ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ , ‘Ητοι Λόγος περί ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ (ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ D)


(ΣΥΝΕXEΙA ΑΠΟ 23/09/09)

Ἡ Ἑλλάς, οὐχί! οὐχί! δὲν εἶναι πάντως ὑστερημένη ἀπὸ μεγάλους ἀνθρώπους ἡ διαυθέντευσις τῶν διὰ δεκαπέντε χρόνους, περιέχει τοσαύτας καὶ τοιαύτας ἠρωϊκὰς πράξεις, ὥστε παράδοξον ἤθελε φανῇ καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς ἰδίους, ἂν δὲν εἴμεθα μάρτυρες αὐτόπται τῶν κατορθωμάτων των. Αὐτοὶ ἦτον μόνον χίλιοι καὶ διὰ τόσους χρόνους καθημερινῶς σχεδὸν συνεκρότουν πολέμους μετὰ τοῦ τυράννου ἐχθροῦ των, ὁ ὁποῖος, διὰ πολλὰς φοράς, ἐκινήθη ἐναντίον τῶν μὲ ἕως δεκαπέντε χιλιάδας στρατεύματα, καὶ πάντοτε ἐνικήθη. Ἔπρεπε, βέβαια, νὰ ἔζη ὁ Θουκυδίδης ἢ ὁ Ξενοφῶν, διὰ νὰ γράψῃ τὴν ἱστορίαν αὐτῶν τῶν πολέμων καὶ τὰς κακίας αὐτοῦ τοῦ αἱμοβόρου τέρατος, ὅπου, ἕως ἀπὸ τοὺς 1787 μέχρι τῆς σήμερον, δὲν ἔπαυσεν ἀπὸ τοῦ νὰ τυραννῇ τοὺς ταλαιπώρους Ἠπειρώτας καὶ Θετταλούς, σκληρῶς καὶ ἀσπλάχνως.

Αὐτός, ἀφοῦ ἥρπασε μὲ διάφορα πονηρὰ μέσα τὸ ἀνεξάρτητον κράτος τῆς ‘Ηπείρου καὶ Θετταλίας, καὶ γνωρίζοντας κατὰ πρᾶξιν τὰ πρὸς τὴν τυραννίαν δέοντα, ἐσκεπάσθη κατ’ ἀρχὰς μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ὑποκρίσεως, καὶ οὕτως, πλανῶντας μὲ ψευδεῖς ἐπαίνους καὶ πλουσιοπάροχα ταξίματα τοὺς ἄρχοντας καὶ προεστούς, ἠπάτησεν σχεδὸν ὅλους, καὶ καθεῖς ἐνόμισε διὰ ὀλίγον καιρόν, νὰ εὕρηκεν εἰς αὐτὸν ἡ εὔκαρπος γῆ τῆς Ἠπείρου καὶ Θετταλίας καὶ οἱ κάτοικοι αὐτῶν ἕνα διαυθεντευτὴν καὶ ἕνα πατέρα. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ ἄσπλαγχνος καὶ σκληρὸς τύραννος ἐστερέωσε τὴν δυναστείαν του, ἔρριψεν εὐθὺς τὴν σκέπην τῆς προσποιήσεως, καὶ παραχρήμα ἐξατμήθη ὅλη ἡ δυσωδία τῆς τυραννίας του. Τότε οἱ Ἠπειρῶται ἄνοιξαν τοὺς ὀφθαλμοὺς των, ἀλλά, φεῦ! δὲν εἶδον ἄλλο, εἴμη τὸν φοβερὸν θρόνον τοῦ τυράννου ἐπάνω εἰς τὰς κεφαλὰς των. Κεχαυνωμένοι οὒν ἀπὸ τὴν τυραννικὴν μέθην, δὲν ἀπεφασισαν ἐν καιρῷ νὰ συντρίψουν τοσούτον ζυγόν’ ὅθεν καὶ ηὔξησεν βαθμηδὸν καὶ ἐστερεώθη τόσον, ὥστε ὅπου ὁ ἴδιος τύραννος θαυμάζει διὰ τὴν ἀναισθησίαν τῶν δούλων του1.

