Η Ελλάς του ΟΧΙ – Αφιέρωμα στην 28η Οκτωβρίου 1940


Προσωπικώς, βεβαίως, δεν θα είχα κανένα πρόβλημα εάν τις
παρελάσεις τίς είχε καθιερώσει ο Ιωάννης Μεταξάς. (Θα ήταν μία ακόμη
προσφορά του στην Ελλάδα, μαζί με το ΟΧΙ του 1940, το ΙΚΑ, το οκτάωρο,
την σιδηροδρομική γραμμή Πειραιώς-Κηφισίας, την διδασκαλία των
τραγωδιών στα αρχαία θέατρα, την διδασκαλία της δημοτικής γλώσσης και
την γραμματική του Μανώλη Τριανταφυλλίδη κ.ά. πολλά.) Αλλά, πρόσφερε
μεν πολλά στην Ελλάδα ο Μεταξάς, οι μαθητικές παρελάσεις, όμως, δεν
είναι δική του εφεύρεση!

Κωνσταντίνος Χολέβας

 

Όπως κάθε χρόνο έτσι και εφέτος ακούμε τις θορυβώδεις διαμαρτυρίες
μιας μικρής μειοψηφίας πολιτικών και διανοητών που ζητούν την
κατάργηση των μαθητικών και των στρατιωτικών παρελάσεων. Για μία ακόμη
φορά στο όνομα της ψευδούς προοδευτικότητος ακούονται ανιστόρητα
επιχειρήματα, ότι δηλαδή τις μαθητικές παρελάσεις καθιέρωσε για πρώτη
φορά το 1936 ο Ιωάννης Μεταξάς. Ε, λοιπόν, καλόν είναι να θυμηθούμε
λίγο την Ιστορία και να γίνουμε πιο ακριβείς και τεκμηριωμένοι.
Μαθητικές παρελάσεις υπήρχαν πολύ πριν από το καθεστώς Μεταξά. Στο
βιβλίο του «Θράκη» και συγκεκριμένα στην σελίδα 374 ο καθηγητής του
Α.Π.Θ. Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος αναφέρεται στα ελληνικά σχολή της
Αδριανούπολης στα τέλη του 19ου και τοις αρχές του 20ού αιώνος. Εκεί
περιγράφει παρελάσεις μαθητικές, παρουσιάζει δε και σχετικές
φωτογραφίες όπου βλέπουμε αγόρια και κορίτσια να παρελαύνουν υπό το
βλέμμα του Οθωμανικού καθεστώτος. Οι μελετητές της ιστορίας της
Μ.Ασίας περιγράφουν τις μαθητικές παρελάσεις που διοργάνωναν τα
σχολεία της Σμύρνης από το 1919 έως και το 1922 στο γήπεδο του
Πανιωνίου με τιμώμενο πρόσωπο τον μαρτυρικό Μητροπολίτη Σμύρνης
Χρυσόστομο. Ο μακεδονομάχος Δικώνυμος -Μακρής περιγράφει την
απελευθέρωση της Σιάτιστας το 1912 από ανιχνευτές του Ελληνικού
Στρατού και διηγείται ότι στην πανηγυρική εκδήλωση προπορεύονταν οι
μαθητές κρατώντας εκκλησιαστικά λάβαρα. Εξ άλλου στην Κύπρο οι
μαθητικές παρελάσεις καθιερώθηκαν πολύ πριν από το 1936 ως εκδήλωση
πατριωτισμού των Ελλήνων που κατεπιέζοντο από τους Βρετανούς. Ένα
θεσμό, λοιπόν, τον οποίο ανέχθηκαν οι Οθωμανοί κατακτητές και οι
Βρετανοί απποικιοκράτες θέλουν να τον καταργήσουν σήμερα κάποιοι
Έλληνες στο όνομα της «δημοκρατίας» και της προόδου!
Οι παρελάσεις δεν ανήκουν στην «δεξιά» ή στον εθνικισμό. Οι δυνάμεις
του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ παρήλαυναν στα χωριά τα οποία απελευθέρωναν το 1941-44.
Σε δυτικές δημοκρατίες , όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία, νεαρά παιδιά που
ανήκουν στον Προσκοπισμό, παρελαύνουν με βήμα και με τύμπανα και
ουδείς ενοχλείται. Στην Γαλλία κάθε χρόνο στις 14 Ιουλίου
πραγματοποιείται μεγαλειώδης στρατιωτική παρέλαση στα Ηλύσια πεδία. Ας
