EE DEEMOKRATIKEE STASIS CHREIAZETAI MORPHOOTIKAS,PAIDEUTIKAS,SYLLOGIKAS ERGASIAS ES BATHOS CHRONOU,INA TEUCHTHEI EPITYCHOOS KAI NEE TYCHAIOOS


A)1821: Μια εθνική επανάσταση που ενέχει την ταξική διάσταση

Στις σημερινές συνθήκες της κρίσης αλλάζουν πολλά, ανάμεσά τους και τα εργαλεία με τα οποία σκεφτόμαστε το παρελθόν. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρείτε ότι ανασηματοδοτείται η σχέση μας με το παρελθόν, και ιδιαίτερα με κρίσιμες στιγμές όπως η Επανάσταση του 1821;

Θα έλεγα ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σύνηθες ιστοριογραφικό δίλημμα, της αναλογίας και της επανάληψης. Σε ποιο βαθμό αναλογίες που προκύπτουν από διαφορετικές ή εν μέρει ανόμοιες δομές μπορούν να τροφοδοτήσουν τις κατανοήσεις των σημερινών φαινομένων, όπως η καπιταλιστική κρίση; Προσωπικά, θεωρώ ότι μας χρειάζονται και, με τους κατάλληλους όρους, μπορούν να συνεισφέρουν στον εμπλουτισμό των αναλυτικών εργαλείων μας.

Όπως έγραφε ο Σβορώνος σε εκείνο το επίδικο άρθρο του για την εθνογένεση, για να γνωρίσεις τις διαδοχικές συνειδητοποιήσεις ενός λαού, πρέπει να γνωρίσεις την ιστορία του. Το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να δούμε τι ακριβώς ήταν αυτό το Εικοσιένα. Καθώς πριν από το 1821 υπάρχουν μια σειρά επαναστατικών κινητοποιήσεων στον ελλαδικό χώρο, τίθεται το γνωστό ζήτημα αν η Επανάσταση του Εικοσιένα είχε το ίδιο περιεχόμενο, λ.χ., με το 1770. Θα έλεγα ότι η επισφαλής λύση προβλημάτων ορίζεται εν πολλοίς από την κακή τοποθέτησή τους. Και θεωρώ κακή τοποθέτηση του προβλήματος να ρωτάμε αν το 1770 είχε τους χαρακτήρες της Επανάστασης του 1821. Είναι σαν να λέμε ότι ο νόμος της βαρύτητας υπήρχε από την εποχή που πέφτουν τα μήλα από τη μηλιά, σαν να λέμε ότι ο προάγγελος του νόμου της βαρύτητας, που διατύπωσε ο Νεύτωνας, ήταν η παλινωδία του Πλάτωνος στον Φαίδρο: οι ψυχές που αιωρούνται, και οι βαριές ψυχές που πέφτουν.

Ένα ιστορικό φαινόμενο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επανάσταση, αν δεν συγκεντρώνει ορισμένα χαρακτηριστικά· στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι η μετάβαση από την έννοια του γένους (που έχει τη ρίζα του στις οικουμενικότητες της εποχής και των προηγούμενων εποχών, φτάνοντας μέχρι τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τους ελληνιστικούς χρόνους) στην έννοια του έθνους. Μέσα στη φαινομενική συνέχεια υπάρχουν ουσιώδεις ασυνέχειες. Το 1821 είναι η ανασηματοδότηση των προηγούμενων επαναστατικών κινημάτων και η μεταμόρφωσή τους, δηλαδή η προσαρμογή τους στους όρους της εποχής. Ας μην ξεχνάμε ότι είναι μια εποχή επαναστάσεων και σε άλλα μέρη, όπως στη Λατινική Αμερική.

Αν προχωρήσουμε στο ζήτημα των συνεχειών, αλλά μετά το 1821, μπορούμε να πούμε ότι η Επανάσταση του 1821 είναι ένα είδος αντιστασιακής μήτρας, καθώς πολλές φορές, και ιδίως σε στιγμές κρίσιμες, όπως στα χρόνια της Κατοχής, γίνεται επίκληση σε αυτήν;

Θα μιλούσα με τους όρους του Φίλιππου Ηλιού για τη «χρήση της Ιστορίας». Ο Φίλιππος προσανατολιζόταν περισσότερο στη χρήση της ιστοριογραφίας, δηλαδή της ιστορικής ερμηνείας. Στο ζήτημά μας υπάρχει ένα θέμα «αναμορφώσεων» — όπως σε έναν πίνακα ο οποίος, ανάλογα με την οπτική γωνία που τον βλέπεις, έχει διαφορετική μορφή. Ανακρατιέται όμως κάτι: η έννοια της μη συμβίωσης με την κατακτητική κοινωνία. Και έτσι, στα χρόνια της Αντίστασης, έχουμε και τη φράση «Το Εικοσιένα ξαναζεί με το λαό μαζί». Βεβαίως ξαναζεί το Εικοσιένα, επειδή υπάρχει η σύγκρουση ανάμεσα σε κατακτημένους και κατακτητές, με τη διαφορά όμως ότι τα αιτούμενα του Εικοσιένα δεν εγγράφονται στα αιτούμενα της κοινωνίας η οποία έχει προκύψει από τη Βιομηχανική Επανάσταση.

Aς επιμείνουμε λίγο στο ζήτημα των συνεχειών και των ασυνεχειών, της σχέσης της Επανάστασης με προηγούμενα επαναστατικά κινήματα.

