ΕΝ ΤΟΙΣ ΑΡΧΑΙΟΙΣ ΕΚΕΙΝΟΙΣ ΚΑΙΡΟΙΣ ΟΤΕ ΤΟ ΠΟΙΕΙΝ ΕΓΕΝΕΤΟ ΠΟΙΗΜΑ (4)


( ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ  13/8/2012)

Ο Καλλίνος από την Έφεσο είναι ο αρχαιότερος από τους ελεγειακούς ποιητές. –7ος  αι. Οι πληροφορίες μας για την ζωή του είναι ελάχιστες. Γνωρίζουμε μόνο ότι στην εποχή του οι Κιμμέριοι (λαός που κατοικούσε στην Ταυρική χερσόνησο) έκαναν επιδρομές στην Μικρά Ασία και προκαλούσαν καταστροφές. Γι’ αυτό ο Καλλίνος συνέθεσε ελεγεία με την οποία προσπαθεί να εμπνεύσει στους συμπολίτες του θάρρος, για να στραφούν εναντίων των εισβολέων.
Το έργο του είναι σε τόνο ηρωικό και ρητορικό. Η γλώσσα και το ύφος του είναι ομηρικά.
Οι συμβουλές για επίδειξη γενναιότητας, ο θάνατος στο πεδίο της μάχης, η αγάπη προς την πατρίδα, η έξαρση των ηρωικών πράξεων για το κοινό καλό, η αποδοκιμασία των δειλών και γενικότερα τα ιδανικά του ομηρικού κόσμου συναντώνται στους στίχους του Καλλίνου. Συσπείρωση της πόλης εναντίον της εχθρικής επιβολής, προβολή συλλογικής συνείδησης.

Οι 21 στίχοι που διέσωσε ο Στοβαίος

1 μέχρις τα  <έο>  κατάκεισθε ἄλκιμον ἕξετε θυμόν

ὦ νέοι  οὐδ αἰδεῖσθ ἀμφιπερικτίονας

ὧδε λίην μεθιέντες ἐν εἰρήνηι δὲ δοκεῖτε

ἧσθαι ἀτὰρ πόλεμος γαῖαν ἅπασαν ἔχει

………

καί τις ἀποθνήσκων ὕστατ ἀκοντισάτω.

τιμῆέν τε γάρ ἐστι καὶ ἀγλαὸν ἀνδρὶ μάχεσθαι

γῆς πέρι καὶ παίδων κουριδίης  ἀλόχου

δυσμενέσιν θάνατος δὲ τότ ἔσσεται  ὁππότε κεν δὴ

Μοῖραι ἐπικλώσωσ ἀλλά τις ἰθὺς ἴτω

ἔγχος ἀνασχόμενος καὶ ὑπ ἀσπίδος ἄλκιμον ἦτορ

ἔλσας τὸ πρῶτον μειγνυμένου πολέμου.

οὐ γάρ κως θάνατόν γε φυγεῖν εἱμαρμένον ἐστὶν

ἄνδρ οὐδ εἰ προγόνων ἦι γένος ἀθανάτων.

πολλάκι δηϊοτῆτα φυγὼν καὶ δοῦπον ἀκόντων

ἔρχεται ἐν δ   οἴκωι μοῖρα κίχεν θανάτου

ἀλλ ὁ μὲν οὐκ ἔμπης δήμωι φίλος οὐδὲ ποθεινός

τὸν δ   ὀλίγος στενάχει καὶ μέγας ἤν τι πάθηι

λαῶι γὰρ σύμπαντι πόθος κρατερόφρονος ἀνδρὸς

θνήσκοντος ζώων δ ἄξιος ἡμιθέων

ὥσπερ γάρ μιν πύργον ἐν ὀφθαλμοῖσιν ὁρῶσιν

ἔρδει γὰρ πολλὼν ἄξια μοῦνος ἐών.

Ως πότε πιά κατάκοιτοι; Ορμήν πότε θα βρείτε;

Δεν ντρέπεσθε τους γείτονες, για την οκνιάν αυτή;

Έ, παλικάρια, ειρηνικά πως κάθεστε θαρρείτε

κι ωστόσο γύρω ο πόλεμος όλη τη γη κρατεί.

Είναι τιμή κι είναι χαρά στο παλικάρι η μάχη

για την πατρίδα, την καλή γυναίκα, τα παιδιά.

Ο θάνατος τότε θαρθεί, όταν η Μοίρα λάχει

μόνο καθείς ας ορθωθεί μ’ ατρόμητη καρδιά.

Κι ας δράξει αμέσως το σπαθί κι ας ζώσει τ’ άρματά του

κι’ ως είναι του πολέμου αρχή, ας δράμει εκεί μπροστά,

γιατί να φύγει αδύνατο τη μοίρα του θανάτου

κι αν η γενιά του από θεούς αθάνατους βαστά.

