Ποιοι ήταν οι Κέλτες;

Οι μεγαλύτεροι εξαγωγείς όπλων και υποδημάτων της αρχαιότητας έπνιγαν στην μπίρα τους ανίκανους βασιλιάδες. Όμως εξαφανίστηκαν λόγω της θρυλικής φυλετικής τους υπερηφάνειας.

Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι τούς θεωρούσαν βάρβαρους και πολεμοχαρείς, σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελιώτη. Διόλου τυχαία, οι ιστορικές μαρτυρίες τούς παρουσιάζουν να ζουν από τις λεηλασίες. Ακόμα και την εμφάνισή τους περιέγραφαν ως τρομακτική: “Ψηλοί, ξανθοί και ρωμαλέοι, μοιάζουν με δαίμονες του δάσους”. Για μεγάλο χρονικό διάστημα όλοι οι λαοί θεωρούσαν τους Κέλτες φοβερούς και μυστηριώδεις, κυρίαρχη πίστη που εδραιώθηκε από τις προφορικές μαρτυρίες όσων έρχονταν σ’ επαφή μαζί τους. Κάποια στιγμή έγιναν και “ενδιαφέροντες”, δηλαδή επικίνδυνοι. Ωστόσο μνημεία αφιερωμένα στη νίκη των βασιλέων της Περγάμου έναντι των Κελτών, τα οποία υπάρχουν στην Πέργαμο και στη Στοά του Αττάλου, στην Αθήνα, αναδεικνύουν τη δύναμη και την αρχοντιά των πολεμιστών τους.

Σήμερα στη Βορειοδυτική Ευρώπη η φήμη των Κελτών έχει αποκατασταθεί. Θεωρούνται θαρραλέοι και εξυμνούνται για τους αγώνες του ενάντια στην παντοδυναμία του ρωμαϊκού πολιτισμού, αποτελώντας πρότυπο για τους καταπιεσμένους λαούς. Και όχι μόνο. Στοιχεία της κελτικής μουσικής διασώζονται μέχρι τις μέρες μας στις ιρλανδικές μπαλάντες και σε ορισμένα ποπ τραγούδια. Ακόμα και το ιρλανδικό κοινωνικό σύστημα βασίστηκε στο κελτικό Εθιμικό Δίκαιο.

Πόσο βαθιά γνωρίζουμε αυτούς τους περήφανους πολεμιστές, οι οποίοι εξαπλώθηκαν από την Ιβηρική Χερσόνησο μέχρι τη Μικρά Ασία και τη Βρετανία;

Ξανά στη μόδα

Η ιστορία τους, που ξεκινά από την Εποχή του Σιδήρου για να φτάσει μέχρι τις ένδοξες μάχες ενάντια στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, και η επιβίωσή τους στα βρετανικά νησιά μέχρι τον εκχριστιανισμό τους στα χρόνια του Μεσαίωνα, ίσως φέρνει στο φως τις ρίζες μιας Ευρώπης που δεν επηρεάστηκε μόνο από τον αρχαίο ελληνικό και το ρωμαϊκό πολιτισμό. Ωστόσο υπάρχουν δύο βασικοί περιορισμοί για την απόδειξη της παραπάνω υπόθεσης. Όταν άλλοι λαοί της Ευρώπης είχαν ανακαλύψει προ πολλού τη γραφή, οι Κέλτες τη γνώρισαν μόλις τον 6ο αιώνα μ.Χ., με τη μεταστροφή τους στο χριστιανισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν άφησαν κανένα λογοτεχνικό κείμενο στον ηπειρωτικό χώρο. Επιπλέον ο πυρήνας της κυριαρχίας τους εντοπίστηκε στον κόσμο της περιφέρειας, στα απομακρυσμένα βρετανικά νησιά.

Διείσδυση στο Νότο

Σε αντίθεση με τις πληροφορίες που έχουν διασωθεί από αρχαιοελληνικές και ρωμαϊκές πηγές, τα εκλεπτυσμένα κελτικά χειροτεχνήματα του 5ου αιώνα π.Χ. αποδεικνύουν ότι οι Κέλτες δεν ήταν και τόσο βάρβαροι όσο ήθελαν να τους παρουσιάζουν οι μεσογειακοί λαοί.