Οι κατακτημένοι δεν ανέχτηκαν ποτέ την κατάκτηση. Αυτό γενικεύτηκε και εκφράστηκε μέσα από τις, κατά Δημαρά, συλλογικές συνειδήσεις. Προχείρως θα αναφερόμουν στην αντίληψη που είχε διαμορφώσει ο Μακρυγιάννης, ο άνθρωπος της παράδοσης, σχετικά με την κατάκτηση. Αυτό φαίνεται καθαρότερα όχι τόσο στο απομνημόνευμα, αλλά στις εικόνες των αδελφών Ζωγράφου. Ο Μακρυγιάννης τους βάζει αρχικά να απεικονίσουν τον σουλτάνο να λέει στον κλήρο: –Δεν παραδοθήκατε, αλλά κατακτηθήκατε, γι’ αυτό σας βάζω στον ζυγό. Εν συνεχεία, εμφανίζονται οι κλέφτες που βγαίνουν στα βουνά και μετά ο Ρήγας, το αγαθό παιδί της πατρίδας, που σπέρνει τον σπόρο της Ελευθερίας. Είναι μια από τις πιο χαρακτηριστικές, ηγετικές θα έλεγα εκδηλώσεις αυτής της αντίληψης της συνεχούς αντίστασης, για την οποία ο Νίκος Σβορώνος θέλησε να μας δώσει ένα αναλυτικό εργαλείο με την παρεξηγημένη φράση του για τον αντιστασιακό χαρακτήρα της ελληνικής ιστορίας — αλλά αυτό είναι μια ξεχωριστή συζήτηση.

Το 1821 διαφέρει από τα προηγούμενα κινήματα, αλλά έχει και ομοιότητες. Οι ομοιότητες είναι ότι όλες αυτές οι προσπάθειες για την απελευθέρωση προϋπέθεταν μια εδαφικότητα. Αυτή την εδαφικότητα ο Ρήγας την επεξέτεινε σε όλη την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το Πολίτευμα είναι ένα επαναστατικό κείμενο, το οποίο αμέσως εθνικοποιήθηκε. Αν διαβάσουμε παράλληλα τον Πατριωτικό Ύμνο και το Πολίτευμα, βλέπουμε αμέσως τη μεταβολή. Το ένα είναι η αδύνατη επανάσταση που θα μετέτρεπε τη σουλτανική οικουμενικότητα σε δημοκρατική οικουμενικότητα. Το δεύτερο σκέλος, παρεπόμενο, είναι η εθνικοποίηση, στο πλαίσιο πλέον του ελλαδικού χώρου, ενωτικό στοιχείο του οποίου ήταν η παιδεία, με μια γλώσσα –την ελληνική– που συνέχιζε να έχει οικουμενικές αξιώσεις σε όλη τη διάρκεια της οθωμανικής κατάκτησης, με μια αναφορά στην ελληνικότητα. Ποια είναι όμως η ελληνικότητα του Ρήγα; Η σύγχρονη ελληνικότητα ή η αρχαιότητα; Θεωρώ ότι είναι η αρχαιότητα· η Ελληνική Νομαρχία ή η ελληνική πολιτεία του Ρήγα δεν είναι παρά μια αναφορά στην ανασηματοδοτημένη, με θετικό τρόπο, από τη Γαλλική Επανάσταση, αρχαιότητα.
Τα πράγματα είναι ανόμοια, αλλά υπάρχει ένα νήμα που τα συνδέει. Εν ολίγοις, το 1821 είναι μια επανάσταση εθνική. Βρισκόμαστε στην εποχή της αρχής των εθνοτήτων. Είναι, ταυτόχρονα, μια επανάσταση δημοκρατική, η εκβολή της Γαλλικής Επανάστασης στους Ναπολεόντειους Πολέμους.

Ένα βασικό ζήτημα: ποιες είναι οι δεκτικότητες. Για να εμπεδωθεί η κατάκτηση, οι κατακτημένοι πρέπει να διαθέτουν δομές. Αλλιώς, δεν μπορεί να επιβληθεί. Δομές εκκλησιαστικές και κοινοτικές, συλλογικότητες δηλαδή οι οποίες δεν είναι όμοιες· η εκκλησιαστική συλλογικότητα περιέχει στοιχεία που δεν τα περιέχει η κοινοτική: στοιχεία οικουμενικά και έναν υπερτοπισμό, τον οποίο δεν τον περιέχει η κοινοτική. Αλλά αυτές οι επιμέρους συλλογικότητες ήταν έτοιμες να δεχτούν καταστατικούς χάρτες, οι οποίοι είναι πραγματικά συντάγματα. Εννοώ τα πρώτα Συντάγματα της Επανάστασης.

Μέσα στον χρόνο όμως δεν έχουμε μεταβολές;

Μεταβάλλονται οι νοοτροπίες, αλλά μένουν σταθερές οι οικονομικές δομές — εκεί δεν γίνεται καμία μετατροπή. Σταθερές μένουν και οι μορφές εξουσίας, ανασηματοδοτημένες όμως με την Επανάσταση, επειδή δόθηκε γενικότερος ρόλος στις υπάρχουσες κοινωνικές αυθεντίες, είτε αυτές ήταν προυχοντικές είτε στρατιωτικές.

Τα καινούργια στρώματα προκύπτουν μέσα από τον Αγώνα. Οι αλλαγές και οι ρήξεις συνίστανται στο ότι διαμορφώνονται τα στρώματα εκείνα που έχουν εξουσία διά του Αγώνος· έχουμε τους πολιτικούς και τους στρατιωτικούς. Η μεγάλη ρήξη γίνεται στην Πελοπόννησο, η οποία, μη έχοντας την πολεμική παράδοση της χερσαίας Ελλάδας, δημιουργεί τους στρατιωτικούς, το ισχυρότερο σώμα, καθώς αυτό πρωταγωνιστεί στον πόλεμο. Αυτά τα καινούργια συλλογικά σώματα –χρησιμοποιώ πάλι τον όρο «συλλογικότητες», επειδή ο όρος «ταξικότητες» δεν είναι επιχειρησιακός εδώ– είχαν κοινωνικό πρόγραμμα; Ο Πιπινέλης, τον οποίο αξίζει να θυμόμαστε παρά την πολιτική του τοποθέτηση, γράφει ότι τα λαϊκά συμφέροντα συνδέονται με τα συμφέροντα των στρατιωτικών. Οι στρατιωτικοί ήθελαν οικονομική βάση, και η οικονομική βάση της εποχής ήταν η γη, είτε ως καλλιεργήσιμος είτε ως οικοδομήσιμος χώρος. Για ποιους ζητάει αναδασμό της γης ο Μακρυγιάννης; Για τους στρατιωτικούς. Γι’ αυτούς που, αν έμεναν χωρίς οικονομική βάση, μετά τη δημιουργία του κράτους θα γίνονταν ληστές — το ιταλικό παράδειγμα μας δίνει χαρακτηριστικές αναλογίες. Τα σώματα αυτά αποκτούν μια ιδεολογία και μια πολιτική πρακτική.