Αὐτὸς ἔχει ὅλα τὰ ἐλαττώματα ὅλων τῶν τυράννων: χωρὶς θρησκείαν, χωρὶς συνείδησιν, ἅρπαξ, φονεύς, θηλυμανής, ἀρσενοκοίτης, ἄσπλαγχνος, σκληρὸς τῇ καρδίᾳ, κλέπτῃς φοβερός, αἱμοβόρος, ἄδικος τέλος πάντων, καὶ ἀναιδέστατος ὢς οὐδεὶς ἄλλος. Ἡ πονηρία του δὲ καὶ ἀδιαντροπιά του παρακινούσι τοὺς ἀπανθρωπότατους κόλακάς του, νὰ τὸν νομίζωσι πνευματώδη καὶ ἄξιον.

Οὔτε εἰς τὴν γενικὴν ἱστορίαν εὑρίσκεται παρόμοιός του. Ὤ, τῆς ταλαιπωρίας σου ἀνθρωπότης! Ὤ, ἄνυποφορος ἐντροπή! Ὤ, θέαμα ἐλεεινόν. Ἀνάμεσα ὅμως εἰς τὰς τυραννικὰς του ψευδεῖς δόξας ἴσως ἐνόμιζεν ὁ ὤμοτατος τύραννος νὰ εἶναι ἀνίκητος, οὔτε νὰ ἐσῴζετο πλέον εἰς τὴν γῆν τῆς δυναστείας του τινάς, ὅπου νὰ ἤθελεν τοῦ ἐναντιωθῇ. Ἀλλ’ ἰδοῦ, τῆς ἐλευθερίας τὸ ξίφος, εἰς τὴν ἰδίαν αὐτὴν γῆν, τοῦ ἀποδεικνύει τὴν φυσικὴν μικρότητα τῆς τυραννίας, καὶ τὸν ἀποκατάστει ποταπότερον τοῦ ἰδίου του τυραννικοῦ ὀνόματος. Δὲν τοῦ χρησιμεύουν πλέον, αἱ συνηθισμέναι του ἀπάται, οὔτε χρήματα, οὔτε δόλοι, διὰ μέσου τῶν ὁποίων διὰ παντὸς ἐνίκησεν καὶ κατέφθειρε τοὺς ἀνάνδρους καὶ ἀνοήτους ἐχθρούς του. Ἕν μικρὸν χωρίον, τὸ προειρημένον λέγω θαυμαστὸν Σούλι, ἔφερεν εἰς φῶς τὴν ἀλήθειαν, ὅπου οἱ ὑπὸ τῆς δουλείας ἀγνοοῦσι, ἤτοι τὴν μεγαλειότητα τῶν κατορθωμάτων τῆς ἐλευθερίας.

Οἱ Σουλιῶτες, ἄνδρες συνηθισμένοι εἰς τὸν θεληματικὸν κόπον μιᾶς ἡσύχου ζωῆς, ἀνυποδουλοι, ἐξ ἀρχῆς τῆς κατοικήσεως των εἰς ἐκεῖνα τὰ ὑψηλὰ βουνά, ἔζουν εὐτυχεῖς μακρὰ ἀπὸ τὴν πολυτέλειαν καὶ κακοήθειαν τῶν διεφθαρμένων πολιτειῶν, ἀνδρεῖοι ὠς ἐλεύθεροι, φιλόξενοι ὠς Ἕλληνες, καὶ στρατιῶται ὠς διαυθεντευταὶ τῆς πατρίδος των. Αὐτοί, λέγω, οἱ ἥρωες, ἡ τιμὴ τῆς ὑποδουλωμένης Ἑλλάδος, καὶ βεβαία ἀρχή τε καὶ πρόξενος τῆς πλησίον ἐλευθερώσεως της, παρακινούμενοι ἀπὸ τὸν θεῖον ἔρωτα τῆς ἐλευθερίας καὶ πατρίδος των, ἐταπείνωσαν τὴν αὐθάδειαν τοῦ τυράννου, πολεμοῦντες τὸν ἀδιακόπως καὶ νικοῦντες τὸν, καὶ οὕτως ἐδιαυθέντευσαν διὰ δεκαπέντε χρόνους τὴν πατρίδα των, μὲ ἀνήκουστον θάρρος καὶ μεγαλοψυχίαν.

