ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ , ‘Ητοι Λόγος περί ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ (ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ CT)


(ΣΥΝΕXEΙA ΑΠΟ 05/10/09)

Τοιουτοτρόπως, ἀδελφοί μου, ὁμιλεῖ ὁ ἐλεύθερος, ὅταν εὑρίσκεται ἁρματωμένος πρὸς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος του, καὶ τοιουτοτρόπως ἐκπληροῦσιν οἱ ἐλεύθεροι τὸ χρέος των πρὸς τοὺς συμπολίτας των, πρὸς τὴν πατρίδα των, πρὸς τοὺς συγγενεῖς των, καὶ πρὸς τοὺς φίλους των. Λέγω πρὸς τοὺς φίλους των, ἐπειδὴ ἡ φιλία, ὑπὸ τῆς νομαρχίας, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ κυριώτερα μέσα τῆς ἀνθρωπίνης εὐδαιμονίας.

Ἡ τυραννία, ὦ Ἕλληνες, ἀνάμεσα εἰς τὰ τόσα καλά, ὁποὺ ὑστερεῖ τῆς ἀνθρωπότητος, κατασταίνει πρὸς τούτοις καὶ τὴν φιλίαν ἓν κτῆμα ἐπικίνδυνον. Ἡ φιλία, ἀδελφοί μου, γεννᾶται ἀπὸ τὴν ὁμοιότητα τῶν ἠθῶν τε καὶ ἰδεῶν δύο ὑποκειμένων, καὶ αὐτὸ ἀκολουθεῖ κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον, εἰς τρόπον ὁποὺ θέλοντας ὁ ἕνας ὅ,τι θέλει καὶ ὁ ἄλλος, ἀγαπῶνται ἀμοιβαίως, καὶ τοιαύτην ἀγάπην οὐδὲν μέσον εἶναι ἱκανὸν νὰ τὴν διαλύσῃ, οὔτε ἡ ἰδία τυραννία δύναται νὰ σμικρύνῃ τὴν δύναμίν της, ἀλλ᾿ ἐξεναντίας, καὶ ὁ καιρὸς καὶ ἡ ἀπουσία περισσότερον τὴν στερεοῦσι, καὶ ἀσφαλεστέραν τὴν ἀποκαθιστῶσι.

Αἱ δυστυχίαι τοῦ ἑνὸς φίλου λογιάζονται ὡς ἴδιαι παρὰ τοῦ ἄλλου, καὶ ἀμφότεροι χαίρονται εἰς τὰς ξεχωριστάς των εὐτυχίας. Ὁ ἕνας κινδυνεύει τὴν ζωήν του, διὰ νὰ ἐλευθερώσῃ ἐκείνην τοῦ φίλου του, ὁ ἄλλος ἐξοδεύει ὅλην τὴν περιουσίαν του, διὰ νὰ φυλάξῃ τὸν φίλον του, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, εἰς δύο ἀληθεῖς φίλους τὰ πάντα εἶναι κοινά, κατὰ τὸ ρητὸν τοῦ μεγάλου Πυθαγόρα.

Ὤ, πόσα παραδείγματα μᾶς παρασταίνει ἡ ἱστορία πρὸς τιμὴν τῆς φιλίας, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν ἠμπορῶ νὰ σιωπήσω τὸ ἀκόλουθον. Βασιλεύοντος Διονυσίου τοῦ Τυράννου εἰς Συρακούζην, ἐσυκοφαντήθη πρὸς αὐτὸν παρά τινος προδότου ἕνας ἐνάρετος ἄνθρωπος, ἑνωμένος μὲ τοὺς ἡδυτάτους δεσμοὺς μιᾶς εἰλικρινεστάτης φιλίας. Ὁ τύραννος οὖν, κατὰ τὴν συνήθειαν τῶν ἐπὶ θρόνου καθημένων, καταδικάζει τὸν ἀθῶον εἰς θάνατον, καὶ δὲν καταδέχεται οὔτε κἂν νὰ τὸν ἰδῇ, ὄχι δὲ νὰ τὸν ἀκούσῃ. Μανθάνει ὁ ἀθῶος τὴν ἀπόφασιν, χωρὶς ἔκπληξιν, ὡσὰν ὁποὺ ἐγνώριζε, ὅτι οἱ δοῦλοι ὑπόκεινται εἰς τὸ νὰ χάσουν τὴν ζωήν των εἰς κάθε στιγμήν, καὶ κατὰ τὴν ὄρεξιν τοῦ τυράννου. Δὲν λυπεῖται δι᾿ ἄλλο τι, εἰμὴ μόνον, ὅτι ἄφηνε τὰς ὑποθέσεις του εἰς ἄκραν ἀταξίαν. Διὸ τρέχει πρὸς τὸν τύραννον, καὶ μετὰ δακρύων τὸν παρακαλεῖ, νὰ ἀναβάλῃ τὸν καιρὸν τοῦ θανάτου του διὰ ὀλίγας ἡμέρας, καὶ νὰ τοῦ δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν πατρίδα του, διὰ νὰ διορθώσῃ τὰς ὑποθέσεις τοῦ ὀσπιτίου του, καὶ ἔπειτα μὲ ὅρκον τοῦ τάζει νὰ ξαναγυρίσῃ, διὰ νὰ λάβῃ τὸν θάνατον. Ὁ τύραννος, λοιπόν, τοῦ ἀπεκρίθη, ὅτι ἤθελε τοῦ κάμει τοιαύτην χάριν, πλὴν ὑπωψίαζε, μήπως δὲν ἤθελεν ἐπιστρέψει, καὶ διὰ τοῦτο ἂν ἤθελε τοῦ προσφέρει ἕνα ἐγγυητὴν – τὸν ὁποῖον νὰ ἤθελε θυσιάσει, ἂν αὐτὸς ἤθελε τὸν ἠπατήσει – τότε ἤθελε τοῦ δώσει τὴν ἄδειαν. Ἀκούσας δὲ ὁ φίλος του αὐτά, εὐθὺς τρέχει πρὸς τὸν τύραννον, καὶ μετὰ χαρᾶς τοῦ λέγει, δεικνύοντας τὸν ἑαυτόν του: «Ἰδοὺ ὁ ἐγγυητής του. Ἐγὼ μένω εἰς φυλακήν, ἕως εἰς τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ φίλου μου, καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ θυσιασθῶ εἰς ἔλλειψίν του».

