ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ – ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  22/06/10)

Τοπογραφικά ζητήματα της Ακροπόλεως

 

2. ΠΡΟΠΑΡΘΕΝΩΝ: Παρθενών Ι, Παρθενών II

Οι εντοιχισμένοι στο βόρειο τείχος μαρμάρινοι σπόνδυλοι μελετήθηκαν πρώτη φορά το 1807 από τον περίφημο W.M. Leake, ο οποίος αναρριχήθηκε τότε, όχι χωρίς κίνδυνο, στον απόκρημνο βράχο. Ο Leake, ο οποίος ελάχιστες φορές έσφαλε κατέληξε και πάλιν σε μια ορθή εξήγηση: οι σπόνδυλοι πρέπει να ανήκουν σε εκείνον τον παλαιότερο ναό, που εννοεί ο Ησύχιος όταν αναφέρεται στον Παρθενώνα (λ. Εκατόμπεδος) «…νεώς εν τη ακροπόλει τη Παρθένα κατασκευασθείς υπό Αθηναίων, μείζων του εμπρησθέντος υπό των Περσών ποσι πεντήκοντα».
Έτσι άρχισε η μελέτη του Προπαρθενώνος που, κατά τον Leake, πρέπει να ήταν μικρότερος από τον Παρθενώνα και ασφαλώς προγενέστερος των Περσικών. Ό,τι άρχισε ο Leake συνεχίσθηκε από τον Ross, το 1835, με ανασκαφές στα δυτικά και στα νότια του Παρθενώνος, οι οποίες απεκάλυψαν τα εξής:

  1. Μεγάλη ποσότητα ημιέργων σπονδύλων στα ανατολικά σε μια ζώνη που εκτείνεται έως το νότιο τείχος, μαζί με εργαλεία και άλλα σχετικά προς τη λιθοτεχνία, όπως π.χ. χρώματα σε δοχεία για τα οποία γνωρίζομε τώρα ότι ήσαν χρήσιμα για διάφορες σημειώσεις και για τον έλεγχο της τελειότητας των επιπέδων επιφανειών.
  2. Το θεμέλιο του Παρθενώνος είναι στο μέγιστο μέρος του πολύ αρχαιότερο του ναού. Το μέρος αυτό είναι αυτοτελές και αποτελεί το αρχικά ορατό βάθρο του αρχαιότερου ναού. Από τις διαστάσεις του βάθρου (31,4×76,8 μ.) συνάγεται ότι ο ναός αυτός θα πρέπει να ήταν επίσης πολύ μεγάλος και με μάλλον επιμήκεις αναλογίες.
  3. Στα ανατολικά του Παρθενώνος το γιγάντειο βάθρο δεν ταιριάζει στον κλασικό ναό, αλλά εξέχει 5 σχεδόν μέτρα από τη γραμμή της πρώτης μαρμάρινης βαθμίδος.
  4. Για την έδραση του κλασικού ναού απαιτήθηκε μόνον μια σχετικώς μικρή αύξηση του αρχικού βάθρου προς βορράν. Η αύξηση αυτή έγινε με παρόμοιο υλικό, δηλαδή πειραϊκούς λίθους, αλλά χωρίς καμιά φροντίδα για περίτεχνη εμφάνιση. Προφανώς, τα νέα σχέδια απαιτούσαν μια εκτεταμένη επιπέδωση του εδάφους με τεχνητές επιχώσεις έως το ύψος της ευθυντηρίας του ναού, ενώ τα παλαιότερα προέβλεπαν ότι γύρω από τον ναό το έδαφος θα ήταν αρκετά χαμηλότερο και ότι το ανώτερο μέρος του βάθρου θα ήταν ορατό και συνεπώς περίτεχνο.