Τὶς ἄλλη, παρακαλώ, ἠμποροῦσε νὰ ἦτον ἡ αἴτια, εἴμη ὁ Ἔρως τῆς ἐλευθέρας ζωῆς; Μήπως δὲν ἦτον καὶ ἄλλα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, ἄξια νὰ ἐναντιωθῶσι τοῦ τυράννου; Διατὶ τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα; Δὲν ἦτον, ἴσως καὶ μεγαλείτερα, καὶ εἰς ἰδίαν καλὴν τοποθεσίαν, καθὼς τὸ Σούλι; Ἕ! φανερὰ εἶναι, ἀδελφοί μου, ἡ αἴτια: ὅσα ὑποδουλώθησαν παρ’ αὐτοῦ, ἦτον καὶ πρότερον ὑποδουλωμένα, καὶ μόνον ἄλλαξαν τύραννον. Τὸ Σούλι ὅμως, μόνον τὸ Σούλι, δὲν ὑποτάσσεται, ἂλλ’ ἀψήφει τὸν τύραννον’ ὅσον ἀγαπᾷ τὴν ἐλευθερίαν του, τὸν πολεμεῖ, τὸν νικᾷ, καὶ τὸν καταπατεῖ μὲ τοὺς πόδας του. Εἰς αὐτὸ λοιπόν, ἀς στρέψουν τοὺς ὀφθαλμοὺς των οἱ δοῦλοι, διὰ νὰ καταπεισθοῦν εἰς τὰ τερατουργήματα τῆς ἐλευθερίας.

Εἰς αὐτὸ θέλουν ἴδει ἐνθουσιασμένους ἀπὸ τὸν θεῖον ἔρωτα τῆς πατρίδος, οὗ μόνον τοὺς ἄνδρας καὶ νέους, ἀλλὰ καὶ τοὺς γέροντας, καὶ τὰ παιδία καὶ αὐτὰς τὰς ἰδίας γυναίκας. Θέλουν ἀκούσει τὴν φοβερὰν φωνὴν τῆς θαυμαστῆς Μόσχως, ἡ ὁποία, ἀνάμεσα εἰς τὸν πολεμικὸν θόρυβον, πολεμούσα καὶ τρέχουσα, βλέπει ἔμπροσθέν της φονευμένον τὸν υἱὸν της, καὶ ἐγκαλιάζουσα μὲ ἔνθερμον ἀγάπην τὸ νεκρὸν σῶμα του: «καλότυχε, λέγει, σύ, ὢ υἱέ μου, ὅπου τόσον τιμίως ἀπέθανες. Τὸ ὄνομα σου ἐγράφη εἰς τὸν κατάλογον τῆς ἀθανασίας». Ἀσπάζουσα δὲ τὸ αἱματωμένον ἡρωικὸν του πρόσωπον, χαίρεται διὰ τοιοῦτον διαυθεντευτὴν τῆς πατρίδος, ὅπου ἐγέννησε, καὶ λαβοῦσα τὸ ἴδιόν του σπαθί, ὅρμει κατὰ τῶν δειλῶν καὶ μισθωτῶν δούλων τοῦ τυράννου, καὶ ἐκδικεῖ τὸν θάνατόν του μόνη της.

Ἀς ἴδουν τὸν ἄλλον ἥρωα, ὅπου διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς πατρίδος του παραδίδεται ἑκουσίως εἰς τὸν τύραννον διὰ ἐνέχυρον τῶν συνθηκῶν των μετ’ αὐτοῦ, καὶ ὕστερον ἀπ’ ὀλίγον καιρόν, θέλοντας ὁ ἄπιστος τύραννος νὰ τὸν ξαρματώση, αὐτὸς φονεύεται μόνος του. Καί, τέλος πάντων, βλέποντες ἒν τόσον μικρὸν χωρίον, ἀπὸ μόνον χιλίους διαυθεντευτάς, χωρὶς τινὰ μάθησιν, οὔτε προητοιμασίαν, νὰ φυλάττεται σῶον διὰ τόσους χρόνους, ἐναντίον ἑνὸς τυράννου τόσον μεγάλου, ἀς συλλογισθοὺν προσεκτικῶς, ὁποίων μεγάλων κατορθωμάτων εἶναι πρόξενος ἡ ἐλευθερία, καὶ ἀς βεβαιωθῶσι πλέον, ὅτι μόνον τὸ ὄνομα τῆς ἐλευθερίας φθάνει, διὰ νὰ δειλιάση τὰς ἀνάνδρους καρδίας ὅλων τῶν μιαρῶν τυράννων τῆς γῆς.

