Dimitriou.
Ποιός τα έκανε αυτά; H αγκαλιά. H κοινή μας καταγωγική μήτρα:

το Κοινόν των  Ελλήνων.
Υπενθυμίζω: στις πρόσφατες εκλογές μας, όλοι μαζί οι κυβερνώντες μας,
δηλαδή, συλλήβδην, συμπολίτευση – αντιπολίτευση – μεταπολίτευση -αποφάσισαν ότι η Ολυμπιακή, για δέκα μέρες, παύει να είναι εταιρία που  αερομεταφέρει εισιτήρια και γίνεται μαούνα που πηγαινοφέρνει ψηφοφόρους.
Βασιλική διαταγή, λοιπόν, και τα σκυλιά δεμένα. Τα εισιτήρια, είπαν, θα τα διένεμαν τα κόμματα κατ? αναλογίαν των αναλογιών τους. Εγώ έπρεπε να πάω από το Ηράκλειο στην Θεσσαλονίκη και πάλι πίσω. Ταυτοχρόνως, νόμιζα (με
ιδιωτική ερμηνεία) ότι δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και ότι επομένως η  Ολυμπιακή θα είχε προβλέψει παροχή υπηρεσιών προς «ιδιώτες» (idiots), που  δεν ανήκουν σε κόμματα και προς ξένους που ανήκουν στα ξένα. Πέναλτυ!
Πηγαίνω καμαρωτός-καμαρωτός, έμπλεως ναρκισσικού ατομισμού δυτικών  προδιαγραφών, στην Ολυμπιακή και ζητώ εισιτήριο. Τα γραφεία της, εν  Ηρακλείω Κρήτης, θύμιζαν Γερμανό οικολόγο που επιθεωρεί μουσουλμανικό χωριό
της Βοσνίας, από όπου έχουν περάσει, μόλις πριν, οι Κροάτες σύμμαχοι της  γερμανικής οικολογικής απορρύπανσης. Ή, για να μιλήσω επιστημονικώτερα, τα  γραφεία της Ολυμπιακής, θύμιζαν ελληνικό Δημόσιο σε χαλαρές φάσεις  ετοιμότητας του σχεδίου Ξενοκράτης. Πλησιάζω προς την χρυσολαμπαδόκορμη και  φεγγαρολαμπιρούσα Κρητικιά, η οποία παρίστανε την αεροσυνοδό εδάφους ή και  υπεδάφους και καταπιανόταν ελληνοπρεπώς με έργα «ουχί παραδεδεγμένης
χρησιμότητος», περί την υπηρεσίαν, δηλαδή κωλοβαρούσε. Ως ευρωλιγούρης  ατομικιστής, ζητώ από την καλλιπάρειον Κόρην, εισιτήριο για να πάω όπου  θέλω. Ανθοδροσομιλούσα, η Κρήσσα καλλονή με κοιτάζει με την ίδια  συγκαταβατική ειρωνεία, που κοιτάζω εγώ τον Κριστόφερσεν με τα χοντρά του  φερσίματα, όταν διαπιστώνει ότι το ελληνικό πρόγραμμα σύγκλισης εμφανίζει  απόκλιση. Χρυσοδαχτυλιδόστομη, με κατακεραυνώνει εκεί, προς το υπέδαφος της  αυταρκείας μου και μελίρρυτος ως χαρουπόμελο, η αεροσυνοδός της ασυνόδευτης  μοναξιάς μου, μου λέει ότι η Ολυμπιακή μεν είναι εδώ, τα εισιτήρια της όμως
αλλού και πρέπει να πάω σε ένα από τα κόμματα της αρεσκείας μου, το οποίο  θα με στείλει εκεί που πρέπει.
Διαμαρτύρομαι ως μέλος οργανισμού μη κυβερνητικού! Επικαλούμαι την Χάρταν  των δικαιωμάτων του ατομικού μου εγώ! Ζητώ ίασιν του σκανδάλου, ως ιατρός  χωρίς σύνορα καθότι κοσμοπολίτης και όχι ραγιάς των κομμάτων!
Ηδύπνους η Κρήσσα κουκλάρα και ως σπαργώσα ζαργάνα, ανοίγει το στόμα της  ιοβόλον και με τσακίζει με το θουκυδίδειο δηλητήριο του καθ? ημάς Ορθού  Λόγου:
– Είναι ή δεν είναι τα κόμματα νόμιμα και, κατά το ενεστώς Σύνταγμα,
συντελεστές του πολιτεύματος; Είναι.
– Εκφράζουν ή δεν εκφράζουν, όλα μαζί, την συντριπτική, αβίαστη πλειοψηφία
του λαού; Την εκφράζουν.
«Έδοξεν τη βουλή και τω δήμω», λοιπόν, τη νομίμω βουλή και τω νομίμω δήμω,
να μοιράσουν αυτοί τα εισιτήρια κι όχι η Ολυμπιακή. Διότι έτσι τους αρέσει, και είναι η νόμιμη πλειοψηφία του λαού.
