Στα κοινόβια των βράχων ΑΝΑΓΕΝΝΑΤΑΙ Ο ΕΡΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΓΑΘΟΝ


Το «βλοσυρό κοινόβιο»
Το γελαστό μοναστήρι

Σάλτσα σόγιας και ντουζιέρες
«Μονή των Πελοποννησίων»

Θεραπεία τοξικομανών

Ανάστροφη αντλία
Η «κόκκινη δεξαμενή»

Βρισκόμαστε στην Δάφνη. Το λιμανάκι του Αγίου Όρους. Περιμένουμε το καΐκι που κάνει το δρομολόγιο για τα επιβλητικά «μοναστήρια των βράχων» της δυτικής πλευράς. Και στο μεταξύ, χαζεύουμε τους ταξιδιώτες που μόλις έφτασαν με το φέρι μποτ της καθημερινής γραμμής από την Ουρανούπολη.
Παλιότερα για να κάνει κάποιος ένα ταξίδι στο Αγιον Όρος έπρεπε να είχε πίστη, συμφέρον ή τρέλα. Και το αποτολμούσαν θρησκευόμενοι, αρχαιοκάπηλοι, κυνηγοί χειρογράφων, επιστήμονες, ορειβάτες, συγγραφείς…

Στην δεκαετία του 1930 ο συγγραφέας Κώστας Ουράνης χρειάστηκε να ταξιδέψει πολλές μέρες (οι δύο από την Θεσσαλονίκη με το πλοίο της άγονης γραμμής της Χαλκιδικής) για να φτάσει κατάκοπος στην Λαύρα. Τριάντα χρόνια αργότερα ο συγγραφέας Γιώργος Θεοτοκάς θα ζήσει την ίδια περιπέτεια αλλά με αφετηρία την Καβάλα και το πλοίο της άγονης γραμμής του βόρειου Αιγαίου.
‘Aγονες γραμμές. Καΐκια. Μουλάρια. Μονοπάτια. Αγωγιάτες. Λάσπες. Σκόνη. Ποδαρόδρομος. Ταλαιπωρία…
Κάποτε ένα ταξίδι στο Αγιον Όρος αποτελούσε αληθινή περιπέτεια. Τα περισσότερα οδοιπορικά, που έχουν γραφτεί, περιγράφουν κυρίως τα βάσανα των συγγραφέων στην συνήθως ολιγοήμερη παραμονή τους και ελάχιστα μας δίνουν μια συνολική εικόνα της ζωής στο Όρος.

Ο Κ. Ουράνης και ο Γ. Θεοτοκάς, όπως και οι περισσότεροι συγγραφείς που ταξίδεψαν στο Αγιον Όρος, επισκέφθηκαν τα μεγάλα ιδιόρρυθμα μοναστήρια. Σ’ αυτά αναφέρονται τα οδοιπορικά που έγραψαν και που αποτελούν τμήμα γενικότερων ταξιδιωτικών εντυπώσεων. Πολύ λίγοι έχουν γράψει για την ζωή στα παλιά κοινόβια. Ας κάνουμε λοιπόν ένα ταξίδι στο παρελθόν, μέχρι το καΐκι μας να βάλει πλώρη κατά το νοτιά και να σημαδέψει την Αλόννησο, που αχνοφαίνεται στο βάθος του ορίζοντα…

Το «βλοσυρό κοινόβιο»

Το πιο πλήρες οδοιπορικό το έχει γράψει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Κι αποτέλεσε για πολλές δεκαετίες την κύρια πηγή για τα μοναστήρια και τον μοναχισμό του Αθω. Απ’ αυτό το πολύ σημαντικό κείμενο αντιγράφουμε ένα απόσπασμα από την περιγραφή ενός κοινοβίου πριν 50 χρόνια.
«Φτάσαμε στο μοναστήρι το μεσημέρι. Ο αρχοντάρης κατέβασε τα φρύδια του και ανοίγοντας μια πόρτα μας έδειξε ένα δωμάτιο με τέσσερα καταλερωμένα κρεβάτια. Ήταν ο ξενώνας.
Μπαίνοντας μέσα κοιτάξαμε την παρηγοριά του φυλακισμένου: το παράθυρο. Ήταν ένα και μοναδικό. Αν έβλεπε σε κανένα καλό τοπίο! Θα ήταν η ελευθερία!..

