Ταπείνωση και αξιοπρέπεια του ανθρώπου (A)


Σεργκέι Αβέριντσεφ

(1937)

Μετάφραση: Μίλια Αγγελίδη  

 

Δύο δυνάμεις εσωτερικά ξένες προς τον κόσμο της κλασικής αρ­χαιότητας, και που, στην διμοναδικότητά τους, σχηματίζουν την αρχή του «βυζαντινισμού» -αυτοκρατορική εξουσία και χριστιανική πίστη-, εμ­φανίζονται σχεδόν ταυτόχρονα. Οι βυζαντινοί συγγραφείς αρέσκονταν να επισημαίνουν ότι η γέννηση του Χριστού συνέπεσε με τη βασιλεία του Αυ­γούστου. Η ποιήτρια Κασσιανή, στο χριστουγεννιάτικο ιδιόμελό της, μας μιλά πάνω σ’ αυτό έτσι:

Αυγούστου μοναρχήσαντος επί της γης

η πολυαρχία των ανθρώπων επαύσατο·

και σού ενανθρωπήσαντος εκ της αγνής

η πολυθεΐα των ειδώλων κατήργηται.[1]

Εάν ο χριστιανισμός και η καισαρική ιδέα του Αγίου Κράτους συναντήθη­καν την εποχή του Κωνσταντίνου, αποτελώντας τους δύο πόλους της βυ­ζαντινής κοινωνικής συνείδησης, συμπληρώνοντας αναγκαία ο ένας τον άλ­λο,[2] τότε η σύζευξή τους πρέπει να θεωρηθεί αρκετά αντιθετική. Ο χρι­στιανισμός μπόρεσε να γίνει το πνευματικό σύστοιχο του αυτοκρατορικού κράτους ακριβώς -και εδώ είναι η παράδοξη λογική της πραγματικότη­τας- χάρη στην ηθική του απομόνωση από το κράτος αυτό. Βέβαια, μετά τον εκχριστιανισμό της αυτοκρατορίας η εκκλησία προχώρησε πολύ μακριά για να συναντήσει την κοσμική κυριαρχία: οι χριστιανοί, που κάποτε πέ­θαιναν αρνούμενοι τη θεοποίηση του αυτοκράτορα, άρχισαν να αποδίδουν στους επίγειους άρχοντές τους τα επίθετα του Βασιλέα των Ουρανών.[3] Ωστόσο, στα Ευαγγέλια υπήρχε: «Η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου» και «Απόδοτε ουν τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ», και τα λόγια τούτα δεν μπορούσαν πια να εξαλειφθούν από τη μνή­μη των πιστών. Πόσο μάλλον που τα λόγια τούτα ήσαν χρήσιμα για τους υπηκόους του Αγίου Ρωμαϊκού Κράτους. O απλός ανθρωπάκος ήταν σχε­δόν εντελώς έγκλειστος στο αυταρχικό κρατικό σύστημα, υποχρεωνόταν να υπακούει, όχι από φόβο, μα από σεβασμό, και επιπλέον στο όνομα της θρησκείας του – ώστε «ο αντιτασσόμενος τηι εξουσία τηι του Θεού διαταγήι ανθέστηκεν».[4] Αυτός, λοιπόν, ο ανθρωπάκος ειλικρινά υποκλινόταν μπρο­στά στο μαγικό φωτοστέφανο της εξουσίας· μα, ωστόσο, η πίστη του διαφύλαττε στη συνείδησή του την ιδέα ότι υποτάσσεται στην εξουσία, όχι γι’ αυτή την ίδια, όχι από υποταγή στη δύναμη, αλλά για χάρη του Θεού του, που θα κρίνει τους κρατούντες την εξουσία παράλληλα με αυτόν τον ίδιο. Επειδή ο νεογέννητος Χριστός ήταν καταγεγραμμένος υπήκοος του αυτοκράτορα Αυγούστου, οι βυζαντινοί ερμηνευτές το έβλεπαν αυτό σαν βα­σική απαλλαγή από το πάθος για την εξουσία και για την ιθαγένεια: «Όπως εκείνος [ο Χριστός – Σ.Α.] δέχτηκε την περιτομή και κατήργησε την περιτομή, έτσι έχοντας γραφτεί δούλος κατήργησε τη δουλεία της φύσεώς μας. Δηλαδή, όσοι υπηρετούν τον Κύριο δεν θα είναι πια δούλοι στους αν­θρώπους, όπως λέγει ο Απόστολος: «Μη γένοιτε δούλοι τοις ανθρώποις.»[5]