Διό δεδόχθαι τη βουλή και τω δήμω… την των Ελλήνων ελευθερίαν διατηρείν και όσες θέλουν ναύς και αεροναύς καθέλκειν εις την θάλατταν ή στους  ουρανούς και να μεταφέρουν ψηφοφόρους, κεκράχτες, με φωνές και με
γιουρούσια, διά την από κοινού άλωσιν του Δημοσίου Προϋπολογισμού.
Μα είναι υπανάπτυξη αυτό! Ας είναι!
Μα δεν θα γίνουμε ποτέ Ευρώπη έτσι! Να μη σώσουμε!
Το πρόβλημα δεν είναι να γίνουμε «ευπρεπείς» ξενέρωτοι, αλλά την των  Ελλήνων ελευθερίαν διατηρείν, «ανειμένως διαιτώμενοι»-χαλαροί, πλακατζήδες  και αραχτοί και «μη μετά νόμων εθέλομεν κινδυνεύειν», ώστε να
διακινδυνεύουμε συνεχώς την μεταξύ μας σχέση χωρίς να μας υποχρεώνουν και  να μας περιορίζουν οι Νόμοι. Νόμος είμαστε κάθε φορά. Εμείς, να το  αναγνωρίζουμε όλοι μας, ως νόμιμο. Τόσο απλά!
«Αδικεί λοιπόν Ζουράρις (Σωκράτης), ους η Πόλις νομίζει (κομματικούς) Θεούς  μη νομίζων και καινά (δυτικά) δαιμόνια εισάγων…»… Ναι!
Κι αντί το Κοινόν των Ελλήνων να με ποτίσει κώνειον για την ναρκισσευομένη  εγωπάθεια μου, μου έδωσε εισιτήριο και μάλιστα τρεις φορές φτηνότερο από το  σύνηθες! Κι ούτε πήγα μάλιστα σε κόμμα της αρεσκείας μου, που να τους αρέσω
κι εγώ. Βγαίνοντας από την Ολυμπιακή, έξω φρενών ελληνικών και εντελώς  δυτικόφρων, έρριξα μια ματιά γύρω μου και στο πιο κοντινό κόμμα που βρήκα,μπήκα, πήρα και απήλθα, βρίζοντας…
Ήδη όμως η πατρίς-μητρίς, η κοινή αγκαλιά, μου απάλυνε την πειθαρχία και  την ασκητική, που επέβαλλε στον ναρκισσισμό του εγώ μου, διότι ως Παλαιά  των Ημερών ιερόδουλος, μου έδωσε φτηνό εισιτήριο. Τι σου είναι τρεις
χιλιάδες χρόνια μαλαγανιά και αεριτζίδικη τσαχπινιά!
Είχα ήδη μαλακώσει, μέχρι που άνοιξα το εισιτήριο και είδα ότι με γράφουν  κύριο Σπάνος! Ξαναέγινα Τούρκος!
Ξανακύλισα! Πάλι το εγώ μπροστά! Δηλαδή «αυτοί» με γράφουν, δηλαδή «αυτοί»
δεν σέβονται τίποτα κ.τλ, κ.τλ. σώφρωνα και ξενέρωτα…
Μια και δυο, κάποτε, πηγαίνω στο αεροδρόμιο και εκεί αρχίζω να υποψιάζομαι,
να συνέρχομαι και να επανέρχομαι εκ της ευρωαφασίας μου, σε τόπους  ραδινούς, γελαστούς, σε τόπους ελληνικούς: το αεροδρόμιο του Ηρακλείου,στις 12 τα μεσάνυχτα ήταν σαν λαμπριάτικη νύχτα με βεγγαλικά κι αναστάσιμα
αυγά και φώτα ολόφωτα! Όλα έλαμπαν! Εκατοντάδες Ντάτσουν, δυσπεριγράπτου  καρκατσουλιού, με σημαιάκια, ξεφτίδια, κουρελλαρία, κραυγαλέα ουρλιαχτά και  μεθυσμένες μαντινάδες, ανάμεσα σε ευρωπαϊκά ΚΑΠΗ και μισόγυμνες δυτικές
γκόμενες, που γύριζαν -στοιχημένα κοπάδια- στις ομίχλες της πειθαρχίας  τους, κατάπληκτοι από την ακατάληπτη γι? αυτούς κρητική ολονυχτία, κι οι  Κρητικοί, σε φάση νηφαλίου μέθης, να έχουν καταργήσει Κράτος, Βία,
οργανογράμματα, αεροδρόμια, ελέγχους και βύσματα!
Δεν υπήρχαν αστυνόμοι, ούτε όρια, ούτε ανιχνεύσεις εκρηκτικών… Όλοι  είμασταν μια έκρηξη χαράς και πλάκας, ο κόσμος μπαινόβγαινε όπου ήθελε, τα  κομματόσκυλα μοίραζαν χαρτούρα και αλληλοπειράζονταν…
Ναι! Για μια ακόμη φορά έμενα εμβρόντητος, έχοντας παρακολουθήσει,αλλεπάλληλες φορές την θλίψη και κατήφεια σε άλλες δυτικοευρωπαϊκές  εκλογές: το Εορτολόγιο μας είχε κατακτήσει την Ολυμπιακή και το αεροδρόμιο.