Κατά το μεσημέρι μπήκε ένας μεγάλος δίσκος, γεμάτος μεγαλοπρέπεια – έχει κάτι τέτοια λούσα η ξεροφαγία! Τίποτα δεν τρωγόταν από τα φαγώσιμα που με θαυμάσια τάξη είχε τοποθετήσει ο αρχοντάρης μέσα στον δίσκο. Ο πρώτος από τους δυο που τα δοκίμασε σήκωσε το χέρι του κι έκαμε στον άλλο μεγάλο σινιάλο κινδύνου, που εσήμαινε «Πυρκαγιά!». Τέτοιο ήταν και το δείπνο, τέτοιο και το γεύμα της άλλης μέρας. Τα όσπρια και τα αμυλώδη έκαιγαν από το πιπέρι, αχάλαστη μάρκα του μοναστηριού.
Η σιωπή ήταν απόλυτη. Κανένας δεν μας μιλούσε. Κανένας καλόγερος δεν είχε την περιέργεια να μας μιλήσει, ούτε ίσως και να μας κοιτάξει. Οι θαυμάσιοι αυτοί φιλόσοφοι ήταν αποσυρμένοι στα κελλιά τους. Η πλάνη πως ένας καλόγερος πλήττει μέσα στο κελλί του, πλάνη και δική μας και όλου του κόσμου, διαλύθηκε αμέσως. Μόνο εμείς οι ξένοι είχαμε γεμίσει ανία – την ανία τη δική μας που την πήγαμε και στο μοναστήρι τους. Τέτοια ήταν η ζωή μας, όταν την άλλη μέρα βρήκαμε τέλος κι ένα θέαμα – είδαμε το κοινόβιο να τρώγει. Μέσα σε παραστάσεις θείας ετυμηγορίας, σε σκηνές φοβέρας, σκυμμένοι οι καλόγεροι έτρωγαν τον ταραμά και την φακή τους…
Στο τέλος του φαγητού ο ηγούμενος άπλωσε το χέρι του και πάτησε κάποιο κουδούνι. Αμέσως οι καλόγεροι, με μια κίνηση απότομη και μηχανική, αποκτημένη από χρόνια, βρέθηκαν ορθοί, παραταγμένοι ο ένας πίσω από τον άλλο σε δυο σειρές και ακίνητοι… Το αμάρτημα πως έφαγαν λίγο ταραμά έπρεπε να τελειώσει με μια τιμωρία, με το ρυθμό.
Τα πράγματα έγιναν χειρότερα, επειδή ο γαλήνιος καιρός αγρίεψεν έξαφνα και σηκώθηκε ένας αέρας μανιασμένος… Α, αν μπορούσαμε να φύγωμε! Αν έπαυε ο άνεμος! Αν βρίσκαμε βάρκα! Φεύγομε. Η βροχή μας μαστιγώνει… Και κάτω από νεροποντή φτάνομε στην Δάφνη.

Το μικρό χάνι της Δάφνης, με τους αγωγιάτες, τους βαστάζους, τους καλογέρους του, μας φάνηκεν ξενοδοχείο της Κυανής Ακτής. Όταν διηγηθήκαμε την μελαγχολική μας περιπέτεια, μας ρώτησαν:

– Μήπως ήταν η μονή του Διονυσίου;
– Αυτή ήταν.
– Επέσατε στο ασκητικώτερο κοινόβιο! Αν επήγατε για να καλοπεράσετε, αυτό ήταν απερισκεψία. Αν επήγατε για την μελέτη του Όρους, ευρήκατε αυτό που σας χρειάζεται.»

Το κοινόβιο είναι η άγρια μορφή του μοναχισμού και η μονή Διονυσίου ο τύπος του βλοσυρού κοινοβίου. Μοναχική ζωή θα πει αποφυγή του κόσμου. Η άμυνα του καλόγερου εναντίον της ιδέας της κοινωνίας, την οποίαν έρχεται ο ξένος να του θυμίσει, είναι αυτά που βρήκατε: το πιπέρι, το λερωμένο σεντόνι και η σιωπή».