Τότε ὁ τύραννος ἐπροσδιώρισεν τὴν ἡμέραν, ἕως εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελε τὸν προσμείνει, καὶ παραχρῆμα ὁ μὲν πρῶτος ἀνεχώρησεν, ὁ δ᾿ ἄλλος ἐβάλθη εἰς φυλακήν. Καθεὶς ἠμπορεῖ νὰ ἰδεασθῇ τὴν χαρὰν τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ τῆς εὐπραξίας, ὁποὺ ἀμφότεροι αἰσθάνθησαν. Ἐπῆγεν, λοιπόν, εἰς τὸ ὀσπίτιόν του καὶ μετὰ πάσης σπουδῆς ἐδιώρθωσε τὰς ὑποθέσεις του, δίδοντας δὲ τὸν ὑστερινὸν ἀσπασμὸν εἰς τὴν σύζυγόν του καὶ τέκνα του, ταχέως ἐπέστρεφεν πρὸς τὸν τύραννον, καὶ ἔφθασεν πρὶν τοῦ τέλους τῆς προσδιωρισμένης ἡμέρας. Ἀλλ᾿ ὁ τύραννος, βλέποντας τοσαύτην ἐμπιστοσύνην, τρόπον τινὰ ἐκινήθη εἰς σπλάγχνος καὶ τοὺς ἠλευθέρωσεν ἀμφοτέρους.

Ἰδού, ὦ ἀγαπητοί μου, πόσον δύναται νὰ πράξῃ ἡ φιλία, ὅταν εὑρίσκεται ὄντως ριζωμένη εἰς τὰς καρδίας δύο ὑποκειμένων. Στοχάζεσθε, ἴσως, νὰ εἶχον αὐτοὶ οἱ δύο φίλοι καρδίας δούλων; Οὐχί, ὦ Ἕλληνες! Αὐτοὶ ἐφρονοῦσαν ἐλευθέρως, καὶ μόνον ὑπόκειντο εἰς τὸν τύραννον, καθὼς τὴν σήμερον ἀκολουθεῖ εἰς τοὺς περισσοτέρους τοῦ γένους μας. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνθίσῃ τοιαύτη φιλία εἰς σκλαβωμένας καὶ δούλας ψυχάς; Οἱ δοῦλοι, ὦ Ἕλληνες, ἂν καὶ κατὰ συμβεβηκὸς συμφωνήσουν εἰς μερικὰς ἰδέας των, δὲν ἠμποροῦν ποτὲ νὰ συμφωνήσουν εἰς τὸν κυριώτερον σκοπὸν τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς εὐτυχίας των, ὡσὰν ὁποὺ καθεὶς ἀπὸ αὐτούς, εὑρισκόμενος εἰς μίαν παντοτινὴν ἀβεβαιότητα, φυλάττει καθεὶς ξεχωριστὸν τρόπον εἰς τὸ νὰ ζῇ, καὶ ἐξακολούθως προσπαθεῖ διηνεκῶς νὰ διαφθείρῃ τὴν διαγωγήν του, καὶ νὰ τὴν παρομοιάζῃ μὲ τὴν θέλησιν τοῦ τυράννου, ἐπειδὴ τὸ πᾶν κρέμαται ἀπὸ αὐτὸ τὸ βρωμερὸν τέρας.

Ὅθεν, ὅποιος εὐτυχεῖ, ἀγνοεῖ τὸ αἴτιον, καθὼς καὶ ὅποιος δυστυχεῖ. Οὐχὶ δὲ ὑπὸ τῆς νομαρχίας ἀκολουθεῖ οὕτως. Ἀλλ᾿ ἁπαξάπαντες ποθοῦσι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, ἤγουν τὴν ἀκριβῆ διατήρησιν τῶν νόμων, ἐξ ὧν πηγάζει ἡ εὐτυχία πάντων, καὶ διὰ τοῦτο, ἂν διαφέρουσι εἰς ἄλλας των ἰδέας, εἰς τὸν ἀναγκαιότερον ὅμως σκοπὸν ὁμογνωμοῦσιν ἅπαντες. Ἂς ἐπανέλθωμεν λοιπὸν εἰς τὸ προκείμενον.