μην λέγονται , λοιπόν, υπερβολές και φαιδρότητες.
Έχω, πάντως, την εντύπωση ότι με πρόσχημα τις παρελάσεις οι πάσης
φύσεως αποδομητές επιχειρούν να πλήξουν την συνέχεια του Ελληνισμού.
Ουσιαστικά οι μαθητικές παρελάσεις είναι ένας ύμνος και ένας φόρος
τιμής στην διαχρονική παρουσία της νεολαίας στους αγώνες των Ελλήνων
για την Ελευθερία. Όποιος μαθητές αρνείται να συμμετάσχει αποκόπτει
τον εαυτό του από το αντιστασιακό πνεύμα της ελληνικής νεολαίας . Οι
παρελάσεις των νέων τιμούν την νεότητα που αγωνίζεται από την εποχή
των Αθηναίων εφήβων (την πατρίδα ουκ ελάττω παραδώσω) μέχρι τα αγόρια
και τα κορίτσια της πανεθνικής αντίστασης κατά της τριπλής κατοχής του
1941-44. Οι παρελάσεις μας θυμίζουν την διαρκή παρουσία της νεολαίας
σε κάθε ευγενική στιγμή άμυνας, ηρωισμού και αυτοθυσίας. Μας θυμίζουν
τους «παίδας Δημητρίου», τα κατηχητόπουλα της Θεσσαλονίκης που
εστάλησαν στα τείχη από τον σοφό Αρχιεπίσκοπο Ευστάθι για να
πολεμήσουν τους Νορμανδούς τον 12ο αιώνα. Μας φέρνουν στο νου τον Ιερό
Λόχο του Δραγατσανίου και τις νεαρές Σουλιωτοπούλες. Μας φέρνουν πιο
κοντά στα ελληνόπουλα που αγωνίσθηκαν στο Μακεδονικό Αγώνα , όπως ο
Αποστόλης, ο υπαρκτός οδηγός των ελληνικών σωμάτων που έγινε γνώριμός
μας από τα «Μυστικά του Βάλτου». Οι μαθητικές παρελάσεις
ξαναζωντανεύουν με συγκίνηση τη μνήμη των εφήβων ηρωομαρτύρων του
Κυπριακού Αγώνος του 1955-59 και των μαθητριών που έκαναν παθητική
αντίσταση ή μετέφεραν τα μηνύματα με τα ποδήλατά τους. Χαιρετώντας
τους σημαιοφόρους στην μαθητική παρέλαση τιμούμε τον σημαιοφόρο του
Λυκείου Αμμοχώστου, τον Πετράκη Γιάλλουρο, που έπεσε νεκρός από
Βρετανική σφαίρα επειδή κρατούσε την ελληνική σημαία. Τότε ήταν οι
σφαίρες των αποικιοκρατών. Τώρα είναι η εμπάθεια και τα ανιστόρητα
βέλη των δήθεν προοδευτικών. Και οι δύο ενοχλούνται από την συνέχεια
του Ελληνισμού.
Συμμετέχοντας στην παρέλαση οι νέοι μας τιμούν τους διαχρονικούς
αγώνες της ελληνικής νεολαίας. Ας τους ενθαρρύνουμε.

SOURCE  http://www.diktyo21.gr/

 

(Γεώργιος Ἀ. Βλάχος, «Ἡ Καθημερινή», 8 Δεκεμβρίου 1940)

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ – Ἱστορία, Ἀναμνήσεις, Ἀπολογία

Ἡ στήλη αὐτὴ ἔχει ἀπέναντι τοῦ κ. Ἰωάννου Μεταξᾶ παλαιὰν ὀφειλήν. Ὅταν πρὸ εἴκοσι δύο ἐτῶν ἠκολούθει μίαν πολιτικήν, μίαν παράταξιν, καὶ μὲ τοὺς κακούς της ἐνθουσιασμοὺς μίαν ἀτυχῆ ἐκστρατείαν, συνήντησε εἰς τὸν δρόμον της ἡ στήλη αὐτὴ ἀντίπαλον καὶ τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς παρατάξεως καὶ τῆς ἐκστρατείας τὸν κ. Μεταξᾶν, τὸν πρώην ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου: «Ἡ ἐκστρατεία», ἔλεγεν ὁ κ. Μεταξᾶς, «θὰ ἀποτύχη. Ἡ πολιτική σας, ἡ στρατιωτικὴ καὶ ἡ ἐξωτερική, εἶναι στραβή…» Στραβή;… Ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐπεκράτει τὸ ρητόν: «Πᾶς ὁ μὴ μεθ᾿ ἡμῶν, καθ᾿ ἡμῶν».