Κάποτε, αν απ’ τον πόλεμο δειλά λιποταχτήσει,

μέσα στο σπίτι βρίσκει τον η ώρα του η στερνή.

Μα τούτον ποιος τον αγαπά και ποιος θα τον ποθήσει;

Ενώ τον άλλον ο λαός, αν πάθει, τον πονεί.

Γιατί ο λαός ολάκαιρος θρηνεί το παλικάρι,

σαν αποθάνει κι έχουν τον ημίθεο όσο ζει,

σαν πύργο όλοι κατάματα θεωρούν τον με καμάρι,

γιατί μονάχος κάμνει αυτός όσα πολλοί μαζί.

Ο Στοβαίος διέσωσε στο  Ανθολόγιό  του 21 στίχους του Καλλίνου σε ελεγειακό μέτρο, με τους οποίους προτρέπει τους συμπολίτες του να πάρουν τα όπλα για να αμυνθούν εναντίον των εχθρών.Η τεχνική του στίχου και το ποιητικό ύφος μαρτυρούν ισχυρή επίδραση των Ομηρικών επών χωρίς όμως την ηρωική διάθεση που τα εμπνέει.Ο Καλλίνος δεν πιστεύει στον πόλεμο, τον θεωρεί όμως αναγκαίο για την άμυνα της πατρικής γης.Ο Στράβων μας πληροφορεί ότι ο Καλλίνος έγραψε και ένα ποίημα, τον Λόγον προς Δία , όπου επικαλείται τον θεό για την σωτηρία της πόλης των Σμυρναίων και προσθέτει ότι στα χρόνια του Καλλίνου η Έφεσος λεγόταν Σμύρνη. Στο ποίημα αυτό μνημονευόταν και η κατά των Μαγνήτων επιδρομή του θρακικού έθνους των Τρηρών.

Τα υπόλοιπα αποσπάσματα που σώθηκαν από τα ποιήματά του:

Από τον “Λόγον προς Δία”:

2 Σμυρναίους δ  ἐλέησον

2a μνῆσαι δ   εἴ κοτέ τοι μηρία καλὰ βοῶν

Σμυρναῖοι κατέκηαν

4 Τρήερας ἄνδρας ἄγων.

5a νῦν δ ἐπὶ Κιμμερίων στρατὸς ἔρχεται ὀβριμοεργῶν

PAGAN http://diaxronikon1.blogspot.be

TYRTAIOS O LACOON

Ο Τυρταιος ειναι ο μοναδικος ανθρωπος που οντας Σπαρτιατης εγραψε κατι για την Σπαρτη.Κανεις αλλος Σπαρτιατης δεν εγραψε εστω μια λεξη για την σεπτη Λακεδαιμονα και οι λογοι μπορει να ειναι διαφοροι.Κατι θα ειχαν καταλαβει μαλλον σχετικα με την ματαιοδοξια που κατακλυζει εναν ανθρωπο θελοντας να αποτυπωσει ..κατι.Ομως,αυτος ο αινιγματικος ποιητης,που εχει τοσο διαποτισει τον πλατωνικο στοχασμο,ειναι η ηθικη ταυτοτητα της Σπαρτης.Διαμορφωσε το ηρωικο λακωνικο φρονημα που διειπε την Σπαρτη και ειναι αυτος που προσδιορισε το περιεχομενο της Σπαρτιατικης αγωγης..”ομαδικη πειθαρχια εν πνευματι δικαιοσυνης και ατομικη θυσια δια την ευημερια και την δοξα της Πολεως..”(Πανταζοπουλος) Τα μολις τρια ολοκληρωμενα ποιηματα διασωθηκαν μεσα απο τα εργα του Στραβωνα,του Λυκουργου(ρητορα) και του Στοβαιου.

“Τί τιμή στο παληκάρι, όταν πρώτο στη φωτιά

σκοτωθεί για την πατρίδα με τη σπάθα στη δεξιά.

Πόσο λυπηρό ν’ αφήσει την πατρίδα τη γλυκιά,

τα καλά του τα χωράφια και να ζεί με διακονιά.

Με γονιό να παραδέρνει, με γυναίκα ομορφονιά,

με γερόντισσα μητέρα και μ’ ανήλικα παιδιά.

Κι απ’ τη στέρηση και φτώχεια όπου πάει, όπου σταθεί,

να γνωρίζει ότι είναι σ’ όλους η ζωή του μισητή!

Να ντροπιάζει τη γωνιά του, να ντροπιάζεται κι αυτός,

και ποτέ να μην του λείπει απ’ τα χείλη ο στεναγμός.

