ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ , ‘Ητοι Λόγος περί ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ (ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α)


Δι’ ού άποδεικνύεται, πόσον είναι καλλιωτέρα ή Νομαρχική Διοίκησις άπό τάς λοιπάς, ότι είς αύτήν μόνον φυλάττεται ή ‘Ελευθερία τού άνθρώπου, τί έστί ‘Ελευθερία, όπόσων μεγάλων κατορθωμάτων είναι πρόξενος, ότι τάχιστα ή ‘Ελλάς πρέπει νά συντρίψη τάς άλύσους της, ποίαι έστάθησαν αί αίτίαι όπού μέχρι τής σήμερον τήν έφύλαξαν δούλην, καί όποίαι είναι έκείναι, όπού μέλλει νά τήν έλευθερώσωσι.
Συντεθείς τε καί τύποις έκδοθείς ίδίοις άναλώμασι πρός ώφέλειαν τών ‘Ελλήνων

ΠΑΡΑ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ

‘Εν ‘Ιταλία. 1806.
ΣΤΟΧΑΣΟΥ, ΚΑΙ ΑΡΚΕΙ
‘Ω ‘Αναγνώστα !
‘Επειδή ό λόγος μου δέν είναι άλλο, παρά μία διεξοδική ‘Επιστολή πρός τούς ‘Ελληνας’ έπειδή τάς άντιρρήσεις έκείνων όπού κατά συνήθειαν, καί χωρίς αίτίαν κάμνουσι, ώς ούδέν κρίνω’ έπειδή οί λεξολάτραι, καί όσοι μέ τό συντακτικόν τού Γαζή είς τό χέρι ήθελαν κατακρίνει τούτο τό έγχειρίδιον, είς ούδέν μέ βλάπτουσι’ έπειδή νομίζω άχρηστον νά άποκριθώ είς όσους ήθελαν έρωτήσει, διατί κράζομαι άνώνυμος’ καί έπειδή τέλος πάντων προσμένω μέ πόθον νά
λάβω καμμίαν όρθήν έρμηνείαν, καί διόρθωσιν είς κανένα σφάλμα μου άκούσιον: διά τούτο, είς άλλο τι δέν χρησιμεύει ή παρούσα μου ξεχωριστή ‘Επιστολή, είμή μόνον διά νά σέ είδοποιήσω, ότι, άνίσως όμοιάζεις έκείνους όπού προφέρουσι τό όνομα τής ‘Ελλάδος χωρίς νά άναστενάζωσι, νά μήν χάσης τόν καιρόν σου ματαίως είς τό νά άναγνώσης τό πονημάτιόν μου τούτο.
‘Ερρωσο.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΥΜΒΟΝ , τού μεγάλου καί άειμνήτου ‘Ελληνος ΡΗΓΑ ,
τού ύπέρ τής σωτηρίας τής ‘Ελλάδος έσφαγιασθέντος, χάριν εύγνωμοσύνης ό συγγραφεύς τό
πονημάτιον τόδε ώς δώρον άνατίθησι.
Εψοςιαςε αμιρυισ ξοστςισ εψ οσσιβυσ υμτος Φιςη.
Είς ποίον άλλον έπρεπε νά άναθέσω έγώ τό παρόν μου πονημάτιον, ώ άξιάγαστε ‘Ηρως, παρά
είς έσέ όπού έστάθης ό πρόδρομος μιάς ταχέας έλευθερώσεως τής κοινής πατρίδος μας ‘Ελλάδος, καί έθυσίασες τήν ζωήν σου δι’ άγάπην της; Δέξαι τό λοιπόν μέ τό συνηθισμένον σου έλληνικόν, ίλαρόν καί καταδεκτικόν βλέμμα, καί δέξαι το πρός τούτοις ώς άρραβώνα έκδικήσεως τού λαμπρού αίματός σου κατά τών τυράννων τής ‘Ελλάδος. ‘Η δέ ‘Ελλάς άπασα θέλει δοξάσει διά παντός τό άθάνατον όνομά σου, συναριθμούσα αύτό είς τόν κατάλογον τών ‘Επαμεινώντων, Λεωνίδων, Θεμιστοκλέων, καί Θρασυβούλων.

1. ‘Αναφανήναί τις έκ των όστέων ήμών έκδικος. Βιργ.[ίλιος]
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ , ήτοι Λόγος περί ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
‘Εσείς, ώ άθάνατοι ψυχαί τών έλευθέρων προγόνων μου! ένδυναμώσατε τώρα τόν ζήλον μου μέ τά ήρωΐκά σας έντάλματα, διά νά έκφράσω, καθώς πρέπει, τά τής έλευθερίας κάλλη είς τούς άπογόνους σας. Καί σύ, ίερά Πατρίς, έγκαρδίωσον καί στερέωσον τήν πρός σέ άγάπην μου, μέ τήν ένθύμησιν τών παλαιών τερατουργημάτων σου, διά νά παραστήσω μέ σαφήνειαν είς
τά τέκνα σου τάς φοβεράς χρείας σου, καί νά ένθουσιάσω τάς έλληνικάς των καρδίας μέ τόν θείον σου έρωτα.