Ένα ιδιαίτερο αντικείμενο μελέτης ήταν για τον Ross και η αλληλουχία των στρωμάτων του εδάφους. Οι σχετικές με τη χρονολόγηση του Προπαρθενώνος γνώμες του Leake και του Ross έτυχαν γενικής αποδοχής και δεν υπήρξαν διαφωνίες παρά μόνον για την πιθανή μορφή του κτηρίου. Ας σημειωθεί μόνον ότι, μεταξύ άλλων, το ζήτημα αυτό απασχόλησε και τους F.C. Penrose (1851), J.H. Strack (1860), E. Ziller (1865), A. Michaelis (1871) και E. Burnouf (1877). Το μόνο αξιόλογο σφάλμα αυτών των ειδικών είναι ότι απέδιδαν στον ναό όχι μόνον τους μαρμάρινους σπονδύλους αλλά και τον εντοιχισμένο στο βόρειο τείχος πώρινο θριγκό.
Το σφάλμα αυτό διορθώθηκε μόνον το 1885, όταν ο W. Dorpfeld απέδειξε ότι ο εντοιχισμένος μεγάλος θριγκός ανήκει στον αρχαίο νεώ, τον πώρινο περίπτερο ναό της Αθηνάς. Τα θεμέλια αυτού του ναού σώζονται στα νότια του Ερεχθείου. Η σχετική με τον αρχαίο νεώ πρώτη ανακοίνωση του Dorpfeld περιείχε και μία θεωρία για τη χρονολόγηση του Προπαρθενώνος, αντίθετη προς εκείνη του Leake και του Ross: η εύλογη, λόγω στιλιστικών στοιχείων, χρονολόγηση του αρχαίου νεώ στον 6ο αιώνα και η προφανής καταστροφή του πριν από την εποχή της κατασκευής του βορείου τείχους οδήγησε τον Dorpfeld στο συμπέρασμα ότι αυτόν το ναό πρέπει να έκαυσαν οι Πέρσες κι όχι τον ημιτελή μαρμάρινο Προπαρθενώνα. Αλλά γιατί θα έπρεπε να είναι μόνον ένας ο ναός που έκαυσαν οι Πέρσες; Βάσει των γραπτών μαρτυριών, επέμενε ο Dorpfeld, μόνον ένας ναός της Αθηνάς πρέπει να υπήρχε στην Ακρόπολη πριν από τα Περσικά. Για την ύπαρξη και άλλου ναού δεν έβλεπε καμιά απόδειξη στη μακρινή εκείνη εποχή. Κατέληξε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι ο Προπαρθενών θα έπρεπε να χρονολογηθεί μετά τα Περσικά και ειδικότερα στην εποχή του Κίμωνος. Η θεωρία αυτή απέρρεε από μια ορισμένη επιστημονική σύλληψη για την ιστορία του ιερού και την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής των ναών, ίσως όμως, σε κάποιο μικρό βαθμό, και από τον πειρασμό μιας εντυπωσιακής ανατροπής παλαιών κλασικών θεωριών. Η νέα θεωρία είχε για την πορεία των τοπογραφικών μελετών της Ακροπόλεως πολύ μεγάλες συνέπειες.
Από το 1885 έως το 1902, η αποδοχή των θεωριών του Dorpfeld ήταν σχεδόν γενική. Όλοι συντάχθηκαν αμέσως μαζί του και έσπευσαν να απορρίψουν τους λόγους για τους οποίους οι ίδιοι είχαν παλαιότερα συνταχθεί με τον Leake και τον Ross. Όλοι εκτός από έναν, τον F.C. Penrose.
Ο μέγας μελετητής της αρχιτεκτονικής του Παρθενώνος, συγγραφεύς του PrinciplesoftheAthenianArchitecture (1851) ανήκε ήδη σε μια περασμένη εποχή. Ήταν μόνον εικοσιοκτώ ετών και εξόχως πρωτοποριακός όταν πραγματοποιούσε τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις του (1847), αλλά την εποχή που με πείσμα και προκατάληψη αντιμετώπιζε τον Dorpfeld ήταν ήδη εβδομήντα ετών και η άμεση επαφή του με την Ακρόπολη είχε σχεδόν διακοπεί επί δεκαετίες. Η πίστη του στην κλασική θεωρία των Leake και Ross ήταν δικαία, τα επιχειρήματα όμως που χρησιμοποίησε για τον έλεγχο της νέας θεωρίας ήσαν μερικές φορές άδικα. Κάποια ήσαν και τόσο ατυχή, ώστε πολύ περισσότερο έβλαπταν το ίδιο του το έργο παρά τη νέα εργασία του Dorpfeld (βλ. κεφ. 6).
Έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι το 1902 όταν εμφανίστηκε ένα ρηξικέλευθο άρθρο με τίτλο «Die Zeit des alteren Parthenon» όπου, προς γενική κατάπληξη, ο ίδιος ο Dorpfeld υποστηρίζει μια προ των Περσικών χρονολόγηση του Προπαρθενώνος. Το ίδιο έτος (1902) ο A. Michaelis είχε δείξει ότι κατά την αρχαϊκή εποχή υπήρχαν δύο ναοί της Αθηνάς στην Ακρόπολη και αυτό ασφαλώς είχε επηρεάσει πολύ θετικά τον Dorpfeld. Η παλαιά θεωρία του Leake αποκτούσε και πάλι το πρώτο της κύρος και ο μόνος πιστός υποστηρικτής της, ο Penrose, έπαιρνε, στο τέλος του βίου του, την ικανοποίησή του. Πάντως, η νέα μελέτη του Dorpfeld εισκόμισε και κάτι νέο: τη διάκριση δύο φάσεων στην οικοδομική ιστορία του Προπαρθενώνος. Κατά την παλαιότερη φάση (Παρθενών Ι ή Ρa Ι), ίσως της εποχής του Κλεισθένους, ο ναός ήταν ή, μάλλον, επρόκειτο να είναι πώρινος. Κατά τη νεώτερη φάση (Παρθενών II ή Ρa ΙΙ), μετά από τη μάχη του Μαραθώνα, το ημιτελές έργο συνεχίσθηκε σε μάρμαρο (κατά τη νέα αυτή διάκριση ο περίκλειος Παρθενών χαρακτηρίζεται από τον Dorpfeld ως Ρa ΙΙΙ).
Η μεταστροφή του Dorpfeld δείχνει, μεταξύ άλλων, και μια σπάνια για τον ίδιο ευκινησία. Επέτυχε όχι μόνον να «διασωθεί» την τελευταία στιγμή επάνω σε μια ξένη θέση αλλά και να την οικειοποιηθεί με κάποιες προσθήκες, εγκαταλείποντας, μάλιστα, μια εντελώς αντίθετη δική του.

Εικόνα 2

Έκτοτε, και μέχρι το 1936, η αποδοχή της προ των Περσικών χρονολογήσεως του Προπαρθενώνος ήταν γενική, σημειώθηκαν όμως νέες διαφωνίες ως προς την αναπαράσταση και ως προς τη διάκριση οικοδομικών φάσεων. Το σπουδαιότερο, πάντως, γεγονός ήταν η ανακάλυψη της μορφής του Προπαρθενώνος από τον Β. Η. Hill, με τη συνεργασία του W.B. Dinsmoor. Για πρώτη φορά τότε (1910) μελετήθηκαν συστηματικά πολυάριθμοι διάσπαρτοι λίθοι και άλλοι αναχρησιμοποιημένοι στο βόρειο τείχος της Ακροπόλεως, προερχόμενοι από την κρηπίδα του Προπαρθενώνος, ως και λίθοι αναχρησιμοποιημένοι στον ίδιο τον κλασικό Παρθενώνα. Για τον σκοπό αυτό και ειδικότερα για τον εντοπισμό των κατά χώραν αρχαιοτέρων μερών, έγιναν ανασκαφές νεωτέρων επιχώσεων σε διάφορα σημεία, όπου το δάπεδο του ναού ήταν ήδη κατεστραμμένο. Η μελέτη αυτή συμπλήρωσε και ξεπέρασε κατά πολύ όλες τις προηγούμενες. Τα συμπεράσματά της (ΑΙΑ 16, 1912) συνοψίζονται ως εξής (Εικόνα 2):