Ἔχοντες ὅλοι οἱ ἐλεύθεροι ἄνθρωποι τὴν ἰδίαν ζέσιν καὶ ἀγάπην εἰς τὴν διοίκησίν τους, ὅταν ἡ χρεία τὸ καλῇ, ὅλοι ὁμοθυμαδὸν τρέχουσι εἰς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος των, ἤτοι τῶν νόμων των καὶ τῆς εὐτυχίας των. Οἱ δοῦλοι δὲ εὑρισκόμενοι πάντοτε ἀσύμφωνοι, κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ διαυθεντεύσῃ τὴν πατρίδα του, ἑκουσίως καὶ μὲ πόθον, νομίζοντές την ἓν ἀλλότριον κτῆμα, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε νικῶνται. Εἰς αὐτούς, ἀγαπητοί μου, λείπει τὸ κυριώτερον μέσον διὰ τὴν νίκην, τοὺς λείπει, λέγω, ἡ ὁμόνοια, ἐπειδή, ὡς προεῖπον, δὲν ἔχουν ὅλοι τὸν ἴδιον σκοπόν, καὶ ἐν καιρῷ βίας, ὁ δοῦλος δὲν στοχάζεται δι᾿ ἄλλο, εἰμὴ μόνον καὶ μόνον διὰ τὸν ἑαυτόν του, καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν του μόνον εὑρίσκει καὶ πατρίδα, καὶ συγγενεῖς, καὶ φίλους, καὶ τέλος πάντων τὴν εὐτυχίαν του. Καὶ μὴν ἠμπορῶντας νὰ ἐλπίζῃ εἰς ἄλλο τι, οὔτε δι᾿ ἄλλο τι τὸν μέλει, παρὰ διὰ τὸν ἑαυτόν του, καὶ οὕτως ἀκολουθεῖ: ὅπου δοῦλοι, ἐκεῖ καὶ ἀσυμφωνία, ὅπου δὲ ἀσυμφωνία, ἐκεῖ καὶ ὄλεθρος.

Οἱ τύραννοι, ὦ Ἕλληνες, μὲ τὸ νὰ γνωρίζουν τὴν ἀφ᾿ ἑαυτῶν των ἀδυναμίαν, πάντοτε ἐπροσπάθησαν διὰ μέσου τῆς ἀσυμφωνίας, νὰ κυριεύουν καὶ τυραννοῦν τὴν ταλαίπωρον ἀνθρωπότητα, καὶ πάντοτε διὰ μέσου αὐτῆς ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ των. Ἡ ἀσυμφωνία, βέβαια, εἶναι ἕνα ἀλάνθαστον προγνωστικὸν σημεῖον δουλείας. Πολλὰ εὐκόλως, ὦ Ἕλληνες, νικεῖται ἕνας ἀσύμφωνος ἐχθρός. Ὅσον δυνατὸς καὶ νὰ εἶναι, ἐπειδὴ αὐτὴ τὸν διαμοιράζει, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, εἰς τόσους μικροὺς ἐχθρούς, καὶ ἡ δύναμίς του ἐξακολούθως ἐλαττοῦται. Καθὼς ἐπὶ παραδείγματι οἱ δάκτυλοι τῆς χειρός, οἱ ὁποῖοι κινούμενοι ὅλοι μαζί, ἔχουσιν ἀσυγκρίτως μεγαλειτέραν δύναμιν, παρὰ ἀπ᾿ ὅ,τι ἤθελεν ἔχει ὁ καθεὶς κατὰ μέρος.

Ἡ ὁμόνοια, λοιπόν, εἶναι καὶ αὐτὴ μία ἐξακολούθησις τῆς ἐλευθερίας, καθὼς καὶ ὁ ἔρως τῆς πατρίδος, καὶ πάντα τὰ θαυμάσια καὶ χρηστὰ ἔργα. Πρὸς τούτοις, εἰς τὰς ἐλευθέρας πολιτείας, μόνον, φυλάττεται σώα ἡ ἀληθὴς καὶ γλυκεῖα εἰκὼν τοῦ γάμου, ἡ ὁποία εἰς τὴν φυσικὴν ζωὴν ἔλειπε, καὶ εἰς τὴν δουλείαν κατεστάθη τὸ ἀχρειέστερον πρᾶγμα τοῦ κόσμου. Οἱ πατέρες ἀμφιβάλλουν διὰ τὰ ἴδιά των τέκνα, καὶ αὐτὰ ἀγνοοῦσι τοὺς ἀληθεῖς γεννήτοράς των. Ποὺ ἀναισχύντως αἱ γυναῖκες προστάζουσι τοὺς ἄνδρας, καὶ ποὺ ἀσπλάγχνως οἱ ἄνδρες τυραννοῦσι τὰς συζύγους των, ποὺ ὁ γάμος ἐκτελεῖται ὁ ὕστερος, καὶ ποὺ συζεύγονται δύο, ὁποὺ ποτὲ δὲν ὡμίλησαν μαζί.

Ἀλλά, ποτὲ δὲν ἤθελα τελειώσει, ἂν ἤθελα περιγράψει καταλεπτῶς τῶν διαφόρων ὑποδουλωμένων λαῶν τὰς ἀσελγείας καὶ κακὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι διαφέρουσι ἀλλήλων, ὡς καὶ αἱ τυραννίαι διάφοροι ἀποκαθίστανται ἀπὸ τὰς περιστάσεις, δηλαδὴ ἀπὸ τὰ πρῶτα ἤθη τοῦ ὑποδουλωθέντος λαοῦ, ἀπὸ τὸ κλῖμα, ἀπὸ τὴν ποσότητα τῶν κατοίκων, ἀπὸ τὴν μεγαλειότητα τῆς ἐπικρατείας, καὶ ἀπὸ μύρια ἄλλα αἴτια, ὁποὺ δὲν ἀναφέρω, χάριν συντομίας. Οἱ δοῦλοι, ὡστόσον, ἢ ἀπὸ μίαν ἄκραν ἀδιαφορίαν, ἢ ἀπὸ ἄτιμον σκοπόν, ἢ ἀπὸ βίαν, ἢ ἀπὸ φιλαργυρίαν, ἢ ἀπὸ μόνην φιλαυτίαν, παρακινοῦνται καὶ ὑπανδρεύονται, καὶ βέβαια, κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν λαμβάνει γυναῖκα, μὲ τὸ ἴδιον τέλος, ὁποὺ οἱ προπάτορές μας τὸ ἔκαμνον.