Καθ᾿ ἡμῶν λοιπὸν δὲν ἐσυγχωροῦντο ἐμπόδια καὶ ὁ ὑπογεγραμμένος ὠρθώθη πάνοπλος κατὰ τοῦ ἐξαφνικοῦ ταραξίου. Καὶ ἔγραψε… -Τί δὲν έγραψε!… Ἂν ὁ ἱστορικὸς ἀσχοληθῆ κάποτε μὲ τὰ ἔργα, τὰς ἡμέρας καὶ τὰς ἐφημερίδας τῆς ἐποχῆς, θὰ καταπλαγῆ διὰ τὸ μέγεθος τῆς ὀργῆς καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἐπιθέτων. Ὁ Μεταξᾶς τῶν Βαλκανικῶν πολέμων, ὁ Μεταξᾶς τοῦ Ἐπιτελείου, ὁ Μεταξᾶς ὁ ἐξόριστος εἶχαν λησμονηθῆ. Δὲν ἦτο πλέον Μεταξᾶς, ἦτο ἐμπόδιον.

Ἔπειτα ἐπέρασεν ὁ καιρός, ἡ ἐκστρατεία ἀπέτυχε, ἐπάνω εἰς τὸ Γουδὶ σφαῖραι ἑλληνικαὶ ἔγραψαν τὴν τελευταίαν σελίδα τοῦ δράματος, ὁ ταραξίας ἐδικαιώθη· ἀλλὰ ἡ στήλη αὐτὴ δὲν ἤθελε νὰ ἔχη κανεὶς ἄλλος δίκαιον πλὴν τῶν νεκρῶν. Καὶ ἔζησε μὲ αὐτούς, μὲ τὰς σκιάς, μὲ τοὺς κληρονόμους των. Ρωμαντισμός;… Ἴσως.

Ἀλλ᾿ ὁ Μεταξᾶς δὲν παρουσιάζετο μόνον ἀπέναντί της ὡς ὁ ἀντίπαλος τῆς χθεσινῆς ἐποχῆς· παρουσιάζετο ὡς ἀντίπαλος διὰ τὸ μέλλον, ὡς ἄκανθα, ὡς στάσις, ὡς ἀπειλή. Τί ἤθελε;… Κατὰ βάθος, δὲν τὸ ἠννόει κανείς. Κοινοβουλευτικὸς ἦτο, κόμμα διηύθυνε. Ἀρχηγὸς ἀνεγνωρίζετο, συνδυασμοὺς ἔχριε, ἀλλ᾿ ὅλα αὐτὰ κατὰ τρόπον παράδοξον καὶ ἀήθη. Κομματάρχαι σπουδαῖοι, παράγοντες τῶν ἐπαρχιῶν, ἐπήγαιναν εἰς τὸ σπίτι του, ἐκτυποῦσαν τὸ κουδούνι, μίαν, δύο φορὰς καὶ ὁ Μεταξᾶς τοὺς ἔβλεπε ἀπὸ τὸ παράθυρον καὶ δὲν τοὺς ἐδέχετο. Τί ἤθελε λοιπόν; Ἤθελε νὰ εἶναι χωρὶς φίλους κοινοβουλευτικὸς Ἀρχηγός; Ἤθελε νὰ ἔχη χωρὶς βουλευτὰς τὴν πλειοψηφίαν; Οἱ ἐχθροὶ κάτω ἀπὸ τὸ ἀγαθὸν μαλακόν του καπέλλο διέβλεπαν τὸ πηλήκιον, ὁ αρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων εἶχε μείνει διὰ τοὺς πολλοὺς Στρατηγὸς καὶ ἡ στήλη αὐτή, ἡ ὁποία δὲν εἶχεν ἀκόμη διαγνώσει τὴν ἀσθένειαν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔπασχε ἡ Ἑλλάς, τοῦ ἔλεγε: «Εἶσθε βουλευτὴς καὶ συνωμοτεῖτε κατὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καθεστῶτος. Αὐτὸ εἶναι πράξις κακή. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον κακή, εἶναι καὶ ἐπιζήμιος. Διότι ὁ κοινοβουλευτισμὸς εἶναι σύστημα, ἐνῶ ἡ δικτατορία, τῆς ὁποίας σᾶς ὑποπτευόμεθα θιασώτην, εἶναι ἄνθρωπος. Καὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουν διαδόχους…»