Ναί, φιλτάτοι μου ‘Ελληνες, τό έπιχείρημα είναι δύσκολον δι’ έμέ, άλλ’ ή Πατρίς τό ζητεί, τό χρέος μου μέ βιάζει, καί μόνον ή άλήθεια τών λόγων μου μού προμηνύει καλήν έκβασιν. ‘Αντί ρητορικών φράσεων, θέλει καλλωπίσει τόν λόγον μου ή διήγησις τών θαυμαστών έργων τών πάλαι ‘Ηρώων, ή μεγαλειότης δέ τού θέματος καί τό κοινόν όφελος μού τάζουσι τήν παρ’ έμού ποθουμένην άνταμοιβήν, λέγω τήν κατάπεισιν τών όμογενών μου ‘Ελλήνων.
‘Αμποτες, λοιπόν, νά άξιωθώ νά άποδείξω έμπράκτως τά όσα, κατά τό παρόν, διά λόγου άπεφάσισα νά σάς κοινοποιήσω, τό όποίον έπεύχομαι είς όλους τούς άγαπητούς μου ‘Ελληνας καί όλους τούς άληθείς φιλοπάτριδας. ‘Αναγκαίον πράγμα είναι είς όποιον άποφασίσει νά έξετάση τήν άλήθειαν τών πραγμάτων, συχνάκις νά δυσπιστή είς τόν ίδιον έαυτόν του, καί χωρίς νά είναι εύκολόπιστος είς τούς άλλους, νά καταπείθεται μόνον είς τήν άναμφιβολίαν. ‘Ωσάν όπού πολλάκις άμελώντας τινάς μίαν παραμικράν έρευναν, καί δίδοντας πίστιν είς όσα άκροάζεται άπό άλλους, εύκόλως ήμπορεί νά άπατηθή, καί τότε λαμβάνει μίαν περίληψιν άκατάστατον είς τήν ύπόθεσιν όπού ζητεί, καί έξακολούθως ούτε αύτός ήμπορεί νά εύρη τήν άλήθειαν, ούτε άλλοι παρ’ αύτού νά τήν έννοήσωσι.
‘Οταν όμως έξετάζη τήν ύπόθεσιν μέ προσοχήν, συγκρίνει άδιαφόρως τούς περί αύτής όμιλήσαντας, έρευνώντας πρός τούτοις τάς αίτίας, όπού τόν καθένα έπαρακίνησαν νά όμιλήση’ όταν, λέγω, έκλέγει τό πιθανόν άπό τό άδύνατον καί τό δύσκολον άπό τό άμφίβολον, τότε προχωρεί βαθμηδόν, καί φθάνει τέλος πάντων είς τήν άλήθειαν, καί εύρίσκει τήν άνταμοιβήν είς τούς κόπους του μέ τήν άκριβήν της άπόκτησιν. Τότε, λέγω, πρέπει καθείς νά καταπείθεται, καί
άνοητότατος ήθελεν είναι ό άκατάπειστος.
Πολλοί, μέχρι τής σήμερον, έστάθησαν οί πολυπράγμονες τής άνθρωπίνης εύδαιμονίας, πολλά όλίγοι όμως διετήρησαν τούς προλεχθέντας κανόνας, καί όλιγότατοι έπέτυχον τού σκοπού των’ καί διά τούτο άλλος μέν ήλπισε νά τήν εύρη είς τά πλούτη, άλλος είς τήν μάθησιν, άλλος είς τήν πτωχείαν, άλλος είς τήν φιλαυτίαν’ μερικοί πάλιν, έξετάζοντες τά άνθρώπινα περιστα-
τικά, καί άπαντούντες πανταχόθεν έμπόδια καί δυσκολίας, είπον ότι ό άνθρωπος δέν ήμπορεί νά είναι εύτυχής κατ’ ούδένα τρόπον’ άλλοι δέ, όπού δέν έλαβον έπιμέλειαν νά έρευνήσωσι όσον έχρειάζετο τήν ύπόθεσιν, άπεφάσισαν εύθύς εύθύς, ότι όλοι οί άνθρωποι είναι εύτυχείς.
‘Ανάμεσα, λοιπόν, είς τοιούτον λαβύρινθον τοσούτων στοχασμών, άλλο, βέβαια, δέν ήμπορεί τινάς νά καταλάβη, είμή μόνον ότι ή εύτυχία τού άνθρώπου στέκεται είς τό νά είναι εύχαριστημένος, καί έξακολούθως, μήν ήμπορώντας νά είναι κατά πάντα εύχαριστημένος, ούτε κατά πάντα εύτυχής ήμπορεί νά όνομασθή. ‘Οθεν, διά νά εύτυχήση ό άνθρωπος όσον περισσότερον είναι δυνατόν, πρέπει πρότερον νά έξαλείψη όσας αίτίας τής δυσαρεσκείας του ήμπορέση, δηλ. νά ύπακούη είς τήν θέλησίν του. ‘Αλλ’ έπειδή οί άνθρωποι δέν έχουσιν όλοι τάς αύτάς θελήσεις, είναι άναγκαίον οί όλιγότεροι νά ύπακούουν είς τήν θέλησιν τών περισσοτέ
ρων καί μήν όντας δυνατόν νά είναι όλοι εύτυχείς, κάν νά είναι οί περισσότεροι.