Οἱ ἐλεύθεροι γονεῖς ἐπρόσμεναν μὲ χαρὰν νὰ ἀποκαταστήσουν ἐντελῆ τὴν εὐτυχίαν τῶν τέκνων των, καὶ οἱ νέοι ἐλάμβανον τὰς νέας διὰ συζύγους των, εἰς τὴν ἡλικίαν, ὁποὺ ἡ ἰδία φύσις προσδιορίζει. Ἀλλὰ φεῦ! ὁ δοῦλος, ὁ ἑξηκοντούτης λέγω δοῦλος, λαμβάνει διὰ γυναῖκα μίαν δεκαπενταετῆ κόρην, ἢ μία γραῖα ὑπανδρεύεται ἕνα νέον, καὶ οὕτως ἀρχινᾶ ἡ δυστυχία των καὶ τὰ βάσανά των, ἀπὸ τὴν ἡμέραν τοῦ γάμου, μέχρι τέλους τῆς ζωῆς των. Οἱ Ἕλληνες, εἰς τοὺς ἀπερασμένους αἰῶνας, ἐπροσπαθοῦσαν νὰ ἐπιτύχουν, εἰς τοὺς νυμφίους, συμφώνως τοὺς στοχασμούς των, τὰς ἰδέας των, τὰ ἰδιώματά των, καὶ τὴν ἡλικίαν των, οἱ Ἕλληνες δὲ τῶν παρόντων αἰώνων, εἰς τὰ χρήματα μόνον ἀτενίζουσιν ἢ μόνον εἰς τὰ κάλλη, καὶ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς εἰς ἀλλοτρίαν γῆν, καὶ ἀλλογενεῖς λαμβάνουν διὰ γυναῖκας – περὶ ὧν κατωτέρω ρηθήσεται. Τότε τὰ τέκνα ἦτον γλυκεῖα ἐλπὶς τῶν γεννητόρων, νῦν δὲ πρόξενος βασάνων καὶ ἀδημονιῶν9. Μάλιστα δὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁποὺ οἱ νέοι μόλις φθάνουν εἰς τὴν ποθουμένην ἡλικίαν τῆς νεότητος, εἰς τὴν ὁποίαν ἠμποροῦν νὰ ὠφελήσουν τοὺς γονεῖς των, καὶ νὰ τοὺς ἀνταμείψωσι διὰ τὰς χάριτας, ὁποὺ παρ᾿ αὐτῶν ἔλαβον, ἡ ἀνάγκη εὐθὺς τοὺς ξεχωρίζει, καὶ πολλάκις διὰ παντός, ἀπὸ τοὺς γεννήτοράς των, τοὺς συγγενεῖς των καὶ τοὺς φίλους των, διὰ νὰ τοὺς ἐκθέσῃ εἰς τὰς καταδρομὰς τῆς τύχης, εἰς τοὺς ἐλέγχους τῶν βαρβάρων, καὶ τέλος πάντων εἰς ἀνυπόφορον κακὸν γῆρας εἰς ἀλλοτρίαν γῆν.

Ἰδού, ἰδοὺ λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, εἰς τί μᾶς ἔφερεν ἡ δουλεία, καὶ εἰς ὁποίαν ἀθλίαν κατάστασιν ἐκαταντήσαμεν. Εὐκόλως ἠμπορεῖτε νὰ καταλάβητε τώρα, ὦ Ἕλληνες, πόσον εἶναι τὸ χρέος τῶν ἐλευθέρων λαῶν εἰς τὸ νὰ διαυθεντεύσωσι τὴν πατρίδα των, καὶ ἐξακολούθως πόσον εὐχαρίστως τὸ ἐκπληροῦσι. Ἀφοῦ ὅμως συντρίψετε τὰς ἁλύσους σας, τότε θέλετε αἰσθανθῆ, ἀγαπητοί μου, καὶ εὐκολώτερα καὶ καλλιότερα, τὴν δύναμιν, ὁποὺ ἔχει ἡ ἐλευθερία εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων. Ἐγὼ δέ, σιωπῶντας κάθε ἀποδεικτικὴν διήγησιν, τελειώνω μὲ τὸ ἀκόλουθον παράδειγμα.

Εὑρισκόμενος ἕνας στρατιώτης, λέγει ὁ ἀξιάγαστος Πλούταρχος, εἰς τὴν μάχην, καὶ ἀφοῦ ἐνίκησαν τὸν ἐχθρόν, ἔτρεξεν νὰ ἐμποδίσῃ τὸ πλοιάριον εἰς ἕνα ποταμόν, ὅπου ἤθελε νὰ διέλθῃ ὁ ἀρχιστράτηγος τῶν ἀντικειμένων, καὶ φθάνοντάς το τὸ ἥρπασε μὲ τὴν δεξιάν του χεῖρα, διὰ νὰ τὸ βαστάξῃ, ἕως νὰ ἔλθουν οἱ συμπολῖται του, ἀλλ᾿ οἱ ἐχθροὶ ἀπὸ τὸ πλοῖον τοῦ τὴν ἐσύντριψαν, αὐτὸς δὲ παραχρῆμα ἐκτείνει τὴν ἀριστερὰν καὶ ἔπαθε τὸ ἴδιον. Τότε, ὡς λέων, ὥρμησε μὲ τοὺς ὀδόντας νὰ τὸ ἁρπάσῃ, καὶ εὐθὺς τὸν ἀποκεφάλισαν. Ὤ! πόσον, πόσον ζῆλον ἡ πατρὶς εἶχεν ἐμφυτεύσει εἰς τὴν καρδίαν ἐκείνου τοῦ ἥρωος! Καὶ πόσον ἀπέδειξεν ἐμπράκτως τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς αὐτήν!