Έχει διαμορφωθεί η εικόνα –μια εικόνα που ενισχύθηκε και με την περσινή τηλεοπτική σειρά του ΣΚΑΪ– των πολιτικών ως «φιλεοευρωπαϊστών» και «εκσυγχρονιστών», σε αντίθεση με τους πιο «πρωτόγονους» στρατιωτικούς. Πώς τη σχολιάζετε;

Υπάρχει η εντύπωση ότι επικρατούσε πλήρης διχοτομία ανάμεσα στους λεγόμενους «στρατιωτικούς» και τους λεγόμενους «πολιτικούς». Η υιοθέτηση αυτής της διχοτομίας μπορεί να βοηθά ορισμένα ερμηνευτικά σχήματα, να προσφέρει κάποια δήθεν σαφή περιγράμματα κ.ο.κ., ωστόσο δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. Οι στρατιωτικοί, αγράμματοι ή ημιεγγράμματοι, σεβόμενοι τους γραμματισμένους που ταυτόχρονα τους θεωρούν υποδεέστερους, μετέχουν, με τον τρόπο τους, στο γενικό πρόβλημα. Μετέχουν μέσα από τη διάχυση των ιδεών, τις μορφές εκπολιτισμού, που διαδίδονται με την Επανάσταση. Και, παράλληλα, αποκτούν τις ίδιες οικονομικές βάσεις με τους προύχοντες. Ας διαβάσουμε τις σελίδες που αφιερώνει ο Κασομούλης στον Στουρνάρη: ο ομόλογός του προύχοντας δεν τον αποκαλούσε «καπετάν», αλλά «κυρ», επειδή οι κύριοι είχαν την οικονομική βάση, όπως ο Στουρνάρης, ο οποίος απέκτησε μεγάλη ιδιοκτησία και κοπάδια. Το ίδιο συνέβη με τον Βαρνακιώτη. Αυτή η κοινή οικονομική βάση μπορούσε να οδηγήσει σε κοινές οικονομικές συμπεριφορές με το προυχοντικό οικονομικό στρώμα, το οποίο τελικά έγινε ταξικό. Την ταξικότητα αυτή την εκφράζει με τον χαρακτηριστικότερο τρόπο ο Κανέλλος Δεληγιάννης στα απομνημονεύματά του.

Υπήρχε αυτή η σύγκλιση, πράγμα που υποδεικνύει και τo consensus, τη γενική συναίνεση, η οποία αποτελούνταν από επιμέρους συναινέσεις. Βέβαια, υπάρχουν διαφορετικοί προσανατολισμοί: προς την ομόδοξη Ρωσία, προς τη Γαλλία και τη Βρετανία — ας σημειώσουμε εδώ το παράδοξο των ρωσόφιλων, που θεωρούν ότι πρέπει να γίνουν πλέον αγγλόφιλοι, επειδή η Αγγλία είναι η πλέον προοδευμένη και συγχρόνως ισχυρή δύναμη. Ο Φωτάκος τα δείχνει αυτά πολύ ωραία.

Δεν είναι ενιαία τα πράγματα, είναι ένα πολύπλεγμα. Και είναι ένα πολύπλεγμα, επειδή μια εθνική επανάσταση ενέχει την ταξική διάσταση, αλλά δεν είναι ταξική επανάσταση. Η ταξικότητα ενέχεται, διότι έχουν συγκροτηθεί οι συλλογικότητες εκείνες οι οποίες γίνονται τάξεις, όχι καθ’ εαυτές πλέον, αλλά δι’ εαυτές, μέσω του πολιτικού, μέσω του ερωτήματος πώς θα ασκήσουν την εξουσία.

Επιστρέφοντας στο σήμερα, από όπου και ξεκινήσαμε, θα σας θέσουμε ξανά το ερώτημα της επικαιροποίησης του 1821.

H επικαιροποίηση του 1821 έχει μία και μόνη σοβαρή διάσταση, η οποία αποκλείει τις εξυμνήσεις των ηρώων και των ηρωικών πράξεων. Και αυτή είναι η εθνικοποίηση της ταξικότητας. Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα διηνεκές και υπερκείμενο φαινόμενο, της επίκλησης των εθνικών αξιών, επίκληση η οποία συνοδεύεται από πράξεις ή υποταγές, καταναγκασμούς που οδηγούν στην κατάλυση της εθνικής ανεξαρτησίας. Και ας δούμε, στο κεφάλαιο αυτό, για ποιες αιτίες περάσαμε από τις στρατιωτικές κατοχές στις οικονομικές κατοχές.

Τι σημαίνει εθνικοποίηση του ταξικού λοιπόν; Σήμερα, και όχι μόνο στη χώρα μας, βρισκόμαστε μπροστά σε μια διεύρυνση των υποτελών τάξεων. Παλιότερα μιλάγαμε για τους «ασπρογιακάδες», οι οποίοι ενσωματώνονταν στο προλεταριάτο. Σήμερα έχουμε κατάργηση της μικροαστικής και της μεσαίας αστικής τάξης, η οποία αποτελούσε το συστατικό στοιχείο της όλης εθνικής συνοχής. Δεν γίνονται προλετάριοι· γίνονται, απλούστατα, φτωχοί. Φτάνουμε σε μορφές της γενικής αποπτώχευσης, τις οποίες έχει γνωρίσει και άλλοτε η Ιστορία. Επόμενο είναι η διευρυμένη αυτή υποτελής τάξη να γίνεται υποκείμενο πολιτικής και συνάμα κοινωνικής στρατηγικής.