(Μετάφραση: Σπ. Τρικούπης)

ΥΠΟΘΗΚΕΣ

Δε λογαριάζω ούδε ψηφώ κανένα των ανθρώπων

εγώ για τάχος των ποδιών ή δυναμοχεριά,

κι αν έχει την κορμοστασιά και τη γροθιά Κυκλώπων

μα κι αν νικάει στο τρέξιμο της Θράκης το Βοριά,

κι αν έχει απο τον Τιθωνό πιότερα τούτος κάλλη,

κι απο τον Μίδα τον πολύ πιο πλούσιος αν γενεί,

και αν ξεπερνάει τον Πέλοπα στην αρχοντιά την άλλη

και αν έχει την γλυκόλαλη τ’ Αδράστου τη φωνή,

και αν έχει πάσα χάρη του, χωρίς λεβεντιά να’χει!

γιατ’ άνδρας τούτος δεν είναι -του κάκου- αν δεν μπορεί

τους ματωμένους σκοτωμούς να βλέπει μες στη μάχη

και στον εχθρό όλο πιο κοντά να πάει και να βαρεί.

Νά, τούτη είν’ παληκαριά, τ’ ατίμητο στεφάνι,

π’ αξίζει πρώτα να φορεί στον κόσμο κάθε νιός

γιατί και της πατρίδας του και όλων καλό θα κάνει

σαν προσπερνά απο τες γραμμές και μπαίνει ομπρός ομπρός

και ντροπιασμένο τι θα πεί φευγιό μηδέ το ξέρει

και όλη του βάλει την ψυχήν εκεί και το θυμό

και δίνει του συντρόφου του θάρρος πολύ και χέρι

αυτός είναι στον πόλεμον ο άνδρας που τιμώ!

Των αντιμάχων γρήγορα τους λόχους θα σκορπίσει,

αυτός της μάχης σταματά το κύμα, την ορμή.

Και πάλι όποιος ανάμεσα στους πρώτους ξεψυχήσει,

καμάρι της πατρίδας του και των γονιών τιμή,

με κάμποσες λαβωματιές στα στήθη τα πανώρια

ή με πληγές στη μέση του μπροστά – μόνο μπροστά!-

τούτον μαζί μοιρολογούν και γέροντες κι αγόρια

και το χωριό του αλάκερο τη θλίψη του βαστά

και ο τάφος του πασίγνωστος, καθώς και τα παιδιά του

και των παιδιών του τα παιδιά και όλη η γενιά μαζί

κι η δόξα δεν ξεγράφεται ποτές ή τ’ όνομά του

και μες στο χώμα γίνεται αθάνατος και ζεί

εκείνος που σαν πολεμά και μάχεται και στέκει,

για την πατρίδα, τα παιδιά σαν άνδρας σκοτωθεί!

Εί δε γλιτώσει το βαρύ του χάρου το πελέκι

και πάρει νίκης ζηλευτής τιμή με το σπαθί,

χαρά του! Όλοι τον ‘παινούν, ίδια και νιοί και γέροι

και με πολλά φθάνει καλά την ώρα της θανής.

Όσο γερνάει και πιο πολύ ο κόσμος τόνε ξέρει

κανένας δεν τον αδικεί, δεν τον φθονάει κανείς,

καθένας προσηκώνεται να του παραχωρήσει

την πρώτη θέσην, ως κι οι πιο παλαιοί και διαλεχτοί.

Το λοιπόν τούτη την τιμή ν’ αξιωθεί ας πασχίσει

καθ’ άνδρας, κι από πόλεμο ποτέ μην τραβηχτεί.

(Μετάφραση: Σιμ. Μενάρδος)

ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ

Εμπρός της Σπάρτης τα παιδιά

της λεβεντογεννήτρας,

με την ασπίδα στα ζερβά,

μ’ ατρόμητο κοντάρι,

μην τη λυπάστε τη ζωή

σαν άξιοι γιοί της Σπάρτης.

(Μετάφραση: Διον. Μπιτζελέκη)”