H πανήγυρις είχε δώσει την πρέπουσα λύση στο ψευδοδίλημμα κρατικοποίηση -ιδιωτικοποίηση της Ολυμπιακής! Για μερικές μέρες, οι Έλληνες είχαν  ορθοτομήσει τον λόγον της αληθείας: ούτε ιδιωτικοποίηση ούτε κρατικοποίηση
αλά Φράνκα, αλλά εξελληνισμός της Ολυμπιακής, αλά Γκρέκα! Μέσα σε γενική  γιορτή, πλάκα και διάλυση του Κράτους! H σωστή και προαιώνια κοινοτική   συνταγή! Τι υπέροχη γεύση ήταν αυτή η νύχτα στο Ηράκλειο! Κι όλα βέβαια να
λειτουργούν στην εντέλεια, διότι σε όλους μας άρεσε αυτό που γινόταν και  όλοι θέλαμε μαζί το ίδιο πράγμα, δηλαδή, για λίγο έστω διάστημα, να  διαλύσουμε το κωλοκράτος αυτό που μας καταπιέζει (όπως το Κράτος και η Βία
είναι τα δύο τέρατα, που κρατούν τον Προμηθέα, δεσμώτη στον Καύκασο, έε;)  και για λίγο, έστω, να παίξουμε, ως παιδιά, με την ελευθερία του καυγά μας  με όλα τα δικά μας τα μπιχλιμπίδια, την Ολυμπιακή, τα ψηφοδέλτια, τις
σημαιούλες, οι επτά επί Ντάτσουν και θα σε πάρω να φύγουμε σ? άλλη γη σ?
άλλα μέρη, διότι οι Έλληνες αεί παίδες εισί…
Κι όταν, κατά τις τρεις, μέσα σ? αυτό το αναστάσιμο μπάχαλο, περίμενα κι   εγώ, για μια ακόμη φορά αδιόρθωτος ευρωμαλάκας, να επιβιβαστώ αεροσκάφους  της Ολυμπιακής και, αντ? αυτού, ανέβηκα σε τζάμπο λιβανέζικο της «Αir
σερμπέτ πουθενά», όπου με υποδέχθηκαν κουτόχοντρες και ηδυμιγώς ευρύπυγες  χανούμ-μπουρέκ, με πατσουλιά και λαγγεμένη Ανατολή και μούγκρισα  σοροπιασμένος, αμάν-αμάν σφαχτάρια, τότε, θαμπωμένος ανέμελψα: Μεγάλη!
Ατέλειωτη Ελλάδα, είσαι Μεγάλη!
Στον γυρισμό, κάποιο κόμμα μου έδωσε άλλο εισιτήριο. Εκεί, ήμουν πια κυρία  Δημητρίου. Είχα όμως πια συνηθίσει και είχα υποτάξει τον Νάρκισσο μέσα μου στο έδοξεν τη βουλή και τω δήμω.
Πλησίασα λοιπόν στο τμήμα επιβιβάσεως και νηφάλιος πια είπα στην αρμοδία,
δίνοντας το εισιτήριο μου: είμαι η κυρία Δημητρίου. Ακραιφνής Ελληνίς, η  δεσποινίς με κοίταξε με «τα συμφωνημένα υπονοούμενα» του Σεφέρη και μου  είπε: -θέλετε να σας γράψω με το πραγματικό σας όνομα; – και γέλασε…
Όχι, της είπα, διότι τι να σας το λέω; Μπορεί να απογειωθώ, ως δικό μου  όνομα, αλλά αν άλλως δόξη, εν δόξη, τη βουλή και τω δήμω, μπορεί να   προσγειωθώ με άλλο όνομα. Δεν τ? αφήνουμε καλύτερα στην πατρίδα, ν?αποφασίσει ποιός είμαι, όταν ταξιδεύω;
Ενώ πετούσα, άνοιξα τυχαία, εντελώς στην τύχη, κάποια σελίδα από την  «Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών», κι έπεσα σε μια σελίδα του οσίου και  θεοφόρου Πατρός ήμών Πέτρου Δαμασκηνού.
Καμμιά φορά, ο θεός φαίνεται, σε βοηθάει, όταν ταξιδεύεις.
Στο μικρό κεφάλαιο αυτό, ο όσιος Πέτρος μας νουθετεί, ότι δεν πρέπει να μας εγκαταλείπει η γνώση της ελπίδας, δεν πρέπει να βουλιάζουμε στην απόγνωση,αν εμείς δεν είμαστε όπως πρέπει να είμαστε (…μη όντας ως δει είναι).
«Μη γαρ το σωσαί σου την ψυχήν αδυνατεί ο τοσούτον κόσμον, ον οράς, δια σε  πεποιηκώς;» Είναι δυνατόν; Όλος αυτός ο Κόσμος, ο μικρός, ο μέγας, έγινε  για σένα. Μην έχεις λοιπόν απελπισία, μην έχεις απόγνωση για τις αμαρτίες
σου. «Κακόν μεν ότι ήμαρτες, άνθρωπε». Κακόν μεν, ίσως, όλο αυτό το  μπάχαλο, κακή όλη αυτή η κομματοκρατία, κακή ίσως όλη αυτή η διάλυση κι η  παράλυση, κακή αυτή η αυθαίρετη υπαγωγή του πολίτη στην κομματικομιζέρια
της οχλαγωγικής δημοκρατίας. Όταν όμως …«…εκ συνηθείας πταίεις εις άπερ  καν μη βούλεσαι, έχε ταπείνωσιν ως ο τελώνης, και αρκεί σοι εις σωτηρίαν».