Εδώ περνάμε σε αυτή τη διαδικασία του προσανατολισμού της Μεσο­γείου, όπου αναπτύχθηκαν και η ψυχολογία του καισαρισμού και η ψυχολο­γία του χριστιανισμού. Γιατί η εγκαθίδρυση της αυτοκρατορίας εσήμαινε το θρίαμβο ενός τέτοιου συστήματος σχέσεων ανάμεσα στην εξουσία και στον άνθρωπο, που αποδείχτηκε ασυνήθιστο για τον ελληνορωμαϊκό κόσμο, μα που είχε από καιρό προετοιμαστεί στις δεσποτείες της Εγγύς Ανατολής. Όχι άδικα την εποχή του Καίσαρα και του Οκταβιανού διαδίδονταν στη Ρώμη σκοτεινές φήμες για επικείμενη μεταφορά της πρωτεύουσας της αυ­τοκρατορίας στην Ανατολή[6] (κάτι που πραγματοποιήθηκε μετά από τρεις εκατονταετίες περίπου). Ο αρχαίος κόσμος προσπαθούσε να απωθήσει τις θεωρητικές τάσεις στην περιφέρεια της κοινωνικής ζωής, και να τις εξουδε­τερώσει. Ολόκληρη η πόλη-κράτος και οι κρατικές μορφές της λογίζονταν θεοφύλακτες (στην Αθήνα, μάλιστα, υπήρχε η λατρεία της Αθηνάς Δημοκρα­τίας), Αλλά η ύπαρξη ειδικής κατηγορίας ανθρώπων που θα είχαν το δικαίωμα να ενεργούν απεριόριστα εξ ονόματος των θεών δεν ήταν νοητή. Γι’ αυτό η ιδέα της θεοκρατίας εμφανιζόταν εχθρική προς την εξουσία της πόλης-κράτους: την άρπαζαν οι αρχηγοί των επαναστατημένων δούλων, όπως ο Εύνους, και, στον άλλο πόλο της κοινωνικής ζωής, οι αντιποιούμενοι την εξου­σία για προσωπικούς σκοπούς, όπως ο Καίσαρας. Αλλά η «θεϊκή επιλογή» των βυζαντινών «φιλοχρίστων» αρχόντων είχε ως ακριβές πρότυπο ακόμα και τη «θεϊκή επιλογή» του Πέρση βασιλιά Κύρου Β’, όπως τον περιγράφει το Βιβλίο τον Ησαΐα στην Παλαιά Διαθήκη: «Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός τωι χριστώι μου Κύρωι, ού εκράτησα της δεξιάς επακούσαι έμπροσθεν αυτού έθνη.»[7] Το δράμα της αγίας κοσμοκρατορίας, ερμηνευμένο ειδωλολατρικά από τον Αύγουστο και χριστιανικά από τον Κωνσταντίνο, παιζόταν στην Εγγύς Ανατολή κατά τη διάρκεια όλης της ιστορίας της, από χιλιετηρίδα σε χιλιετηρίδα, και σε αυτό το χρονικό διάστημα όχι μονάχα οι εξουσιαστές, αλλά και οι εξουσιαζόμενοι είχαν την ευκαιρία να μάθουν τόσο καλά το ρό­λο τους όσο δεν μπόρεσαν αυτοί που υπέπεσαν στις συνθήκες της αυτοκρα­τορίας – απόγονοι των δημοκρατικών λαών της Μεσογείου. Κατά τους χρό­νους των πόλεων-κρατών οι Έλληνες συνήθιζαν να ονομάζουν τους υπη­κόους του περσικού κράτους «δαρμένους δούλους»· η σοφία της Ανατολής είναι η σοφία των δαρμένων, όμως υπάρχουν καιροί όπου, καθώς λέει η παροιμία, «ένας δαρμένος κάνει όσο δύο άδαρτοι». Στις περιοχές των πα­λαιών δεσποτειών της Εγγύς Ανατολής είχε συσσωρευτεί μια τέτοια εμ­πειρία ηθικής συμπεριφοράς στις ριζωμένες πια συνθήκες πολιτικής ανελευθερίας που δεν μπορούσε καν να την ονειρευτεί ο ελληνορωμαϊκός κόσμος.

