Καππαδόκες και Πόντιοι είναι ομόγλωττοι ΣΤΡΑΒΩΝ (1)


1)«Πατέραμ ντώεκα φσέα έπκι»…

Μια νεκρή γλώσσα μπορεί να αναστηθεί κάπου αλλού; Το ενδεχόμενο αναβίωσης της διαλέκτου της Καππαδοκίας αναζήτησε χθες στη διάλεξή του στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη ο Μαρκ Γιάνσε, καθηγητής Αρχαίων και Μικρασιατικών Ελληνικών στο Πανεπιστημίου Ghent του Βελγίου και καλεσμένος στην Αθήνα από το Κοινωφελές Ιδρυμα Αλέξανδρος Ωνάσης.

«Καππαδοκία» ήταν το όνομα της αρχαίας περιοχής στην ανατολική Μικρά Ασία, η οποία αρχικά συμπεριελάμβανε και τον Πόντο. «Αν και ο γεωγράφος Στράβων γράφει ότι Καππαδόκες και Πόντιοι είναι ομόγλωττοι, ωστόσο δεν γνωρίζουμε πώς ήταν η αρχαία γλώσσα των Καππαδόκων», σημειώνει ο Γιάνσε. Ο γηγενής Βασίλειος ο Καισαρείας διαβεβαιώνει ότι δεν ήταν ελληνικά, όμως οι Καππαδόκες αναφέρονται ανάμεσα στα έθνη που άκουσαν το κήρυγμα των Αποστόλων στη γλώσσα τους, τα ελληνικά.

Οι Καππαδόκες είναι δίγλωσσοι λένε οι πατέρες της Εκκλησίας, που διακρίθηκαν εκεί, ενώ ο Στράβων μιλάει για «βαρβαρόφωνους» και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός για «τραχιά και άγρια προφορά».

«Αν τότε ακούγονταν έτσι τα ελληνικά των Καππαδόκων, δεν συγκρίνεται με τίποτα απ αυτό που συνέβη στη γλώσσα μετά τις εισβολές Σελτζούκων των Οθωμανών από τον 11ο έως τον 14ο αιώνα, όπου πρακτικά η Καππαδοκία αποκόβεται από τον ελληνόφωνο κόσμο και υποτάσσεται σε γλωσσικό θάνατο, ώσπου να εκτουρκιστεί», λέει ο καθηγητής Γιάνσε.

Παραθέτει το παρακάτω ηχογραφημένο απόσπασμα γύρω στο 1900: «Ενα καλό κύριο άτρωπος έν-νε βαρύ αστενάρ. Τσιγούρτσε το ναίκατ και είπεν το: σεβγιλίμ, τρανάς το, ήλτε το σαχάτιμ». Και μεταφράζει: «Ενας καλός κύριος έπεσε βαριά άρρωστος. Φώναξε τη γυναίκα του και της είπε: Αγάπη μου, το βλέπεις, ήρθε η ώρα μου».

Ο Γιάνσε πίστεψε ότι έψαχνε μια γλώσσα που είχε πεθάνει, μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924. Εως τον Μάιο του 2005 που άκουσε ηχογραφήσεις του χωριού Σήμαντρα στη Χαλκιδική. «Σεμεντέρε» ήταν το όνομα της καππαδοκικής περιοχής. Οι τέσσερις λέξεις που άκουσε ο Γιάνσε ήταν ελληνικά με βόρεια προφορά και διάσπαρτα τουρκικά, όταν ήθελαν να μη γίνουν αντιληπτοί. Ακουσε: «πατέραμ ντώεκα φσέα έπκι» που σημαίνει «ο πατέρας μου έκανε δώδεκα παιδιά».