Τι ηρεμία! Τι αναστήλωση φρονήματος! Ναι! Αν φταις συλλογικά, ακόμη κι αν  εσύ αυτά δεν τα θέλεις αν φταις «εκ συνηθείας» δηλαδή, αν φταις εξ αιτίας  ενός ήθους που το έχουν όλοι μαζί (σύν+ήθεια), τότε, να έχεις ταπείνωση,
υπομονή, επιείκεια και να παλεύεις μέσα σ? αυτήν την συνήθεια κι όχι έξω  απ? αυτήν, για να την αλλάξεις και να την βελτιώσεις. Χωρίς ατομοκεντρική  αλαζονεία, χωρίς εγωκεντρικό ναρκισσισμό. Και να μη λες, δεν είναι τόπος
αυτός, τίποτε δεν γίνεται, δεν θα γίνουμε ποτέ άνθρωποι και άλλα ηχηρά και  κούφια παρόμοια. Διότι, είδες: η Ιθάκη, δηλαδή η Ψωροκώσταινα, μέσα σ? αυτό  το μπάχαλο, σου έδωσε το ωραίο ταξίδι. Μέσα στα χάλια της, είδες να
διαφαίνονται κι άλλες πτυχές του αινίγματος, που λέγεται ζωή. Μέσα στην  ψηφοθηρία, υπήρξε γιορτή, πολλή γιορτή. Οι άλλοι ψηφίζουν ευπρεπείς, αλλά  ανεόρταστοι, δηλαδή απανδόκευτοι, δηλαδή μαύρη θλίψη και συσσωρευμένη βία,
που ξεσπά σε περιοδική βαρβαρότητα.
Και κυρίως, σε ικετεύει θωπευτικός και σε νουθετεί ο όσιος Πέτρος  Δαμασκηνός: ποτέ απελπισία, ποτέ απόγνωση.
Διότι η απελπισία κι η απόγνωση είναι του διαβόλου κατασκεύασμα, η  απελπισία είναι προνόμιο των «ορθολογιστών», που δεν πιστεύουν στον θεό. H  απόγνωση είναι ατομοκεντρική αμαρτία και δεν ταιριάζει σε αριστοκράτες
Έλληνες της άκρας ταπείνωσης ενώπιον της Ευχαριστιακής τους Κοινότητας.
Στον διάβολο υπόκειται, όποιος υποκύπτει στην απόγνωση κι αυτό είναι  αμαρτία. O διάβολος ωθεί τον άνθρωπο στην απόγνωση, στην πεποίθηση, αν κάτι   δεν πάει σύμφωνα με τα κέφια του, στην πεποίθηση, αν κάτι δεν πάει σύμφωνα
με τα κέφια του, ότι όλα είναι χάλια, ότι τίποτα δεν γίνεται κι ότι όλα  είναι μαυρίλα. (…τω διαβόλω εις το αμαρτάνειν υπόκειται, …εις το  απογινώσκειν ωθούντα αυτόν…»).
O Ελληνορωμηός «παρακούει τον εχθρόν», δηλαδή τον Διάβολο, που του   υποβάλλει την μίζερη δυτική απελπισία, «έχων ευγνωμοσύνην, ευχαριστίαν,υπομονήν».
O Ελληνορωμηός παλεύει μέσα στην συνήθεια, μέσα στο κοινό ήθος, για να  αλλάξει την κακή συνήθεια. Και μέσα στην κακή του συνήθεια, βρίσκει, ως   Διάκονος Αριστοκράτης, «έχων ευγνωμοσύνην», όλα τα στοιχεία που αμβλύνουν
και εξωραϊζουν την κακή του συνήθεια. Χωρίς να πιθηκίζει ξένες συνταγές, ως  μαϊμού εισαγωγής.
Κι έρχεται συμβοηθός στον όσιο Πέτρο Δαμασκηνό, η αλαζονική υπεροψία του  Πινδάρου: Ματαιότατο, σαχλεπίσαχλο δείγμα ανθρώπου είναι αυτός που νοιώθει  συμπλεγματική αισχύνη για τα ντόπια του, τα επιχώρια του και πιθηκίζει τα
μακρυνά και τα αλλότρια. («Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον, όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω».)
Διορθώνουμε τα στραβά μας και μέχρι να τα διορθώσουμε, χαιρόμαστε τα καλά  των στραβών μας. Βουλή των Ελλήνων, πολυκομματική μου αθλιότητα, «έχων ευγνωμοσύνην», σ? ευχαριστώ.

 

«Επειδή η μεγαλύτερη αρετή, όταν οι εποχές οδηγούνται αυτόκλητες προς την  υποτέλεια, είναι κείνο το περήφανο, το αψήφιστο κοίταγμα…»
Οδ. Ελύτης «Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο»

Εδώ μένετε;
(Κείμενο παραμυθητικό, αφιερωμένο στον Στήβεν Λάλας.)