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΣΧΟΛΙΑ  C1,a

Είναι εντυπωσιακό ότι ο Ανώνυμος ξεπερνά εντελώς όλα τα στοιχεία παθογένειας της Γαλλικής Επανάστασης σαν να μην είχαν συμβεί ποτέ, τη στιγμή που ο ίδιος ο Κοραής γράφει τα χειρότερα, για τα εγκλήματα της Γαλλικής Επανάστασης:

«Για να σχηματίσετε μια ιδέα περί της καταστάσεως μου εδώ και τρία χρόνια, σκεφθείτε έναν άνθρωπο ευαίσθητο και λάτρη της ελευθερίας του, μεταφερόμενο ξαφνικά σ’ έναν βάρβαρο κόσμο, στο κέντρο των Καννιβάλων, αγανακτισμένο με το να βλέπει, ότι το έγκλημα και η αμάθεια σηκώνουν αδιάντροπα το κεφάλι τους κάτω από τη σημαία της αθεΐας, ότι η αρετή και τα τάλαντα ξεψυχούν κάτω από το μαχαίρι των δολοφόνων» [20].

Ακούγεται ειρωνικά η λέξη «αμάθεια» που χρησιμοποιεί ο Κοραής ενάντια στο κλίμα Τρομοκρατίας της Γαλλικής Επανάστασης, όταν ο Ανώνυμος την χρησιμοποιεί σε όλους τους τύπους πάνω από 100 φορές για να κατηγορήσει την κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα και την οποία θέλει να διορθώσει… Δεν έχει όμως ούτε μια λέξη να πει για το έγκλημα και την αμάθεια της εποχής της «Τρομοκρατίας» όπου «σε διάστημα έξι εβδομάδων 1.376 άτομα οδηγήθηκαν στην λαιμητόμο, στο Παρίσι μόνο. Ο ‘απολογισμός’ της τρομοκρατίας ήταν συνολικά: από τα 500.000 άτομα που φυλακίστηκαν, 17.000 καταδικάστηκαν σε θάνατο από δικαστήριο, 25.000 εκτελέστηκαν χωρίς δίκη και μερικές χιλιάδες πέθαναν στην φυλακή, είτε από σωματική εξάντληση είτε από ασθένεια» [21].

Και βεβαίως, ο ριζοσπαστισμός του Ανωνύμου, δεν επιτρέπει να μείνουμε στα «συγκινητικά» ξεσπάσματα του κειμένου της «Νομαρχίας», όπου καλείται ο «υγιής» κλήρος να ακολουθήσει τον δρόμο του Ευαγγελίου (τον οποίο τους τον υποδεικνύει ο Ανώνυμος…):

«Δεν έχαναν ευκαιρία για να τονίσουν, ότι η διαμάχη τους με την Εκκλησία αφορούσε αποκλειστικά τη διαφθορά μιας μερίδας του ανώτερου ιδίως κλήρου και την ενδοτική στάση της μερίδας αυτής απέναντι στην τυραννία. Οι άνθρωποι του Διαφωτισμού υποστήριζαν ότι η κριτική τους στην ουσία επιδίωκε να επαναφέρει την Εκκλησία στην αξιοπρέπεια που της ταίριαζε, με την αναβίωση του αυθεντικού νοήματος και της πρακτικής εφαρμογής του χριστιανισμού του Ευαγγελίου» [22].

Στην πραγματικότητα, μελετώντας κάποιος τα κείμενα αυτά, δεν θα μπορούσε παρά να θέσει το ερώτημα:

«Η θρησκευτική κριτική… ήταν… μια απλή επίθεση κατά της διαφθοράς του κλήρου… ή η οξεία κριτική του κλήρου στην πραγματικότητα συνεπαγόταν την υιοθέτηση της φυσικής θρησκείας του Διαφωτισμού, οδηγώντας λογικά σε αμφισβήτηση των ίδιων των θεμελίων της ορθόδοξης πίστης;… Στην περίπτωση τόσο της Ελληνικής Νομαρχίας όσο και του Λιβέλλου κατά των Αρχιερέων οι διαβεβαιώσεις των συγγραφέων για τη γνησιότητα της εμμονής τους στην ευαγγελική αλήθεια και την Ορθοδοξία δεν μπορούν να κρύψουν τις διάφανες δεϊστικές θρησκευτικές τους προτιμήσεις, οι οποίες αντανακλώνται στην πρόκριση μιας απλουστευμένης και εξορθολογισμένης θρησκείας. Από αυτή την άποψη θα ήταν εύλογο να υποστηρίξει κανείς ότι οι περί της Ορθοδοξίας διακηρύξεις υπαγορεύονταν κατά πρώτο λόγο από τακτικές σκοπιμότητες, συνδεδεμένες με την επιδίωξη της ευρύτερης δυνατής απήχησης για την επιχειρηματολογία τους» [23].

Κατά συνέπεια, όλα αυτά τα περί «υγιούς» κλήρου και Ορθοδοξίας, δεν ήταν παρά ένα περιτύλιγμα, το οποίο θα βοηθούσε ώστε να περάσουν ευκολότερα οι ιδέες του συγγραφέα στον πιστό λαό.