ΕΥΝΟΜΙΑ
1a
αὐτὸς γὰρ Κρονίων, καλλιστεφάνου πόσις Ἥρης,
Ζεὺς Ἡρακλείδαις τήνδε δέδωκε πόλιν,
οἷσιν ἅμα προλιπόντες Ἐρινεὸν ἠνεμόεντα
εὐρεῖαν Πέλοπος νῆσον ἀφικόμεθα.
1b
Φοίβου ἀκούσαντες Πυθωνόθεν οἴκαδ’ ἔνεικαν
μαντείας τε θεοῦ καὶ τελέεντ’ ἔπεα•
ἄρχειν μὲν βουλῆς θεοτιμήτους βασιλῆας,
οἷσι μέλει Σπάρτης ἱμερόεσσα πόλις,
πρεσβύτας τε γέροντας, ἔπειτα δὲ δημότας ἄνδρας 5
εὐθείαις ῥήτραις ἀνταπαμειβομένους.
2
ἡμετέρῳ βασιλῆι, θεοῖσι φίλῳ Θεοπόμπῳ,
ὃν διὰ Μεσςήνην εἵλομεν εὐρύχορον
3
Μεσσήνην ἀγαθὸν μὲν ἀροῦν, ἀγαθὸν δὲ φυτεύειν
4
ἀμφ’ αὐτῷ δ’ ἐμάχοντ’ ἐννεακαίδεκ’ ἔτη
νωλεμέως αἰεί, ταλαςίφρονα θυμὸν ἔχοντες,
αἰχμηταὶ πατέρων ἡμετέρων πατέρες•
εἰκοστῷ δ’ οἳ μὲν κατὰ πίονα ἔργα λιπόντες
φεῦγον Ἰθωμαίων ἐκ μεγάλων ὀρέων. 5
5
ὥσπερ ὄνοι μεγάλοις’ ἄχθεσι τειρόμενοι,
δεσποσύνοισι φέροντες ἀναγκαίης ὑπὸ λυγρῆς
ἥμισυ παντὸς ὅσον καρπὸν ἄρουρα φέρει.
……………………………………
δεσπότας οἰμώζοντες ὁμῶς ἄλοχοί τε καὶ αὐτοί,
εὖτέ τιν’ οὐλομένη μοῖρα κίχοι θανάτου.
6
τεθνάμεναι γὰρ καλὸν ἐνὶ προμάχοισι πεσόντα
ἄνδρ’ ἀγαθὸν περὶ ᾗ πατρίδι μαρνάμενον,
τὴν δ’ αὑτοῦ προλιπόντα πόλιν καὶ πίονας ἀγρούς
πτωχεύειν πάντων ἔστ’ ἀνιηρότατον,
πλαζόμενον σὺν μητρὶ φίλῃ καὶ πατρὶ γέροντι 5
παισί τε σὺν μικροῖς κουριδίῃ τ’ ἀλόχῳ.
ἐχθρὸς μὲν γὰρ τοῖσι μετέσσεται, οὕς κεν ἵκηται
χρησμοσύνῃ τ’ εἴκων καὶ στυγερῇ πενίῃ,
αἰσχύνει τε γένος, κατὰ δ’ ἀγλαὸν εἶδος ἐλέγχει,
πᾶσα δ’ ἀτιμίη καὶ κακότης ἕπεται. 10
εἰ δ’ οὕτως ἀνδρός τοι ἀλωμένου οὐδεμί’ ὤρη
γίγνεται, οὔτ’ αἰδὼς οὔτ’ ὀπίσω γένεος,
θυμῷ γῆς περὶ τῆσδε μαχώμεθα καὶ περὶ παίδων
θνῄσκωμεν ψυχέων μηκέτι φειδόμενοι.
7
ὦ νέοι, ἀλλὰ μάχεσθε παρ’ ἀλλήλοισι μένοντες, 15
μηδὲ φυγῆς αἰσχρῆς ἄρχετε μηδὲ φόβου,
ἀλλὰ μέγαν ποιεῖσθε καὶ ἄλκιμον ἐν φρεσὶ θυμόν,
μηδὲ φιλοψυχεῖτ’ ἀνδράσι μαρνάμενοι•
τοὺς δὲ παλαιοτέρους, ὧν οὐκέτι γούνατ’ ἐλαφρά,
μὴ καταλείποντες φεύγετε, τοὺς γεραιούς. 20
αἰσχρὸν γὰρ δὴ τοῦτο μετὰ προμάχοισι πεσόντα
κεῖσθαι πρόσθε νέων ἄνδρα παλαιότερον
ἤδη λευκὸν ἔχοντα κάρη πολιόν τε γένειον
θυμὸν ἀποπνείοντ’ ἄλκιμον ἐν κονίῃ,
αἱματόεντ’ αἰδοῖα φίλαισ’ ἐν χερσὶν ἔχοντα – 25
αἰσχρὰ τά γ’ ὀφθαλμοῖς καὶ νεμεσητὸν ἰδεῖν –
καὶ χρόα γυμνωθέντα• νέοισι δὲ πάντ’ ἐπέοικεν,