«Επειδή η μεγαλύτερη αρετή, όταν οι εποχές οδηγούνται αυτόκλητες προς την υποτέλεια, είναι κείνο το περήφανο, το αψήφιστο κοίταγμα…»
Οδ. Ελύτης «Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο».
(«Εν Λευκώ», εκδ. Ίκαρος, σελ. 151)

«ΜΙΑ MEPA, η μικρή αυτή Ελλάδα μπορεί να μην είναι και τόσο μικρή. Συνέβη  ήδη δυο φορές μέσα στην ιστορία… Φυσικά, δεν το λέω τόσο επειδή  οραματίζομαι την κυανόλευκο να κυματίζει σε πιο εκτεταμένα σύνορα… Μιλώ για μιαν αριστοκρατική αντίληψη, που συμβαίνει να την έχουν με το παραπάνω  οι μικροί πληθυσμοί του Αρχιπελάγους· οι κυρ Γιάννηδες κι οι
κυρα-Μαρίες…» (Οδ. Ελύτης, όπ. παρ. σελ. 152 και 146).
…κι ο Δημοσθένης Δούκας κι ο Γιώργος Ντόλιος κι ο Κώστας Χιονίδης στις Φέρες κι ο Μπάμπης Κοντογιάννης στο Σουφλί κι η κυρα-Αντωνία στο φυλάκιο  του Έβρου κι ο Στήβεν Λάλας, από χθες βαρυποινίτης στις φυλακές της  Βιρτζίνια… «Μιλώ για μιαν αριστοκρατική αντίληψη…».
Μιλώ για μικρούς πληθυσμούς μεγαλωσύνης και πρόσωπα μεγάλαθλα που χτίζουν  συνεχώς με «κείνο το περήφανο, το αψήφιστο κοίταγμα», τα αγέρωγα  μεγαλυνάρια του Γένους.
Και το Αρχιπέλαγος εκτείνεται παντού: από το φυλάκιο Εγνατία στον Έβρο και  την αίθουσα τελετών στις Φέρες, μέχρι τις φυλακές της Βιρτζίνια, όπου έχει,από χθες βαρυαλγούσα, η Παναγία Κοσμοσώτειρα Φερών υπό την σκέπη Της, το  νικημένο αγόρι της, τον Στήβεν Λάλας. Προσκυνώ πάλι στην μνήμη μου την  Παναγία Κοσμοσώτειρα, εκεί στον κομψεπίκομψο ναό της στις Φέρες, δώρημα του  Σεβαστοκράτορος Ισαακίου Κομνηνού. Ξαναβλέπω στην τηλεόραση τον Στήβεν  Λάλας: το σώμα του, ένα κακοσούσουμο τσουβάλι, κοντόχοντρα κρέατα πλαδαρά,πολύ νέος ακόμα και απελπιστικά στραβοχυμένος, ένα μουστακάκι ανθυποχαφιέ  της συμφοράς, γερμένος, ξεφτίλας. Το κεφάλι του φορτωμένο με μια μύτη από  υλικά κατεδαφίσεως και μάγουλα ανακυκλωμένης λαδόκολας. Στο βλέμμα του, η  γνωστή ραγιάδικη λίγδα μας. Τσουβαλιασμένο τον σέρνουν, διπλοί στο μπόϊ,δυο αμερικάνοι παίδαροι και οι δυο τους βγαλμένοι κατ? ευθείαν από τους  σκληρούς του Μαϊάμι. Κι ανάμεσά τους, ο μισός, ο λερός, ο σκυφτός της  καρπαζιάς, στραβοχυσιά που αναμηρυκάζει τα ξερατά της, ο Στήβεν Λάλας: ο  νικημένος πρωτότοκος της Παναγίας Κοσμοσώτειρας Φερών. Το απολειφάδι του  τίποτα, ο μετανάστης, υπάλληλος του Στέϊτ Ντηπάρτμεντ, «που έχει ομολογήσει  ότι επί σειρά ετών έκανε κατασκοπεία υπέρ της Ελλάδας» (Από τις εφημ.16/9/93). Κάθειρξη 14 ετών.
Τον ξαναβλέπω και τότε, για πρώτη φορά τον βλέπω: μα είναι ο ωραίος κάλλει  βροτός! Μα αυτός ο γλιτσιάρης, αυτός ο «από χηραμού προπηδήσας»  τυφλοπόντικας, είναι πιο ηδυμιγής από τον Πωλ Νιούμαν! Πιο παμπαίδαρος από  τον Σταλόνε!
Και σιγά-σιγά τον βλέπω ολόκληρο, τον θρυμματισμένο κατάδικο μετανάστη:
δίπλα του στέκεται υψαύχην, ο σεβαστοκράτωρ Κομνηνός, κτίτωρ του Ναού.