‘Η εύτυχία μας λοιπόν κρέμαται άπό τήν διοίκησιν, ή όποία ήμπορεί νά μάς καταστήση εύτυχείς μόνον τότε, όταν άρέσκη τών πεοισσοτέρων. Διά τούτο άναγκαίον είναι νά έξετάσητε μαζί μου, άνάμεσα είς τάς τόσας διοικήσεις, όπού τήν σήμερον έχουσιν οί άνθρωποι, ποία είναι ή καλλιοτέρα, τό όποίον δέν θέλει σάς φανή δύσκολον, έπειδή ήξεύρετε τόν τρόπον, όπού σάς
προείπον, τής δοκιμής της. ‘Αφού δέ εύρομεν τήν καλλιοτέραν διοίκησιν, τότε θέλομεν καταλάβει καί τί έστί έλευθερία, περί ής ό λόγος, καί πόσων άξίων κατορθωμάτων καί άρετών είναι πρόξενος, καί τέλος πάντων είς τί συνίσταται ή όμοιότης καί ή όμόνοια’ όπού βεβαιωθέντες είς αύτά, νά προσπαθήσωμεν νά τά ξαναποκτήσωμεν, καί νά άναλαμπρύνωμεν τό Γένος μας, τό όποίον ή τυραννία τόσον ήμαύρωσεν. ‘Ο άνθρωπος είναι πεπροικισμένος άπό τήν φύσιν μέ τό λογικόν, διά μέσου τού όποίου συγκρίνει τά πράγματα άναμεταξύ των, καί προκρίνει άπό αύτά όποιον τόν ώφελεί περισσότερον, έχει δέ μίαν κλίσιν πρός τό βελτίον, όπού πάντοτε τόν παρακινεί, είς όποιανδήποτε κατάστασιν ήθελεν είναι, νά ζητή μίαν καλλιοτέραν’ ό πρώτος του λοιπόν καί άναγκαιότερος στοχασμός είναι τό νά διαφυλάξη τήν ζωήν του καί νά τήν διαυθεντεύση όσον ήμπορεί άπό κάθε έναντίον. ‘Εως όπού ό άνθρωπος ήμπόρεσε νά τραφή καί νά διαυθεντευθή μόνος του, έως τότε έσώθη ή φυσική ζωή, καί βέβαια ή εύτυχεστέρα διά ήμάς τούς θνητούς. ‘Αφού όμως ό ένας έκραξεν πρός βοήθειάν του τόν άλλον, τό φυσικόν σύστημα έτελείωσεν, καί εύθύς ήρχισεν, διά νά είπώ έτζι, τό έλεεινόν θέατρον τών άνθρωπίνων περιστάσεων.
‘Ισως τινάς ήθελεν έρωτήσει, πόθεν προήλθεν ή άνάγκη, όπού έβίασεν τόν άνθρωπον νά ζητήση βοήθειαν παρ’ άλλου’ άλλά ήθελεν είναι τό ίδιον νά έρωτούσε τινάς, διά ποίον τέλος καί διά τί τό ύπέρτατον Ον έκτισε τήν οίκουμένην. ‘Η μεγαλειτέρα άμάθεια είναι, άδελφοί μου, τό νά θέλη τινάς νά μάθη έκείνα όπού δέν ήμπορεί νά καταλάβη. ‘Οθεν, όποιος γνωρίζει τά όσα δέν δύναται νά έννοήση καί τά παραιτεί, είναι ό σοφώτερος τών άνθρώπων.
‘Αφού λοιπόν έπαυσεν, ώς είπον, τό πρώτον σύστημα τών άνθρώπων, είς τό όποίον ή φύσις ήτον άντί τών νόμων, ή γή όλη άντί τών πολιτειών, καί ή θέλησις καθενός άντί τών ήθών, άφού, λέγω, ό άνθρωπος δέν ήθέλησεν νά εύχαριστηθή μέ τήν σημερινήν τροφήν, άλλ’ έζήτησε νά προητοιμάση καί διά τήν αύριον, καί άφού τέλος πάντων άπεφάσισε νά ζήση μαζί μέ άλλους, έχασε τήν άληθή εύτυχίαν, καί έγινε δούλος όχι μόνον τού έαυτού του, καί άλλων, άλλά καί τών ίδίων άψύχων πραγμάτων.
Πρώτη λοιπόν έστάθη, ή άναρχία νά φανερωθή άνάμεσα είς τούς άνθρώπους. Εύθύς ό δυνατότερος άρχισε νά δώση νόμον τού άδυνάτου, καί οί περισσότεροι νά άρπάζωσι τό δίκαιον άπό τούς όλιγοτέρους: έκεί φόνοι, έκεί άδικίαι, έκεί τέλος πάντων μύρια άναγκαία πλημμελήματα έως τότε άγνώριστα. Είδεν ή άνθρωπότης τό καλόν όπού έχασεν, άλλά δέν τής ήτον πλέον δυνατόν νά τό ξαναποκτήση, καί άναγκαίως έχρειάσθη νά βασανισθή όχι όλίγον καιρόν, έως όπού ή σκιά τού θρόνου ήρχισε νά άπομωράνη τάς ψυχάς τών άνθρώπων, καί ίδού ή μοναρχία έμφανίσθη, ή όποία ώς πρόξενος καί γεννήτρια τής πολιτικής άνομοιότητος τών άνθρώπων, μετ’ ού πολλού μεταβληθείσα είς τυραννίαν, έφερεν είς τήν γήν όλα τά κακά όπού ήμπορούσεν νά δοκιμάση τό άνθρώπινον γένος.