Για να συλλάβουμε την ιδιαιτερότητα της εμπειρίας της Εγγύς Ανα­τολής χρήσιμο είναι να θυμηθούμε, ως αντίθεση, το αρχαιοελληνικό ιδανι­κό της πνευματικής ελευθερίας μπροστά στους διώκτες του – το ιδανικό του Σωκράτη. Το ιδανικό αυτό έλαβε αθάνατη λογοτεχνική πραγμάτωση στην πλατωνική Απολογία. «Μη θορυβείτε, ω άνδρες Αθηναίοι…» – όποιος το έχει διαβάσει αυτό έστω και μία φορά θα το θυμάται για όλη του τη ζωή. Να «κατακρίνει» η να «ταπεινώνει» κανείς τη μορφή του Σωκράτη, να αφαιρεί την αίγλη από τά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της σπάνιας πνευ­ματικής του αρετής, να του στερεί κανείς τη θέση του ανάμεσα στους πνευματικούς οδηγητές της ανθρωπότητας, δεν είναι μόνο άδικο, αλλά και μά­ταιο: ο Σωκράτης θα μείνει αυτός που είναι. Είναι εντελώς διαφορετικό να παρακολουθεί κανείς τις προϋποθέσεις μιας ιδιότητας του αρχαίου πολιτι­σμού τέτοιας όπως η «πλαστικότητά» του. Ο Αθηναίος σοφός γνωρίζει καλά ότι μπορούν να τον θανατώσουν, όμως δεν μπορούν να τον ταπεινώ­σουν με βάναυσες φυσικές βιαιοπραγίες, γνωρίζει ότι η τακτή ομιλία του στη δίκη μπορεί να διαρκέσει τόσο χρόνο όσο του εγγυώνται τα δικαιώμα­τα του κατηγορούμενου, και οτι κανένας δε θα τον εξαναγκάζει να σωπαίνει χτυπώντας τον στο πρόσωπο η στο καλλίλογο στόμα του (όπως έγινε, κατά τά γραφόμενα της Καινής Διαθήκης, με τον Χριστό ή με τον Απόστολο Παύλο[8]). Όταν ο Σωκράτης ατάραχος παίρνει στά χέρια του το κύπελλο με το κώνειο, αυτό είναι μια υψηλή χειρονομία (η λέξη «χειρονομία» δεν χρησι­μοποιείται εδώ καθόλου με τη θεατρική της σημασία, της θεαματικής και, συνεπώς, «αφύσικης» ενέργειας, Αλλά μάλλον σαν Αντιστοιχία της γερμα­νικής λέξης Haltung·* το ίδιο απέχει και από τις λέξεις «πόζα» και «ύφος»). Όμως αυτό το λαμπρυνόμενο με μια τέτοια χειρονομία όραμα της απέραντης πνευματικής ελευθερίας εξασφαλίζεται από τις κοινωνικές εγγυή­σεις που παρέχει στον πολίτη με τα πλήρη πολιτικά δικαιώματα η ελεύ­θερη δημοκρατική πολιτεία. Το να κρατά κανείς την ψυχραιμία του, να με­τρά και να καθοδηγεί τη φωνή του, και με αυτό να δείχνει τις διακυμάν­σεις της ψυχής του, είναι κάτι που μπορεί να κατορθώσει μπροστά στο θάνατο, οχι όμως και κάτω από σωματικές δοκιμασίες.[9] Ακόμα και όταν, στη χαραυγή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, επέτρεψαν στον Σενέκα να ανοί­ξει τις φλέβες του, και να δημοσιοποιήσει για τελευταία φορά το θέαμα της «αταραξίας», ο υψηλόφρων αυτός στωικός εξακολουθούσε να είναι ηθο­ποιός – που με τη συγκατάθεση των φονιάδων του έπαιξε ως το τέλος το ρόλο του. Από την άλλη μεριά, οι Ιουδαίοι, που τους σταύρωναν κατά μά­ζες οι στρατιώτες του Βεσπασιανού, ή εκείνες οι Μικρασιάτισσες χωρικές, που για τις κακές τους υπηρεσίες