Παρά-δίπλα του, ταπεινή πεισματάρα, η κυρα-Αντωνία η κομμουνίστρια, που  έχει το καφενείο της ακριβώς επάνω στο φυλάκιο του Έβρου και προστατεύει τα  αγόρια μας που φυλάνε τον Έβρο. Και τους τρεις, τους έχει υπό την σκέπη
Της, η Παναγία η Κοσμοσώτειρα των Φερών. Στον Έβρο, στην Πόλη και στις  φυλακές της Βιρτζίνια: διότι, «όταν οι εποχές οδηγούνται αυτόκλητες προς  την υποτέλεια», και οι τρεις τους, έχουν «κείνο το περήφανο, το αψήφιστο  κοίταγμα». Εκεί μένουν. Επιμένουν: δίνουν το λασπωμένο, άπληστο «εγώ» τους,για να ζήσει το «εμείς».Κάπως έτσι, η φιλοκαλία του ασχημομούρη Στήβεν Λάλας, μας διδάσκει τον  κανόνα του Κάλλους και τον ίδιο, τον κάνει όμορφο.
Εδώ μένετε; Ναι, εδώ επιμένουμε, στα χθόνια μας τα αναλλοίωτα, που παίρνουν  την ενοικούσα εντός μας, χωματερή και την αλλοιώνουν σε «καλήν αλλοίωσιν»:
σε λείψανα που ευτρεπίζουν ένα πανικόβλητο στραβοχυμένο μετανάστη και τον  χρίουν κατάσκοπο = Επίσκοπο: Επί σκοπόν αυτοθυσίας.
Το ίδιο «κείνο το περήφανο, το αψήφιστο κοίταγμα», το είχα ξαναδεί εκείνο  το πρωινό, όταν ο δήμαρχος Φερών Γιώργος Ντόλιος κι ο πρόεδρος του  δημοτικού του συμβουλίου, ο σύντροφός μου Κώστας Χιονίδης, με οδήγησαν μέσα
στην Τουρκία, από το τελωνείο των Κήπων.
Μέσα στην Τουρκία; Όχι ακριβώς. Με την ευγενική πρωτοβουλία ενός δικού μας  τελωνειακού, που μιλάει τα τούρκικα, με πέρασαν απέναντι, στα κατεχόμενα  της ανατολικής Θράκης, στον χώρο του Τουρκικού τελωνείου. Εκεί μείναμε για
λίγο. O Τούρκος επί κεφαλής των τελωνοφυλάκων, μας κέρασε ευγενέστατος τσάι  και μας έκανε ευγενέστατα τα παράπονά του, ότι αυτός μεν μπορεί να μας  πάει, έτσι όπως είμαστε στην Πόλη, ενώ ο ίδιος χρειάζεται βίζα για να πάει
διακόσια μέτρα μέσα στο ελληνικό έδαφος.
Του αντιπαρατηρήσαμε ότι η δική του γραφειοκρατία είναι πιο ευλύγιστη από  την δική μας, ευχαριστήσαμε και φύγαμε.
Την στιγμή που διασχίζοντας τον Έβρο, μπήκαμε στο ελληνικό τελωνείο,κατάλαβα. Είχα ζήσει αλληλοδιαδόχως δύο χώρους, όχι «φυσικούς», αλλά  κρατικούς: το τουρκικό και το ελληνικό τελωνείο, που δεν είναι «φυσικές
κοινωνίες», αλλά τμήματα κρατικής μηχανής. Είχα λοιπόν από την μια μεριά  του Έβρου την τουρκική κρατική υπόσταση κι από την άλλη, την ελληνική. H  σύγκριση μου ήρθε αναπόφευκτα και αμέσως άστραψε πάλι μπροστά μου η φράση
του Οδυσσέα: του Οδυσσέα Ελύτη το αψήφιστο κοίταγμα. Στο τουρκικό τελωνείο,παντού η μούμια του Κεμάλ. Μούμια μπρούτζινη, μούμια πέτρινη, ο Κεμάλ  τεφρώδης, ταριχευμένος, εντοιχισμένος, σε τύμβους βλοσυρούς και
κραυγάζουσες σιωπές.
Τα κτίρια, πτωχικώς ευπρεπή, με την αδεξιότητα νεόπλουτου που δεν πρόλαβε  ακόμη να συνηθίσει ότι τα λάφυρα είναι δικά του. Οι Τούρκοι στρατιώτες,σιωπηλοί, εν πλήρει εξαρτύσει, με βλέμμα θολού δαρμένου υποζυγίου. Οι
Τούρκοι υπάλληλοι, γραββατωμένοι, άψογη η στάση τους ενώπιον της θυρίδας,με ευθείαση του σώματος μπροστά στα χαρτιά τους και πλαγίαση του βλέμματος  πάνω από τα γυαλιά τους και κάτω από τα πλαίσια του πετάσματος, που τους
χωρίζει από το κοινό.
Εν στολή αξιωματικοί αμίλητοι, με κίνηση αδρανή και βεβαρημένοι βάρους  αοράτως παρόντος. H ροή της ζωής έχει πήξει σε κυβολίθους ιεραρχίας. Σιωπή,ευπρέπεια ακρωτηριασμένη μέσα σε μια πανταχού παρούσα αιχμαλωσία. Ένας
ψίθυρος παντού σκυφτός, πλακωμένος από πειθαρχία, τάξη και ασφάλεια.