‘Ιδού ό τύραννος, ώς ήμίθεος, νά δίδη τόν θάνατον είς τούς άλλους, καί νά χαρίζη τήν ζωήν όσων δέν θανατώνει. ‘Ιδού τά έλαττώματα, όχι πλέον μισητά, άλλά έπαινετά, καί έπιθυμητά. ‘Ιδού ή άδικία μέ τό ξίφος είς τήν δεξιάν, νά καταπατή τήν άρετήν, καί νά διώκη τήν δικαιοσύνην. ‘Ιδού…
‘Αλλά, τέλος πάντων, αύτά τά ίδια κακά, καί άνυπόφοροι δυστυχίαι έδίδαξαν τήν άνθρωπότητα νά εύρη μίαν διοίκησιν, είς τήν όποίαν νά έπιτύχη τήν άνάπαυσίν της καί τήν εύτυχίαν της’ αύτή είναι λοιπόν έκείνη ή διοίκησις, όπού έγώ θέλω νά τήν όνομάσω Νομαρχίαν, ή όποία, όσον περισσότερον οί άνθρωποι άγαπώσι τήν εύτυχίαν των, τόσον αύτή στερεούται καί φυλάττεται άμετάτρεπτος, ούσα ή ύστερινή μεταμόρφωσις, διά νά είπώ ούτως, τών διαφόρων διοικήσεων, καί ή μόνη πρόξενος τής άρετής, τής όμοιότητος, καί τής έλευθερίας.
Πολλάκις βλέπομεν, νά μήν άκολουθούν τόν είρημένον κανόνα είς τάς μεταβολάς των αί διοικήσεις, αύτό όμως προέρχεται άπό διαφόρους αίτίας, όπού τό παρόν θέμα δέν συγχωρεί τήν έκτεταμένην των διήγησιν. Φθάνει μόνο νά ήξεύρη καθείς, ότι όποιαδήποτε διοίκησις πρέπει νά είναι μία άπό τάς είρημένας τέσσαρας, τάς όποίας ώς γενικάς κρίνω, καί ότι ή ύστερινή είναι ή καλλιοτέρα καί άρμοδιωτέρα πρός τό ήμέτερον εύ ζήν. Αύτήν λοιπόν άς έξετάσωμεν όσον δυνηθώμεν άκριβέστερα’ καί βέβαια είς αύτήν θέλομεν εύρει τήν έλευθερίαν διασωσμένην, καί έξακολούθως, τήν είσοδον είς τήν άνθρωπίνην εύδαιμονίαν. ‘Η νομαρχία, άδελφοί μου, εύρίσκεται τόσον είς τήν δημοκρατίαν, καθώς καί είς τήν άριστοκρατίαν, αί όποίαι είς άλλο δέν διαφέρουσι, είμή μόνον, ότι ή μέν δημοκρατία κλίνει είς τήν άναρχίαν, ή δέ άριστοκρατία είς τήν όλιγαρχίαν, ή όποία πολλάκις είναι χειροτέρα καί άπό τήν ίδίαν τυραννίαν.
‘Επειδή όμως καί είς τάς δύο αύτάς διοικήσεις σώζεται ή ‘Ελευθερία, άδιάφορος είναι ή έκλογή. ‘Οθεν, κατά τό πλήθος τού λαού, καί κατά τό κλίμα, ποτέ μέν προτιμάται ή μία, ποτέ δέ ή άλλη.
‘Αλλά τί έστί έλευθερία; Είς τήν άναρχίαν, ώ ‘Ελληνες, έλεύθεροι είναι μόνον οί ίσχυρότεροι, είς μέν είς τήν μοναρχίαν, ούδείς δέ είς τήν τυραννίαν, καί όλοι είς τήν νομαρχίαν. ‘Οθεν, κατά μέν τούς πρώτους ή έλευθερία άλλο δέν είναι, είμή ή έκτέλεσις τής θελήσεως τού καθενός, έπειδή, εύρισκόμενοι χωρίς νόμους, καί χωρίς κριτάς, ό μέν άρπαξ όνομάζει τάς άρπαγάς του άποτέλεσμα τής έλευθερίας του, όμοίως δέ καί ό άσωτος τάς άσωτίας του, καί ό κακός τάς κακίας του. Κατά δέ τούς δευτέρους, ώσάν όπού έπώλησαν τήν έλευθερίαν τους ένός, άλλο δέν έννοούσι μέ αύτήν τήν λέξιν, είμή τάς προσταγάς τού κυρίου των, καί είναι μόνον έλεύθεροι διά νά τόν ύπακούωσι. ‘Ο τύραννος δέ καί οί δούλοι του άγνοούσι παντάπασιν τοιαύτην λέξιν,
έπειδή ποτέ δέν τήν έδοκίμασαν, διά νά έχουν ίδέαν περί αύτής.