Σοφία Στυλιανού
ΕΘΝΟΣ  14/5/2008

2)ΠΟΝΤΙΑΚΟ ΛΕΞΙΚΟ
~ Α ~
αβαράς=χασομέρης, αβάσιμεσα=αβάσιμη, άβαφεσα=άβαφη, άβγαλτεσα=άβγαλτη, άβολεσα=άβολη, αβούτα(α’ούτα)=τούτα/αυτά, αβούτε(α’ούτε)=τούτη, αβούτεν(α’ούτεν)=τούτην, αβούτο(α’ούτο)=τούτο, αβουτοίντς=τούτους, αγαθέσα=αγαθή, αγαπητικιέσα=αγαπητικιά, άγγιχτεσα=άγγιχτη, αγγούρ=αγγούρι, αγγούρ(ε)ια=αγγούρια, αγιάρ=σέλα, αγίασμαν=αγίασμα, αγκαλέζω=αγκαλιάζω, αγκαλέεις=αγκαλιάζεις, αγκαλιάζ’νε=αγκαλιάζουν, αγκαλώ=καταγγέλω, αγλήγορα=βιαστικά, αγληγορώ=βιάζομαι, αγνόν=αγνός, αγνέσα=αγνή/παράξενη, αγούρ’=αγόρι/παιδί, αγούραια=αγόρια, άγουρον=άντρας, αγουρόπον=παιδάκι, αγουρόπα=παιδάκια, Άγουστον=Αύγουστος, αγράνεμον=αγριάνεμος, άγριον=άγριος, αγριέσα=άγρια, αγριόγατεσα=αγριόγατη, αγροκόσαρον=αγριόκοτα, αγρούμαι=αγριεύομαι/φοβάμαι, αγρούστ’=ανώρυμο, αγροτέρεμαν=αγριοκοίταγμα, αγροτερίδ’=το σκιάχτρο, αγροτερώ=αγριοκοιτάζω, αγρότες=αγρότης, άγρυπνεσα=άγρυπνη, αδά=εδώ, αδακά=εδώ πέρα, αδακές=προς τα δω, αδά μερέαν=προς αυτήν τη μεριά, αδερφέσα=αδερφή, αδιάντροπεσα=αδιάντροπη, αδιάφορεσα=αδιάφορη, αδίς=θα δώσεις, Αεργίτες=Νοέμβριος, αερόπον=αεράκι, αέτς=έτσι, αζευγάρωτεσα=αζευγάρωτη, αηδόν=αηδόνι, αθάνατεσα=αθάνατη, άθαφτεσα=άθαφτη, αζπάρια=αυλόπορτες, αήκα=τέτοια, αήκον=τέτοιο, αϊτέστε=αντέστε/άντε, ακαμάτς=ακαμάτης, άκαρδεσα=άκαρδη, ακεκά=εκεί πέρα, άκλερα=καημένα, άκλερε=καημένε, άκλερον=καημένος, ακονιστήρ=ακονιστήρι, ακονίζ=ακονίζει, ακονίζνε=ακονίζουν, ακριβέσα=ακριβή, άκσον=άκουσε, άλας=αλάτι, άλειμαν=λίπος, αλέγω=θα πω, αλέτρ=αλέτρι, αλέτραι=αλέτρια, αλεύρ=αλεύρι, αλίζω=αλατίζω, αλλ=άλλοι, αλλομίαν=ξαφνικά/οπότε, αλλτς=άλλους, αλυκόν=αλμυρό, αλφάρ=αλφάδι, αλών=αλώνι, αλώναι=αλώνια, Αλωνάρτς=Αύγουστος, άμα=όταν, άμον = σαν/μόλις, αν=επάνω, αναπάγουνταν=αναπαύονται, ανασκάφτω=βρίζω, ανασπάλω=ξεχνώ, ανασπάλνε=ξεχνούν, αν-αφκά=άνω-κάτω, αναχάπαρτα=απότομα, ανεμικά=ρευματισμοί, ανέντροπος=αδιάντροπος, ανεψά=ανεψιά, ανεψόν=ανεψιός, ανθρωπίαν=ανθρωπιά, άνιφτεσα=άπλυτη, άνιφτος=άπλυτος, ανκεκά=πέρα