Κι αμέσως ο συνειρμός: η διάταξη του τουρκικού τελωνείου, πρωσικής  κατασκευής και προελεύσεως λόγω του κεμαλικού καθεστώτος, μου θυμίζει  πάραυτα την γαλλική διοίκηση που τόσο καλά έχω ζήσει και γνωρίσει: το ίδιο
παγωμένο οργανόγραμμα με στοιχημένα ανδρείκελλα, μαστουρωμένα από μια τάχα μου ορθολογική οργάνωση που κρύβει την τυραννία της και υποθάλπει την  δουλοπρέπεια.
Τουρκικό τελωνείο, πρωσικής συσκευασίας και γαλλικών προδιαγραφών: η ίδια  «ανελευθερία, θεωρουμένη ώς αρετή» (Πλάτωνος «Φαίδρος»), κι οι ίδιοι  ταλαίπωροι ραγιάδες που κάνουν την μια φιλελεύθερη επανάσταση μετά την
άλλη, για να παραμείνουν δουλοπάροικοι σε οργανόγραμμα. H Ευρώπη ήταν εκεί,
στο τουρκικό τελωνείο κι όχι στο ελληνικό της «Ευρωπαϊκής κοινότητας».
Διότι, στην άλλη όχθη του Έβρου, την ελεύθερη, στο ελληνικό τελωνείο έλαμπε  η φράση του Ελύτη και κυμάτιζε το Αρχιπέλαγος, με την κυανόλευκη επί  πτερύγων ανέμων. Και ο «ηνιοχεύων την των κινουμένων πνοήν» έλεγε στην
Παναγιά την Κοσμοσώτειρα, άσε τα παιδιά να παίξουν…
Στο ελληνικό τελωνείο, φύρδην-μίγδην εν στολή αξιωματούχοι και στολισμένοι  από την πλάκα τους εν ενεργεία κρατικοί λειτουργοί, κορόϊδευαν όλοι μαζί  τον πρωθυπουργό τους και τους πολιτικούς που κορδακίζονταν στην τηλεόραση
κι ο καθένας ξεχωριστά σατίριζε τον διπλανό του. H κυανόλευκος αναρρίπιζε  από πάνω τους την αριστοκρατική μας αυθάδεια. Το μπάχαλο της εκκλησίας του  Δήμου, ο κυκλικός ιλαροτραγικός χάρος, όπου όλοι με την σειρά τους ελέγχουν
και ελέγχονται, πιασμένοι όμως χέρι-χέρι, ο Αριστοφάνης κι ο Αγιος Ιωάννης  ο Χρυσόστομος, σκώπτες και είρωνες μπροστά στην τηλεόραση τελούσαν την  Ευχαριστία του τρόπου μας.
Στους Κήπους, από δω η αγαπητική αναρχία, όπως μας το ορίζει η θεία  Λειτουργία: «μη πεποίθατε επ? άρχοντας… οις ουκ έστι σωτηρία». Καμμία  πεποίθηση στους άρχοντες, ακόμη και τους δημοκρατικούς. H σωτηρία είναι
αλλού. Πού αλλού; Στην πλάκα, στην ασέβεια και την αυτεξούσια προσευχή. Ή,όπου θες.
Από κει, στους ευρωπαϊκού στησίματος Τούρκους, βασίλευε η κατήφεια. Ότι  τάσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε το οργανόγραμμα.
Από δω, στους Κήπους, ο Αριστοφάνης. Ρωτάει ο Συκοφάντης: «Κατηγορεί δε   τις;». Και, προσοχή, απαντάει, όχι κάποιος διεφθαρμένος, αλλά ο Δίκαιος  ανήρ: «Ο βουλόμενος»! (Αριστοφ. «Πλούτος»)
Ναι, σ? εμάς τους αριστοκράτες, κατηγορεί όποιος θέλει, τον οποιονδήποτε: ο  βουλόμενος! Εμείς δεν είμαστε μικρομεσαίοι τμηματάρχες βήτα, όπως οι  Ευρωπαίοι και η εξευρωπαϊσμένη οργάνωση του Τουρκικού τελωνείου, ώστε να
κατηγορούμε «με τους κανόνες του παιχνιδιού», που ουδέποτε, ώς γνωστόν,τηρούνται από τους Δυτικούς, όπως μας διδάσκει η Τραγωδία, δηλαδή η  εμπειρία. Δεν υπάρχουν κανόνες! O μόνος κανών: ο βουλόμενος! Βουλόμενος,
άρα αυτεξούσιος ή να διακονήσει εθελοντής την κοινότητα, ή να την  καβαλικέψει. Όλα τα άλλα είναι καντιανά φληναφλήματα, bons pour l? Orient,δηλαδή καλά για κεμαλικούς ευνουχισμένους Τούρκους.
Κατηγορεί δε τις; O βουλόμενος.
Ελεεί δε τις; πάλι ο βουλόμενος.
Το καθ? ημάς συναμφότερον: πότε ιλαρόν, πότε τραγικόν, χωρίς οργανόγραμμα  και μεθοδευμένη προβλεψιμότητα. Χωρίς δηλαδή το παραλήρημα της  «επιστημονικής οργάνωσης», που παράγει στυγνότητα, Νταχάου, Χιροσίμες και
γενοκτονίες Εβραίων, Ελλήνων, Αρμενίων.