ὄφρ’ ἐρατῆς ἥβης ἀγλαὸν ἄνθος ἔχῃ•
ἀνδράσι μὲν θηητὸς ἰδεῖν, ἐρατὸς δὲ γυναιξί
ζωὸς ἐών, καλὸς δ’ ἐν προμάχοισι πεσών. 30
ἀλλά τις εὖ διαβὰς μενέτω ποσὶν ἀμφοτέροισι
στηριχθεὶς ἐπὶ γῆς, χεῖλος ὀδοῦσι δακών.
8
ἀλλ’ – Ἡρακλῆος γὰρ ἀνικήτου γένος ἐστέ –
θαρσεῖτ’• οὔπω Ζεὺς αὐχένα λοξὸν ἔχει•
μηδ’ ἀνδρῶν πληθὺν δειμαίνετε μηδὲ φοβεῖσθε,
ἰθὺς δ’ ἐς προμάχους ἀσπίδ’ ἀνὴρ ἐχέτω
ἐχθρὴν μὲν ψυχὴν θέμενος, θανάτου δὲ μελαίνας 5
κῆρας ὁμῶς αὐγαῖς ἠελίοιο φίλας.
ἴστε γὰρ Ἄρεος πολυδακρύου ἔργ’ ἀίδηλα•
εὖ δ’ ὀργὴν ἐδάητ’ ἀργαλέου πολέμου
καὶ μετὰ φευγόντων τε διωκόντων τ’ ἐγένεσθε,
ὦ νέοι, ἀμφοτέρων δ’ ἐς κόρον ἠλάσατε. 10
οἳ μὲν γὰρ τολμῶσι παρ’ ἀλλήλοισι μένοντες
ἔς τ’ αὐτοσχεδίην καὶ προμάχους ἰέναι,
παυρότεροι θνῄσκουσι, σαοῦσι δὲ λαὸν ὀπίσσω•
τρεσςάντων δ’ ἀνδρῶν πᾶσ’ ἀπόλωλ’ ἀρετή.
οὐδεὶς ἄν ποτε ταῦτα λέγων ἀνύσειεν ἕκαστα, 15
ὅσσ’, ἢν αἰσχρὰ πάθῃ, γίγνεται ἀνδρὶ κακά•
ἁρπαλέον γὰρ ὄπισθε μετάφρενόν ἐστι δαΐζειν
ἀνδρὸς φεύγοντος δηίῳ ἐν πολέμῳ•
αἰσχρὸς δ’ ἐστὶ νέκυς κακκείμενος ἐν κονίῃσι
νῶτον ὄπισθ’ αἰχμῇ δουρὸς ἐληλαμένος. 20
ἀλλά τις εὖ διαβὰς μενέτω ποσὶν ἀμφοτέροισιν
στηριχθεὶς ἐπὶ γῆς, χεῖλος ὀδοῦσι δακών,
μηρούς τε κνήμας τε κάτω καὶ στέρνα καὶ ὤμους
ἀσπίδος εὐρείης γαστρὶ καλυψάμενος•
δεξιτερῇ δ’ ἐν χειρὶ τινασσέτω ὄβριμον ἔγχος, 25
κινείτω δὲ λόφον δεινὸν ὑπὲρ κεφαλῆς•
ἕδρων δ’ ὄβριμα ἔργα διδασκέσθω πολεμίζειν,
μηδ’ ἐκτὸς βελέων ἑστάτω ἀσπίδ’ ἔχων,
ἀλλά τις ἐγγὺς ἰὼν αὐτοσχεδὸν ἔγχεϊ μακρῷ
ἢ ξίφει οὐτάζων δήιον ἄνδρ’ ἑλέτω• 30
καὶ πόδα πὰρ ποδὶ θεὶς καὶ ἐπ’ ἀσπίδος ἀσπίδ’ ἐρείσας,
ἐν δὲ λόφον τε λόφῳ καὶ κυνέην κυνέῃ
καὶ στέρνον στέρνῳ πεπλημένος ἀνδρὶ μαχέσθω,
ἢ ξίφεος κώπην ἢ δόρυ μακρὸν ἑλών.
ὑμεῖς δ’, ὦ γυμνῆτες, ὑπ’ ἀσπίδος ἄλλοθεν ἄλλος 35
πτώσσοντες μεγάλοις βάλλετε χερμαδίοις
δούρασί τε ξεστοῖσιν ἀκοντίζοντες ἐς αὐτούς
τοῖσι πανόπλοισι πλησίον ἱστάμενοι.
9
οὔτ’ ἂν μνησαίμην οὔτ’ ἐν λόγῳ ἄνδρα τιθείην
οὔτε ποδῶν ἀρετῆς οὔτε παλαιμοςύνης,
οὐδ’ εἰ Κυκλώπων μὲν ἔχοι μέγεθός τε βίην τε,
νικῴη δὲ θέων Θρηίκιον Βορέην,
οὐδ’ εἰ Τιθωνοῖο φυὴν χαριέστερος εἴη, 5
πλουτοίη δὲ Μίδεω καὶ Κινύρεω μάλιον,
οὐδ’ εἰ Τανταλίδεω Πέλοπος βασιλεύτερος εἴη,
γλῶσσαν δ’ Ἀδρήστου μειλιχόγηρυν ἔχοι,