  1. Η κρηπίδα του Προπαρθενώνος ήταν τρίβαθμη. Η πρώτη βαθμίδα ήταν από ερυθρό υμήττειο ασβεστόλιθο (του Καρέα ή Καρά), οι άλλες δύο βαθμίδες ήσαν μαρμάρινες.
  2. Οι λίθοι της κρηπίδος είχαν το αυτό περίπου ύψος και πλάτος με εκείνους της κρηπίδος του κλασικού ναού, τα μήκη των, όμως, ήσαν κάπως μεγαλύτερα.
  3. Η πρώτη και δεύτερη βαθμίδα της νότιας πλευράς διατηρούνται ακόμη στην αρχική θέση των, ακριβώς μέσα από τις αντίστοιχες βαθμίδες του κλασικού ναού. Τούτο διαπιστώνεται σε αρκετές θέσεις μέσα από μικρά μεταγενέστερα χάσματα της κλασικής κρηπίδος και κυρίως σε μια θέση όπου προ πολλού έχει απολαξευθεί μεγάλο μέρος της πρώτης βαθμίδος του κλασικού ναού, με αποτέλεσμα να είναι καλά ορατή η ΝΔ γωνία της αρχαιότερης κρηπίδος. Τα ευρήματα αυτά δείχνουν ότι ο Προπαρθενών δεν κατελάμβανε όλη την έκταση του γιγάντειου στερεοβάτου, αλλά μόνον τα 4/5 της. Το πλάτος του ήταν κατά πέντε μέτρα μικρότερο και το μήκος του κατά επτά. Επομένως, δεν ήταν οκτάστυλος, όπως πίστευε ο Dorpfeld, αλλά εξάστυλος, με κάπως μεγαλύτερα μεταξόνια από εκείνα του κλασικού Παρθενώνος. Οι κίονες είχαν και στον Προπαρθενώνα την ίδια διάμετρο, όπως είχε ήδη διαπιστώσει ο Penrose.
  4. Η κρηπίδα του σηκού ήταν δίβαθμη ή ίσως μόνον μονόβαθμη (σήμερα αποδεικνύεται το δεύτερο) και οι τοίχοι διέθεταν ως βάση ένα μνημειακών διαστάσεων λεσβιάζον κυμάτιο.
  5. Η μικρή προεξοχή των παραστάδων –μαρτυρούμενη από την οικεία, κοσμημένη με κυμάτιο βάση– δείχνει ότι οι προστάσεις ήσαν πρόστυλες. Το αυτό είχε συμπεράνει και ο Penrose, από τον αριθμό (5) των σωζόμενων πρώτων σπονδύλων των προστάσεων. Οι κίονες πρόναου και οπισθόναου θα ήσαν μόνον τέσσερις εάν έστεκαν μεταξύ και όχι προ των παραστάδων.
  6. Παρά την ισότητα των λίθων του Προπαρθενώνος προς αντιστοίχους λίθους του κλασικού ναού, η διάκριση των είναι δυνατή βάσει ικανών κριτηρίων. Οι εξωτερικές επιφάνειες των λίθων του Προπαρθενώνος διαθέτουν άπεργα, δεν είναι, δηλαδή, εργασμένες έως το τελικό επίπεδο και οι εντορμίες των συνδέσμων παρουσιάζουν τις μονόπλευρες εκείνες απολαξεύσεις που υπήρξαν αναγκαίες για την αποσύνδεση των λίθων. Στις περισσότερες περιπτώσεις αναχρησιμοποιήσεως των παλαιών λίθων οι συνδέσεις έγιναν σε νέες εντορμίες και έτσι οι αχρηστευμένες παλαιές εντορμίες καθιστούν ευκολότατη τη διάκριση αρχαιοτέρων και νεωτέρων λίθων. Σε άλλες, όμως, περιπτώσεις η αναγνώριση είναι πολύ δύσκολη και μερικές φορές αδύνατη, επειδή δεν υφίστανται ή δεν είναι ορατά κανενός είδους αναγνωριστικά στοιχεία, πλην, ίσως, κάποιων ενδεικτικών διαστάσεων.

Μετά από τη σύντομη αλλά πολύτιμη εργασία του Hill, η έρευνα των ζητημάτων του Προπαρθενώνος παρουσίασε στασιμότητα επί μακρόν, αν και πολύ συχνά εκφράσθηκαν διάφορες γνώμες για τη χρονολόγησή του: οι G. Fougeres (1912) και R. Heberdey (1919) τον ήθελαν να είναι ένα έργο της νεοσύστατης δημοκρατίας, οι H. Schrader (1922), Ο. Walter (1929) και W. Zschietzschmann (1934) τον ήθελαν να είναι ένα έργο των τυράννων. Αυτό που κυρίως απουσίαζε ήταν μια σοβαρή βάση για τη στρωματογραφική χρονολόγηση των ευρημάτων της Μεγάλης Ανασκαφής. Η βάση αυτή δεν θα ήταν άλλη από την άφθονη κεραμική των εδαφών που είχαν ανασκαφεί, αλλά η κεραμική αυτή παρέμενε, δυστυχώς, αδημοσίευτη. Η δημοσίευσή της από τον Β. Graef και τον Ε. Langlotz έγινε δυνατή μόνον μετά από τέσσερις δεκαετίες (τομ. I ,1925, τομ. II, 1933) και έως τότε όλες οι απόπειρες χρονολογήσεως είχαν γίνει βάσει άλλων τεκμηρίων αλλά και με μεγάλη δόση αυθαιρέτων υποθέσεων.
Δεν είναι επομένως σύμπτωση ότι η πρώτη ειδική μελέτη για τη χρονολόγηση του Προπαρθενώνος εμφανίστηκε μόλις το 1935. Στη μελέτη αυτή («The date of the older Parthenon») ο W.B. Dinsmoor, χρησιμοποιώντας 26 καλώς χρονολογήσιμα όστρακα για τα οποία ήταν βεβαιωμένη και η θέση ευρέσεως μέσα στα στρώματα, συνεπέρανε ότι το μεγάλο βάθρο του Προπαρθενώνος δεν είναι παλαιότερο του 490 π.Χ. Η ακόμη ακριβέστερη χρονολόγηση του έργου στο έτος 488 π.Χ. που προτείνεται στην ίδια μελέτη βασίστηκε σε αστρονομικό υπολογισμό των σφαλμάτων του αρχαίου ημερολογίου και στην υπόθεση ότι ο ναός θα έπρεπε να είναι προσανατολισμένος ακριβώς προς το σημείο ανατολής του ηλίου κατά την εορτή της Αθηνάς. Στην ίδια εργασία του επέμεινε ο Dinsmoor ότι τίποτα δεν αποδεικνύει την κατά Dorpfeld διάκριση δύο φάσεων του Προπαρθενώνος.