‘Υπό τής νομαρχίας, τέλος πάντων, ή έλευθερία εύρίσκεται είς όλους, ώσάν όπού όλοι κοινώς τήν άφιέρωσαν είς τούς νόμους, τούς όποίους διέταξαν αύτοί οί ίδιοι, καί ύπακούοντάς τους καθείς ύπακούει είς τήν θέλησίν του, καί είναι έλεύθερος. ‘Ιδού λοιπόν, όπού κατ’ αύτούς ή έλευθερία είναι ή ύπακοή είς τούς νόμους, καί έν ένί λόγω, άλλο δέν είναι ή έλευθερία παρά
ή αύτή νομαρχία. Αύτή είναι, άγαπητοί μου, έκείνη ή έλευθερία, όπού άλλοι μέν άστοχάστως ένόμιζον τήν άπώλειαν, άλλοι δέ παραφρόνως τήν άπείθειαν, καί άλλοι άλλως, ώς ή άπαιδευσία έδίδασκε τόν καθένα, άφευκτα άποτελέσματα τής δουλείας, ή όποία έβαρβάρωσεν
τούς άνθρώπους, κατέφθειρεν τά ήθη, καί έξ αίτίας της ήμείς διαφέρομεν τόσον άπό τούς προγόνους μας, όπού είς μερικούς φαινόμεθα άλλοτρίου γένους.
Φεύ! πού είσαι, έλευθερία ίερά! πού νόμοι! πού νομοδόται! ‘Οσον γνωρίζομεν τήν άληθή σημασίαν σου, τόσον αύξάνει ό πόθος μας είς τό νά σέ άπολαύσωμεν. ‘Εσύ είσαι ή μήτηρ τών μεγάλων άνδρών, σύ ό στύλος τής δικαιοσύνης, σύ ή πηγή τής εύτυχίας. ‘Ε, πόσον καλόν λείπει έκείνων, όπού σέ ύστερούνται! Πόσον θέλουν κλαύσει όσοι μέχρι τούδε δέν σέ έγνώ-
ριζον! ‘Ημείς δέ, ναί ίερά ‘Ελευθερία, μέ τούς όδόντας μας θέλομεν συντρίψει τάς άλύσους μας, διά νά τρέξωμεν πρός άπάντησίν σου. Είναι άδύνατον αί έλληνικαί ψυχαί νά κοιμηθούν πλέον είς τήν ληθαργίαν τής τυραννίας! ‘Ο λαμπρός ήχος τών άρμάτων των πάλιν θέλει άκουσθή πρός κατατρόπωσιν τών τυράννων των, καί ταχέως.
‘Αλλά πρίν είσέλθω είς τήν έπαρίθμησιν τών καλών τής αύτής νομαρχίας, κρίνω άναγκαίον νά
σάς φανερώσω τι προλαβόντως περί τής όμοιότητος τών άνθρώπων, καί τούτο διά νά μήν άπατηθώσιν όσοι ήθελαν νομίσει νά εύρωσιν είς αύτήν τήν διοίκησιν μίαν άπόλυτον όμοιότητα.
Τρείς είναι λοιπόν αί αίτίαι τής άνομοιότητος τών άνθρώπων, άδελφοί μου, άγκαλά καί αύτοί νά διαφέρωσι κατά πολλούς τρόπους. ‘Η πρώτη άπό αύτάς είναι ή ίδία φύσις, ή όποία άλλους μέν έκαμεν δυνατής κράσεως, καί άλλους άδυνάτου, έχάρισε μερικών περισσότερον πνεύμα, καί άλλων τινών όλιγότερον, καί ούτως οί άνθρωποι διαφέρουσιν έν πρώτοις άναμεταξύ των κατά φυσικόν τρόπον.
‘Η δέ δευτέρα είναι ή άνατροφή, διά τής όποίας ό άνθρωπος άποκτά τάς άρετάς καί τήν σοφίαν, ήτοι τά καλά ήθη. ‘Οθεν, οί άνθρωποι διαφέρουσιν άκόμη καί κατά τά ήθη. ‘Η τρίτη, τέλος πάντων, είναι ή τύχη, καί ούτως ό πτωχός διαφέρει άπό τόν πλούσιον. ‘Η άναρχία, λοιπόν, κατέστησε κατ’ άρχάς τήν άπλήν φυσικήν άνομοιότητα άνυπόφορον, καί έξακολούθως ή μοναρχία, καί μετ’ αύτής ή τυραννία, ήθέλησαν νά μετριάσουν όπωσούν τήν φυσικήν άνομοιότητα, καί αίφνιδίως έπροξένησαν είς τήν άνθρωπότητα τήν άκατάστατον καί φοβεράν άνομοιότητα τών ήθών τε καί τής τύχης, όπού θεωρώντας τήν σήμερον τινάς τούς άνθρώπους, πρέπει νά άνατριχιάζη άπό τοιούτον έλεεινόν θέαμα, εύρίσκοντας πολλά μεγαλειτέραν διαφοράν άπό ένα άνθρωπον είς άλλον, παρά άπό τόν άνθρωπον είς ένα ζώον. (1)

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

(1).   Ἃς θεωρήσῃ, διὰ μίαν στιγμήν, ὁ ἀναγνώστης ἕναν τεχνίτην μὲ ἓξ τέκνα, καὶ τὸν τύραννον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ ἔπειτα ἃς μὴν καταπεισθή, ἂν ἠμπορέση.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΑΝΑΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ ΤΟΥ Σ. ΚΑΙ Κ.

Ο ΣΥΓ(ΓΡΑΦΕΥ)Σ. ‘Αδελφοί μου, χαίρετε! (τούς άσπάζεται).
Ο Σ. Δέν ήξεύρω πότε θέλει άλλάξεις ίδιώματα.