Ἕ! πόσον ἤθελε τὸ ἀποδείξει ἐμπράκτως, ὁ ἀείμνητος Ἕλλην, ὁ Ἥρως, ὁ μέγας, λέγω, καὶ θαυμαστὸς Ῥήγας, ἀν μία ἀνέλπιστος προδοσία δὲν ἤθελε τὸν θανατώσει! Αὐτὸς ὁ ἀξιαγαστος ἀνὴρ ἦτον ἐστολισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ ὅλας τὰς χαρίτας τῶν μεγάλων ὑποκειμένων, εὐφυής, ἀγχίνους, καὶ ἄοκνος, ὡραῖος τῷ σώματι, καὶ ὡραιότερος τῷ πνεύματι, δίκαιος, καὶ ἐξακολούθως, ἀληθὴς φιλέλλην καὶ φιλόπατρις. Ἐξ ἀρχῆς οὒν ἐπιχειρίσθη τὸ ἐμπορικὸν ἐπάγγελμα εἰς ἀλλοτρίαν γῆν, ἂλλ’ ὁ θεῖος Ἔρως τῆς πατρίδος του Ἑλλάδος, τὴν ὁποίαν ἔβλεπεν ὑπὸ δουλείας, τοσούτον ἀδίκως βασανιζομένην, μὴν συγχωρώντας, εἰς τοιοῦτον ἄνδρα τοιαύτας μικρὰς ἀσχολίας, ἀνεβίβαζε τὰς ἐλπίδας του εἰς ἄκρον, καὶ ἕως ἀπὸ τὴν νεαρὰν ἡλικίάν του προεμελέτει κατορθώματα ἥρωικά, καὶ μόνον ἀνέμενε τὴν ποθουμένην εὐκαιρίαν, διὰ νὰ τὰ βάλη εἰς ἔργον. Ὅθεν, γνωρίζοντας τὴν χρείαν τῆς μαθήσεως, δὲν ἔπαυσεν ἀπὸ τὸ νὰ ἀγωνισθῇ, ὢς οὐδεὶς ἄλλος, εἰς τὰς ἐπιστήμας, καὶ εἰς ὀλίγον καιρὸν ἔμαθεν ἐντελῶς τὰς χρησιμωτέρας. Τότε λοιπόν, ἤρχισε νὰ βάλλη θεμέλιον εἰς τὸ μεγάλον κτίριον, ὅπου ἡτοίμαζε.

Καὶ κατ’ ἀρχὰς ἐσύνθεσε εἰς τὴν ἡμετέραν διάλεκτον, μὲ ἀκρότατην σαφήνειαν, τοὺς δώδεκα Γεωγραφικοὺς Πίνακας τῆς Ἑλλάδος, καὶ διάφορα ἄλλα ἐπωφελῆ πονήματα ἔδωσεν εἰς φῶς, ἰδίοις ἀναλώμασι, πρὸς φωτισμὸν τῶν συνάδελφὼν του Ἑλλήνων. Ἔπειτα δέ, συλλέγοντας τὸ ἔχειν τοῦ ὅλον, καὶ συνδρομητὰς ἐπιτυχὼν καὶ συνεργούς, ἡτοίμασε, κηδεμόνως καὶ μετὰ πάσης τῆς καλῆς τάξεως, ὅλα τὰ ἀναγκαῖα, καὶ εἰς ἀκμὴν ἔφερεν βεβαίας ἐπιδόσεως.

Ἀλλά, φεῦ, τῆς βασκάνου καὶ φθονερὰς τύχης τῶν Ἑλλήνων! ‘Οτε ὁ τῆς Ἑλλάδος ἐλευθερωτὴς ἦτον ἕτοιμος διὰ νὰ μισεύση πρὸς κατατρόπωσιν τῶν τυράννων αὐτῆς, καὶ νὰ συνθλάση τὰς ἅλυσους, ὅπου τὴν φυλάττουσιν ὑπὸ τῆς δουλείας, μὲ μίαν γενικὴν ἐπανάστασιν καὶ ἐπανόρθωσιν τῶν ταλαιπώρων συμπατριωτῶν του, ὅταν λέγω ὁ ἄξιος Ῥήγας βλέποντας τά παντα ἕτοιμα, ὠς ἐβούλετο, ἐκαλοτύχιζε τὸν ἑαυτόν του, διὰ μίαν τόσον τιμίαν καὶ μεγάλη ἐπιχείρησιν, καὶ ἐπρόσμενε νὰ ἵδῃ ὄγληγορα ἐλευθέραν τὴν Ἑλλάδα ἅπασαν, ἐξαλειμμένον δὲ τὸ ὀθωμανικὸν κράτος, ὅταν, τέλος πάντων, σχεδὸν βέβαιος διὰ τὸ καλὸν τέλος τοῦ ἔργου του, ἐστοχάζετο εἰς τὴν μέλλουσαν εὐτυχίαν τῆς πατρίδος του, καὶ εὐφραίνετο, τότε ἔνας προδότης, ὁ οὐτιδανώτερος τῶν ἀνθρώπων, ὁ πλέον μιαρὸς σκλάβος τῆς γῆς, ἀναιτίως καὶ παραλόγως, τὸν παραδίδει εἰς χεῖρας τῶν τυράννων, καὶ ἡ Ἑλλὰς χάνει εἰς αὐτὸν ἕνα ἀντιλήπτορα καὶ σωτήρα της.