Λέγεται πως οι δρόμοι είναι δύο, ο διεθνικός και ο εθνικός. Νομίζω ότι οι δύο αυτοί δρόμοι συμπίπτουν εν πολλοίς. Η ιστορία των επαναστάσεων δείχνει ότι έχουν μια εδαφικότητα που συμπίπτει με το υπάρχον ή δυνάμει έθνος. Δεν αντίκειται το γενικό στο ειδικό φαινόμενο. Συνεπώς, σήμερα μια αντι-εθνική (και δεν εννοώ αντιεθνικιστική) ρητορεία είναι επιβλαβής γι’ αυτό το διαφοροποιητικό εργαλείο που είναι η εθνικοποίηση της ταξικότητας.

Τι σημαίνει εθνικοποίηση; Σημαίνει ότι το σύνολο των αξιών που αποτελούσαν τη γενική συναίνεση τώρα επιμερίζεται και η μεγάλη πλειοψηφία, η πλειοψηφία που έχει μπει στη διαδικασία της αποπτώχευσης, θα μπορούσε να ανασηματοδοτήσει την έννοια της ταξικότητας. Σε ποιον θα ανήκε δυνατολογικώς ο ρόλος αυτός; Σε αυτό που αποκαλούμε Αριστερά.

Ας δεχτούμε τον χαρακτηρισμό που προέρχεται από αντιαριστερές εστίες: μιλάνε για τη «μαρξιστική Αριστερά». Ας είμαστε πιο μετριοπαθείς, ας μιλήσουμε για μια μαρξικογενή Αριστερά, η οποία κατάφερε να γίνει εθνική Αριστερά, και η οποία εκφράστηκε με το ΕΑΜ. Έχει σημασία ότι το είπαν ΕΑΜ, Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, και όχι ΛΑΜ, Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Λαϊκό χαρακτήρισαν τον στρατό, δηλαδή την αιχμή του δόρατος. Και αυτός ο λαϊκός στρατός δεν ήταν ταξικός αλλά πατριωτικός στρατός.

Επιτρέψτε μου εδώ μια παρέκβαση. Δεν συμφωνώ ότι ο αγώνας ήταν αντιφασιστικός. Ο πόλεμος στην Αλβανία ήταν πατριωτικός. Ο πόλεμος γίνεται αντιφασιστικός στη διάρκεια της Αντίστασης, όταν η Αντίσταση –μιλάω για την αριστερή Αντίσταση, και ένα μέρος της δεξιάς, όπως ο Πυρομάγλου– ενέχει κοινωνικά αιτούμενα. Ούτε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος σε όλη του διάρκεια ήταν αντιφασιστικός. Ήταν βέβαια ένας πόλεμος εναντίον των επιτιθέμενων δυνάμεων, που ήταν οι φασιστικές και οι ναζιστικές, αλλά από ένα σημείο και ύστερα σταμάτησε να είναι αντιναζιστικός — από τη στιγμή που προδιαγραφόταν η τελική νίκη.

Τελειώνοντας, πώς πιστεύετε λοιπόν ότι μπορεί να χρησιμεύσει σήμερα η ιστορική αναλογία;

Αν εκκρεμεί μια αξιοδότηση της ιστορικής αναλογίας –και με αυτό θα ήθελα να τελειώσω–, της ανάκλησης του παρελθόντος, αυτή θα πρέπει να απαντήσει στο τρέχον, κυρίαρχο φαινόμενο της αποπτώχευσης. Παλιότερα (μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1980), γινόταν λόγος για τις κοινωνίες των 2/3: τα 2/3 ήταν οι εύποροι, το 1/3 οι φτωχοί, και η αναλογία αυτή ίσχυε για τις υπανάπτυκτες και τις υπό ανάπτυξη χώρες. Σήμερα έχουμε μια αντιστροφή: μπορούμε να μιλήσουμε πάλι για κοινωνίες των 2/3, με τη διαφορά ότι τα 2/3 είναι οι φτωχοί, αυτοί που βρίσκονται στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας — και αυτό ισχύει και για τις ανεπτυγμένες χώρες. Η ανάπτυξη οδήγησε στην υπανάπτυξη.

Αυτά τα βαριά προβλήματα δεν λύνονται βεβαίως από τους λογιστές που παριστάνουν τους οικονομολόγους και λένε, λ.χ., να μείνουμε οι άνθρωποι χωρίς δουλειά, να απολύσουμε 150.000 υπαλλήλους, να κουτσουρέψουμε τους μισθούς, να μην ελέγχουμε την κίνηση των τιμών. Και, για να μην ξεχνάμε τις διαφωτιστικές πλευρές της Επανάστασης του Εικοσιένα, υπάρχει σήμερα το θέμα της ανασηματοδότησης του φωτισμού των ανθρώπων, το πρόβλημα της ανάδυσης και ανάδειξης συνειδήσεων, πράγμα που σημαίνει αποφενακισμό και δημιουργία μιας κοινωνικής ηθικής αντίστοιχης με τα σύγχρονα προβλήματα.

Απο  τα Ενθέματα μια επίκαιρη συνέντευξη του Σπύρου Ι. Ασδραχά με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου. Τη συνέντευξη πήραν ο Βαγγέλης Καραμανωλάκης και ο Στρατής Μπουρνάζος

B)Η έννοια της κατάκτησης και η σημασία της

Πριν προχωρήσουμε, ας υπενθυμίσουμε ότι μια κατάκτηση δεν μπορεί να εδραιωθεί εάν οι κατακτημένοι δεν έχουν δομή ή δομές. Η κατάκτηση της Αμερικής προσέκρουε στους indios bravos· αυτούς δεν μπορούσαν να τους ελέγξουν. Η κατακτημένη κοινωνία, στη δική μας περίπτωση, είχε τις δομές της, και ως εκ τούτου μπορούσε να επικαθίσει σε αυτήν η οθωμανική κατάκτηση.