Εικόνα 3

Εικόνα 4

Εικόνα 5

Εικόνα 6

Εικόνα 7

Η αντίδραση του Dorpfeld στις θέσεις του Dinsmoor ήταν άμεση. Όχι μόνον επέμεινε και πάλι στη διάκριση Ρa Ι (ημιτελής πώρινος), Ρa II (ημιτελής μαρμάρινος), αλλά μετέθεσε τις χρονολογήσεις που ο ίδιος είχε παλαιότερα (1902) προτείνει κατά δύο δεκαετίες προς τα πίσω.
Το ζήτημα της χρονολογήσεως του Προπαρθενώνος άρχισε να περιπλέκεται το 1936 όταν ο W. Kolbe υπεστήριξε μια χρονολόγηση στους αμέσως μετά τα Περσικά χρόνους.
Με την ίδια γνώμη τάχθηκε αργότερα (1939) και ο συνεργάτης του Α. Tschira. Το επόμενο έτος, ο Η. Riemann υπεστήριξε ότι ο Προπαρθενών ήταν έργον του Κίμωνος. Η μετάθεση της χρονολογήσεως συνεχίσθηκε αργότερα έως το ακρότατο δυνατό σημείο: ο Κ. Συριόπουλος (1951) και ο J.A. Bundgaard (1976) υπεστήριζαν ότι ο Προπαρθενών ήταν απλώς ένα περίκλειο προστάδιο του κλασικού Παρθενώνος. Ειδική περίπτωση αποτελεί ο R. Carpenter (1970), ο οποίος, ενώ δέχεται τον κατά Hill ημιτελή μαρμάρινο Προπαρθενώνα του 490 π.Χ., θεωρεί αναγκαία και την ύπαρξη ενός επόμενου ημιτελούς Προπαρθενώνος της εποχής του Κίμωνος! Οι υποστηρικτές της χρονολογήσεως στους προ των Περσικών χρόνους ήσαν και κατά τη νεώτερη περίοδο περισσότεροι –K. Schefold (1946), W.A. Plommer (1960), Α. Rumpf (1964), G. Gruben (1964 κ.έ.), G. Beckel (1967), Η. Drerup (1980), Μ. Κορρές (1983 κ.έ.)–, η ύπαρξη, όμως, των άλλων θεωριών προκαλεί πάντα κάποια σύγχυση, ιδίως σε εκείνους που χωρίς να διαθέτουν πραγματική ειδικότητα ή θητεία στο συγκεκριμένο θέμα αναγκάζονται μερικές φορές να εκφράσουν κάποια προτίμηση.
Η διατήρηση αυτής της καταστάσεως ευνοήθηκε κυρίως από τη μη χρησιμοποίηση των καταλληλότερων επιχειρημάτων για την υποστήριξη της προ των Περσικών χρονολογήσεως. Το κυριότερο ζήτημα ήταν και είναι η φύση των βλαβών των λίθων του ημιτελούς ναού. Δυστυχώς, εκείνοι που συντήρησαν τη σχετική συζήτηση δεν ήσαν ούτε χημικοί ούτε φυσικοί ή μηχανικοί. Αγνοώντας τον φυσικό μηχανισμό της θερμικής θραύσεως, έμεναν τελείως αδιάφοροι μπροστά στις τεράστιες βλάβες αυτού του είδους (τις ενόμιζαν και αυτές γεωλογικά ελαττώματα ή θραύσεις από πτώσεις των λίθων ή προσκρούσεις, κ.λπ.) και λεπτολογούσαν για κάποιες άσχετες χρωματικές αλλοιώσεις μερικών λίθων του στερεοβάτου (οι μεν τις ενόμιζαν… σπουδαίους μάρτυρες των περσικών φλογών, οι δε, με τη βοήθεια των χημικών, εύκολα απεδείκνυαν το αστήρικτο του επιχειρήματος).
Κατά τη διάρκεια των σημερινών επεμβάσεων στον Παρθενώνα μου δόθηκε η ευκαιρία και για μια νέα έρευνα των καταλοίπων του Προπαρθενώνος. Η έρευνα εισκόμισε ισχυρά τεκμήρια υπέρ της χρονολογήσεως στους προ των Περσικών χρόνους. Κυριότερο, φυσικά, οι βαρύτατες θερμικές θραύσεις που διαπιστώθηκαν όχι απλώς στο διάσπαρτο υλικό (για τις οποίες θα ήταν δυνατός και ο ισχυρισμός… ότι έγιναν αργότερα), αλλά περίπου σε όλα τα υπό την κρηπίδα και τους τοίχους του κλασικού ναού αυτούσια μέρη (Εικόνα 3) ή ανατοποθετημένα μάρμαρα (Εικόνα 4) του Προπαρθενώνος.
Η συνεχιζόμενη έρευνα της ίδιας της αρχιτεκτονικής του κατεστραμμένου ημιτελούς ναού επιβεβαίωσε τα συμπεράσματα του Hill, προχώρησε όμως ακόμη περισσότερο στις λεπτομέρειες και ήδη κατέληξε σε μια ακριβή αναπαράσταση της κατόψεως (Εικόνα 5) και της προσόψεως του σηκού.
Για τη διάκριση δύο φάσεων του Προπαρθενώνος έγινε ήδη λόγος. Η διάκριση αυτή προτάθηκε πρώτη φορά από τον W. Dorpfeld το 1902 και έγινε έκτοτε δεκτή από τους Α. Furtwangler (1906), Β.Η. Hill (1912), O. Walter (1929), W. Kolbe (1936) και Κ. Schefold (1946), ενώ απερρίφθη από τον Dinsmoor (1934). Κατά τον Dorpfeld, ο γιγάντειος στερεοβάτης (με διαστάσεις 31×77 μ.) και ο επ’ αυτού ημιτελής μαρμάρινος Προπαρθενών δεν συνανήκουν ως μέρη του αυτού αρχιτεκτονικού σχεδίου. Ο στερεοβάτης απλώς χρησιμοποιήθηκε από τον ημιτελή μαρμάρινο Προπαρθενώνα, όπως άλλωστε και από τον κλασικό περίκλειο ναό· πρέπει όμως να έγινε για έναν παλαιότερο, ακόμη μεγαλύτερο, πώρινο ναό. Χάριν ευκολίας, ο ναός αυτός ονομάσθηκε από τον Dorpfeld Παρθενών I (Pa I), ο ημιτελής μαρμάρινος Προπαρθενών ονομάσθηκε Παρθενών II (Pa II) και ο περίκλειος ναός Παρθενών III (Pa III). Κατά τον Dorpfeld, η κατασκευή του Pa I θα πρέπει να ματαιώθηκε σε κάποιο πρώιμο στάδιο, πράγμα που εξηγεί και τη μη εύρεση τεμαχίων κιόνων ή άλλων αρχιτεκτονικών μελών που θα ήταν δυνατόν να αποδοθούν σε αυτόν. Έτσι, ό,τι υφίσταται ακόμη από τον Pa I είναι ο στερεοβάτης, του οποίου η ανώτερη στρώση (η 22η από τον βράχο) πρέπει να αναγνωρισθεί ως μία από τις βαθμίδες της κρηπίδος του. Ο Dorpfeld πίστευε ότι ο Pa I θα ήταν ένας οκτάστυλος περίπτερος πώρινος ναός.
Αλλά πώς να αποδείξει κανείς ότι η 22η στρώση είναι βαθμίδα κρηπίδος ενός άλλου ναού και όχι απλώς ένας μορφολογικός τονισμός της άνω απολήξεως του στερεοβάτου ως ευθυντηρίας του ημιτελούς μαρμάρινου Προπαρθενώνος; είπαν οι αντίπαλοι του Dorpfeld. Και ακόμη, ανάμεσα σε ένα τελείως φανταστικό κατασκεύασμα και ένα κτήριο που υπήρξε αλλά εξαφανίστηκε πλήρως –ή που υπήρξε μόνον σε σχέδια, χωρίς να πραγματοποιηθεί ποτέ– δεν υφίσταται καμιά πρακτική διαφορά (η οποία θα ήταν δυνατόν να αποτελεί αξιόπιστη αρχαιολογική μαρτυρία).
Στα πλαίσια του έργου συντηρήσεως, είχα την ευκαιρία για μια νέα μελέτη και αυτού του ζητήματος. Σε δύο θέσεις έγινε δυνατή η εξερεύνηση της εσωτερικής δομής των ανωτέρων στρώσεων του στερεοβάτου αλλά και εκείνης που εκτείνεται πίσω από την πρώτη βαθμίδα της κρηπίδος του Προπαρθενώνος. Η τελευταία αυτή στρώση διαθέτει κοινά χαρακτηριστικά με τις υποκείμενες, αλλά πολύ διαφέρει από τις υπερκείμενες δύο (και τελευταίες υπό την περίσταση) πώρινες στρώσεις.
Οι σχετικές με τις ως άνω στρώσεις παρατηρήσεις, παλαιότερες και νεώτερες, είναι σαφώς υπέρ της διακρίσεως δύο διαδοχικών φάσεων του Προπαρθενώνος:

  1. Από στατικής απόψεως είναι περιττή η αύξηση των διαστάσεων του βάθρου ενός κτηρίου όταν το έδαφος τυχαίνει να είναι βράχος (η κλίση του βράχου δεν παίζει ρόλο εάν οι έδρες λαξεύονται οριζόντιες) και η κατασκευή γίνεται με καλούς λαξευτούς λίθους. Η αρχιτεκτονικώς σκόπιμη τοποθέτηση ενός δωρικού ναού επάνω σε πόδιον είναι ένα μάλλον σπάνιο φαινόμενο (π.χ. Σούνιον) και δεν θα την ανέμενε κανείς στην παρούσα περίπτωση, λόγω των ειδικών προβλημάτων του περί τον Παρθενώνα χώρου αλλά και λόγω του μεγέθους της σχετικής δαπάνης. Αλλά εάν, ωστόσο, και αυτό συνέβαινε, θα ήταν τελείως άτοπον να λάβει η άνω απόληξη ενός ποδίου την αδόκιμη μορφή μιας βαθμίδος και όχι μια από τις κανονικές μορφές επιστέψεως βάθρων.
  2. Οι οριζόντιες επιφάνειες των βαθμίδων του Προπαρθενώνος είναι εφοδιασμένες με περίτεχνα προστατευτικά άπεργα, ενώ η αντίστοιχη, καλώς διατηρημένη επιφάνεια της 25ης στρώσεως του στερεοβάτου δεν έχει ούτε και είχε ποτέ τέτοια άπεργα (Εικόνα 8, αρ. 2, 3).
  3. Το μέτωπο της 22ας στρώσεως του στερεοβάτου (Εικόνα 8, αρ. 2a) διαθέτει περίτεχνα προστατευτικά άπεργα, παρόμοια αλλά πολύ πλουσιότερα και πολύ λεπτότερης κατεργασίας από εκείνα της κρηπίδος του Προπαρθενώνος (Εικόνα 8, αρ. 3b).

Εικόνα 8

  1. Οι αναθυρώσεις των λίθων της κρηπίδος του Προπαρθενώνος (Εικόνα 8., αρ. 3) έχουν περίπου 10 εκ. πλάτος. Οι αναθυρώσεις των ανωτέρων στρώσεων του στερεοβάτου έχουν κατά μέσον όρο 15 εκ. πλάτος (Εικόνα 8, αρ. 2).
  2. Οι λίθοι της κρηπίδος του Προπαρθενώνος είναι γενικώς αγόμφωτοι. Οι λίθοι της 22ας στρώσεως, αντιθέτως, είναι όλοι γομφωμένοι και μάλιστα σε δύο σημεία ο καθένας (στην Εικόνα 8, αρ. 2 φαίνεται μόνον ένας από τους δύο γόμφους και ένας παράγομφος).
  3. Στις γωνίες του στερεοβάτου έχουν χρησιμοποιηθεί περισσότεροι και μεγαλύτεροι σύνδεσμοι από τους αντίστοιχους της κρηπίδος του Προπαρθενώνος.