Συκοφαντίες περί «εθελοδουλείας» – Το δήθεν «αντιεπιστημονικό» πνεύμα – Η συμβολή του Διαφωτισμού στην απελευθέρωση

Θα επαναλάβουμε εδώ, την νηφάλια και πολύ ορθή σκέψη, ότι:

«…δεν είναι δυνατό να αντληθεί αντικειμενική πληροφόρηση από κείμενα με λιβελλικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό με μεγάλη προσοχή πρέπει να διαβάζονται έργα, όπως η «Ελληνική Νομαρχία»… Η κατανόησή τους προϋποθέτει καλή γνώση της εποχής και όλων των τάσεών της, για να μη γίνεται ιδεολογική ερμηνεία της ιστορίας» [24].

Και θα όφειλαν όλοι, μετά από τόσα χρόνια, να χρησιμοποιούν τις ιστορικές πηγές με νηφάλιο τρόπο, ασκώντας κριτική με βάση την πραγματικότητα της εποχής:

«Το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως και η Ορθόδοξη ιεραρχία ακολουθούσαν τις κατ’ οικονομίαν λύσεις που επέβαλλε η αναγκαιότητα της συνύπαρξης με ένα αλλόθρησκο κράτος και προσέγγιζαν τα ζητήματα της συλλογικής ζωής του γένους με τη δική τους αίσθηση ιστορικής ευθύνης, η οποία, πρέπει να λεχθεί, πολλές φορές δικαιώθηκε από τις πολιτικές συγκυρίες. Είναι συνεπώς άσκοπο και ανιστόρητο είτε να προβάλλονται απολογίες για τη στάση της Εκκλησίας είτε να ασκείται ευτελής πολεμική για την λεγόμενη ‘εθελοδουλεία’» [25].

Στο παρόν κείμενο ασχολούμαστε κυρίως με την «Νομαρχία», οπότε δεν μπορούμε να επεκταθούμε αναλυτικά στα δεκάδες κινήματα που έλαβαν χώρα σε όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας με την υποστήριξη ιεραρχών και κλήρου. Στο έργο του σημαντικού ιστορικού μας Απόστολου Βακαλόπουλου «Πρώιμοι απελευθερωτικοί αγώνες των Ελλήνων κατά την Οθωμανοκρατία (1453-1669)» (εκδ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2000) μπορεί κάποιος να δει πολλά από αυτά τα στοιχεία, όπως και σε άλλα έργα[26].

Εν τούτοις, θα πρέπει ως δείγμα της υπερβολής με την οποία περιγράφεται το πόσο «καλή ζωή» περνούσαν οι ιεράρχες, να αναφερθεί ότι τα περίφημα «προνόμια» του Πατριαρχείου…

«…ήταν για τους Τούρκους και το σουλτάνο γράμμα κενό, αφού αμέσως και κατάφορα, αλλά και όποτε οι ανάγκες και τα συμφέροντα τούς εξυπηρετούσαν, τα παραβίαζαν, σε σημείο ώστε αυτό να είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Για να γίνει το γεγονός τούτο αντιληπτό, αρκεί ν’ αναφερθεί η συχνότητα και ένταση των φανερών και βίαιων παρεμβάσεων, όχι μόνο κατά της εκκλησίας γενικότερα, αλλά των ιδίων των Πατριαρχών, όπως προκύπτουν απ’ τα ιστορικά κείμενα του Σκαρλάτου Βυζαντινού, Ζ. Μαθά, Α. Υψηλάντου και Μ. Γεδεών» [27].

Και οι πηγές είναι αδιάψευστες:

«Απ’ της αλώσεως της Πόλης το 1453 μέχρι και της απελευθερώσεως του ελληνικού έθνους το 1830, ήτοι επί τριακόσια εβδομήντα επτά έτη, πατριάρχευσαν συνολικά ογδόντα δύο αρχιερείς…εξ’ αυτών εκτελέστηκαν οκτώ», ενώ, «σαράντα Πατριάρχες» είναι εκείνοι που συνολικά «εκτελέστηκαν, εξορίστηκαν ή βασανίστηκαν». Αυτό σημαίνει ότι «κατά μέσο όρο: ένας στους δυο Πατριάρχες εκτελέστηκε, εξορίστηκε ή βασανίστηκε»[28].

Η κατάσταση που επικρατούσε λοιπόν, δεν ήταν αυτή που καθ’ υπερβολή παρουσιάζουν κείμενα σαν την «Νομαρχία». Ακόμη και στο ζήτημα των χρημάτων που συλλέγονταν, από το Πατριαρχείο ή τους Μητροπολίτες, η ανευθυνότητα των διαδόσεων ξεπερνά κάθε όριο. Θα έλεγε κανείς ότι κάποιοι άνθρωποι κρύβονταν και εξακολουθούν να κρύβονται πίσω από το δάκτυλό τους, κάνοντας ότι δεν ξέρουν τι εστί Τουρκοκρατία. Θα ήταν ποτέ δυνατό, από τη στιγμή που οι Τούρκοι ανακάλυψαν έναν εύκολο τρόπο να αντλούν χρήματα, να μην τα πάρουν; Ποιος θα τους αντιστεκόταν; Ποιος θα τους εμπόδιζε; Όμως ο σημαντικός ιστορικός μας, καθηγητής Τωμαδάκης, απαντά σε όποιον συκοφαντεί υστερόβουλα την Εκκλησία…

«…διά την οποίαν μόνον τα κουτσομπολιά των δρόμων και των γραϊδίων γνωρίζει να μεταφέρη εις την συγγραφήν του, δηλαδή με πόσα γρόσσια εξηγόραζεν ο εις και ο άλλος πατριάρχης ή αρχιερεύς την έπαρχίαν και τον θρόνον του. Ος εάν τα γρόσια αυτά δεν τα απαιτούσε και τα έπαιρνε ο κατακτητής Τούρκος, μαζί με τα χαράτσια τα οποία η Εκκλησία συνήγε, διά να πληρώνη τον κεφαλικόν φόρον όλων των ορθοδόξων εις τους Οθωμανούς δυνάστας» » [29](!)