Η κατάκτηση, χονδρικά, διανύει δύο φάσεις: τη φάση της οθωμανικής επέκτασης και τη φάση που έπεται της αποτυχίας της Βιέννης. Στην πρώτη φάση είναι έξεργος ο λεηλατικός χαρακτήρας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στη δεύτερη φάση, ο λεηλατικός αυτός χαρακτήρας κατά κάποιον τρόπο εσωτερικεύεται, με τους φόρους. Ωστόσο δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, ο φόρος το στοιχείο που επιδείνωνε την εκμετάλλευση­· είναι το γεγονός ότι αλλάζει ο τύπος των προσόδων, συγκεκριμένα ότι πυκνώνεται ένας τύπος προσόδων, χρειάζεται συνεπώς να μελετήσουμε την εξέλιξη και διόγκωση των γαιοπροσόδων σε σχέση με τις φορολογικές προσόδους.

Βλέποντας το ζήτημα εκ των υστέρων, εκεί όπου έχουμε καταγραφές, προκύπτουν ορισμένα προφανή πράγματα: η κατακτητική κοινωνία ιδιοποιείται την οικονομία μέσω της δημιουργίας οιονεί ατομικής ιδιοκτησίας, η οποία προϋπήρχε, αλλά διογκώνεται. Αν καταμετρήσουμε τον οθωμανικό πληθυσμό και την κατοχή γαιών, και μάλιστα των καλύτερων γαιών, θα δούμε ότι υπάρχει μια δυσαναλογία: η αριθμητικώς μικρότερη κοινωνία κατέχει τις περισσότερες γαίες — αυτό είναι το αποτέλεσμα των μετρήσεων που μπορεί να γίνουν επί τη βάσει των πρώτων στατιστικών που έχουμε μετά την Επανάσταση του 1821. Και αν κάνουμε και άλλες διακρίσεις, θα δούμε ότι οι αρδευόμενες γαίες κατέχονται πρωτίστως από τους Οθωμανούς, τους μουσουλμάνους. Καλλιεργούνται με διάφορου τύπου διανεμητικά συστήματα, κυρίως από τους κατεχόμενους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και οι κατακτητές δεν είναι άμεσοι καλλιεργητές. Στην ουσία, η γαιοκτησία αυτού του τύπου είναι αποτέλεσμα ιδιοποιήσεων μέσω της καταχρέωσης των χωρικών που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις φορολογικές τους υποχρεώσεις και να μετέχουν στην αγορά, υποκείμενοι, στο μέτρο όπου μετέχουν, σε μια άνιση ανταλλαγή.

Είναι εμφανές ότι αν η κατάκτηση συνεπαγόταν τον εξισλαμισμό των κατακτημένων θα οδηγούσε σε μια σημαντικότατη μείωση των δημοσίων οικονομικών, αφού θα σήμαινε την κατάργηση του κεφαλικού φόρου. Ο Barkan έχει κάνει κάποιους σχετικούς υπολογισμούς, που δείχνουν ότι ο κεφαλικός φόρος είναι ένα από τα βασικότερα έσοδα. Έτσι, μονάχα φανατικοί μουσουλμάνοι επιθυμούσαν έναν γενικευμένο εξισλαμισμό.

Η εξωτερική διαλεκτική

Προχωρώντας στους εξωτερικούς όρους, στην εξωτερική διαλεκτική, θα πρέπει να θυμηθούμε ότι υπήρχαν διάφορα σχέδια διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μέσα στους διεκδικητές, τους διαδόχους, από κάποιο σημείο και ύστερα, εμφανίζονται και οι Ρώσοι· ας υπενθυμίσουμε ότι τους λαμβάνει σοβαρά υπόψη η Δυτική Ευρώπη. Δημιουργούνται διάφορα σχέδια για την απόσπαση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία του ελληνικού χώρου — παρεμπιπτόντως, το ορολογικό πρόβλημα είναι δύσκολο: και για τους Δυτικούς και για τους Ρώσους δεν υπήρχε το «ελληνικός», αλλά υπήρχε τα Grecia, Greco, grec και τα ομόηχα σλαβικά.

Τα σχέδια
ήταν πολλά: και γαλλικά, και ρωσικά, για τη δημιουργίας μιας ανεξάρτητης εδαφικότητας, η οποία, υπό τους όρους της εποχής, θα έπρεπε να τελεί υπό την προστασία μιας Δυνάμεως. Καθώς οι Δυνάμεις ήταν αντιθετικές, θα έπρεπε να βρεθεί ένας modus viventi, μια συναίνεση. Άρα, η ιδέα της εδαφικότητας υπήρχε· το ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό έφτανε στους κατεχόμενους και αν έχουμε ενδείξεις που μας λένε ότι έφτανε. Και οι ενδείξεις δεν απουσιάζουν. Είναι περισσότερες, εν προκειμένω, για τη Βενετία λόγω της κατοχής φεουδαλικού τύπου των κτήσεων, ενώ είναι εμμεσότερες για την Ισπανία. Στον 18ο αιώνα υπάρχουν και γαλλικά σχέδια, όχι για την απελευθέρωση, αλλά για την διείσδυση γαλλικών συμφερόντων μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, διείσδυση η οποία οδηγούσε σε οιονεί κυριότητα υπό την επικυριαρχία των πασάδων κάποιων περιοχών που παρουσίαζαν ενδιαφέρον, όπως η Άρτα και η περιοχή της για το γαλλικό εμπόριο.