* * *

Ἀλλ᾿ ἡ ἱστορία ἡμέραν μὲ τὴν ἡμέραν ἐγράφετο. Ἀναρχίαι, κινήματα, ἔριδες ἐσωτερικαί, ἀλλαγαὶ καθεστώτων, φόνοι, ἀπόπειραι, καὶ πάλιν ἀναρχίαι καὶ πάλιν κινήματα. Καὶ ὁ Μεταξᾶς διεφαίνετο ἄλλοτε εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, ἄλλοτε εἰς τὸν βυθὸν τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐκείνης θαλάσσης τὴν ὁποίαν εἶχον ἐπαναστατήσει οἱ ἄνεμοι, ὡς ναυαγός. Εἰς μίαν στιγμὴν ἐφάνη ὅτι δὲν θὰ τὸν ἐπανίδωμεν πλέον. Θῦμα τῆς μεγάλης θυέλλης τοῦ 1928, ἡ ὁποία ἐσάρωσε τὴν παράταξιν καὶ τοὺς συνεργάτας της, ἀποτυχὼν καὶ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν του ἐπαρχίαν, ἀπογοητευμένος, κατάκοπος, ἀπεφάσισε νὰ ζήση μακρὰν τοῦ Κράτους, ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς: «Θὰ ζήσω ὡς ἄνθρωπος», ἔγραψε εἰς τὸ σπίτι του. Καὶ ἐπιστρέψας ἐκλείσθη εἰς τὸ γραφεῖον του, προσεπάθησε νὰ τακτοποιήση τὰ οἰκονομικά του, συνήντησε τὸ πλῆθος τῶν ζημιῶν εἰς τὰς ὁποίας τὸν εἶχε ἐκθέσει ἡ πολιτική, ἔκλεισε τοὺς φακέλλους τῶν φίλων καὶ τὰ κατάστιχα τῶν συνδυασμῶν, ἐπέταξε τὴν ἐπιγραφὴν τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων ἀπὸ τὸ παράθυρον, ἐβγῆκεν ἔξω καί -μόλις πρὸ δέκα ἐτῶν- ἐζήτησε ἐργασίαν. Καὶ εὐτυχῶς δὲν εὐρῆκε.

Εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1932 οἱ Κεφαλλῆνες τὸν ἔφεραν ἄκοντα εἰς τὰς κάλπας καὶ τὸν ἐξέλεξαν βουλευτήν. Ἐστάθη -τὸ ἔλεγε πρό τινος εἰς κύκλον γνωρίμων- ἐπὶ ἡμέρας καὶ νύκτας πρὸ ἐκείνης τῆς ἐκλογῆς διὰ ν᾿ ἀποφασίση: Θὰ δεχθῆ ἢ δὲν θὰ δεχθῆ; Εἰς τὴν πολιτικὴν δὲν ἐπίστευε. Εἰς τὸν κοινοβουλευτισμὸν δὲν ἐπίστευε. Εἰς τὴν χρησιμότητά του, ἐκτὸς τοῦ ἀποπνικτικοῦ καὶ ἐφθαρμένου συστήματος, δὲν ἐπίστευε. Νὰ δεχθῆ;… Ἀλλ᾿ ἐπὶ τέλους ἡ ἀποδοχή, ὅπως καὶ ἡ παραίτησις, ἦτον εὔκολος. Καὶ ἐδέχθη.