Και ταυτόχρονα, αυτή η προκατειλημμένη αντίληψη, ανίκανη να παραδεχθεί με ειλικρίνεια τα λάθη και τις υπερβολές της, δεν είδε…

«…πουθενά να εδημιούργησεν η Εκκλησία (και δη το Πατριαρχείον) Σχολάς, σχολεία, τυπογραφεία, γηροκομεία, πτωχοκομεία, λεπροκομεία, βιβλιοθήκας; Δέν έμαθε ποτέ εάν εξηγόραζεν αιχμαλώτους από τα παζάρια της Ανατολής; Δεν έμαθε ποτέ εάν ενίσχυε πτωχούς, αδυνάτους, εάν ετύπωνε λεξικά, βιβλία, εάν μετέφραζε την Γραφήν, δια τον λαόν;» [30].

Σε αυτή τη γραμμή κινούμενος και ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας», και ενώ ήταν εύκολος στο να κατηγορεί τους πάντες και τα πάντα (τον κλήρο, τους εμπόρους, τους αδιάφορους νέους), τελικά «αποτελεί ειρωνεία το γεγονός ότι και ο ίδιος ο Ανώνυμος πατριώτης θα μπορούσε να κατηγορηθεί για την ίδια ηθική αποτυχία, αφού ζούσε στην Ιταλία και εξαπέλυε τους μύδρους του κατά της τυραννίας και της διαφθοράς απ’ έξω» [31] (!) (σαν τους δικούς μας «αντιστασιακούς», οι οποίοι στη διάρκεια της δικτατορίας ήταν «αυτοεξόριστοι» στο κοσμοπολίτικο Παρίσι…).

Έτσι λοιπόν, ένας εύπορος, μορφωμένος νέος, με καλές σπουδές, ήταν ο άνθρωπος ο οποίος από την Ιταλία όπου ζούσε, χωρίς να κινδυνεύει καθόλου, έδινε οδηγίες σε εκείνους που ζούσαν με το μαχαίρι στο σβέρκο τους, τι πρέπει να κάνουν και σε ποιον Θεό να πιστέψουν, ενώ, παρά την απόσταση, ήταν ικανός να «γνωρίζει» ακόμη και τι πράττουν οι Μητροπολίτες στο …κρεβάτι τους, συκοφαντώντας ασύστολα τους πάντες…

Και έστω, κείμενα σαν την «Νομαρχία», ενταγμένα σε ένα συγκεκριμένο κλίμα της εποχής μιλούν για «εθελοδουλεία» της Εκκλησίας, προκειμένου να προωθήσουν τη δική τους ιδεολογία στην οποία πίστευαν. Εκείνοι όμως που σήμερα, υιοθετούν άκριτα τα επιχειρήματα αυτά, γιατί το κάνουν; Δεν γνωρίζουν ότι η ουσία του προβλήματος το οποίο αντιμετώπιζε η Εκκλησία, δεν ήταν παρά η εισαγωγή και εξάπλωση της αθεΐας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον επί αιώνες συνεκτικό κρίκο του ελληνισμού; Γιατί, όπως σημειώνει ο σπουδαίος Στίβεν Ράνσιμαν:

«…το τέλος του βυζαντινού κόσμου επήλθε συντομότατα, το 1453. Αλλά έμεινε ένα σπουδαιότατο επίτευγμα. Ο Σχολάριος, ως Πατριάρχης Γεννάδιος, επεξεργάστηκε με τον κατακτητή Σουλτάνο έναν καταστατικό χάρτη που, παρ’ όλους τους καταπιεστικούς όρους επέτρεπε στην Εκκλησία να επιζήσει και στον ελληνικό λαό να διατηρήσει την οντότητα του» [32] και έτσι «η ακεραιότητα της Εκκλησίας διατηρήθηκε και με αυτήν η ακεραιότητα του ελληνικού λαού» [33]. Είναι άλλωστε γνωστό, ότι «περιοχές, που ο πληθυσμός τους εξισλαμίσθηκε ομαδικά έχασαν, με τη πάροδο του χρόνου, μαζί με την πίστη τους και την εθνική τους συνείδηση» [34].

Και τελικά, αν κάποιος μιλάει σοβαρά για «εθελοδουλεία», θα πρέπει να εξηγήσει, με ποιον τρόπο δικαιολογείται το γεγονός ότι η Εκκλησία στήριζε τις ελπίδες απελευθέρωσης στις ρωσικές δυνάμεις:

«θρησκευτική ομοδοξία και άσπονδον μίσος προς τους Τούρκους συνέδεαν πάντοτε Έλληνας και Ρώσσους. Η εκκλησία των Ελλήνων εθεώρει δικαίως προστάτριάν της την ρωσσικήν Πύλην….οι συχνοί και ευτυχείς πόλεμοι των Ρώσσων κατά των Τούρκων ανεπτέρουν πάντοτε τας υπέρ απελευθερώσεως τας ελπίδας. Αν και συνέπεσε εκ περιστάσεως να λάβη την υπάρξιν της η Φιλικη Εταιρία εντός της Ρωσσίας, συνέτρεξε τούτο μεγάλως εις διάδοσίν της» [35].