Ἀλλ’ ἀν ἡ φθονερὰ τύχη ἔκλεψεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ζωὴν τοιούτου Ἥρωος, δὲν ἤμπορεσεν ὅμως νὰ ἐμποδίσῃ τὸν ἀναγκαῖον καὶ φοβερὸν κρότον, ὅπου ἡ φήμη τοιαύτης ἐπιχειρήσεως ἀνέπεμψεν εἰς τὰς ἀκοὰς τῶν Ἑλλήνων, οὔτε ἤμπορεσε, λέγω, νὰ ἐκλειψη εἰς τὴν ὅρασιν των τὴν λαμπρότητα τοιούτου ἔργου. Τὸ ἀθῷον αἷμα τοῦ Ῥήγα προετοίμασε τὴν ταχεῖαν ἐξάλειψιν τῶν βαρβάρων τυράννων, καὶ ὄγληγορα θέλουσιν ἐμφανισθῇ, βέβαια, οἱ ὀπαδοί του. Τότε δὲ θέλομεν ἀποδείξει ἐμπράκτως τὴν πρὸς αὐτὸν εὐγνωμοσύνην μας, ὑψώνοντες εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος στεφάνους δόξῃς καὶ θριάμβους εἰς μνημόσυνον αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἀνδρός, ὠς ἀρχηγοῦ καὶ πρώτου συνεργοῦ εἰς τὴν τῆς Ἑλλάδος ἐλευθέρωσιν.

Ἴσως, τινὲς τῶν Ἑλλήνων, μὴν στοχαζόμενοι εἰς βάθος τὰ ἀνθρώπινα πράγματα, νομίζουσιν, εἰς τὸν ἑαυτὸν των, ὠς μάταιον τὸν σκοπὸν αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἀνδρός. Ἀφήνοντας λοιπὸν κατὰ μέρος ὅλους ἐκείνους τοὺς δισχυρογνώμονας, οἵτινες δὲν καταπεῖθονται, εἴμη εἰς τοὺς ἰδίους των στοχασμούς, καί, ἐξακολούθως, μὴν ἔξεταζοντας τὰς ἑτέρων γνώμας, μένουν πάντοτε σταθεροὶ εἰς τὴν ἀμάθειάν των, παρακαλώ, ὅσους τὴν ἀλήθειαν ἀγαπῶσι νὰ μάθωσι, καὶ νὰ κρίνωσι δικαίως, νὰ συλλογισθοῦν ὅτι ἡ τύχη εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις ἔχει ἄκραν δύναμιν, ὦσαν ὅπου τὸ παραμικρὸν συμβὰν εἰς τὰς μεγάλας ὑποθέσεις δύναται πολλάκις νὰ ἀνατρέψῃ τὸ Πᾶν, καὶ κανένα ἄλλο παράδειγμα δὲν μὰς τὸ βέβαιοι περισσότερον, ὅσον τὸ θλιβερὸν συμβεβηκὸς τοῦ Ῥήγα. Αὐτὸς ὁ ἄξιαγαστος ἀνήρ, γνωρίζοντας ἄρκετως τὴν ποταπότητα καὶ δειλίαν τοῦ μιαροῦ συντρόφου του, τοῦ ἄχρειεστατου, λέγω, προδότου Οἰκονόμου, μὲ τοσαύτην ἐπιμέλειαν ἔκρυψεν εἰς αὐτὸν τὰ προμελετήματά του, ὅπου καθόλου ὁ χυδαιότατος δὲν ὕπωψιαζεν.