Τότε πλέον τὴν στήλην αὐτήν, τῆς ὁποίας ἡ πεῖρα εἶχεν ἀντικαταστήσει τὴν πρώτην νεότητα, εἶχε καταλάβει ὁ ἀπελπισμός, ἡ ἀπόγνωσις. Εἶχε ζήσει. Ἐπάνω ἀπὸ τὸ δημοσιογραφικὸν θεωρεῖον εἶχεν ἀκούσει τὰς ἀσκόπους ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις, τὰς διανομὰς τῶν κολλύβων, τὰς κωλυσιεργίας, τὰς συμπλοκάς. Εἶχε παρακολουθήσει εἰς τοὺς διαδρόμους διαλεγομένους φιλικώτατα τοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ φανατικοὺς ἀντιπάλους, εἶχε μάθει κατὰ βάθος τὰ παρασκήνια, εἶχε συναντηθεῖ συχνὰ καὶ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον μὲ τὸν κοινοβουλευτισμόν, μὲ τοὺς ἀνθρώπους του, μὲ τὸ σύστημα. Καὶ ἠσθάνθη ὅτι, ἂν ὄχι μὲ τοὺς ἀνθρώπους, μὲ τὸ σύστημα τουλάχιστον, ἔπρεπε νὰ διαλύση τοὺς παλαιούς της δεσμούς.

Ποία συνταγή; Ποία λύσις; Τί φάρμακον;… Ἕνα καὶ μόνον: Ἡ παλαιὰ ἐχθρά, ἡ δικτατορία. Δικτατορία λοιπόν. Τὴν ἔφερε εἰς τὸ γραφεῖον της, τὴν ἔκαμε φίλην της, τὴν παρουσίασε, προσεπάθησε νὰ τὴν ἐπιβάλη. Ὅταν ἐγίνετο μία Κυβέρνησις φιλική της, παρουσιάζετο πρώτη: Νὰ κλείσετε τὴν Βουλὴν καὶ νὰ κάνετε Διευθυντήριον τρεῖς μαζί, ἢ ἕνας, δικτατορίαν. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἔπιπτε, ἐζήτει ἀπὸ τὴν διάδοχόν της, δικτατορίαν. Δὲν ἦτο σύστημα, δὲν εἶχε διάδοχον, ἦτο ἄνθρωπος, ἦτο κακὴ ἢ ψυχρή, ἀλλὰ φάρμακον ἄλλο δὲν ἦτο: – Θὰ πᾶμε στὴν κλινική. Θὰ ὑποστῶμεν ἐγχείρησιν. Θὰ μᾶς κόψουν τὰς ἐλευθερίας μας, θὰ μᾶς βάλουν τὸ φίμωτρον μὲ τὴν κοκαΐνην. Ἀλλ᾿ ἀλλέως δὲν γίνεται. Ἀσθενὴς κανεὶς δὲν πηγαίνει εἰς τὴν κλινικὴν μὲ ζητωκραυγάς· ἂς πᾶμε χωρίς. Ἀλλὰ ἂς πᾶμε…

* * *

Ἐκεῖ λοιπόν, εἰς τὴν κλινικήν, συνηντήθη μὲ τὸν παλαιόν της ἀντίπαλον. Τὸν Ἰωάννην Μεταξᾶν. Ἡμέραν πρὸς ἡμέραν ἐστάθη κοντά του, τὸν εἶδε, τὸν ἤκουσε, τὸν παρηκολούθησε. Ἡμέραν πρὸς ἡμέραν ἔζησε τὸ φαρμακεῖον, τὸ ἐγχειρητήριον, τοὺς θαλάμους. Εἶδεν ἐκεῖ ἀργὰ ἀργὰ νὰ λείπουν τὰ φάρμακα, νὰ φεύγουν τὰ ἐργαλεῖα καὶ νὰ γεμίζουν αἱ αἴθουσαι νεότητα, πατρίδας, σημαίας. Εἶδε εἰς τοὺς διαδρόμους νὰ παρελαύνουν καὶ νὰ ἐκχύνωνται πρὸς τὴν πόλιν φάλαγγες νέων παιδιῶν, μὲ τὸ στέρνον εὐθύ, μὲ τὴν κεφαλὴν ὑψηλά, μὲ τὸ βῆμα γενναῖον. Εἶδε νά πορφυρώνη τὰς ἀχρώμους φλέβας τοῦ χθὲς πτωχοῦ μας ὀργανισμοῦ νέον αἷμα, νὰ ἀκούεται ταχὺς ὁ παλμός, ν᾿ ἀνασυντάσσεται ἐν βίᾳ ἡ χώρα, νὰ σφύζη ἡ ζωή, νὰ φθάνουν εἰς τοὺς λιμένας μας πλοῖα κατάφορτα μὲ πολεμικὸν ὑλικόν, ν᾿ ἀκούεται ρυθμικὸν τὸ βῆμα τῶν γυμναζομένων εἰς τοὺς στρατῶνας, νὰ πετοῦν εἰς τὸν οὐρανὸν χαλύβδινοι ἀετοί, νὰ πνέη παντοῦ νέος ἄνεμος, ἄνεμος ὁ ὁποῖος ἄνοιγε τὰ παράθυρα, ἐγκρέμιζε τὰς εἰσόδους, ἀφήρει τὴν στέγην… – Δὲν εἶναι πιὰ κλινική;… Ὄχι. Δὲν ἦτο πιὰ κλινική. Ἦτο παντοῦ μία, ἐλευθέρα, ὑγιής, ἡνωμένη, ἰσχυρά, ζωντανή, ἡ Ἑλλάς.