Είναι προφανές ότι «εθελοδουλεία» σημαίνει παντελής ύπαρξη επαφών ή ελπίδων σχετικά με απελευθέρωση, και απόρριψη κάθε βοήθειας προς το σκοπό αυτό. Πώς είναι δυνατόν, χωρίς ντροπή, να θεωρούν κάποιοι ότι ορθό είναι μόνο το να ελπίζεις σε απελευθέρωση από τους ομόδοξους τους (αθέους) Γάλλους, ενώ είναι …«κακό» να ελπίζεις σε απελευθέρωση με τη βοήθεια των ομοδόξων (ορθοδόξων) Ρώσων!

Γνωστή είναι και η κριτική σχετικά με την «Πατριαρχική εγκύκλιο του Γρηγορίου Ε΄ προς τους Επανησίους», η οποία κριτική ως γνωστόν εθελο-τυφλεί μιλώντας για επιβεβαίωση της δήθεν εκκλησιαστικής εθελο-δουλείας, αποσιωπώντας όμως ότι η Εκκλησία δεν είχε κανένα πρόβλημα να στηριχτεί στους Ρώσους ως ελευθερωτές, και τελικά…

«…με βάση την πρόταση του Γρηγορίου Ε΄ και έπειτα από πολύμηνες και σκληρές διαπραγματεύσεις μεταξύ του Τσάρου, του Σουλτάνου και της επτανησιακής αντιπροσωπίας «συντάσσεται η συνθήκη περί της πολιτικής υπάρξεως της Επτανήσου, και υπογράφεται εν Κωνσταντινουπόλει τας 21 Μαρτίου 1800 υπό των συνταξάντων αυτήν». Σύμφωνα με τη συνθήκη, η «Πολιτεία των Ηνωμένων επτά Νήσων», όπως ονομάσθηκε το νέο Κράτος, είχε πλήρη αυτονομία…»[36].

Άσχετα από την ταραγμένη συνέχεια των νησιών του Ιονίου (σύνταγμα το 1803, δεύτερη γαλλική κατοχή το 1807, αγγλική κατοχή από το 1809 κ.λπ.) η κύρια διαφορά ανάμεσα στην Εκκλησιαστική αρχή και σε πολλούς εκπροσώπους του «διαφωτισμού», ήταν η ξένη δύναμη από την οποία περίμεναν βοήθεια για την απελευθέρωση, για όσο διάστημα η γαλλική δύναμη αποτελούσε και φορέα της τυφλής αθεΐας. Γιατί ως γνωστό…:

«…μεταφέρεται η «πολιτισμική επανάσταση» του Ιακωβινισμού και στα Ιόνια Νησιά, όπου καλλιεργείται το έδαφος για τη μεταφύτευση αυτού του ιδεολογικού και αντιχριστιανικού κλίματος με ποικίλης φύσεως προκηρύξεις, φυλλάδια, διοικητικά έντυπα, συνήθως μονόφυλλα, τα οποία τυπώνονται στα τυπογραφεία της Επτανήσου» [37].

Αυτά έκαναν οι Γάλλοι, μεταφέροντας σταδιακά στη χώρα μας, τις ακρότητες της Γαλλικής Επανάστασης.

Και βεβαίως, το πρόβλημα σε καμιά περίπτωση δεν ήταν …εθνικό. Το Πατριαρχείο δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να απελευθερωθεί η πατρίδα από Γάλλους, αν αυτοί σέβονταν την ελληνορθόδοξη παράδοση. Σαφώς…

«…ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ δεν είχε τίποτε με τον γαλλικό λαό και τους αγνούς Γάλλους πατριώτες, που αγωνίζονταν για την πραγματική πολιτική ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, καταφαίνεται από το εξής γεγονός: Μετά τον τερματισμό της Γαλλικής Επαναστάσεως και την αποκατάσταση της Χριστιανικής θρησκείας στη Γαλλία, ως και τον παραμερισμό ακραίων θέσεων των Γάλλων επαναστατών από τον Ναπολέοντα,ο Πατριάρχης τόλμησε να έλθει σε μυστικές συνεννοήσεις με τον Γάλλο αυτοκράτορα μέσω του πανίσχυρου πρεσβευτή του τελευταίου στην Κωνσταντινούπολη, του στρατηγού Σεμπαστιάνι για την απελευθέρωση των Ελλήνων»[38].

Για το γεγονός αυτό, καταλυτική είναι η μαρτυρία του νηφάλιου και αντικειμενικού αγωνιστή, στρατηγού Ιωάννη Μακρυγιάννη:

«Ο μακαρίτης ο Ναπολέων ο αυτοκράτορας της Γαλλίας, το καύκημα του κόσμου, διά μέσον του πρέσβυ του τότε Σεμπαστιάνη γράφει του Πατριάρχηεις Κωσταντινόπολη και του λέγει να στείλη να κατήχηση παντού τους χριστιανούς, να είναι ετοιμασμένοι, κι όταν να είναι καιρός όπου θα κινηθή, να χτυπήσουν κι αυτείνοι…Του αποκρίθη ο Πατριάρχης ότι ξακολουθεί από καιρό ό,τι του γράφει. Κι έστειλε και κατηχούσαν. Η κακή τύχη, απότυχε ο μακαρίτης ο Ναπολέων και νεκρώσανε κι αυτά. Αυτό το σκέδιον το ήξερε κι ο Καποδίστριας από τον Πατριάρχη» [39].

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΠΗΓΗ ΣΧΟΛΙΩΝ  http://oodegr.com/

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in Ideologic matters and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s