Το μέγιστο
όμως σχέδιο ήταν εκείνο της Μεγάλης Αικατερίνης, με τους πολέμους που εξαπέλυσε και στην υπηρεσία του οποίου μπήκαν πολλές ελληνικές δυνάμεις του εσωτερικού και του εξωτερικού, χωρίς όλες τους να είναι ταυτόσημες, αλλά με κοινό παρονομαστή την εξέγερση. Ας υπομνησθεί ότι οι εκτός της Ρωσικής Αυτοκρατορίας ομόδοξοι βρήκαν σ’ αυτή θεσμοθετημένη δεξίωση και ποικίλους ρόλους.

Η αρχή των εθνοτήτων

Το 1789 εξαπολύει την αρχή των εθνοτήτων. «Όλα τα έθνη πολεμούν και στους τυράννους των ορμούν κλπ. Ο Ρήγας Φεραίος, βεβαίως, είναι προϊόν του 1789, και οι ελπίδες του στηρίζονται στους Ναπολεόντειους Πολέμους. Γιατί το 1789 σε εμάς έφτασε μέσω των Ναπολεοντείων Πολέμων, και όχι κατευθείαν, όσο κι αν η Γαλλική Επανάσταση απασχόλησε τα πνεύματα της εποχής, με προεξάρχοντα τον Κοραή.

Το ερώτημα είναι πώς εσωτερικεύεται η αρχή των εθνοτήτων. Η συνήθης απάντηση είναι ότι υπάρχουν οι στοχαστές, οι λόγιοι, που είναι προϊόντα του Διαφωτισμού, οι οποίοι δίνουν το ιδεολογικό στίγμα της μελλοντικής εξέγερσης. Η διαπίστωση είναι σωστή, μόνο που θα πρέπει να δούμε ποια ήταν τα αντίστοιχα ιδεολογικά σχήματα τα οποία υπήρξαν στο παρελθόν.

Όταν δούμε την Επανάσταση του 1821, θα διαπιστώσουμε ότι είναι μια δημοκρατική επανάσταση. Ας διευκρινίσουμε κάτι: όταν ο Ρήγας Φεραίος μιλάει για Έλληνες, δεν εννοεί τους σύγχρονους Έλληνες, εννοεί τους αρχαίους Έλληνες. Η République Française θα παρατεθεί δίπλα στην Republique Grecque, Grecque ancienne. Υπήρξαν Βαλκάνιοι που είπαν ναι, εμείς αυτό το αναγνωρίζουμε. Και το «ελληνικός» δεν παρέπεμπε σε αυτό που παραπέμπει σήμερα, στο γραικικό, αλλά στην αρχαιότητα, που ο Ανάχαρσις την είχε αναδείξει. Αλλιώς δεν εξηγείται αυτή η αντίφαση που υπάρχει στο πολίτευμα του Ρήγα αναφορικά με την ενίσχυση των εθνικών γλωσσών και με τις διοικητικές ιδιομορφίες. Και οι ίδιοι οι Τούρκοι ως προς τους αρχαίους Έλληνες, τους Γιουνάν, δεν είχαν απολύτως καμία αντιπαλότητα. Και τον 18o αιώνα, ο Tούρκος αξιωματούχος του Μοριά, ο Πενάχ Εφέντης τους λέει Γιουνάν. Η χρήση του Γιουνάν, σύμφωνα με την οθωμανική γεωγραφία του 16ο αιώνα, παραπέμπει στη δυτική πτέρυγα της Αυτοκρατορίας, όχι στο έθνος Έλληνες. Και όταν λένε γιουνάν δεν εννοούν μόνο τους ελληνόφωνους. Υπάρχει μια ρήτρα σε έναν κανουναμέ, που δεν χρησιμοποιεί τη λέξη «Γιουνάν» αλλά «Ρουμ»· και αυτοί οι Ρουμ πρέπει να καταβάλουν τον φόρο τους στο Ίλιντεν. Βουλγάρικη είναι η λέξη, επειδή όμως είναι ορθόδοξοι, τους θεωρεί ρουμ.

Η Επανάσταση του 1821, λοιπόν, δεν μπορούσε παρά να είναι εθνική, και ως εθνική, τη δεδομένη στιγμή, δεν μπορούσε παρά να είναι δημοκρατική, να φτιάξει Συντάγματα. Το ερώτημα είναι: Υπάρχουν υποδοχές, ώστε να φτιαχτούν Συντάγματα; Οι υποδοχές υπήρχαν, γιατί τα κοινοτικά συστήματα ενείχαν υποτυπωδώς την έννοια του καταστατικού χάρτη, που έπαιρνε μάλιστα και γραπτή μορφή, μόνο που δεν ήταν, βέβαια, Συντάγματα. Αφήνω στην άκρη το παράδειγμα της Επτανήσου Πολιτείας, γιατί θα μας πήγαινε μακριά, αλλά χρειάζεται να το θυμόμαστε, και μάλιστα το Σύνταγμά του, έναν καταστατικό χάρτη που δεν είναι βέβαια αυτό που εννοούμε σήμερα με τη λέξη «Σύνταγμα». Αντιθέτως, θα πρέπει να υπομνήσουμε την περίοδο των δημοκρατικών Γάλλων κατά την οποία οι δημοκρατικότεροι τοπικοί συντελεστές προσέβλεπαν σε μια επέκταση αυτής της αυτονομίας προς τον τουρκοκρατούμενο χώρο· λόγοι όμως κρατικής πολιτικής δεν τους επέτρεπαν να το πουν μεγαλοφώνως. Το έλεγαν υπορρήτως. Το ξέρουμε από τους λόγους που εκφωνούνταν στην Πατριωτική Εταιρεία της Κέρκυρας.

Οι οικονομικοί όροι

Χωρίς την επίγνωση όλων αυτών, και κυρίως των μηχανισμών που υπόκεινται σε αυτές τις διαδικασίες, δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε μια σωστή αποτίμηση του 1821 και θα μέναμε σε κάποια σχήματα, όπως λ.χ. στον πόθο της ελευθερίας, που αποτέλεσε και το έδεσμα της εθνικής ρητορείας, ή στο ότι ανδρώθηκε μια τάξη η οποία μπορούσε να κάνει επανάσταση, η αστική τάξη.