Ἀλλά, φεῦ, τῆς ἀτυχίας! Ὀλίγας ἡμέρας ὕστερον ἀπὸ τὸν μισευμὸν τοῦ Ῥήγα, ἔφθασεν μία γραφὴ του, καὶ ἔπεσεν εἰς χεῖρας αὐτοῦ τοῦ προδότου του, ὁ ὁποῖος, ἀνοίγοντας τὴν, ἀνεγνωσεν εἰς αὐτὴν σχεδὸν τὰ πάντα, καὶ παραχρήμα τρέχει καὶ τὸν προδίδει. Ἰδοῦ λοιπόν, ὅπου ἡ τύχη, ἤγουν μερικὰ ἀναγκαῖα συμβεβηκότα, ὅπου ὁ ἀνθρώπινος νοῦς δὲν δύναται νὰ προΐδη, ἀνέτρεψε καὶ ἠφάνισε ὅλα τὰ προμελετήματα καὶ κατορθώματα τοῦ μεγάλου Ῥήγα, καὶ ἐξακολούθως εἶναι βέβαιον, ὅτι ὅσον ἄξιος καὶ ἀν εἶναι ὁ ἄνθρωπος, δὲν ἠμπορεῖ ποτέ νὰ προΐδη τὰ πάντα, μάλιστα δὲ εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις ἡ τύχη ἔχει μεγάλον μέρος, ὠς προεῖπον, καθὼς ὁ ἐσφαγιασμός τοῦ μεγάλου Ῥήγα μὰς τὸ βεβαιοῖ.

Ἐπειδή, ἄγκαλα καὶ ἡ φρόνησίς του νὰ ἐστάθη μεγάλη, ἡ καταδρομὴ τῆς τύχης μόνον ἔφθασε, νὰ ἀφανίσῃ τὸν σκοπὸν του, καὶ νὰ ἀφήσῃ τὴν Ἑλλάδα μέχρι τῆς σήμερον ὑπὸ τῆς δουλείας. Ταχέως ὅμως, ἡ σάλπιγξ τῆς ἐλευθερίας θέλει ἀντιβοήσει εἰς τὴν ἑλληνικὴν γῆν, καὶ ἄφευκτως, καθὼς κατωτέρω δειχθήσεται. Ἰδοῦ λοιπὸν ὅπου ἀπεδείχθη, ἄγκαλα καὶ συντόμως, πλὴν μὲ σαφήνειαν καὶ ἀλήθειαν, τὶ ἐστὶ ἐλευθερία, ὁπόσον εἶναι ἀναγκαία εἰς εἰςτὴν ἀνθρώπινον εὐδαιμονίαν, καὶ ὁπόσων μεγάλων κατορθωμάτων πρόξενος. Τώρα δὲ φανερὸν ἀποκαθιστάται τὸ ἀμέτρητον χρέος, ὅπου ἔχουσιν οἱ ἐλεύθεροι λαοί, εἰς τὸ νὰ τὴν διαυθεντεύωσι μὲ τὸ ἴδιον αἷμα των, καὶ τοιοῦτον χρέος, ὠς προερχόμενον ἀπὸ εὐγνωμοσύνην, διὰ τοῦτο καὶ τὸ ἐκπληροῦσι παντοτινὰ καὶ μὲ ἄκραν εὔχαριστησιν.