οὐδ’ εἰ πᾶσαν ἔχοι δόξαν πλὴν θούριδος ἀλκῆς•
οὐ γὰρ ἀνὴρ ἀγαθὸς γίγνεται ἐν πολέμῳ, 10
εἰ μὴ τετλαίη μὲν ὁρῶν φόνον αἱματόεντα
καὶ δῄων ὀρέγοιτ’ ἐγγύθεν ἱστάμενος.
ἥδ’ ἀρετή, τόδ’ ἄεθλον ἐν ἀνθρώποισιν ἄριστον
κάλλιστόν τε φέρειν γίγνεται ἀνδρὶ νέῳ.
ξυνὸν δ’ ἐσθλὸν τοῦτο πόληί τε παντί τε δήμῳ, 15
ὅστις ἀνὴρ διαβὰς ἐν προμάχοισι μένῃ
νωλεμέως, αἰσχρῆς δὲ φυγῆς ἐπὶ πάγχυ λάθηται
ψυχὴν καὶ θυμὸν τλήμονα παρθέμενος,
θαρσύνῃ δ’ ἔπεσιν τὸν πλησίον ἄνδρα παρεστώς•
οὗτος ἀνὴρ ἀγαθὸς γίγνεται ἐν πολέμῳ. 20
αἶψα δὲ δυσμενέων ἀνδρῶν ἔτρεψε φάλαγγας
τρηχείας, σπουδῇ δ’ ἔσχεθε κῦμα μάχης.
ὅς δ’ αὖτ’ ἐν προμάχοισι πεσὼν φίλον ὤλεσε θυμόν
ἄστυ τε καὶ λαοὺς καὶ πατέρ’ εὐκλεΐσας,
πολλὰ διὰ στέρνοιο καὶ ἀσπίδος ὀμφαλοέσσης 25
καὶ διὰ θώρηκος πρόσθεν ἐληλαμένος,
τόνδ’ ὀλοφύρονται μὲν ὁμῶς νέοι ἠδὲ γέροντες
ἀργαλέῳ τε πόθῳ πᾶσα κέκηδε πόλις,
καὶ τύμβος καὶ παῖδες ἐν ἀνθρώποις ἀρίσημοι
καὶ παίδων παῖδες καὶ γένος ἐξοπίσω• 30
οὐδέ ποτε κλέος ἐσθλὸν ἀπόλλυται οὐδ’ ὄνομ’ αὐτοῦ,
ἀλλ’ ὑπὸ γῆς περ ἐὼν γίγνεται ἀθάνατος,
ὅντιν’ ἀριστεύοντα μένοντά τε μαρνάμενόν τε
γῆς πέρι καὶ παίδων θοῦρος Ἄρης ὀλέσῃ.
εἰ δὲ φύγῃ μὲν κῆρα τανηλεγέος θανάτοιο, 35
νικήσας δ’ αἰχμῆς ἀγλαὸν εὖχος ἕλῃ,
πάντες μιν τιμῶσιν ὁμῶς νέοι ἠδὲ παλαιοί,
πολλὰ δὲ τερπνὰ παθὼν ἔρχεται εἰς Ἀίδην•
γηράσκων ἀστοῖσι μεταπρέπει, οὐδέ τις αὐτόν
βλάπτειν οὔτ’ αἰδοῦς οὔτε δίκης ἐθέλει, 40
πάντες δ’ ἐν θώκοισιν ὁμῶς νέοι οἵ τε κατ’ αὐτόν
εἴκουσ’ ἐκ χώρης οἵ τε παλαιότεροι.
ταύτης νῦν τις ἀνὴρ ἀρετῆς εἰς ἄκρον ἱκέσθαι
πειράσθω θυμῷ μὴ μεθιεὶς πολέμου.
10
Απόσπασμα 1 στήλη 1
_ ∪ ∪ _ ∪ ∪ _ ∪ Διωνύσοι]ο τιθήνην 7
_ ∪ ∪ _ ∪ ∪ _ ∪ ∪]μου Σεμέλης
_ ∪ ∪ _ ∪ ∪ _ ∪ ∪ _ ∪ ∪].εμ[. . . . . .]σει
(desunt 3 versus)
_ ∪ ∪ _ ∪ ∪ _ ∪ ∪ _ ∪ ∪]. ικελο.[ _
_ ∪ ∪ _ ∪ ∪ _ _ ∪ ∪ _ ∪] φέρειν
_ ∪ ∪ _ ∪ ∪ _ ∪ ἀ]εθλ[ο]φ[ό]ροι περὶ νίκης
_ ∪ ∪ _ ∪ ∪ _ τέ]ρμ’ ἐπιδερκόμενοι 10
_ ∪ ∪ _ ∪ ∪ _ ∪ ἐ]ύτροχον ἅρμα φέροντες
_ ∪ ∪ _ ∪ ∪ _ _ ∪ ∪ _]όμενοι
_ ∪ ∪ _ ∪ ∪ _ ∪ ∪ _ σ]εύοντας ὄπισθεν
_ ∪ ∪ _ ∪ ∪ _] χαίτας ὑπὲρ κεφαλῆς
_ ∪ ∪ _ ∪ ∪ _ ∪] συνοίσομεν ὀξὺν Ἄρηα 15
_ ∪ ∪ _ ∪ ∪ _ _ ∪]θεων. [. . .].
_ ∪ ∪ _ ∪ ∪ _ ∪ ∪ _ ∪ ∪ ο]ὐδὲ λογήσει
_ ∪ ∪ _ ∪ ∪ _ _ ∪ ∪ _ ∪]ς ἔχων