καταδικάζονταν σε βασανιστήρια από τον αισθητικό και λογοτέχνη Πλίνιο τον Νεότερο,[10] ασφαλώς βρίσκονταν σε τελείως διαφορετική βιοτική κατάσταση. Όσον αφορά τον κόσμο της Εγ­γύς Ανατολής, στις δεσποτείες της συμπεριφέρονταν από παράδοση διαφορε­τικά ως προς την αξιοπρέπεια του ανθρώπινου σώματος απ’ ό,τι επέτρεπε η συνείδηση των Ελλήνων πολιτών. Ακόμα και οι οικείοι του Πέρση βασιλιά ήσαν υποχρεωμένοι να υποκλίνονται μπροστά του (είναι η συνήθεια αυτή του προσκυνήματος, που τόσο εξένισε τον Καλλισθένη,[11] και που φάνηκε στον κυνικό Διογένη ακατανόητη, όσον αφορά ακόμα και τη συμπεριφορά των ανθρώπων προς τους θεούς,[12] και που την αποδέχτηκαν, και την παρανόησαν οι άνθρωποι στη βυζαντινή ασκητική πρακτική με τις εδαφιαίες υποκλίσεις κατά την προσευχή[13])· σε περίπτωση δυσμένειας αυτός ο οικείος του βα­σιλιά θα μπορούσε και να ανασκολοπιστεί ακόμα. Ο προφήτης Ησαΐας, αν πιστέψει κανείς την ιουδαϊκή παράδοση, είχε πριονιστεί ζωντανός με ξύλινο πριόνι. Εξάλλου, η τιμωρία της σταύρωσης εφαρμοζόταν στον ελληνορωμαϊκό κόσμο στους δούλους και σε άλλους ανθρώπους που δεν είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα·[14] Αλλά και στην Εγγύς Ανατολή ο Ασμοναίος μονάρχης Αλέξανδρος Ιανναίος μπορούσε να καταδικάσει σε σταύρωση εκατοντάδες σεβάσμιους δασκάλους του λαού από την τάξη των Φαρισαίων.[15] Ο ανατολίτης γραμματικός, ο σοφός ή ο προφήτης, ο ανατολίτης άρχοντας, ακόμα και ο ανατολίτης βασιλιάς (ας θυμηθούμε τα εξορυγμένα μάτια του Εζεκία, που η μοίρα του ήταν πρότυπο της μοίρας τόσων ψυ­χών στους βυζαντινούς αιώνες!), όλοι ετούτοι γνώριζαν καλά ότι τα σώμα­τά τους δεν ήσαν ασφαλή από τέτοιες βιαιοπραγίες, που δεν άφηναν φυσικά καμιά θέση για τη σωκρατική ηρεμία. Σιγά-σιγά, αυτά τα ήθη έγιναν χα­ρακτηριστικά και για τη Μεσόγειο. Το όργιο των βασανισμών στον καιρό του Τιβέριου και του Νέρωνα, που πολύ εκφραστικά περιγράφονται από τον Σουητώνιο και τον Τάκιτο, είναι μόνο το προανάκρουσμα. Η ύστερη αρ­χαιότητα ήξερε πια την πρακτική της υποταγής με τις ποινές ακρωτηρια­σμού, ειδικά στο στρατό·[16] οι Νεαρές του Ιουστινιανού κάπως περιορίζουν αυτή την πρακτική, όμως συνάμα και την νομιμοποιούν.[17] Μετά η διαδικα­σία τραβάει πιο πέρα: ο δρόμος από την Ιουστινιάνεια νομοθεσία μέχρι την Εκλογή του Λέοντα του Γ’ (726) σημαδεύεται και από μια ύφεση – με την αντικατάσταση της θανατικής ποινής με άλλες τιμωρίες – και από μια έξαρση ταυτόχρονα των σωματικών βασανισμών και δοκιμασιών,[18] εξαιτίας ακρι­βώς αυτής της αντικατάστασης. Η απομίμηση της αρχαίας ανατολίτικης συνήθειας της ρινοτομίας είναι πολύ γνωστή στους αναγνώστες του Ηρο­δότου·[19] στο πρόσωπο του Ιουστινιανού Β’ ένας ρινότμητος είχε καθίσει στον ρωμαϊκό θρόνο.