κει, ανοίω=ανοίγω, ανοίγνε=ανοίγουν, ανοιγάρ=κλειδί, αντάμωμαν=αντάμωμα, αντζήν=πόδι/σκέλος, αντζήα=πόδια/σκέλη, αντράλφος=κουνιάδος, αντρίζω=παντρεύομαι, αντρίζνε=παντρεύουν, άντρισον=παντρέψου, αξινάρ=τσεκούρι, άξον=άκουσε, απαδά=από εδώ, απαδα μερέαν=απ’ αυτή τη μεριά, απαδακές=αποδώ πέρα, απαδαπές=αποδώ μέσα, απάν=απάνω, απανκές=επάνω επάνω, απαντήν=πρωιπάντεμα, απάνε=θα πάνε, απάνιμ=επάνω μου, απένα=θα πήγαινα, απές=μέσα, απίδ=απίδι, απίδαι=απίδια, απιδεβένω=εγκαταλείπω, αποθαμέν=αποθαμένοι, απόθεν=από που, αποκαμούμαι=παραλύω, αποκαρδίζω=απογοητεύω, απομέν=θα μείνει, αποπουρνά=από αύριο, αποσκευαρίζω=τακτοποιώ, αποφκά=από κάτω, αποτσοχαλίζω=εξαθρώνω, απόψ=απόψε, απράνας=προ ολίγου, Απρίλτς=Απρίλης, αρ=έτσι/βεβαίως, αραία=αραιά, αραέβω=γυρεύω/ψάχνω, αραέβνε=γυρεύουν/ψάχνουν, αραέβμαν=ψάξιμο, αραθυμώ=νοσταλγώ, αραθυμούνε=νοσταλγούν, αραθυμίαν=νοσταλγία, αραπάν=κάρο, αρνίμ=αρνί μου/καλή μου, αροψέ=προ ημερών, αρπάζ=αρπάζει, αρτούκ=επιτέλους, αρύνω=αραιώνω, άρχαλ=μακάρι, αρχήνεψα=άρχισα, αρχήνεψον=άρχισε, αρωτώ=θα ρωτήσω, ασά=απ’ τα, ας=απ’ το, ασατόν=απ’ αυτόν, ασά τότε=από τότε, ας εν=ας είναι, α’σην=από την, ασίρω=θα τραβήξω, άσκεμα=άσκημα, άσκεμον=άσκημος, ασκόνα=θα το σηκώσω, ασλήν=αλήθεια, ασό=απ’ το, ασπαλίζω=κλειδώνω, ας παιρ=ας πάρει, αστά=στάσου, αστέρ=αστέρι, ασύρ=άχυρο, ατέ=αυτή, ατέν=αυτήν, ατό=αυτό, ατόν=αυτόν, ατοίν=αυτοί, ατουκά=μπροστά σου, ατσάλ=ατσάλι, ατσάπαν=άραγε, αυλάκ=αυλάκι, αυλούκ=ξυνόχορτο, αφαιρέθα=ξεχάστηκα, αφεντάνθρωπος=αρχοντάνθρωπος, αφκά=υπό/κάτω, άφσα=άφησέ το, άφσατα=άφησέ τα, αφορισμέντσα=πανέξυπνη, άφσον=άφησε, αφουκρούμαι=κρυφακούω, αφώτιστεσα=καταραμένη/έξυπνη, αχάντ=αγκάθι, αχάνται=αγκάθια, άχαρα=χαμένα/καημένα, άχαρον=καημένος, αχούλ=μυαλό, αχούλαι=μυαλά, αχουλούς=μυαλομένος, αχπάνω=ξεριζώνω, αχπάνε=ξεριζώνουν, αχπάγουμαι=τρομάζω, αχπαράζω=τρομάζω άλλον, αχπαράουνταν=τρομάζουν, αχπάσκουμαι=ξεκινώ, αχπάσκουνταν=ξεκινούν, αχταλέβω=σκάβω, αχταλέβνε=σκάβουν, αχτάλεμαν=σκάψιμο, αψίνω=ανάβω, αψίνε=ανάβουν, άψιμον=φωτιά
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *

~ Β ~
βαδίζνε=βαδίζουν, βαθέα=βαθιά, βάλον=βάλε, βαρέα=βαριά, βαρκίζω=φωνάζω δυνατά, βαρκίζνε=φωνάζουν δυνατά, βασιλέας=βασιλιάς, βέτρε=κουβάς, βελόναι=βελόνια, βερεσμέντσα=έγκυος, βουδ=βόδι, βούδαι=βόδια, βούκα=μπουκιά, βούρα=χούφτα, βουρκέντ=βουκέντρα, βούτορον=βούτυρο, βουτούρτα=βούτυρα, βράδον=βράδυ, βράδαι=βραδιά, βρακίν=σώβρακο, βρεσ=βρέχει, βράσα=ανεμοβλογιά, βρασόλ=βραχιόλι, βρασόλαι=βραχιόλια, βρεσήν=βροχή, βρούλα=φλόγα
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
~ Γ ~
γαβάγ=καβάκι, γαβάλ=φλογέρα, γαβούν=πεπόνι, Γαβρήλτς=Γαβριήλ, γαϊδούρ=γαϊδούρι, γαζανέβω=κερδίζω, γαήμπ=γερό, γάλε=σιγά, γαλέχουλεν=χλιαρό, γαντάρ=ζυγαριά, γαντουρέβω=ξεγελώ, γαντουρέβνε=ξεγελούν, γαρή=γυναίκα, γαρκόν=αρσενικό μικρό βόδι, γαρκά=αρσενικά μικρά βόδια, γειτόν=γειτόνοι, γεγουτέν=ξανά, γελαστέας=γελαστός, γελέκον=γιλέκο, γέλτα=γέλια, γενέα=γενεά/γενιά, γεράν=πληγή, γεραλούν=πληγωμένο, γήτεμαν=μάτιασμα, για=ή, γιαμ=μήπως/μπας, γιαζίν=πεδιάδα, γιαζία=πεδιάδες, γιαμασκούλα=καρδερίνα, γιαν=γωνία/άκρη, Γιάννες=Γιάννης, γιατρέσα=γιατρίνα, γιόκσαμ=αλλιώς, γιομ=γιος μου, γιοργάν=στρώμα, γιοσμάς=όμορφος, γιοφύρ=γεφύρι, Γιωρίκας=Γιώργος, γλιάζω=γλιστρώ, γλιάζνε=γλιστρούν, γλουπίζω=ξεφλουδίζω, γλυκέα=γλυκά, γλυκοχαράζ=γλυκοχαράζει, γλύνω=λειώνω, γνεφίζω=ξυπνώ, γομώνω=γεμίζω, γογγύζω=βογγάω, γονεικά=γονείς, γονουσέβω=συζητώ, γουβίν=πηγάδι, γουζεμέντσα=θυμωμένη, γουζεμένος=θυμωμένος, γουζέβω=θυμώνω, γούλα=λαιμός, γουρούδια=καρούμπαλα, γουρούν=γουρούνι, γουρπάν=να σε χαρώ, γουρταλάβω=πειράζω, γουταρέβω=γλιτώνω, γουταρέβνε=γλιτώνουν, γραγρού=καταχνιά, γραμματισμέν=γραμματισμένοι, γραία=γριά, γραιάδες=γριές, γρασέβω=προσπαθώ, γράσκουμαι=παλιώνω, γραφτ=γράφει,