Αύτά τά φιλιά σου!..
Ο Κ. Τή άληθεία είναι παράξενος’ (λέγει πρός τόν Σ.) Είς όποιον μέρος μέ άπαντήση, εύθύς όρμεί νά μέ φιλήση. ‘Εγώ όμως δέν τόν άφήνω, καί πολλάκις…
Ο ΣΥΓ. Διατί, άδελφοί μου, σάς κακοφαίνεται; ‘Εσείς γνωρίζετε τήν καρδίαν μου πόσον είναι καταπικραμένη άπό τάς καταδρομάς τής τύχης, καί θέλετε νά μέ ύστερήσητε άκόμη άπό αύτό τό μόνον καλόν όπού μού έμεινε! ‘Εγώ σάς βεβαιώ ότι, όταν σάς φιλώ, αίσθάνομαι μίαν ήδύτητα άνέκφραστον, καί… ‘Αλλ’ άς άφήσωμεν τά τοιαύτα. Είπέτε μοι, παρακαλώ, άναγνώσατε τό βιβλίον, όπού πρό ήμερών σάς έδωσα; Ο Σ. Τό θαυμαστόν πόνημά σου; (είρωνικώς).
Ο Κ. Τήν ‘Ελληνικήν Νομαρχίαν;
Ο ΣΥΓ. Ναί.
Ο Σ. Τό άναγνώσαμεν.
Ο Κ.
Ο Σ. Τί λωλαμάδα! ‘Ηθέλησες καί σύ νά δείξης τήν άξιότητά σου, καί, διά νά είπώ έτζι, ή ύπερηφάνειά σου σ’ έτύφλωσε τόσον, όπού μέ τούς ίδίους σου κόπους καί μέ έξοδά σου ήθέλησες νά άποκτήσης βάσανα. Καί ένθυμήσου τούς λόγους μου. Ο Κ. Τή άληθεία, άν κανένας άπό έκείνους όπού όνειδίζεις, κατά δυστυχίαν, γνωρίση όποίος είσαι, ήμπορεί νά σέ βλάψη, καί ίσως περισσότερον άπ’ ό,τι φοβείσαι.
Ο Σ. Καί ποίον άφησε άβριστον; Βασιλείς, άρχιεπισκόπους, εύγενείς, πλουσίους…
Ο Κ. ‘Ηθέλησες πρός τούτοις, φίλε μου, νά όμιλήσης διά πολλά πράγματα’ καί είς τόσον μικρόν βιβλίον, βέβαια, δέν ήμπορεί τινάς νά είπή όσα χρειάζονται.
Ο Σ. ‘Ε, κάψε τα, κάψε τα, άγαπητέ μου, όσα σώματα καί άν έτύπωσες, κάψε καί τό χειρόγραφον, διά νά μήν εύρης βάσανα.
Ο ΣΥΓ. Νά τά κάψω! (μέ ένθουσιασμόν καί μεγαλοφώνως). ‘Ω Πατρίς! ‘Ω ‘Ελλάς! ‘Ω ‘Ελληνες! ‘Ω φίλοι μου γλυκύτατοι! (πίπτει λιποθυμισμένος).
Ο Σ. Πώς έμεινεν άλαλος! (λέγει πρός τόν Κ.).
Ο Κ. Πώς έκιτρίνισε!
Ο Σ. Μοί φαίνεται νά δακρύζη.
(Ο Κ. τόν άνασηκώνει καί μετ’ όλίγου, άναλαμβάνων ό συγγραφεύς, λέγει:)
Ο ΣΥΓ. ‘Ω Θεέ μου! Είσθε έσείς, όπού μού λέγετε τοιαύτα λόγια; ‘Ε, άδελφοί μου, έσείς βέβαια δέν εύρίσκεσθε είς τάς ίδίας περιστάσεις όπού εύρίσκομαι έγώ, ούτε αίσθάνεσθε όλον τό βάρος τής τυραννίας καί όλας τάς δυστυχίας τής ‘Ελλάδος όσον έγώ τάς αίσθάνομαι. ‘Εγώ, ναί! ‘Εγώ δέν ζώ, είμή ώς ‘Ελλην !
ούτε άλλο τι ήμπορεί νά μού κατασήση ποθητήν τήν ζωήν μου, είμή ή ‘Ελλάς. ‘Η καρδία μου εύθύς άρχίζει νά ταράττεται βιαίως, όταν άκούω τό όνομα τής πατρίδος μου. ‘Ε, φίλοι μου, είναι άδύνατον νά σάς παραστήσω τήν ταλαιπωρίαν τού γένους μας’ ούτε όλοι ύποφέρουσιν έξ ίσου, διά νά ήμπορέσουν νά αίσθανθώσι μέ τήν ίδίαν δύναμιν όλοι οί ‘Ελληνες τά άνυπόφορα κεντήματα τής άγανακτήσεως έναντίον τών τυράννων τής ‘Ελλάδος. Διά τούτο… (οί φίλοι του θέλουσι νά τόν άντισκόψωσι άπό τήν όμιλίαν, καί ό συγραφεύς έξακολουθεί ούτως:) ‘Εγώ προβλέπω τί θέλετε νά μ’ έρωτήσητε, ώ άγαπητοί μου, καί ίδού όπού σάς προλαμβάνω. ‘Ακούσατε λοιπόν μέ πάσαν είλικρίνειαν τό πώς καί διατί έσύνθεσα αύτόν τόν λόγον μου, καί έλπίζω νά άπολαύσω τήν συγνώμην σας είς τά άκούσια σφάλματά μου καί τήν εύχαρίστησίν σας είς τό έπιχείρημά μου.