Οι μεταξύ των βαθμίδων του Προπαρθενώνος και του στερεοβάτου τεχνοτροπικές και οικοδομικές διαφορές (ως ανωτέρω 2-6) είναι πολύ σοβαρές. Η σύγκριση με άλλα μνημεία αποδεικνύει ότι η οικοδομική της κρηπίδος του Προπαρθενώνος έχει το όμοιό της στην κρηπίδα του κλασικού Παρθενώνος (ενδείξεις της ημιτελικής μορφής της σώζονται ακόμη, Εικόνα 8, αρ. 4a) και στις ημιτελικές επιφάνειές του (π.χ. στο δυτικό θυραίον άνοιγμα, Εικόνα 8, αρ. 4c, 4d), ενώ οι πολύ διαφορετικές οικοδομικές λεπτομέρειες του στερεοβάτου έχουν το όμοιό τους μάλλον στο θεμέλιο και την κρηπίδα του αρχαϊκού Ολυμπιείου (Εικόνα 8, αρ. 1-1b)!
Ενώ όμως, ως προς τη διάκριση των φάσεων, φαίνεται ότι θα πρέπει να συμφωνήσει κανείς με τον Dorpfeld, δεν είναι δυνατόν να λεχθεί το ίδιο και για την υποθετική μορφή του Παρθενώνος Ι. Αν ο ναός ήταν οκτάστυλος, θα έπρεπε να έχει όλα τα βασικά στοιχεία του (κίονες, μεταξόνια, επιστύλια κ.λπ.) μικρότερα όχι μόνον από τα αντίστοιχα του κλασικού Παρθενώνος (κατά 13%) αλλά ακόμη και από εκείνα του αρχαίου νεώ. Τούτο κατά κανέναν τρόπο δεν συνδυάζεται με την κλίμακα των λεπτομερειών του στερεοβάτου (Εικόνα 8). Το ύψος της 22ας στρώσεως (πρώτης βαθμίδος της κρηπίδος του Pa I) ήταν σχεδόν 59 εκ., πολύ μεγαλύτερο (κατά 12%) από εκείνο των βαθμίδων του κλασικού Παρθενώνος (-51,6), αλλά πρακτικώς ίσον με εκείνο των βαθμίδων του Ολυμπιείου (-59)! Θα πρέπει, λοιπόν, να συμφωνήσει κανείς με τον Hill, ο οποίος είχε εκφράσει τη γνώμη ότι αν όντως υπήρξε Pa I δεν θα μπορούσε να είναι οκτάστυλος αλλά εξάστυλος. Ένας τέτοιος ναός θα ήταν πράγματι πολύ μνημειώδης, θα έπρεπε να είχε κίονες με διάμετρο αρκετά μεγαλύτερη των δύο μέτρων και μεταξόνια μεγαλύτερα των πέντε και θα ήταν συγκρίσιμος πολύ περισσότερο με τον ναό του Διός στην Ολυμπία, παρά με τον κλασικό Παρθενώνα. Στον τελευταίο, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Το μεγάλο πλάτος του και η χρήση οκτώ αντί έξι κιόνων στις προσόψεις είναι το αποτέλεσμα πολύ τολμηρών αλλά και συμβιβαστικών αποφάσεων: επαναστατική αύξηση του εσωτερικού χώρου, ακόμη και εις βάρος του χώρου των πλευρικών πτερών, και κατά το δυνατόν μεγίστη αναχρησιμοποίηση σπονδύλων που είχαν ήδη προετοιμασθεί για έναν αρκετά στενότερο ναό (τον μαρμάρινο Προπαρθενώνα).
Η διάκριση των φάσεων Pa I και Pa II επιτρέπει την εξής ιστορική ερμηνεία:
Με την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας η οικοδόμηση του γιγάντειου Ολυμπιείου, το λαμπρότερο πρόγραμμα της παλαιάς τυραννίας, παύθηκε. Η καλύτερη αντιπαράθεση προς το παυθέν έργο θα ήταν ένα συναφές πρόγραμμα της νεοσύστατης δημοκρατίας: η κατασκευή ενός νέου ναού της Αθηνάς επάνω στην Ακρόπολη, που θα αντικαθιστούσε τον παλαιότερο από τους δύο αρχαϊκούς ναούς, αυτόν με τα πώρινα αετώματα της εποχής του Πεισιστράτου. Το νέο έργο θα απαιτούσε την αναβίβαση χιλιάδων λίθων, βάρους 2-15 τόνων, από τα πειραϊκά λατομεία, τα οποία βεβαίως ήσαν σε ετοιμότητα λόγω του γιγάντειου Ολυμπιείου. Το νέο έργο, του οποίου η έναρξη δύναται να τοποθετηθεί περίπου στο τέλος του 6ου ή τις αρχές του 5ου αιώνα, προόδευσε με εξαιρετικούς ρυθμούς. Για τον στερεοβάτη πρέπει να μεταφέρθηκαν από τον Πειραιά έως την Ακρόπολη σχεδόν δέκα χιλιάδες λίθοι βάρους δύο τόνων. Η απόσταση ήταν δέκα χιλιόμετρα, εκ των οποίων τα πρώτα σε λίαν υποχωρητικό έδαφος και τα τελευταία σε πολύ ανηφορικές οδούς. Πριν από την εμφάνιση του περσικού κινδύνου, η πρώτη βαθμίδα της κρηπίδος ήταν στη θέση της μαζί με ένα μεγάλο μέρος της δεύτερης. Η μεταφορά σπονδύλων (βάρους κατά πολύ άνω των δέκα τόνων!) δεν είχε αρχίσει ακόμη.
Μετά την επιτυχία του Μαραθώνα το έργο συνεχίσθηκε, αλλά μόνον αφού υπέστη μια πολύ σοβαρή αναθεώρηση. Η αλλαγή αυτή δεν πρέπει να το εζημίωσε, αλλά μάλλον να το ωφέλησε. Αντί πώρου προτιμήθηκε το εξοχότερο υλικό, το μάρμαρο, οι διαστάσεις όμως έπρεπε να μειωθούν, ώστε να αντισταθμίζονται ορισμένες φυσικές και οικονομικές διαφορές των δύο υλικών και να καθίσταται τεχνικώς εφικτή η εντός ευλόγου χρόνου περάτωση. Ο περιορισμός των διαστάσεων ευνοούσε και την ανετώτερη συνύπαρξη του νέου κτηρίου με ένα μικρό ιερό που υπήρχε ήδη στη βόρεια πλευρά του (βλ. κεφ. 8).
Το νέο έργο πρέπει να παύθηκε ήδη το 485 π.Χ. και όχι το 480 π.Χ. Με τον θάνατο του Δαρείου (485 π.Χ.) και την άνοδο του Ξέρξη στον περσικό θρόνο, μια νέα πολύ μεγαλύτερη πολεμική απειλή έγινε αμέσως φανερή. Η Αθήνα αντέδρασε με μια αλλαγή κυβερνήσεως (Θεμιστοκλής) και με άμεση εφαρμογή ενός αμυντικού προγράμματος (πειραϊκές οχυρώσεις, λιμενικά έργα, ναυπήγηση στόλου) για το οποίο θα πρέπει να εξοικονομήθηκε κάθε δυνατό μέσον. Το πολυδάπανον έργο της ναοδομίας δεν θα ήταν δυνατόν να συνεχίζεται… μέχρι την ημέρα που οι Πέρσες θα έκαιαν την Ακρόπολη.
Από τις υπάρχουσες άφθονες υλικές μαρτυρίες υπολογίζεται ότι στο μικρό χρονικό διάστημα των εργασιών στον μαρμάρινο Προπαρθενώνα το τεράστιο έργο της κρηπίδος ήταν έτοιμο μαζί με το βαρύτερο μέρος των κιόνων. Εκατοντάδες σπόνδυλοι ήσαν έτοιμοι στα λατομεία και μερικά κιονόκρανα είχαν ήδη μεταφερθεί στην Ακρόπολη. Έτοιμοι για τοποθέτηση ήσαν ακόμη οι ορθοστάτες και πολυάριθμοι άλλοι λίθοι των τοίχων.
Η διάκριση των φάσεων Pa I και Pa II ικανοποιεί εκτός των άλλων και αυτό που θα έλεγε κανείς ποσοτική εκτίμηση του συντελεσθέντος έργου: χωρίς αυτήν θα ήταν ακόμη πιο δυσεξήγητη η εκτέλεση τόσο μεγάλου ολικού έργου –γιγάντειος στερεοβάτης και ημιτελής μαρμάρινος ναός– σε τόσο λίγο χρόνο!
Τα ως άνω δεν προκαλούν σοβαρή σύγκρουση προς τη χρονολόγηση που επέτυχε ο Dinsmoor. Η διαφορά των δέκα ετών δεν είναι έξω από τα όρια ακριβείας της στρωματογραφικής χρονολογήσεως.