Το καθ? ημάς μπάχαλον μπροστά στην τηλεόραση: οι εν στολή δημόσιοι  λειτουργοί μας, που εν ώρα υπηρεσίας χλεύαζαν τον Μητσοτάκη, τον Παπανδρέου  και τα κέρατά τους, έκαναν υπακοή στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο: «και τα
φοβερά του κόσμου εμοί ευκαταφρόνητα και τα χρηστά καταγέλαστα».
Στο ελληνικό τελωνείο των Κήπων υπήρχαν οι ελεύθεροι Λοξίες, υπερανάρχως  θρασείς, και δυσαναβάτως ασεβείς προς όλα τα κρατικά, και τα εξουσιαστικά.
Ιερουργούσαν, όλοι Σατιρικοί, λήροι, ώς «της πόλεως επιμεληταί και των  ιδίων πάντων». (Αριστοφ. «Πλούτος»)
Και χόρευε παντού «κείνο το περήφανο, το αψήφιστο κοίταγμα», που διδάσκει  συνεχώς στο ταπεινοφρόνως αλαζονικό μας πρόσωπο, ότι «τα φοβερά του κόσμου  εμοί ευκαταφρόνητα».
Τα δυο τελωνεία αντικρυστά: ο λάκκος και η φωτοφάνεια. Κι αυτή η  παιχνιδιάρα φωτοφάνεια του τελωνείου των Κήπων, γεννά και ξαναγεννά συνεχώς  εκείνη την αναρχοφωτόμυστη φράση, που την αρχίζει ο Αριστοφάνης, την παίζει
ο Χρυσόστομος, την στολίζει η θεία Λειτουργία. Και την χορεύουμε μέσα στον  κλαυσίγελω της παντοτεινής περιπέτειας, όλοι μαζί, εμείς οι κοινωνοί του  κυκλίου χορού, του Λαβυρινθώδους και του ουροβόρου όφεως, που μας οδηγεί
συνεχώς σε μια αγωνία χωρίς τελειωμό, αλλά μας κρατά πάντα γερά σε μια τέλεια αγκαλιά.
Και, μέσα από μας τους χορευτές με το κύκλιο, αψήφιστο κοίταγμα ξεχωρίζει  σιγά-σιγά ένας που δεν σέρνει τον χορό. Σέρνεται ασουλούπωτος,
κακομοιριασμένος. Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες αγελαδάρηδες τον σέρνουν στη  λάσπη. Διότι τόλμησε. Διότι μετανάστης κακάσχημος, αυθαδίασε [δηλαδή  τραγούδησε την αυδήν (τραγούδι) του εαυτού του κι όχι του Στέητ
Ντηπάρτμεντ].
Διότι πένης αυτός και ξεφτιλισμένος, ανέστη. Οι Αμερικανοί τον προπονούσαν  για γενίτσαρο κι αυτός τους προέκυψε Ρωμηός.
Διότι εκεί στο Στέητ Ντηπάρτμεντ γνώρισε από μέσα, με ποιά κτηνωδία οι  Αμερικανοί μας ανάγκαζαν να υποκύψουμε στην κτηνωδία των Τούρκων στην Πόλη  το 1955 και στην Κύπρο το 1974.
Κι όταν βρέθηκε κι ο ίδιος για πρώτη φορά, αμερικανογενίτσαρος στην Πόλη, ο  στραβοχυμένος της κακομοιριάς Στήβεν Λάλας, προσπάθησε να βοηθήσει την  μικρή πατρίδα όπου χόρευαν φυτοζωόντας οι Λοξίες με τον ζεϊμπέκικο, τον
συρτό και τον Ακάθιστο.
Ακάθιστος, ο ξεπεσμένος κουρελής με το νικημένο-αψήφιστο κοίταγμα. Τον  έσυραν έξω από τον Συρτό του. Ήταν τόσο εύκολο για την Σία, που έχει   διάτρητο και διαβρωμένο όλο το ελληνικό δημόσιο, εδώ και 45 χρόνια… 14
χρόνια κάθειρξη.
Είναι μεγάλη πρωτιά να σέρνεις τον Χορό, στον τρόπο μας.
Κι όλη η τιμή του Γένους μας του πρέπει, του Στήβεν Λάλας, που οδεύει τώρα  προς το πουθενά, για την πρωτιά του. Είναι ο πρώτος Έλλην που ανταπέδωσε  στους Αμερικανούς, τα όσα διαπράττουν εις βάρος μας, κατά συρροήν και κατ?
εξακολούθησην, από το 1946.
Αν οι Αμερικάνοι τον αφήσουν να ζήσει, περιμένω την στιγμή που η  Κυανόλευκος με σεβασμό θα απονείμει στρατιωτικές τιμές στο νικημένο αγόρι  της. Κι η Παναγιά η Κοσμοσώτειρα των Φερών μαζί του.
Εδώ μένετε; Ναι εδώ. Στην Βιρτζίνια. Νέος Μάρτυς. Πρώτος.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Kώστας Zουράρις

ΠΗΓΗ  4Τ/1993 ΟΚΝΟΕΔΕΚ

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in GLOSSOLOGY and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.