στήλη 2
χαλκ[οὐδὲν[ 20πιπτ[μαρνα[ἀργησ[ὅσσους[ἀργεσ[ 25ἀλλα.[ἔστη[
. . .
[ω ἡμετ[ 30οὔτ’ ἀρ[ἀλλὰ θεο.[οἷσι μέλει [
. . .
φρι[ 35Απόσπασμα 2 στήλη 3 ων v. 47 (στ. 4) et . . . αι 51στήλη 4ο[. .]ιστευω[
ἑξείης πα[τεῖχος ἀν[.]. . . .[οἳ συμπάλλομε[νκλῆρος καὶ τάφ[ρος 40Μεσσηνίων[
τεῖχος τερ[οἱ μὲν γὰρ β[ἀντίοι ἱστ[άμενοιοἱ δ’ ἐκτὸς[ 45ἐν δὲ μέσοισ’ ἡμεῖς σ[πύργου δυ[
λείψουσι λ[οἱ δ’ ὡς ἐκ πο[κ[υμ]α[ 50τοῖσ’ ἴκελοι μ[Ἥρης αἰδοίης [εὖτ’ ἂν Τυνδαρί[δαι
Απόσπασμα 3 στήλη 554 ἀ]γαλλομένη / et 55 ]α και κοροκόεντα / vv. 66-67 (col. 6), 56
]πυ[ et 57 ]άεσσι Διός 72-73