γριντζίλαι=ούλα, γρίναι=γρίνια, γυναικαδέλφη=κουνιάδα, γυναικίζω=παντρεύομαι, γιναικίζνε=παντρεύονται
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
~ Δ ~
δαβαίνω=προσπερνώ, δαβαίνε=προσπερνούν, δαβρίν=βέργα, δαβρία=βέργες, δακρ=δάκρυ, δάκραι=δάκρυα, δακόσαι=διακόσια, δάκσον=δάγκωσε, δάκω=δαγκώνω, δάκνε=δαγκώνουν, δέβασμαν=πέρασμα/διάβασμα, δέβα=πήγαινε, δεβάζω=διαβάζω, δεβάζνε=διαβάζουν, δέβολον=διάβολος, δεκαέξ=δεκάξι, δεκνίζω=δείχνω, δεκνίζνε=δείχνουν, δεκνίζω σε=σε δείχνω, δελέγουμαι=μπερδεύομαι, δελέγουνταν=μπερδεύονται, δεματικόν=βέργα για δέσιμο του ξυλοδέματος, δεξάμενον=νουνός, δεξαμέντσα=νουνά, δεξιματέα=βαφτιστικιά, δεσκάλ=δάσκαλοι, δεσκάλτσα=δασκάλα, δέσον=δέσε, δέσονατον=δέστον, δεσπότς=δεσπότης, δι και παιρ=δίνει και παίρνει, δίγω=δίνω, δίνε=δίνουν, δίγωσε=σε δίνω, δικέλ=τσάπα, διπλανέσα=διπλανή, δουκάλ=καπίστρι, δουλ=δούλοι, δουλτς=δούλους, δυ=δύο, δύο ημ’ς=δυόμισι, δύσα=δύση/τέλος, δύσκολεσα=δύσκολη, δωσ=δώσε, δώσμε=δώσε μου
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
~ Ε ~
εβγάλω=βγάζω, εβγάλνε=βγάζουν, εγουταρέφτα=γλίτωσα, εγουτουρέφτα=καλοκάθησα, εγουτούρεψα=κάνω τρέλες, εβζήνα=έσβηνα, εβζήναν=έσβηναν, έβρα=βρήκα, εβράδινεν=βράδιασε, έβραν=βρήκαν, έβρα σε=σε βρήκα, εβρίκνε=βρίσκουν, εβρίκω σε=σε βρίσκω, εβρίουμαι=βρίσκομαι, εβρίουνταν=βρίσκονται, εβώρα(ευ-ώρα)=σκιά/δροσιά, εγαντούρεψα=ξεγέλασα, εγαντούρεψαν=ξεγέλασαν, εγάπανα=αγαπούσα, εγάπαναν=αγαπούσαν, εγάπεσα=αγάπησα, εγάπεσαν=αγάπησαν, εγέλανα=γελούσα, εγεννέθα=γεννήθηκα, εγεννέθαν=γεννήθηκαν, έγκα=έφερα, έγκαν=έφεραν, εγλίαξα=γλίστρισα, εγλίαξαν=γλίστρισαν, εγνάψα=κατάλαβα, εγνάψαν=κατάλαβαν, εγνέφσα=ξύπνισα, εγνέφσαν=ξύπνησαν, εγνώρτσα=γνώρισα, εγνώρτσαν=γνώρισαν, εγόμωσα=γέμισα, εγόμωσαν=γέμισαν, εγόμωσά σε=σε γέμισα, εγούζεψα=θύμωσα, εγούζεψαν=θύμωσαν, εγουρέφτα=κάθησα, εγροικώ=καταλαβαίνω, εγροικούν=καταλαβαίνουν, εγροίξα=κατάλαβα, εγροίξαν=κατάλαβαν, εδέβα=πέρασα, εδέβασα=διάβασα/μπατίρησα, εδέβεν πλαν=προσπέρασε, εδέκνισα=έδειξα, εδέκνιζα=έδειχνα, εδώρτσα=δώρισα, εδώρτσαν=δώρισαν, έδωκα=έδωσα, εζαλίγα=ζαλίστηκα, εζαλίγαν=ζαλίστηκαν, εζάντινα=τρελάθηκα, έζηνα=ζούσα, εζόρτσα=ζόρισα, εζύαξα=ζύγισα, εζύαξαν=ζύγισαν, εθάρνα=νόμιζα, εθάρναν=νόμιζαν, εθαρρώ=νομίζω, εθαρρούν=νομίζουν, εθάφταν=θάφτικαν, εθέλνα=ήθελα, εθέλναν=ήθελαν, εθυμέθα=θυμήθηκα, εθυμέθαν=θυμήθηκαν, είδασε=σε