Ἡ εὐγνωμοσύνη, ὢ Ἕλληνες, εἶναι τόσον γλυκεῖα ἀρετή, ὅπου μισητότερον πρᾶγμα ἀπὸ τὸν ἀγνώμονα δὲν εἶναι εἰς τὸν κόσμον, καὶ τόσον εἶναι φυσικὴ αὐτὴ ἡ ἀρετή, διὰ νὰ εἴπω οὕτως, ὅπου τὰ ἴδια ζῷα τὴν διατηρώσι μὲ ἄκραν ἀκρίβειαν. Εἶναι δὲ ἓν χρέος τοῦ εὐεργετηθέντος ἡ εὐγνωμοσύνη, καὶ οὕτως εὐκόλως γεννᾶται εἰς τὰς καρδίας ὅλων τῶν ἐλευθέρων ἀνδρῶν, ὦσαν ὅπου μύριαι εἶναι αἱ χάριτες, ὅπου παρὰ τῆς πατρίδος τῆς χορηγοῦνται. Ἀλλά, διὰ νὰ καταλάβητε ὢ Ἕλληνες, εὐκολώτερα, τὴν μεγαλειότητα τοιούτου χρέους, καὶ τὴν ζέσιν μὲ τὴν ὁποίαν οἱ ἐλεύθεροι λαοὶ τὸ ἐκπληροῦσι, ἀναγκαῖον εἶναι νὰ μάθητε πρότερον τὴν ἀληθῆ σημασίαν τῆς λέξεως «Πατρίς», καὶ τότε θέλετε καταλάβει, πόσον ἀναγκαία ἐξακολούθησις εἶναι ὁ πρὸς αὐτὴν Ἔρως, καὶ τὰ ἐξ αὐτοῦ παραγόμενα θαυμάσια ἓργα.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΣΧΟΛΙΑ  (B2)

Tου Νίκου Μπελογιάννη

Στο Ε΄ βιβλίο – «Η ανάσταση του γένους» – αποδείχνει ότι είναι δυνατή η απελευθέρωση με μόνες τις δυνάμεις
του Εθνους. Αφού χτυπάει τη μικροψυχία των Φαναριωτών, αναφέρει τις αιτίες που κάνουν δυνατή την εθνική
αντίσταση. Πρώτη είναι ο φωτισμός, η διαφωτιστική αναγέννηση, που πρέπει να γίνει πάνω σε λαϊκές και όχι
σε σχολαστικές, καλογερίστικες, βάσεις, που εμποδίζουν την αποτίναξη του ζυγού. «Ω, πόσον ταχύτερα και
ευκολότερα ήθελε φωτισθώσιν οι παίδες των Ελλήνων, αν οι παραδόσεις των επιστημών εγίνοντο εις την απλήν
μας διάλεκτον!». Και αγαναχτεί γιατί χάνουμε 3-4 χρόνους στη σπουδή της αρχαίας Ελληνικής. Εδώ αξίζει να
σημειώσουμε ότι ο «Ανώνυμος» γράφει πως η απελευθέρωση του Ελληνισμού θα φέρει και την αναγέννησή του
και όχι η αναγέννηση την απελευθέρωση, όπως πίστευε ο Κοραής. Επίσης πρέπει να τονιστεί ότι απουσιάζει ο
Μεγαλοϊδεατισμός και καταδικάζεται ο βυζαντινός σκοταδισμός. Δεύτερη πηγή δύναμης για την επανάσταση:
Οι κλέφτες, που το ήθος και η πολεμική τους αξιωσύνη είναι αξεπέραστα. Τρίτο, η κλίση του λαού στ’ άρματα.
Τέταρτο, η ασύγκριτη ηθική υπεροχή μας απέναντι στους εχθρούς μας. «Μη σας φοβίσουν τα μέσα, ό,τι λογής  αι αν είναι». «Η τυραννία των Οθωμανών αύξησεν τόσον, οπού μόνη της προδεικνύει τον αφανισμόν της».
«Το τέλος των τυράννων, είναι, αδελφοί μου, πασίδηλον». «Ω, Ελληνες! Οι ποταμοί αίματος των συγγενών και
φίλων μας, εχύθησαν από το οθωμανικόν σπαθί, ζητούσιν εκδίκησιν». «…Κάθε μικρά αναβολή είναι επιζήμιος
καταπολλά …». Και τελειώνει με λόγια γεμάτα πίστη, αισιοδοξία και πρόσκληση στον αγώνα.
Η «Ελληνική Νομαρχία» δεν είναι μόνο πολιτικό-επαναστατικό και ιστορικό βιβλίο. Είναι συγχρόνως και
λογοτεχνικό. Το ύφος του σε πολλά μέρη είναι σφιχτοδεμένο, συναρπαστικό, ιδιότυπο, προσωπικό, όλο
ζωντάνια. Αλλού πάλι είναι πλαδαρό, κάπως άτονο. Και αυτό ενισχύει την άποψη ότι ο συγγραφέας δεν είναι
ένας, αλλά περισσότεροι.
Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο «Ανώνυμος» μοιάζει αρκετά με του Κοραή, και έχει αρκετούς μακαρονισμούς,
αλλά έχει και πολλούς δημοτικούς τύπους και εκφράσεις. Γενικά, όμως, τη διακρίνει παραστατικότητα και
ζωντάνια – αν βέβαια λογαριάσει κανείς πόσο αδύνατα ήσαν, γλωσσικά, τα γραφτά δημοτικά κείμενα της
εποχής εκείνης. Ο συγγραφέας είναι και δημιουργικός γλωσσοπλάστης. Λέει «μαυροφορεμένους» και
«γιδοκέφαλους» τους κληρικούς. Λαοκλέπτες, τους άρχοντες. Χρησιμοποιεί πλήθος επίσης καινούργιες για
τότε, λέξεις, όπως: Λαοπλάνος, μοναρχολάτρης, λεξπλάτρης, χρυσολάτρης, αδιήγητος, αρετοδοχείον,
αρχαγγελόπουλο, βρωμοάρχων, αυτόματος και πλήθος άλλες.