Καὶ ἔφθασε τότε ἡ μεγάλη στιγμή. Εἴκοσι ὀκτὼ Ὀκτωβρίου, Δευτέρα, τρεῖς τὸ πρωί. Ὁ Μεταξᾶς, μόνος, κοιμᾶται. Τὸ τηλέφωνον. Μία ὁμιλία. Ὁ Γκράτσι. Γύρω του δὲν ἔχει κανένα. Δὲν ἔχει κἂν τὸ γραφεῖον του, δὲν ἔχει ἕνα κλητῆρα. Κανένα. Ἡ ὑπηρεσία, ὅπως ὅλη ἡ Ἑλλὰς τὴν ὥραν ἐκείνην, κοιμᾶται. Πρὸς στιγμήν, ἂς κρατήσωμεν τὴν ἀναπνοήν μας, διότι ἐδῶ πλησιάζομεν τὸν μεγαλύτερον σταθμὸν τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας. Ἡ Ἰταλικὴ Αὐτοκρατορία, μὲ τὰ σαράντα ὀκτώ της ἑκατομμύρια, μὲ τὸν πλοῦτον της, μὲ τοὺς στρατούς της, μὲ τὰ ἀεροπλάνα της, μὲ τὰ ἅρματά της, ἐξύπνησε αἰφνιδιαστικῶς ἕνα ἄνθρωπον καὶ τοῦ ἐζήτησε ἐντὸς τριῶν ὡρῶν τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς -τίς ἐξ ἡμῶν, μὴ γνωρίζων ἀκόμη ἂν ζῆ πραγματικότητα ἢ ἐφιάλτην, δὲν θὰ ἐδίσταζε, δὲν θὰ ἐζήτει ὀλίγων ὡρῶν προθεσμίαν, δὲν θὰ προσεπάθει ν᾿ ἀποφύγη τὸ γεγονός;- καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶπεν: Ὄχι. Ἀμέσως, ἄνευ συζητήσεως, ἄνευ ἐνδοιασμοῦ. Δὲν εἶπεν «ὄχι» ἁπλῶς. Ἐντὸς λεπτοῦ, ὅπως ἐξύπνησεν αὐτὸς ἐντὸς λεπτοῦ, ἐξύπνησε τὴν Ἑλλάδα. Διαταγαί, σχέδια, τηλεφωνήματα, γενικὴ ἐπιστράτευσις, κήρυξις Στρατιωτικοῦ Νόμου, ἐπιτάξεις, προκηρύξεις, ἀγγέλματα ἔγιναν πρὶν ἀνατείλη ὁ ἥλιος καί, ὅταν ἀνέτειλε, ἤδη ἐμάχετο ἡ Ἑλλάς.