Ταξιδεύουμε πλέον μισή ώρα από την Δάφνη, αντίθετα με το δρομολόγιο του Ζ. Παπαντωνίου. Η μονή Διονυσίου με το «βλοσυρό κοινόβιo» ξεπροβάλει στα δεξιά του καϊκιού θεμελιωμένη πάνω στον επιβλητικό βράχο της. Ακόμα επιβλητικότερη φαίνεται στ’ αριστερά η Σιμωνόπετρα να πετιέται μέσα από ρέματα και καμένους βράχους. Φοβερό το θέαμα. Καθηλώνει. Αλλά να που εκεί μπροστά, στην πλώρη αρχίζει να χαμογελά ένας φοίνικας…

Το γελαστό μοναστήρι
Ο φοίνικας είναι το χαρακτηριστικό σημάδι της μονής Γρηγορίου. Ένα απαλό χαμόγελο μέσα σε μια ατέλειωτα αυστηρή παράταξη βράχων και κυμάτων. Καθώς πλησιάζουμε, ολόκληρο το μοναστήρι φαίνεται να μας χαμογελά.

Όλα σ’ αυτό το μοναστήρι είναι κοντινά. Προσιτά. Ανθρώπινα. Η θάλασσα γύρω του γυαλί, καθρεφτίζει με κάθε λεπτομέρεια τα σκιαθίτικα τρεχαντήρια που ήρθαν εδώ να ψαρέψουν τόνους. Αποβιβαζόμαστε.

Μέσα σε δυο λεπτά ανηφορίζουμε το παλιό πλακόστρωτο και βρισκόμαστε στην πύλη. Μας υποδέχεται ένας μικρός κήπος με ορτανσίες. Δίπλα του μια κουκουναριά σκεπάζει σαν ομπρέλα μια φυσική βεράντα πάνω από την θάλασσα.
Στην μικρή αυλή της μονής όλα είναι σε απόσταση χεριού. Η εκκλησία, η τράπεζα, το αρχονταρίκι. Και βεβαίως ο…φοίνικας. Ο αρχοντάρης Θεολόγος, ένας νέος μοναχός από την Ύδρα, υποδέχεται όλους τους νεοφερμένους με χαμόγελα, καφέδες, λουκούμια και δροσερό νερό.

Δεν υπάρχουν σήμερα «βλοσυρά κοινόβια» στο Αγιον Όρος. Αυστηρά, ναι! Σοβαρά, ναι. Σιωπηλά, ναι. Αλλά με χαμόγελο και ευγένεια. Θυμόμαστε στο Βατοπέδι τον αρχοντάρη Αρσένιο, πρώην δικηγόρο, που μέτραγε πόσοι επισκέπτες κατέβαιναν από το πλοιάριο για να τους έχει έτοιμο το παραδοσιακό κέρασμα (συν το τσίπουρο…) μόλις μπουν στο αρχονταρίκι. Και τα λόγια του ταχυδρομικού υπαλλήλου στις Καρυές: «Σ’ όλα τα μοναστήρια χαίρονται να έχουν επισκέπτες. Δεν βλέπεις πως κάνουνε όλοι οι καλόγεροι. Σαν μικρά παιδιά…»

Υπερβολές βέβαια. Όπως η υπερβολική ήταν και η περιγραφή του Ζ. Παπαντωνίου για το «βλοσυρό κοινόβιο». Υπερβολές που μάλλον οφείλονται στην τάση που έχουμε όλοι να γενικεύουμε τις προσωπικές μας εμπειρίες.

Σήμερα, σχεδόν όλοι οι επισκέπτες διαπιστώνουν ότι δεν υπάρχουν «βλοσυρά κοινόβια». Όπως δεν υπάρχουν «φαγώσιμα-πυρκαγιά», «λίγος ταραμάς» και «καταλερωμένα σεντόνια».

Αντίθετα μάλιστα…

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Έρευνα «Η επανάσταση των κοινοβίων»
Δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία τον Αύγουστο του 1992

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in ΟΜΑΔΕΣ. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.