Η καταγωγή τους προέρχεται από ινδοευρωπαϊκά φύλα. Κάποιοι απ’ αυτούς εγκαταστάθηκαν τη 2η χιλιετία π.Χ. στην περιοχή του άνω Δούναβη και στην Ανατολική Γαλλία. Μεταξύ του 7ου και 6ου αιώνα π.Χ., κατά την εποχή του λεγόμενου “πολιτισμού του Χάλστατ”, που πήρε το όνομά του από μια μικρή αυστριακή πόλη όπου ανακαλύφθηκε μια σημαντική νεκρόπολη, διέσχισαν το Ρήνο κι έφτασαν στην Κεντρική και Βόρεια Γαλλία καθώς και στο Βέλγιο. Ορμώμενοι από εκεί, εξαπλώθηκαν προς την Ισπανία, τη Βορειοδυτική Ιταλία και τα βρετανικά νησιά. Τον 5ο αιώνα π.Χ. δημιουργήθηκε μεταξύ του Ρήνου, της Καμπανίας και του Μάρνη ο πρώτος αμιγής κελτικός πολιτισμός, αυτός του Λα Τεν, ο οποίος μέχρι τον 1ο αιώνα π.Χ. κυριάρχησε σχεδόν σε όλη τη Δυτική Ευρώπη. Μέσα από τα αλπικά περάσματα ήρθαν σ’ επαφή με τους πολιτισμούς της Μεσογείου και γνώρισαν σημαντική άνθηση.

Μισθοφόροι

Στα τέλη του 400 π.Χ. οι Κέλτες -οι Ρωμαίοι τους αποκαλούσαν Γάλλους και οι Έλληνες Γαλάτες- μετακινήθηκαν μαζικά προς τις βόρειες και κεντρικές περιοχές της Ιταλίας. Στη συνέχεια εξαπλώθηκαν στα Βαλκάνια και στη Μικρά Ασία. Το 387 π.Χ. κατέλαβαν τη Ρώμη. Κατά την περίοδο των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Γαλάτες από τις παραδουνάβιες περιοχές εισέβαλαν στα Βαλκάνια. Το 279 π.Χ. νίκησαν τους Μακεδόνες και το 278 π.Χ. με αρχηγό τον Βρένο επιχείρησαν να λεηλατήσουν το Μαντείο των Δελφών. Τελικά ηττήθηκαν το 235 π.Χ. στη Μικρά Ασία από τον Άτταλο της Περγάμου. Εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της σημερινής Άγκυρας, την οποία ονόμασαν Γαλατία. Στα παράλια της Μεσογείου απέκτησαν τη φήμη των αήττητων πολεμιστών, με αποτέλεσμα οι Έλληνες της Σικελίας, οι Καρχηδόνιοι, οι Ετρούσκοι βασιλείς της Συρίας και οι Πτολεμαίοι της Αιγύπτου να τους χρησιμοποιήσουν ως μισθοφόρους για τουλάχιστον διακόσια χρόνια.

Άφθαρτοι δρυίδες

Στη βάση της κελτικής κοινωνίας δέσποζε η φυλή (tuath), που αποτελούνταν από οικογένειες. Κάθε tuath διοικούνταν από ένα βασιλιά ο οποίος εκλεγόταν από τους πολεμιστές. Η παρουσία του ήταν εγγύηση για την ομαλή συνύπαρξη των ανθρώπινων και των φυσικών δυνάμεων, ως εκ τούτου έπρεπε να είναι άξιος και χαρισματικός. Η εκλογή ενός δειλού και ανίκανου βασιλιά προκαλούσε λιμούς και επιδημίες, γι’ αυτό διωκόταν από το λαό, ο οποίος σε τέτοιες περιπτώσεις ήταν αμείλικτος: τον έπνιγε στην μπίρα ή στο μελόκρασο ή τον έκαιγε ζωντανό.