Ἐζήσαμεν ἔκτοτε ὥρας ἀνησυχιῶν, ἀγωνίας, ἐνθουσιασμοῦ καὶ χαρᾶς. Εἴδομεν τὴν Δόξαν ἀσθμαίνουσαν νὰ παρακολουθῆ τὰ στρατεύματά μας. Ἠκούσαμεν τοὺς ἀνέμους νὰ μεταφέρουν τὸ ὄνομά μας εἰς ὅλους τοὺς κόσμους καὶ νὰ διαλαλοῦν, γῆ, θάλασσα, ὡς καὶ τὰ ἄστρα, τὴν νίκην μας. Ἐφέραμεν ἕως ἐδῶ, εἰς τὰς Ἀθήνας, τὰ ὅπλα τῶν εἰσβολέων καὶ ἐσύραμεν ὣς ἐδῶ ἀόπλους τοὺς εἰσβολεῖς. Πρὸς στιγμὴν μᾶς ἐφάνη ὅτι ἡ Πλάσις ὁλόκληρος μὲ τοὺς ἡλίους της, μὲ τοὺς κόσμους της, ἐστάθη ὅλη διὰ νὰ προσέξη τὴν μικροσκοπικὰν αὐτὴν γωνίαν τῆς γῆς, ἡ ὁποία καὶ πάλιν ἐμεγαλούργει. Καὶ ἐζήσαμεν εὐτυχεῖς. Τόσον εὐτυχεῖς ὅσον ποτέ. Τόσον εὐτυχεῖς ὥστε τὸ τί θὰ γίνη αὔριον δὲν ἐνδιαφέρει. Ἔχομεν κεφάλαια διὰ τὴν Ἱστορίαν τὰς Νίκας μας, κεφάλαιον γιὰ τὰ παιδιά μας τὸ «Ὄχι».

Τώρα ἡ Α.Ε. ὁ κ. Ἰωάννης Μεταξᾶς, Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ἔφθασεν εἰς τὸ ἀκρότατον σημεῖον τῆς δόξης του. Ἔγινε Γιάννης. Δὲν εἶναι οὔτε ἡ αὐτοῦ Ἐξοχότης οὔτε ὁ Πρωθυπουργὸς οὔτε ὁ Πρόεδρος. Εἰς τὸ στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον, ὅταν ὁ τραυματίας εἶχε γείρει εἰς τὸ προσκέφαλόν του βαρὺς καὶ τὸν ἠρώτησε ἡ ἀδελφὴ νοσοκόμος τί θέλει, ἐκεῖνος ἀπήντησε:

– Θέλω τὸ Γιάννη…

Ὅπως αἱ μελωδίαι διὰ νὰ ζήσουν πρέπει νὰ κατέβουν εἰς τοὺς δρόμους, οὕτω καὶ τῶν δημοσίων ἀνδρῶν τὰ ὀνόματα θὰ ζητήσουν εἰς τοὺς δρόμους, μεταξὺ τοῦ λαοῦ, τὴν ἀθανασίαν. Ὁ κ. Μεταξᾶς ἔχει ἀπέναντι τῆς ἀθανασίας κερδίσει τὴν μάχην του: Εἶπε τὸ ὄχι, ἔγινε Γιάννης… -τί τοῦ μένει; Νὰ γίνη καὶ ἄγαλμα. Θὰ γίνη λοιπόν. Ἀλλ᾿ ὄχι, ὅπως ηὐχήθημεν ἄλλοτε, ἀπὸ μάρμαρον τοῦ Πεντελικοῦ. Θὰ γίνη ἀπὸ τὸν ὀρείχαλκον ποὺ θ᾿ ἀποδώσουν ταπεινωμένα, αἰχμάλωτα, τὰ ἐχθρικὰ πυροβόλα, αὐτὰ ποὺ τὸν ἐξύπνησαν εἰς τὰς τρεῖς τὸ πρωί…

* * *

Ἡ στήλη αὐτὴ ἠσθάνθη τώρα, τὰς ἡμέρας αὐτὰς τῆς χαρᾶς, τὴν ἀνάγκην νὰ φυλλομετρήση τὴν ἱστορίαν της -τοὺς παλαιούς της λογαριασμούς- νὰ ἀνατρέξη εἰς περασμένους καιρούς, νὰ ἐνθυμηθῆ. Ἀλλὰ ἠσθάνθη πρὸ παντὸς τὴν ἀνάγκην νὰ γράψη ὅ,τι φρονεῖ, ὅ,τι σκέπτεται διὰ τὸν ἄνθρωπον αὐτόν, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἐπὶ δεκαὲξ ἔτη ἠγωνίσθη ἐναντίον ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων εἰς μάτην διὰ νὰ χρησιμεύση εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἰς μὲν τέσσαρα ἔτη κατώρθωσε νὰ τὴν ἀναπλάση, εἰς δὲ μίαν ὥραν τὴν ἔσωσε.

SOURCE  http://pheidias.antibaro.gr/

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in News and politics. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.