Ας σταθούμε λίγο σε αυτό το δεύτερο σχήμα. Έχουμε τους εμπόρους των μεγάλων αποστάσεων, τους βιοτέχνες, ανθρώπους της εσωτερικής αγοράς — και αναρωτιέμαι αν όλα αυτά αποτελούν μια αστική τάξη και, κυρίως, αν οι οικονομικοί όροι αυτής της αστικής τάξης οδηγούσαν στην Επανάσταση. Η δική μου απάντηση είναι ότι αυτοί οι οικονομικοί όροι δεν οδηγούσαν στην επανάσταση· οι έμποροι δεν είχαν κανέναν λόγο να έχουν ανεξάρτητο κράτος, η οικονομική δυναμική δεν οδηγούσε στην επανάσταση, διότι οι έμποροι αυτοί επωφελούνταν από το υφιστάμενο σύστημα, στη δικαιοπραξία του οποίου είχαν βρει τα δικά τους αντίδοτα, δεν είχαν λόγους να θέλουν την αλλαγή του.

Δεν έχουμε, όμως, καμιά επιδείνωση της φορολογίας. Ο 17oς αιώνας είναι ένας αιώνας ελλειμματικός από την άποψη των δημοσίων εσόδων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εξηγήσεις έχουν δοθεί: είναι συνδυασμός δημογραφικής και φοροδοτικής κρίσης. Και κλειδί της ερμηνείας είναι ο εκχρηματισμός της οικονομίας, ο οποίος μπορεί να είναι παρωθητικός ή αποδιαρθρωτικός. Για ορισμένα επαγγέλματα ή ορισμένες οικονομικές δραστηριότητες είναι παρωθητικός, για τη μεγάλη μάζα είναι αποδιαρθρωτικός.

Είμαι λοιπόν εντελώς αντίθετος στην άποψη ότι η οικονομική συγκυρία συνέβαλε στην Επανάσταση του 1821. Μια καλή ανάγνωση του Ερνέστ Λαμπρούς, του περίφημου άρθρου του για τη γέννηση των επαναστάσεων και την οικονομική συγκυρία, δεν θα οδηγούσε στο σχήμα ότι με τη λήξη των Ναπολεοντείων Πολέμων, άρα με τον γρήγορο πλουτισμό λόγω του εξαγωγικού εμπορίου που αναπτύχθηκε παραβιάζοντας τον αποκλεισμό, ξαφνικά δόθηκε το έναυσμα για την Επανάσταση. Είναι μια μηχανιστική αντίληψη και θέλω εδώ να επικαλεστώ και τον Νίκο Σβορώνο, που δεν την υπερασπίστηκε ποτέ.

Με τον ηπειρωτικό και ναυτικό αποκλεισμό, οι λεγόμενες «ναυτικές νήσοι» γεμίζουν βέβαια χρήματα. Δεν γίνονται όμως καπιταλιστές: ή τα συσσωρεύουν στις στέρνες ή τα επενδύουν στις παραδοσιακές δραστηριότητες. Και ας μην ξεχνάμε ότι οι Υδραίοι λ.χ. σκέφτονταν μην τυχόν μεταναστεύσουν, στο Τριέστι ή κάπου αλλού.

Ας σημειώσουμε όμως ότι το χρήμα κυκλοφορούσε και συσσωρευόταν όχι πάντοτε μέσα από αυτό που θα αποκαλούσαμε οικονομικές διαδικασίες. Ήταν αποτέλεσμα λείας. Όταν ο Ψαλλίδας γράφει στον Μαυροκορδάτο και του προτείνει την κινητοποίηση των Αλβανών, του επισημαίνει ότι η Αρβανιτιά είναι γεμάτη χρήμα. Από πού προέρχεται αυτό το χρήμα; Όχι βέβαια από τις οικονομικές τους δραστηριότητες, αλλά από τις λεηλασίες. Και είχε συσσωρευθεί πάρα πολύ. Αυτό το χρήμα όμως δεν ήταν κεφάλαιο, ήταν πλούτος.

Το ζήτημα των ελίτ

Ανοίγω μια παρένθεση για το ζήτημα των ελίτ. Θα ήθελα να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα σε elites και notables. Εμείς είχαμε notables, ελληνιστί λέγονται προύχοντες, πρόκριτοι, άρχοντες παλαιότερα πριν από την τουρκική κατάκτηση. Στην Επανάσταση ξανάρχεται ο όρος, επειδή ο άρχοντας, που ανήκει σε ένα νοητικώς διευρυμένο φεουδαλικό σύστημα, είναι αυτός που υποχρεώνει και υποχρεώνεται. Εκείνο που διασώθηκε μέσα στην πρόσληψη του άρχοντα είναι όχι η υποχρέωση που υποβάλλει, αλλά η υποχρέωση στην οποία επιβάλλεται. Γι’ αυτό έχουμε την έννοια της αρχοντιάς. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος έχει γράψει μια ωραιότατη σελίδα για το τι σημαίνει αρχοντιά: δεν σημαίνει πλούτο, είναι κίνημα ψυχής. Όταν ο Φλωράκης ήταν σε μια μάχη, όρθιος, του λέει μια γυναίκα στη Ρούμελη: Αχ, εσύ, όλο αρχοντιά! Αυτοί οι άρχοντες είναι διαφορετικοί από τους «αρχόντους» των Επτανήσων, που αποτελούσαν μια κοινωνική κατηγορία.