Στις κοινωνικές συνθήκες των δεσποτειών της Εγγύς Ανατολής και του Βυζαντίου η αρχαία κλασική εικόνα για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια μετατρέπεται σε κενό λόγο, ενώ η αλήθεια και η αγιότητα μεταμορφώνονται μέσα στις καρδιές των ανθρώπων στην πιο αντιαισθητική, στην πιο κακοφτιαγμένη μορφή που μπορεί να υπάρξει, στη συγκλονιστική μορφή του «Δούλου Γιαχβέ», Από το 53ο κεφάλαιο του Βιβλίου του Ησαΐα της Πα­λαιάς Διαθήκης, που θεωρείται από τους χριστιανούς ομοίωση του Χριστού: «και ουκ είχεν είδος ουδέ κάλλος· άλλα το είδος αυτού άτιμον εκλείπον παρά πάντας ανθρώπους, άνθρωπος εν πληγήι ών και ειδώς φέρειν μαλακίαν, ότι απέστραπται το πρόσωπον αυτού, ητιμάσθη και ουκ ελογίσθη.»[20]

Η Παλαιά Διαθήκη είναι ένα βιβλίο όπου κανένας δεν ντρέπεται να υποφέρει και να φωνάζει τον πόνο του. Κανένας θρήνος στην ελληνική τραγωδία δεν γνωρίζει τέτοιες σωματικές, τέτοιες «κοιλιακές» εικόνες και μεταφορές για τα βάσανα: μέσα στο στήθος του ανθρώπου η καρδιά λιώνει και χύνεται στα σπλάχνα του, τα κόκαλα τσακίζονται και οι σάρκες κολ­λούν στα κόκαλα.[21] Η συγκεκριμένη αυτή σωματικότητα του πόνου της γέννας και του θανάτου, που μυρίζει αίμα, ιδρώτα και δάκρυα, είναι η σω­ματική προσβολή της ταπεινωμένης σάρκας· ας θυμηθούμε τη «γύμνια της ντροπής» («`erjah seth») των αιχμαλώτων και μελλοντικών δούλων, που γι’ αυτούς μιλά ο Μιχαίας.[22] Γενικά, η αντίληψη που υπάρχει στη Βίβλο για τον άνθρωπο δεν είναι λιγότερο σωματική απ’ ό,τι στην αρχαιότητα – μό­νο που εδώ το σώμα δεν είναι ομορφιά, μα πόνος, ούτε είναι κίνηση, μα σπαραγμός, ούτε η ογκηρή πλαστική των μυώνων, μα τα πληγιασμένα «απόκρυφα σπλάχνα» (ταμίεια κοιλίας[23] αυτό το σώμα που δεν φαίνεται απ’ έξω, μα που το νιώθεις από μέσα, και η μορφή του συντίθεται όχι από τις εντυπώσεις των ματιών, μα από τους κραδασμούς του ανθρώπινου «έσω». Αυτή η μορφή του σώματος που πάσχει, του σώματος που βασανίζεται, που μέσα του, ωστόσο, ζει μια τέτοια «αιμάτινη», «κοιλιακή», «καρδιακή» ζεστα­σιά εσωτερικότητας, είναι ξένη για το αγαλματένιο, το εκτεθειμένο στα μά­τια του κόσμου σώμα του Έλληνα αθλητή. Η πανέμορφη και ήρεμη «ολύμ­πια» γύμνια, που ποτέ δεν αναφέρεται σαν «γύμνια της ντροπής», σαν απογυ­μνωμένη και απροστάτευτη, είναι υπέροχη επειδή η γύμνια αυτή είναι του ελεύθερου με πλήρη δικαιώματα ανθρώπου, από τα πριν προφυλαγμένου από την ταπείνωση του πόνου, από τους βασανισμούς. Ωστόσο, στον δουλοκτητικό κόσμο, όπου τα δικαιώματα των ελεύθερων πολιτών καθορίζονταν από κάποια αδικία, και η σωματική αξιοπρέπεια των ελεύθερων διασφαλιζόταν με τη σωματική ταπείνωση των ανελεύθερων, η λάμψη της «ολύμπιας» γυ­μνότητας έκρυβε μέσα της κάποια αναλήθεια. Αυτή η αναλήθεια σταθερά επα­νορθώνεται, μα κατά καιρούς βαθαίνει και οξύνεται από το ξεχείλισμα του οπτικού εντυπωσιασμού της στιγμής. Ακριβώς επειδή στο σχέδιο της κοινωνικής σημειωτικής η ελληνική ιδέα για την αξιοπρέπεια του σώματος περιέκλειε διαφορετική σημασία, σημασία «γοήτρου», προϋπέθετε το γνω­στό μειονέκτημα της εσωτερικότητας, του βάθους, της τελειωτικής συγκεκριμενότητας. Η αρχαία Ελλάδα καλλιεργούσε συγκριτικά λίγο το πάθος των σημείων και των διακριτικών, μετέτρεψε όμως το ίδιο το αρμονικά ανεπτυγμένο σώμα του ελεύθερου πολίτη, που δεν το ασχήμισαν ούτε οι δοκιμασίες της δουλείας ούτε ο μόχθος του σκλάβου, σε σημείο και διακρι­τικό, σε σήμα του κοινωνικού αξιώματος. Η υπερηφάνεια των κυρίων έγινε, όπως ποτέ άλλοτε, σωματική, αλλά μέσα από τη σωματικότητα αυτή έγινε πολύ κοινή και πολύ θεαματική, λίγο ξεκομμένη, ψυχικά αποξενωμένη από το φορέα της σε όφελος της ολότητας των πολιτών. Έγινε το αρι­στοκρατικό καλόν καγαθόν, και μόνο την πτώση περίμενε της κοινωνικής δομής της πόλης για να μεταβληθεί σε «πάγκαλη μορφή». Απεναντίας, η βιβλική λογοτεχνική παράδοση έχει τις ρίζες της σε εντελώς διαφορετική κοινωνική εμπειρία – και μάλιστα τέτοια που ποτέ δεν γνώρισε ούτε τις κατακτήσεις ούτε τα οράματα του ελεύθερου πολίτη του άστεως. Με αυτή την προοπτική πρέπει να εκτιμηθεί η σημασία της κατάστασης των λαών στις χώρες της Μεσογείου, που, δεχόμενοι το χριστιανισμό, πήραν στα χέ­ρια τους τη Βίβλο.