είδα, εις=ένα, εκάγα=κάηκα, εκάγαν=κάηκαν, εκαλοκάτσα=καλοκάθησα, εκαλοκάτσαν=καλοκάθησαν, εκαλωσόρτσα=καλωσόρισα, εκαλωσόρτσαν=καλωσόρισαν, εκατίβα=κατέβηκα, εκατίβαν=κατέβηκαν, εκατίβασα=κατέβασα, εκάτσα=κάθησα, εκειαπές=εκεί μέσα, εκείν=εκείνοι, εκείνε=εκείνη, εκέκα=εκεί, εκές=προς τα κει, εκλείστα=κλειδώθηκα, εκλείσταν=κλειδώθηκαν, εκλόστα=γύρισα, εκλόσταν=γύρισαν, έκσα=έχυσα, έκσαν=έχυσαν, εκξίγα=χύθηκα, εκξίγαν=χύθηκαν, εκοιμέθα=κοιμήθηκα, εκοιμέθαν=κοιμήθηκαν, εκαλατίγαν=αμάρτησαν, εκόλτσα=κόλλησα, εκόλτσαν=κόλλησαν, εκόμπωσα=ξεγέλασα, εκόμπωσαν=ξεγέλασαν, εκόμπωσά σε=σε ξεγέλασα, εκορδιλέγα=μπερδεύτηκα, εκορδιλέγαν=μπερδεύτηκαν, εκοτιλέφτα=αδυνάτησα, εκοτιλέφταν=αδυνάτησαν, εκουβάλνα=κουβαλούσα, εκούζνα=φώναζα, εκούζναν=φώναζαν, εκούντεσα=έσπρωξα, εκούντεσαν=έσπρωξαν, εκούντενα=έσπρωχνα, εκούξα=φώναξα, εκούξαν=φώναξαν, εκούρτεσα=κατάπια, εκουφάθα=κουφάθηκα, εκουφάθαν=κουφάθηκαν, έκσεν α=το άκουσε, ελέγκεβα=πηδούσα, ελάγκεβαν=πηδούσαν, ελάγκεψα=πήδησα, ελάγκεψαν=πήδησαν, ελάηζα=κουνούσα, ελάηζαν=κουνούσαν, ελάλεσα=κάλεσα, έλαμνα=όργωνα, έλαμναν=όργωναν, ελαρώθα=γιατρεύτηκα, ελαρώθαν=γιατρεύτηκαν, ελάρωνα=γιάτρευα, ελάρωναν=γιάτρευαν, ελάστα=γύρισα, ελάσταν=γύρισαν, ελάχμαξα=κατακουράστηκα, ελάχμαξαν=κατακουράστηκαν, έλεα=έλεγα, έλεπα=έβλεπα, έλεπαν=έβλεπαν, ελέπω=βλέπω, ελέπνε=βλέπουν, ελίβωσεν= μαύρισε ο ουρανός, ελλάγα=άλλαξα, ελλάγαν=άλλαξαν, εμέν=εμένα, εμέτσα=μέθυσα, εμέτσαν=μέθυσαν, έμνα=έμεινα/περίμενα, έμναν=έμειναν/περίμεναν, έμνε=ήμουνα, έμνες=ήμασταν, έμνοστος=νόστιμος, έμνοστεσα=νόστιμη, εμπαίνω=μπαίνω, έμπα=μπες, εμπονέστε=νηστεία, εμπροστά=μπροστά, εμπροσθέλα=σαλιαρίστρα, ενάμπς=ενάμισι, έν=είναι, ενανξάη=λιγάκι, ενεβράχτα=βράχηκα, ενεβράχταν=βράχηκαν, ενεπάγα=ξεκουράστηκα, ενεπάγαν=ξεκουράστηκαν, ενεγκάστα=κουράστηκα, ενεγκάσταν=κουράστηκαν, ενεγκάσκουσ’νε=κουραζόσουν, ενέσπαλα=ξέχασα, ενέσπαλαν=ξέχασαν, ενέφσα=έσβησα, ενέφσαν=έσβησαν, ενίφτα=πλύθηκα, ενίφταν=πλύθηκαν, ένιψα=έπλυνα, ένιψαν=έπλυναν, ένοιξα=άνοιξα, ένοιξαν=άνοιξαν, ένουμνε=έγινα, ενούνιζα=σκεφτόμουν, ενούνιζαν=σκέφτοταν, ενούντσα=σκέφτηκα, ενούντσαν=σκέφτηκαν, εντάμαν=μαζί, έντερον=άντερο, εντόκα=χτύπησα/έδειρα, εντόκαν=χτύπησαν/έδειραν, έντον=έγινε, εντούνα=χτυπούσα, εντούναν=χτυπούσαν, ενύχτωσα=νύχτωσα, ενύχτωσαν=νύχτωσαν, εξ=έξω, έξ=έξι, έξα=άκουσα, έξαν=άκουσαν, εξασφαλίζ=εξασφαλίζει, εξέβα=βγήκα, εξέβαν=βγήκαν, εξέγκα=έβγαλα, εξέγκαν=έβγαλαν, εξέγκα σε=σε