Οι “άντρες της τέχνης” ήταν κατώτεροι από τους πολεμιστές και τους δρυίδες, στους οποίους λογοδοτούσε ο βασιλιάς. Οι Κέλτες “καλλιτέχνες” ασχολούνταν με την ποίηση και τη μουσική˙ παράλληλα επιδίδονταν και στην τέχνη της επεξεργασίας των μετάλλων. Υπήρχαν και οι ελεύθεροι άντρες, καλλιεργητές ή κτηνοτρόφοι, οι οποίοι πλήρωναν φόρους στο βασιλιά και στους πολεμιστές ως αντάλλαγμα για την προστασία που τους πρόσφεραν. Στο κατώτατο σημείο της κοινωνικής διαστρωμάτωσης βρίσκονταν οι σκλάβοι, κυρίως αιχμάλωτοι πολέμου.

Χοιρομέρια και περικεφαλαίες

Η κελτική οικονομία στηριζόταν στη γεωργία και στην κτηνοτροφία. Τα χοιρομέρια, φημισμένα σε όλο τον αρχαίο κόσμο, συνόδευαν τους νεκρούς ακόμα και στον τάφο, καθώς οι Κέλτες πίστευαν στη μεταθανάτια ζωή. Αντίθετα, δεν έτρωγαν πουλιά, τα οποία θεωρούσαν ιερούς μεσάζοντες μεταξύ Ουρανού και Γης. Το κριθάρι, πρώτη ύλη για την παρασκευή της μπίρας, ήταν το σημαντικότερο δημητριακό που καλλιεργούσαν χρησιμοποιώντας αλέτρι με μεταλλικό υνί, άγνωστο στον κλασικό πολιτισμένο κόσμο.

Η επεξεργασία του σιδήρου ήταν η τέχνη στην οποία διακρίθηκαν. Ήταν οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν τον υδράργυρο για να επικασσιτερώσουν ή να επαργυρώσουν αντικείμενα από χαλκό. Επιπλέον εξήγαγαν αντικείμενα από σφυρήλατο σίδερο στους Έλληνες και στους Ρωμαίους. Όσο για τα όπλα, τμήματα του τυπικού οπλισμού των Ρωμαίων λεγεωνάριων, όπως η περικεφαλαία, είναι κελτικής προέλευσης.

Γυναικείο κουμάντο

Η κελτική οικογένεια ήταν πατριαρχική, ωστόσο η κοινωνία δεν ήταν ανδροκρατούμενη. Ακόμα και μετά το γάμο η γυναίκα διαχειριζόταν τα “κεφάλαια”, τις κεφαλές των ζώων του κοπαδιού της. Καθώς ο αριθμός αυτός μεταφραζόταν σε κοινωνικό κύρος, πολύ πλούσιες γυναίκες έγιναν ακόμα και βασίλισσες. Η επιλογή συζύγου γινόταν από τη γυναίκα και ο γάμος δεν προχωρούσε χωρίς τη συγκατάθεση της νύφης. Η ομοφυλοφιλία μεταξύ των πολεμιστών ήταν πολύ διαδεδομένη και αποδεκτή όπως συνέβαινε και στις τάξεις του στρατού της Κλασικής εποχής – αρκεί να σκεφτούμε τον σπαρτιατικό Ιερό Λόχο.

H τυπική κελτική ενδυμασία ήταν φανταχτερή και πολύχρωμη. Από τότε χρησιμοποιούσαν το είδος υφάσματος που σήμερα οι Σκοτσέζοι αποκαλούν “τάρταν”. Εκτός από τα παντελόνια τους, που ονομάζονταν “μπρέις” (brace), λέξη που θυμίζει τη δική μας βράκα, φημισμένα ήταν και τα δερμάτινα υποδήματα, τα οποία εξήγαγαν σε όλο τον αρχαίο κόσμο. Παθιασμένοι με τα κοσμήματα, τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες φορούσαν στο λαιμό ένα ημιπολύτιμο μεταλλικό κολάρο. Οι Κέλτες είχαν χαρούμενη διάθεση. Ο Στράβων τούς περιγράφει ως λαό που αγαπούσε τον πόλεμο και την περιπέτεια όσο τη διασκέδαση και τα γλέντια.