 

[1] W. Christ et M. Paranikas, Anthologia Graeca carminum Christianorum, Lipsiae, 1871, σελ. 103.

[2] Πρβλ. πιο κάτω το κεφάλαιο «Σημείο, σημαία, σήμανση».

[3] Βλ. Η. Hunger, Reich der Neuen Mitte. Der christliche Geist der byzantinischen Kultur. Graz-Wien-Koln, 1965, σελ. 81.

[4] Προς Ρωμαίους, 13:2.

[5] Μπλαγκοβέστνικ. Συζητήσεις επί των Ιερών Ευαγγελίων, του αειμνήστου Θεοφυλάκτου αρχιεπισκόπου Βουλγαρίας, σελ. 286.

[6] Ο Καίσαρας δήθεν αμφιταλαντευόταν για την εκλογή της πρωτεύουσας ανάμεσα στην Αλεξάνδρεια και την Τροία. Βλ. Σουητώνιος, Divus Caesar, 79· Οράτιος, Carmina, III, 3.

[7] Ησαΐας, 45:1.

[8] Πράξεις Αποστόλων, 23:2· πρβλ. Κα­τά Λουκάν 22:6.

* «Στάση» (Σ.τ.μ.).

[9] Πρβλ. Ε. Benz, Der gekreuzigte Gerechte in Plato, Bibel und Fruhchristentum, Mainz, 1947.