 

3. ΟΙ ΕΠΙΧΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΙΜΩΝΕΙΟΝ

Η εν επαφή προς τον στερεοβάτη του Παρθενώνος αρχαία επίχωση παρουσίαζε, όπως πρώτος είχε διαπιστώσει ο Ε. Ziller (1865), μια επαναλαμβανόμενη διαδοχή τριών στρωμάτων σε αντιστοιχία προς τις ισχυρές λίθινες στρώσεις του ιδίου του στερεοβάτου. Το ένα, κυανίζουσα λατύπη, από το κόψιμο του βράχου εντός του οποίου γινόταν η θεμελίωση των βορειοτέρων λίθων εκάστης στρώσεως, το άλλο, κίτρινη λατύπη, από τη μετά την τοποθέτηση ενιαία κατεργασία της άνω επιφανείας εκάστης στρώσεως και, τέλος, το τρίτο, σκοτεινής αποχρώσεως, ήταν μια χωμάτινη συμπλήρωση του πάχους των προηγουμένων (χρήσιμη και για τη διευκόλυνση της εργασίας των οικοδόμων κατά τη διάρκεια της τοποθετήσεως των λίθων εκάστης νέας στρώσεως).
Οι επιχώσεις αυτές, αναπόφευκτες λόγω των μεγάλων ποσοτήτων της απορριπτόμενης λατύπης αλλά και αναγκαίες ως βοηθητικές, συνεχώς ανυψούμενες επιφάνειες εργασίας, έγιναν ταυτοχρόνως με τον στερεοβάτη σε μια εποχή που ακόμη δεν είχε κατασκευασθεί (εκτός, ίσως, από ένα μέρος της βάσεώς του) το ισχυρό νότιο τείχος της Ακροπόλεως, το λεγόμενο Κιμώνειον. Τούτο δηλώνει η από βορράν προς νότον ανάπτυξή των και η ισχυρή κατωφερική απόληξή των, η οποία ως μόνα αντερείσματα είχε τα χαμηλά κατάλοιπα του μυκηναϊκού τείχους και κάποιους προσωρινούς αναλημματικούς τοίχους, κατασκευασμένους ειδικώς γι’ αυτόν τον σκοπό.
Με την κατασκευή του Κιμωνείου (466 π.Χ.), νέα στρώματα προστέθηκαν επάνω στα παλαιά, αυτή τη φορά με κατεύθυνση και κλίση από νότον προς βορράν. Τέλος, άλλα, πολύ εκτενέστερα και μεταγενέστερα στρώματα, σύγχρονα προς τον κλασικό Παρθενώνα επικάλυψαν τόσον εκείνα του Προπαρθενώνος όσον και εκείνα του Κιμωνείου τείχους. Τα στρώματα αυτά, με μέσο πάχος τριών μέτρων, περιέχουν τα κτισμένα με λίθους του Προπαρθενώνος θεμέλια ενός μεγάλου εργαστηρίου και απολήγουν στις πέντε ανώτατες στρώσεις πωρόλιθων του νοτίου τείχους, οι οποίες αποτελούν μια ιδιαίτερη ιστορική φάση του, την περίκλεια υπερύψωση.
Η περίκλεια υπερύψωση διακρίνεται από το καθαυτό κιμώνειον μέρος επειδή παρουσιάζει και μια εξαιρετική αύξηση του πάχους (βλ. Εικόνα 1). Με αυτή τη μορφή εκτείνεται έως τη ΝΑ γωνία και με σταθερή πάντα οριζόντια στάθμη συνεχίζεται στην ανατολική πλευρά. Εκεί γίνεται καλύτερα ορατό ένα πρόβλημα: για την επίτευξη κανονικής ισοπεδώσεως έως την οριζόντια λαξευμένη στάθμη του βράχου παρά τη ΒΑ γωνία της Ακροπόλεως («μπελβεντέρε») θα έπρεπε να έχει το τείχος άλλες επτά στρώσεις πάχους μισού και πλέον μέτρου (μη συμπεριλαμβανομένου του στηθαίου). Ωστόσο, η έλλειψη αυτή δεν οφείλεται σε κάποια παλαιότερη καταστροφή του άνω μέρους του. Στην ανατολική πλευρά, η ανώτερη σωζόμενη στρώση είναι ακατέργαστη και ποτέ δεν ετοιμάσθηκε για να δεχθεί την επόμενη (το τμήμα που κατέρρευσε το 1703 –και αναπληρώθηκε μετά το 1750 με νεώτερη κατασκευή– δεν διέφερε από το σωζόμενο). Η διακοπή της περαιτέρω υψώσεως του τείχους είχε ως αποτέλεσμα να μείνει ατείχιστο το υψηλότερο μέρος του βράχου, δηλαδή ένα αρκετά μεγάλο μέρος της ανατολικής πλευράς της Ακροπόλεως.