έβγαλα, έξερα=ήξερα, έξεραν=ήξεραν, εξεραχώβα=ξεκαρδίστηκα, εξεραχώθαν=ξεκαρδίστηκαν, έξεργος=γιορτή/αργία, εξέρω=ξέρω, εξέρνε=ξέρουν, εξόν=εκτός, έξυπνεσα=έξυπνη, εορτάζ=γιορτάζει, έπα=ήπια, έπαν=ήπιαν, έπαρ=πάρε, επαλαλόθα=τα έχασα, επαλαλώθα=τρελάθηκα, έπαρ και δως=πάρε και δώσε, επάρθα=πάρθηκα, επάρθαν=πάρθηκαν, επαρακάλνα=παρακαλούσα, επαρακάλναν=παρακαλούσαν, επαρεδέβα=προσπέρασα/παραωρίμασα, επαρεδέβεν=προσπέρασε/παραωρίμασε, επαρλάεβα=έλαμπα, επαρλάεβαν=έλαμπαν, επάτνα=πατούσα, επάτναν=πατούσαν, επεδέβεν=προσπέρασε, επεβγάλω=ξεπληρώνω, επεκεί=αποκεί/κατόπιν, έπεη=αρκετά/κάμποσο, επεκή=μετά/ύστερα, επελέστα=έμεινα, επελέσταν=έμειναν, επέμνα=έμεινα,επέμναν=έμειναν, επένα=πήγαινα, επέναν=πήγαιναν, επενούντσα=ξανασκέφτηκα, επενούντσαν=ξανασκέφτηκαν, επέρα=πήρα, επετσιλτέφτα=κατουρήθηκα, επετσιλτέφταν=κατουρήθηκαν, επήγα=πήγα, επήγαν=πήγαν, επήνα=έκαμα, επήναν=έκαμαν, επίασα=έπιασα, επιάστα=πιάστηκα, επιδέβα=έδυσα/βασίλεψα, επιδέβαν=έδυσαν/βασίλεψαν, επίκα=έκανα, επίκαν=έκαναν, επόνα=πονούσα, επόναν=πονούσαν, επόρνα=μπορούσα, επόρναν=μπορούσαν, επορτάτεσα=περπάτησα, επορπάτεσαν=περπάτησαν, επορώ=μπορώ, επορούν=μπορούν, επουγαλέφτα=βαρέθηκα, επουγαλέφταν=βαρέθηκαν, επούλτσα=πούλησα, επούλτσαν=πούλησαν, επούρνιξα=πέταξα, επούρνιξαν=πέταξαν, επουσμάνεψα=μετάνιωσα, επουσμένεψαν=μετάνιωσαν, εράεβα=γύρευα, εράεβες=γύρευες, εράεψα=έψαξα, εράεψαν=έψαξαν, εράεψεν=έψαξε, εράεβαν=γύρευαν, εράεβα σε=σε γύρευα, έργατα=έργα, έργεψα=άργησα, έργεψαν=άργησαν, ερέζω=φυλάω, ερέζνε=φυλάνε, ερέσκουμαι=νοστιμεύομαι, έρημεσα=έρημη, έρθα=ήρθα, έρθαν=ήρθαν, έρθεσαι=έρχεσαι, ερία=πρόσεξε, ερίαζα=φύλαγα, ερίαζαν=φύλαγαν, εριάζω=φυλάω, εριάζνε=φυλάνε, ερίαμαν=σκοπιά, ερίαξα=φύλαξα, ερίαξαν=φύλαξαν, ερίγασα=κρύωσα, ερίγασαν=κρύωσαν, εροθύμεσα=νοστάλγησα, εροθύμεσαν=νοστάλγησαν, ερούξα=έπεσα, ερούξαν=έπεσαν, έρται=έρχεται, έρταν=έρχονται, ερχίνεσα=άρχισα, ερχίνεσαν=άρχισαν, ερχίνεψα=άρχισα, έρχουμαι=έρχομαι, ερώτανα=ρωτούσα, ερώταναν=ρωτούσαν, ερώτεσα=ρώτησα, ερώτεσαν=ρώτησαν, ερωτώ=ρωτώ, ερωτούν=ρωτούν, εσ=έχει, έσαν=ήταν, εσάσεψα=τάχασα, εσάσεψαν=τάχασαν, εσάρεβα=κολλούσα, εσάρεβαν=κολούσαν, εσάρεψα=κόλλησα, εσάρεψαν=κόλλησαν, εσβήγα=έσβησα, εσβήεν=έσβησε, εσέβα=μπήκα, εσέβαν=μπήκαν, εσέγκα=έβαλα, εσέγκαν=έβαλαν, εσέν=εσένα, εσέρεβα=μάζευα, εσέρεβαν=μάζευαν, εσέρεψα=μάζεψα, εσέρεψαν=μάζεψαν, εσερέφτα=μαζεύτηκα, εσερεύταν=μαζεύτηκαν, εσκώθα=σηκώθηκα, εσκώθαν=σηκώθηκαν, έσνε=ήσουν, εσόχρεψες=τα