[10] Γάιος Πλίνιος Καικίλιος, Epistulae, Χ, 96.8.

[11] Πλούταρχος, Βίος Αλεξάνδρου, 54.

[12] «Βλέποντας κάποτε μια γυναίκα, που ξάπλωνε μ’ αναξιοπρεπή τρόπο μπροστά στα αγάλματα των θεών και θέλοντας να την απαλλάξει από τη δεισιδαιμονία τής είπε, κατά τον Ζωίλο τον Περγαίο, πλησιάζοντάς την: «Δεν φοβάσαι μήπως ο θεός βρίσκεται πίσω σου – αφού όλα είναι γεμάτα από την παρουσία του – και φέρεσαι προς αυτόν με τον αναξιοπρεπή αυτό τρόπο;» Στο ναό του Ασκληπιού χάρισε έναν πυγμάχο να κυνηγά και να δέρνει όσους έπεφταν χάμω μπροστά στους θεούς.» (Διογένης Λαέρτιος, Στ’, 37-38, Μνημεία της επιστημονικής-καλλιτεχνικής φιλολογίας της ύστερης αρχαιότητας, 2ος-5ος αι., Μόσχα, 1964, σελ. 157).

[13] Γι’ αυτή την πρακτική, σαν κάτι που εννοείται από μόνο του, ομιλεί ήδη ο Ισαάκ της Νινευή: «Ας είναι για σένα το λιγό­τερο να κάνεις τριάντα μετάνοιες σε μια φορά, μετά να προσκυνήσεις τον τίμιο σταυρό και μ’ αυτό να τελειώνεις. Όμως υπάρχουν και εκείνοι, που κατά τη δύνα­μή τους, προσθέτουν και άλλες μετάνοιες» (Έργα του αβά Ισαάκ του Σύρου, ασκη­τή και αναχωρητή, Ασκητικοί Λόγοι, γ’ έκδοση, 1911, Λόγος 59, σελ. 322· πρβλ. και ό.π., Λόγος 40, σελ. 167· Λόγος 54, σελ. 193· Λόγος 75, σελ. 375).

[14] Ο Τάκιτος ονομάζει τον ανασκολοπισμό «τιμωρία δούλων» (servile supplicium). – Τάκιτος, Historiae IV, 11.

[15] Ιώσηπος Φλάβιος, Antiquitates Judaicae, XIII, 14, 2.

[16] Βλ. Β. Sinogowitz, Studien zum Strafrecht der Ekloge, Athenis, 1956, σελ. 19-20.

[17] Π.χ., Ιουστινιανός, Novellae, αρ. 134.

[18] Βλ. Εκλογή, 17. Πρβλ. Ε. Ε. Λίπσιτς, Δίκαιο και δικαστήρια στο Βυζάντιο από τον 4ο ως τον 8ο αι., Λένινγκραντ, 1976, σελ. 198· Β. Sinogowitz, Studien zum Strafrecht der Ekloge, passim· H. Hunger, Reich der Neuen Mitte. Der christliche Geist, σελ. 197-198.

[19] Ηρόδοτος, Ιστοριών Γ’, 69· Γ’, 154-157.

[20] Ησαΐας, 53:2.

[21] Πρβλ. Ψαλμοί, 6, 21/22, 37/38, 54/55, 68/69, 101/102 και προπάντων τους μονολόγους του πρωταγωνιστή του Βι­βλίου του Ιώβ.

[22] Μιχαίας, 1:11.

[23] Παροιμίαι, 20:27· 20:30.

( CYNECHIZETAI )

PEEGEE  Εκηβόλος

Τριμηνιαίο περιοδικό λογοτεχνίας, θεωρίας της λογοτεχνίας και κριτικής

Τεύχος 16-17, Αθήνα, Φθινόπωρο 1987

Σημείωση του Εκηβόλου

Το άρθρο που ακολουθεί, «Ταπείνωση και αξιοπρέπεια του ανθρώπου», είναι ένα κεφάλαιο από το βιβλίο του Σεργκέι Αβέριντσεφ, «Ποιητική της πρώιμης βυζαντινής λογοτεχνίας» (Μόσχα, 1977).

Advertisements

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in PHILOLOGIE. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.