Από την ως άνω παρατήρηση, από διάφορες λεπτομέρειες της στρωματογραφίας που μελέτησε ο Ross, από την κατεργασία της ευθυντηρίας του Παθενώνος στα ανατολικά και τα νότια και από τη στάθμη της ευθυντηρίας του βορείου τείχους στα ΒΑ του Παρθενώνος, συμπεραίνεται ότι η κατασκευή του νοτίου και του ανατολικού τείχους είναι για κάποιους λόγους ημιτελής. Η αρχική πρόθεση ήταν να διαμορφωθεί ενιαία επίπεδη επιφάνεια στο ύψος της ευθυντηρίας του ναού (με ελαφρότατη μόνον κλίση περίπου 1% για τα όμβρια), σε όλη την έκταση στα νότια, τα ανατολικά και τα βορειοανατολικά του Παρθενώνος μέχρι το τείχος. Για την πλήρη πραγματοποίηση του σχεδίου θα έπρεπε να προστεθούν στο άνω μέρος του τείχους άλλες επτά στρώσεις (σχεδόν 4 μ.). Το απραγματοποίητον αυτού του σχεδίου ήταν αντιληπτό και στον Dorpfeld, τουλάχιστον για τη νότια πλευρά (όπως δηλώνει μια διακεκομμένη γραμμή στις σχετικές σχεδιαστικές τομές του νοτίου τείχους) και θα πρέπει να ήταν επίσης εύλογο για τον Π. Κάλκο (ο οποίος εσχεδίασε το μουσείο με το δώμα του ακριβώς υπό τη στάθμη της ευθυντηρίας του Παρθενώνος).
Οι λόγοι που προκάλεσαν την αναβολή ή ίσως τη ματαίωση του αρχικού σχεδίου των εδαφικών διαμορφώσεων στα νότια και τα ανατολικά του Παρθενώνος δεν είναι, φυσικά, γνωστοί. Πιθανότεροι, όμως, είναι οι εξής:

  1. Η γενική διακοπή των έργων λόγω του Πελοποννησιακού πολέμου.
  2. Για να μη μειωθεί ακόμη περισσότερο η ορατότης του Παρθενώνος από την περιοχή του Ωδείου και του ιερού του Διονύσου.
  3. Για να μη «βυθισθεί» ακόμη περισσότερο το ιερόν του Πανδίωνος στις γύρω από αυτό συνεχώς ανυψούμενες επιχώσεις.

Στο σημείο αυτό ας προστεθεί ότι πριν από την κλασική εποχή τέτοια προβλήματα δεν υπήρχαν. Το έδαφος της Ακροπόλεως ακολουθούσε σχεδόν ακριβώς την αρχική φυσική μορφή του βράχου και το τείχος –έργο της μυκηναϊκής εποχής– ήταν προσαρμοσμένο όχι μόνον στις οριζόντιες ακανονιστίες της περιμέτρου του βράχου αλλά και στις μεγάλες υψομετρικές διαφορές της (το τελευταίο μένει συχνά απαρατήρητο επειδή η συνηθέστερη απεικόνιση του τείχους μέσα στα αρχαιολογικά και άλλα βιβλία είναι απλώς μια κάτοψη). Όμως, έως την αυγή της κλασικής εποχής, η μεταξύ των δύο πλευρών της Ακροπόλεως υψομετρική διαφορά του εδάφους ξεπερνούσε τα είκοσι μέτρα. Τεχνητές επιχώσεις είχαν γίνει και τότε, ήσαν όμως μικρές και απλώς εξυπηρετούσαν τοπικά μόνον την εξίσωση ,ή μάλλον τον μετριασμό, κάποιων υψομετρικών διαφορών. Έτσι, τα περισσότερα τεμένη –ιδίως τα μεγαλύτερα– ήσαν ακόμη και στο εσωτερικό των ανισόσταθμα. Η μεταμόρφωση της Ακροπόλεως σε ένα πολύ κανονικότερο σύνολο οριζοντίων ανδήρων, με πανύψηλους αναλημματικούς τοίχους, τεράστιες επιχώσεις και όχι αμελητέες απολαξεύσεις του βράχου ήταν ιδέα και έργο της κλασικής εποχής (Εικόνα 23).

Μανώλης Κορρές

Αρχιτέκτων

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΠΗΓΗ  http://www.eie.gr

Advertisements

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in ARCHAEOLOGIE. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.