Δεν ξέρουμε αν η «Νομαρχία» κυκλοφόρησε πλατειά στην εποχή της και διαβάστηκε από τους σκλαβωμένους
Ελληνες, είτε απ’ αυτούς που ζούσαν στο εξωτερικό. Ο «Ανώνυμος» στο τέταρτο βιβλίο του γράφει αυτά τα
προφητικά λόγια: «Ω, πόσον ταχέως θέλει ρίψουσιν εις το πυρ τούτο μου το βιβλιάριον όσοι φοβούνται το φως
της αληθείας!». Και φυσικά ήταν επόμενο να καταδιωχθεί και να καεί ένα τόσο προοδευτικό, επαναστατικό
βιβλίο όχι μόνο από τους αντιδραστικούς της εποχής του, αλλά και από τους τοκογλύφο-κοτζαμπάσηδες, που
κυβέρνησαν και μετά το ’21 την Ελλάδα. Γι’ αυτό και ένα τόσο άξιο μνημείο της νεοελληνικής ιστορίας και
φιλολογίας καταχωνιάστηκε και έμεινε ανέκδοτο ως το 1949 ενώ εκδόθηκαν τόσες και τόσες ασήμαντες
φυλλάδες. Και οι σπουδαιοφανείς αστοί ιστορικοί της Νεοελληνικής λογοτεχνίας στις Ιστορίες τους αφιερώνουν
μόνο λίγες σειρές για τη «Νομαρχία».
Φαίνεται όμως ότι στην εποχή του το βιβλίο εξάσκησε μεγάλη επίδραση και ίσως στάθηκε ο βασικός
εμπνευστής και καθοδηγητής της Φιλικής Εταιρείας, που έκανε δικές της τις ιδέες της «Νομαρχίας» και στήριξε
την απελευθέρωση της Ελλάδας στις λαϊκές δυνάμεις του έθνους. Πολλοί επίσης υποστηρίζουν ότι το βιβλίο
αυτό βοήθησε αρκετά τον Κάλβο, το Σολωμό και άλλους. Γενικά στους Ελληνες του εξωτερικού η επίδρασή του
πρέπει να ήταν τότε πολύ μεγάλη. Και σήμερα χρειάζεται μια νέα έκδοση, απλή, μ’ ένα σύντομο πρόλογο και
χωρίς μερικά ανιαρά πια για την εποχή μας κομμάτια του.
—————————————————————————————————————————————
Νίκου Μπελογιάννη: Από το βιβλίο «Κείμενα από την απομόνωση», 2η έκδοση, «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα,
1983, Μέρος Δεύτερο, Υλικό σε φακέλλους, σελ. 49-54.
1. Οι σημειώσεις καλύπτουν δέκα πυκνογραμμένες σελίδες μικρού μεγέθους. Στην πρώτη σελίδα είναι
γραμμένος ξανά ο τίτλος «Ελληνική Νομαρχία» και η ημερομηνία: 4/12/51. Είναι δηλαδή σημειώσεις που
γράφτηκαν στη φυλακή της Κέρκυρας, και αυτό φαίνεται και από το χαρτί, λευκό, κανονικά κομμένο, από
σημειωματάριο, όπως και από το ότι ο Ν. Μ. χρησιμοποιούσε το στυλό του.
2. Αυτή η παρατήρηση είναι χαρακτηριστική ή, καλύτερα αποκαλυπτική για τον τρόπο που σκεπτόταν και
αισθανόταν ο Ν. Μ.

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in Ideologic matters and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s