στήλη 6
ος
_ ∪ ∪ _ ]ηρας τε λίθων κα[ὶ _ ∪ ∪ _
_ ∪ ∪ _ ∪ ∪ _ ]ν ἔθνεσιν εἰδόμ[ενοι 60
_ ∪ ∪ _ βρ[οτολοιγὸς Ἄρης ἀκ[ ∪ _ ∪ ∪ _
_ ∪ ∪ _ ]θειῃ, τοὺς δ’ ὑπὲρ α[ ∪ ∪ ∪
_ ∪ ∪ _ ∪ ∪ _ ∪ ]ν ἐοικότες ἠ[ ∪ ∪ _
_ ∪ ∪ _ ]ν κοίλῃσ’ ἀσπίσι φραξάμ[ενοι •
χωρὶς Πάμφυλοί τε καὶ Ὑλλέες ἠδ[ὲ Δυμᾶνες 65
ἀνδροφόνους μελίας χερσὶν ἀν[ασχόμενοι,
_ _ ] δ’ ἀθανάτοισι θεοῖσ’ ἐπὶ πάντ[α ∪ _
_ ∪ ] + ατερμονιῃ + πεισόμεθ’ ἡγεμ[
ἀλλ’ εὐθὺς σύμπαντες ἀλοιησεῦ[μεν ∪ _
ἀ]νδράσιν αἰχμηταῖσ’ ἐγγύθεν ἱσ[τάμενοι 70
δεινὸς δ’ ἀμφοτέρων ἔσται κτύπος [_ ∪ ∪ _
ἀσπίδας εὐκύκλους ἀσπίσι τυπτ[ομένων
_ ∪ ∪ _ ]ήσουσιν ἐπ’ ἀλλήλοισι π[εσόντες
_ ∪ ∪ _ ]ς δ’ ἀνδρῶν στήθεσιν ἀμ[ ∪ ∪ ∪
_ ∪ ]ν ἐρωήσουσιν ἐρεικόμενο[ι ∪ ∪ _ 75
_ ∪ ∪ ] χερμαδίων βαλλόμεναι μ[εγάλων
χαλκεῖαι] κ[όρυθ]ες καναχὴν ἕξου[σι ∪ _
11
αἴθωνος δὲ λέοντος ἔχων ἐν στήθεσι θυμόν
12
πρὶν ἀρετῆς πελάσαι τέρμασιν ἢ θανάτου
13
ἥρωες
₀₀ 14
<ὧ>δε γὰρ ἀργυρότοξος ἄναξ ἑκάεργος Ἀπόλλων
χρυσοκόμης ἔχρη πίονος ἐξ ἀδύτου•
‘ἄρχειν μὲν βουλῆς θεοτιμήτους βασιλῆας,
οἷσι μέλει Σπάρτης ἱμερόεσσα πόλις,
πρεσβυγενεῖς τε γέροντας, ἔπειτα δὲ δημότας ἄνδρας 5
εὐθείας ῥήταις ἀνταπαμειβομένους.
μυθεῖσθαι δὲ τὰ καλὰ καὶ ἕρδειν πάντα δίκαια
μηδ’ ἐπιβουλεύειν τῇδε πόλει <σκολιόν>,
δήμου δὲ πλήθει νίκην καὶ κάρτος ἕπεσθαι.’
Φοῖβος γὰρ περὶ τῶν ὧδ’ ἀνέφηνε πό<λει>. 10
17 ήρω*ες
18 [ α]γαλλομένη[ ]α και κροκόεντα desunt versus tres
[ ]πυ[..[11.]11].[.]ν [ τερ]’αεσσι Διός
19 [ ].[.[11.]11].οσ[. -τ]ήράς τε λίθων κα[ί]ν έθνεσιν ειδομ[ένους  βρ]οτολοιγός Άρης ακ[
]ιθείηι, τούς δ’ υπερα[].[.]ν εοικότες η[…….]αι κοίληις ασπίσι φραξάμ[ενοι,
χωρίς Πάμφυλοί τε καί Υλλείς ηδ[έ Δυμάνες,
ανδροφόνους μελίας χερσίν αν[ασχόμενοι.
….]δ’ αθανάτοισι θεοίς επί πάντ[α τρέποντες  ….]ατερμ..ιηι πεισόμεθ’ ηγεμ[ό
αλλ’ ευθύς σύμπαντες αλοιησ<4έο>4[μεν  α]νδράσιν αιχμηταίς εγγύθεν ισ[τάμενοι.
δεινός δ’ αμφοτέρων έσται κτύποσ[ασπίδας ευκύκλους ασπίσι τυπτ[]ήσουσιν επ’ αλλήλοισι π[εσόντες:
θώρηκε]ς δ’ ανδρών στήθεσι αμ[φι  λοιγό]ν ερωήσουσιν ερεικόμενο[ι  αι δ’ υπό] χερμαδίων βαλλόμεναι μ[εγάλων  χάλκεια]ι κ[όρυ]θες καναχήν έξου[σι
20 [ Διωνύσο]ιο τιθήνηι [ -κό]μου Σεμέλης[]
[ ]ωεμψ.[…]σει  [ ]
[ ].[ ]
[ ]μενη[ ][ ].[.].[.[11.]11]εικελον[..]..[ ]
[ ]α φέρειν[ α]εθλοφ[‘ο]ροι περί νίκης[ τέ]ρμ’ επιδερκόμενοι
[ καλ]λίτροχον άρμα φέροντες[ ]όμενοι
[ ]εύοντας όπισθεν[ ]χαίτας υπέρ κεφαλής[ ]συνοίσομεν οξύν άρηα
[ ].θεσιν.[.].[ ][ ο]υδέ λογήσει[ ]σέχων[

21 χαλκ[ουδεμ[πιπτ[μαρνα[Αργέσ[τόσσουσ[Αργέσ[ταλλαρ[εστη..[[ω[ημελ[ουταρ[αλλά θεοι.[οίσι μέλει Σ[πάρτης ιμερόεσσα πόλιςς.[…].[φοι[
22 [].ιον
[ ][ ]
[ ][]αι

23 ο.[..]στευο[εξείης πα[τείχος α.[.]οστη[
οισ.μπαλλομε[κλήρος καί ταφ[Μεσσην<4ίω>4ν[
τείχος τερυ[οι μέν γάρ β[αντίοι ιστ[αοι δ’ εκτός [βελέων
εν δέ μέσοις ημείς σ.[πύργου δυ[λείψουσ’ ιλη[δόν οι δ’ ως εκ πο[κυ[.]αδ[
τοίς ίκελοι μ[Ήρης αιδοίης [εύτ’ άν Τυνδαρί[δαι
24 Τυρταίου δέ Λάκαιναν ενί στέρνοισι φυλάσσων
ρήσιν, τάν αρετάν είλετο πρόσθε βί

PEEGEE  http://maronas480.blogspot.be

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in POECIA=ΠΟΙΗΣΗ and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.