Περιττόν μού φαίνεται νά σάς παραστήσω τόν χαρακτήρα μου, έπειδή ούδείς άλλος καλλιώτερα άπό έσάς μέ γνωρίζει. Δέν άγνοείτε πρός τούτοις, ότι αί δυστυχίαι τής ‘Ελλάδος άπό τό έν μέρος, καί ή καταδρομή τής τύχης άπό τό άλλον, ηύξησαν τάς κατά μέρος έδικάς μου δυστυχίας είς τό άπειρον. Δι’ άρκετούς χρόνους, λοιπόν, έζησα τυραννημένος άπό μίαν άδιάκοπον άμφιβολίαν, ή όποία μ’ έφύλαττε παντοτινά καταβεβυθισμένον είς θλιβερούς στοχασμούς. Τά ψυχικά πάθη μου σχεδόν είχον νενεκρωθή, καί είς άλλο δεν έτελείωνε κάθε στοχασμός μου, παρά είς τό άδιακόπως παρ’ έμού μελετημένον τέλος. Ούτε δι’ άλλο τίποτε έστοχάσθην, είμή διά τό πώς νά ήμπορέσουν νά παύσουν αί γενικαί δυστυχίαι τού γένους μας, όπού τή θάλασσα, τή γής καί τή σιγή, πώς νά μπορεί μιά μέρα σάν άντρας πιά νά παύσουν έξακολούθως καί αί έδικαί μου, ούσαι τόσον ένωμέναι άλλήλων των, ώστε άδύνατον είναι νά άναπαυθή ό φίλος σας, έν όσω σώζεται ή τυραννία τής ‘Ελλάδος. ‘Οθεν, μόνον ό έρως τής πατρίδος, μόνον καί μόνον αύτός έκυρίευεν τήν ψυχήν μου’ ούτε άλλη έπιθυμία ήμπορούσε πλέον νά έχη χώραν, αύτού όντος, είμή τό θείον δώρον τής φιλίας. Καί ούτως ή γλυκεία συναναστροφή σας καί ή άνάγνωσις τινών συγραφέων μ’ έπαρηγορούσαν όπωσούν. ‘Αλλά, φεύ! ‘Οταν είς τήν ένθύμησίν μου ήρχετο ό σημερινός όλεθρος τής ‘Ελλάδος καί τά άνήκουστα καί σχεδόν άπίστευτα βάσανα τής πατρίδος μου, εύθύς ένας παράξενος τρόμος άγανακτήσεως μ’ έκυρίευεν όλον, όπού, σάς βεβαιώ, ώ φίλοι μου, δέν ήμπορούσα ούτε νά γράψω, ούτε νά άναγνώσω, ούτε κάν νά όμιλήσω.
Καί μόνος έλεγον είς τόν έαυτόν μου: «’Ε, διατί οί ‘Ελληνες νά είναι δούλοι! Διατί νά μήν έλευθερωθούν μέχρι τής σήμερον! Είναι δυνατόν, είναι εύκολον ή όχι; Καί άν είναι δυνατόν, όποίαι είσίν αί αίτίαι όπού τό έμποδίζουσι;» Καί άνάμεσα είς τόν λαβύρινθον τοσούτων θλιβερών στοχασμών, όλος ένθουσιασμένος έλάμβανα τό κονδύλι καί όλίγον χαρτάκι, καί έγραφα ό,τι ό ένθουσιασμός μου καί ή άλήθεια τού πράγματος μοί έπαγόρευεν είς έκείνην τήν στιγμήν. ‘Αφού δέ τό έτελείωνα, έρριπτον είς έν κιβώτιον τό γεγραμμένον χαρτίον, καί ούτως άναπαύετο όπωσούν ή ψυχή μου. Τοιουτοτρόπως, ώ άγαπητοί, ήκολούθησα διά πολύν καιρόν, όταν, τέλος πάντων, ή ποσότης τών αύτών χαρτίων μέ κατέστησεν περίεργον νά τά άναγνώσω. ‘Ηρχισα λοιπόν νά άναγινώσκω καί νά τά βάνω είς τάξιν, έπειδή, καθώς εύκόλως ήμπορείτε νά καταλάβητε, δέν είχον τήν παραμικράν εύταξίαν. ‘Αλλα εύρήκα γεγραμμένα ίταλιστί, άλλα γαλλιστί, άλλα είς τήν γλώσσαν μας, καί όλα τόσον κακώς γεγραμμένα, όπού μόλις ήμπορούσα νά τά άναγνώσω. ‘Ενθυμούμαι όπού είς έν κατεβατόν όλόκερον δέν ήτον άλλο τι γεγραμμένον, είμή: «κακέ άνθρωπε καί σκληροτράχηλε τύραννε!». Τέλος πάντων, άπό αύτό τό άσχημον όλον, έσύναξα καί έσύνθεσα αύτόν τόν λόγον, καί ίδού τό πώς ήκολούθησεν ή σύνθεσίς του.
Ο Σ. Διά τούτο δέν εύρίσκει τινάς έκείνην τήν άναγκαίαν έξακολούθησιν τών νοημάτων.