μούσκεψες, εσουμαδεύτα=αρραβωνιάστηκα, εσουμαδεύταν=αρραβωνιάστηκαν, εστάθα=στάθηκα, εστάθαν=στάθηκαν, εσταμάτσα=σταμάτησα, εσταμάτσαν=σταμάτησαν, έστουνε=είσαστε, εσυναντέθα=συναντήθηκα, εσυναντέθαν=συναντήθηκαν, έσυρα=τράβηξα, έσυραν=τράβηξαν, ετάβιζα=μάλωνα, ετέρεσα=κοίταξα, ετέρεσαν=κοίταξαν, ετέρνα=κοιτούσα, ετέρναν=κοιτούσαν, ετικλέφτα=στάθηκα, έτον=ήταν, ετοπλάβνα=μάζευα, ετοπλάβναν=μάζευαν, ετοπλάεψα=μάζεψα, ετοπλάεψαν=μάζεψαν, ετοπλάφτα=μαζεύτηκα, ετοπλάφταν=μαζεύτηκαν, ετόχτωσα=μωλώπισα, ετόχτωσαν=μωλώπισαν, ετράνινα=μεγάλωσα, ετράνιναν=μεγάλωσαν, ετσάηξα=φώναξα, ετσάηξαν=φώναξαν, ετσάκωσα=έσπασα,Ετσάκωσαν=έσπασαν, ετσάμωσα=έκλεισα, ετσάμωσαν=έκλεισαν, ετσατσαλίγα=ξεγυμνώθηκα, ετσατσαλίεν=ξεγυμνώθηκε, ετσέρτσα=ξέσχισα, ετσέρτσαν=ξέσχισαν, ετσορκάνιζα=έσερνα, ετσορκάνιζαν=έσερναν, ετσίλτεβα=κατουρούσα, ετσίλτεψα=κατούρησα, ετσίλτεψαν=κατούρησαν, ετσούπωσα=έκλεισα, ετσουρούκεψα=σάπισα, ετσουρούκεψεν=σάπισε, εύκαιρος=άδειος, εύκαιρεσα=άδεια, ευκαιρώνω=αδειάζω, έφαες=έφαγες, εφάζνα=τάισα, εφάζναν=τάιζαν, εφάνθα=φάνηκα, εφάνθαν=φάνηκαν, εφέκα=άφησα, εφέκαν=άφησαν, εφέκα σε=σε άφησα, εφέρνα=έφερνα, εφήνα=άφηνα, εφήναν=άφηναν, εφιλέθα=φιλήθηκα, εφιλέθαν=φιλήθηκαν, εφίλεσα=φίλησα, εφίλεσαν=φίλησαν, εφλούγκωσαν=βλάστησαν, εφουρκίγα=πνίγηκα, εφουρκίγαν=πνίγηκαν, εφουρλάεψα=πέταξα, εφουρλάεψαν=πέταξαν, εφούρξα=έπνιξα, εφούρξαν=έπνιξαν, εφτάνω=φθάνω, εφτάνε=κάνουν/ φθάνουν, εφτάω=κάνω, εχάθα=χάθηκα, εχάθαν=χάθηκαν, εχαλάγα=χάλασα, εχαλάγαν=χάλασαν, εχαντηλίαζα=γαργάλεβα, εχαντηλίαζαν=γαργάλεβαν, εχάρα=χάρηκα, εχάραν=χάρηκαν, εχάρτσα=χάρισα, εχάρτσαν=χάρισαν, εχάσα=έχασα, εχάσαν=έχασαν, εχασμουρέθα=χασμουρήθηκα, εχασμουρέθαν=χασμουρήθηκαν, εχολέστα=θύμωσα, εχολέσταν=θύμωσαν, εχολώθα=θύμωσα, εχολώθαν=θύμωσαν, εχουλέθα=ζεστάθηκα, εχουλέθαν=ζεστάθηκαν, εχουλίανα=ζέστανα, εχουλίαναν=ζέσταναν, εχπαράγα=τρόμαξα, εχπαράεν=τρόμαξε, έχπασα=ξερίζωσα, έχπασαν=ξερίζωσαν, εχπάστα=ξεκίνησα, εχπάσταν=ξεκίνησαν, εχτάλεβα=έσκαβα, εχτάλεβαν=έσκαβαν, εχτάλεψα=έσκαψα, εχτάλεψαν=έσκαψαν, έψα=άναψα, έψαν=άναψαν, εψαλάφεσα=ζήτησα, εψαλάφεσαν=ζήτησαν, εψόφεσα=ψόφησα, εψόφεσαν=ψόφησαν, εψώντσα=ψώνισα, εψώντσαν=ψώνισαν

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΑΔΑ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ ΤΟΥ  ΠΡΟΣΩΠΕΙΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

http://www.facebook.com/group.php?gid=42709090602&ref=ts

Advertisements

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in GLOSSOLOGY and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.