Πρέπει, λοιπόν, να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στις elites και τους notables. Τους notables θα τους λέγαμε, όπως είπαμε, πρόκριτους, προύχοντες, αλλά επιβιώνει και ο όρος «άρχοντες», σε άρχοντες της Λειβαδιάς για παράδειγμα. Και τις elites θα τους λέγαμε εκλεκτούς, γενάδες. Και οι πρόκριτοι έχουν να διαδραματίσουν διοικητικούς, οικονομικούς, ηγετικούς ρόλους, ενώ οι elites έχουν να διαδραματίσουν ρόλους διανοητικούς, είναι intellectuels. Μπορεί να μετέχουν στα διοικητικά, αλλά δεν είναι ο κανόνας.

Και πάλι η έννοια της κατάκτησης

Κλείνοντας, επιμένω ότι το βασικό σημείο, για να καταλάβουμε το ξέσπασμα της Επανάστασης είναι η έννοια της κατάκτησης. Και ας μην αναζητάμε λόγους όπως η επιδείνωση της φορολογίας. Εκείνο που προϋπήρχε και επεξετάθη είναι η ιδιοποίηση της γης, δηλαδή η εξαγωγή γαιοπροσόδων, που έγινε με μια ορισμένη μεθοδολογία. Και που δεν είναι μια μετεξέλιξη του τιμαριωτικού συστήματος, δεν έχει καμία σχέση. Είναι η δημιουργία μιας οιονεί ατομικής ιδιοκτησίας, με δύο τρόπους. Ο ένας είναι η κατάκτηση και αξιοποίηση των μη καλλιεργούμενων εδαφών, που τη θέτουν σε εφαρμογή οι λεγόμενοι «σκλάβοι της πύλης» οι κουλ, εφόσον ο τιμαριώτης έδινε τη συγκατάθεσή του. Και ο δεύτερος είναι μέσα από το σύστημα της καταχρέωσης, λόγω του οποίου τα χωριά, τα μικρά, αδύναμα χωριά, έγιναν τσιφλίκια.

Η οιονεί
ταξική διαπάλη συνεχίστηκε στην Επανάσταση, οι κοτζαμπάσηδες, οι προύχοντες ήθελαν να διαιωνίσουν τους ηγετικούς τους ρόλους, αποδέχονται τα Συντάγματα (έχουμε και το πρώτο πείραμα, το Σύνταγμα των Καλτεζών), οι πολεμικές ηγεσίες θέλουν να διαιωνίσουν τους ηγετικούς τους ρόλους. Αυτά δεν γίνονται από τη μια στιγμή στην άλλη. Στη διάρκεια της Επανάστασης διεκδικούν αρματολίκια μετονομασμένα. Οι νησιώτες θέλουν να διεκδικήσουν κι αυτοί τους ηγετικούς τους ρόλους. Έτσι εμφανίζονται οι τοπικότητες, αλλά όλοι αυτοί θα πρέπει να υιοθετήσουν μια πολιτική ιδεολογία. Και έχουμε, δημιουργούνται, τα τρία κόμματα. Έχουμε, ανάμεσα στα παραδείγματα, την ενδεικτική μαρτυρία ανθρώπου που είπε ότι στη Ρωσία πριν την Επανάσταση αισθανόμασταν ελεύθεροι, γιατί ακούγαμε τις καμπάνες μας, αλλά τώρα θα πρέπει να ακολουθήσουμε το αγγλικό σύστημα, το φιλελεύθερο.

Χαρακτήρας και ιδεολογία της Επανάστασης

Αλλά ας ξανάρθουμε στην ιδεολογία της Επανάστασης: επανάσταση εθνική με δημοκρατική, αστική συνεπώς ιδεολογία, εκφραστές της οποίας ήταν οι άνθρωποι που μετείχαν στην κίνηση των ιδεών της εποχής τους, με φυσικούς αποδέκτες όσους έρχονταν σε επαφή με την αναφλεγόμενη Δυτική Ευρώπη. Η προετοιμασία είχε γίνει από πριν: Κοραής, Ρήγας, ο Ανώνυμος της Ελληνικής Νομαρχίας, για να μείνουμε σε λίγα εκπρεπή παραδείγματα. Πολιτικώς η επανάσταση ήταν αστική. Τα κοινωνικά και οικονομικά της εδράσματα ήταν πολυσύνθετα, δυνάμει συγκλίνοντα στην εσωτερίκευση του αστικού ιδεώδους. Εργαλείο της Επανάστασης η Φιλική Εταιρεία, μια από τις πολλές εταιρείες που είχαν ανακύψει σε διάφορες χώρες. Η ρωσική δεξίωση των «ομοδόξων» μπορούσε να βρει μια μεταλλαγμένη συνάφεια με τους Δεκεμβριστές. Με δυο λόγια, πολύπλεγμα ιδεολογιών μέσα σε όρους κατάκτησης. Ας μείνουμε ως εδώ: πολιτικώς και ιδεολογικώς αστική επανάσταση, όχι η επανάσταση μιας αστικής τάξης που την οδηγούσε λόγω της οικονομικής της δυναμικής σε μια επανάσταση εθνική και συνάμα δημοκρατική.

Έλληνας έμπορος, π. 1780 («Recueil des different costumes des principaux officiers et magistrats de la Porte…», Παρίσι, chez Onfroy, π. 1780, όπως παρατίθεται στο «Η Θεσσαλονίκη του 18ου αιώνα. Τα πριν και τα μετά. Η φωνή των εικόνων», προλεγόμενα Σπύρος Ι. Ασδραχάς, Θεμέλιο, Αθήνα 1996)

Γυναίκα της Μακεδονίας, π. 1780 ((«Recueil des different costumes…», ό.π.)

Ελληνική μαρτιγάνα. Επιχρωματισμένη χαλκογραφία, 1807 (J.L.S. Bartholdy, «Voyage en Grèce…», Ι, Παρίσι 1807, όπως παρατίθεται στο «Η Θεσσαλονίκη του 18ου αιώνα…», ό.π.)

Του Σπύρου Ασδραχά από την Αυγή της 27/3/2011

 
ΠΗΓΗ TVXS.GR
Advertisements

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in News and politics and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s