Ο ΣΥΓ. Βέβαια δέν είναι καθώς έπρεπε νά ήτον.
Ο Κ. ‘Η συντομία δέν συμφωνεί ποτέ μέ τά μεγάλα θέματα.
Ο ΣΥΓ. ‘Η αύτή συντομία μέ ύποχρέωσε νά βάλω είς ύποσημειώσεις πολλά πράγματα, όπού έπρεπε νά όμιλήση τινάς είς διάφορα ξεχωριστά κεφάλαια δι’ αύτά. Καί ή συντομία, τέλος πάντων, ύποχρεώνοντάς με νά ένώσω βιαίως διάφορα θέματα είς έν, έδωσεν είς μερικά κατεβατά μεγαλην ένέργειαν, καί είς άλλα άκραν ξηρότητα. ‘Αφού λοιπόν, ώ άγαπητοί μου, τόν έσυνθεσα, άκούσατε τό διατί ήθέλησα νά τόν τυπώσω. Πρώτον μέν, διά νά ώφεληθούν μερικοί όπού ήθελε τόν άναγνώσουν μέ έκείνην τήν ίδίαν άγάπην καί διάθεσιν τής ψυχής, μέ τήν όποίαν έγώ τόν έσύνθεσα. Δεύτερον δέ, διά νά παρακινήσω τούς προκομμένους τού γένους μας νά συνθέσουν είς τό ίδιον θέμα άξιώτερα πονήματα.
Ο Κ. Τή άληθεία, είναι άξιον θαυμασμού, πώς μερικοί όπού διάφορα πονήματά των έξέδωκαν είς φώς, κανείς σχεδόν δέν ώμίλησε καθώς πρέπει περί τής έλευθερώσεως τής ‘Ελλάδος.
Ο ΣΥΓ. ‘Ελπίζω, ώ άδελφέ μου, είς τό έξής, καί μάλιστα όγλήγορα, νά πληρωθή ή έπιθυμία μας.
Ο Σ. Είπέ μας, ώ φίλε, μόνον δύο αίτια σ’ έπαρακίνησαν νά τυπώσης τό πόνημά σου, ή έχεις καί κανένα άλλο;
Ο ΣΥΓ. Ναί, ώ φίλοι, έχω καί τό τρίτον καί ύστερον αίτιον, τό…
Ο Σ. Τό όποίον είναι διά νά ήθέλησες νά δείξης καί σύ τήν άξιότητά σου;
Ο ΣΥΓ. Ούχί, άδελφέ, διότι ήθελα άποδείξει, τούναντίον, τήν άναξιότητά μου. Μάλιστα βλέπεις ότι δέν έβαλα ούτε τό όνομά μου είς τόν τίτλον.
Ο Κ. Μερικοί δέν βάζουν τό όνομά τους, διά νά άποφύγουν τάς κατακρίσεις όπού τούς τυχαίνουν.
Ο Σ. Ούχί, ώ Κ. ‘Ο φίλος μας δέν τό έβαλεν, διά τάς αίτίας όπού ήξεύρομεν.
Ο ΣΥΓ. Σάς βεβαιώ ώς άδελφός, ότι καί αί αίτίαι όπού λέγεις άν δέν ήθελε ήτον, μ’ όλον τούτο δέν ήθελα τό βάλει, ώς μή άναγκαίον. ‘Αν όμως ήθελε γράψει τις έναντίον…
Ο Σ. ‘Ε, δέν έλπίζω νά εύρεθή ‘Ελλην τις, νά γράψη έναντίον τής ‘Ελλάδος. Είπέ μας τώρα τό τρίτον αίτιον.
Ο ΣΥΓ. Τό τρίτον είναι, ώ άδελφοί, όπού, άν ό θάνατος κατά δυστυχίαν ήθελεν μ’ έμποδίσει άπό τό νά ώφελήσω είς τί τήν ‘Ελλάδα, κάν οί λόγοι μου νά άποδείξουν τήν πρός αύτήν εύγνωμοσύνην μου. Καί διά τούτο, σάς παρακαλώ, μήν…
Ο Κ. Είπέ μοι, είπέ μοι, σέ παρακαλώ, διά νά μήν τό άλησμονήσω. Διατί έβαλες είς τόν τίτλον «’Ελληνική Νομαρχία», όταν καθ’ αύτό δέν είναι άλλο, είμή ένας λόγος…
Ο Σ. Αύτό, τή άληθεία, είναι σφάλμα άσυγχώρητον. ‘Εγώ άναγινώσκοντας τόν τίτλον, ένόμιζα νά εύρω τόν τρόπον τής συστήσεως αύτής τής διοικήσεως, καί, τούναντίον, εύρήκα άλλα.
Ο ΣΥΓ. ‘Εχετε δίκαιον είς αύτό, ώ άδελφοί μοι, καί έγώ γνωρίζω τό σφάλμα μου, τό έβαλα όμως διά…
Ο Κ. Σιωπή, πλησιάζει ό…
Ο Σ. ‘Ε, νά τόν πάρη ή κατάρα!
Ο ΣΥΓ. ‘Υπομονή! Αύριον έτοιμασθήτε νά μού δώσητε τήν γνώμην σας είς πολλά ζητήματά μου.

‘Ερρωσθε.

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in Ideologic matters and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s