Η πτώση

Η διάρθρωση της κελτικής κοινωνίας ρυθμιζόταν από την στρατιωτική ηγεσία, η οποία αναιρούσε στην πράξη κάθε προσπάθεια σχηματισμού ενιαίας κεντρικής εξουσίας. Κατά συνέπεια, η δημιουργία μιας εκτεταμένης αυτοκρατορίας ήταν ανέφικτη με τον κατακερματισμό της εξουσίας. Η ακμή του πολιτισμού τους, που κορυφώθηκε με μια σειρά από νίκες έναντι των αιώνιων εχθρών τους στη Μεσόγειο, ολοκληρώθηκε μεταξύ του 2ου και 1ου αιώνα π.Χ. Εκείνη την εποχή οι Ρωμαίοι προχώρησαν σταδιακά στη γενοκτονία τους. Αφού διώχθηκαν, τελικά εκτοπίστηκαν στην Ιταλία και στη Γαλλία. Ούτε και η επέλαση των γερμανικών φύλων, που άρχισαν να εισρέουν στα εδάφη τους από την Ανατολή, δεν έγιναν αφορμή για να συσπειρωθούν προκειμένου να οργανώσουν κοινή αντίσταση ενάντια στους εισβολείς. Οι μοναδικές από τις κελτικές περιοχές στην Ευρώπη που διατήρησαν ανέπαφα τα παλιά χαρακτηριστικά της είναι η Σκοτία και η Ιρλανδία. Τον 5ο αιώνα μ.Χ. οι κάτοικοί τους απωθήθηκαν από τους Άγγλους και τους Σάξονες επιδρομείς. Οι εκδιωχθέντες βρήκαν τελικά καταφύγιο στη χερσόνησο της Αρμορικής, στη σημερινή Γαλλία, η οποία έκτοτε ονομάζεται Βρετάνη. Παρά την επιρροή των Άγγλων, των Σαξόνων και των Βίκινγκ, οι Κέλτες της Ιρλανδίας κατόρθωσαν να διατηρήσουν μια ισχυρή πολιτιστική ταυτότητα. Σήμερα είναι το μοναδικό ευρωπαϊκό κράτος οι κάτοικοι του οποίου έχουν στην πλειοψηφία τους κελτική καταγωγή. Έτσι οι Ιρλανδοί είναι οι μοναδικοί αυθεντικοί κληρονόμοι αυτού του αρχαίου πολιτισμού.

Για να μάθετε πιο πολλά:

Miranda Jane Green, Μύθοι των Κελτών, εκδόσεις Παπαδήμα.

PAGAN  http://www.focusmag.gr/

Posted in Books | Tagged , , , , | Leave a comment

The Economic History of Byzantium: From the Seventh through the Fifteenth Century (II)

(BEING CONTINUED FROM 28/06/11)

The Rural Habitat: The Growth of Villages, the Persistence of Farmsteads, and the Decline
of Villas

In the east, as in Byzantine North Africa, there is little evidence of the system of the
villa in which large landowners resided, at least on a part-time basis, after the fourth
century, as distinct from Gallia Belgica, England, Aquitaine, Spain, and southern Italy
(for example, the villa of San Giovanni di Ruoti in Puglia34 and villas in Sicily). The
western villas were most often abandoned in the course of the fifth century, giving rise
in some cases to villages clustered around a church. The same holds true for the dioceses
of Pannonia and Dacia, in which villas that lasted beyond the fifth century are
rare (Fig. 3). By contrast, a number of fortified sites began to appear, often endowed
with a church.35 Villas were few and far between in the diocese of Macedonia; there is
evidence of several at the height of the sixth century.36 In Greece, a good number—
“neither urban nor rural”—have been identified in the environs of Corinth, at the
outskirts of fertile land and in contact with the city.37 In the Argolid (Akra Sophia, a
site near Halieis) and in Messenia near Pylos, several villas that remained active into
the sixth century have been identified.38
In Asia Minor, except for several cases cited in the sources (notably the texts of St.
Gregory of Nazianzos regarding his family’s villa in Cappadocia39) or located around
cities such as Ankyra, few examples are known. In Osrhoene at Sarrin, the atrium of
what seems to have been a rural residence has been identified.40 In the provinces of Phoenicia
and Palestine I, several large suburban villas have been discovered on the seacoast  (at Jenah and Awzai, another one near Caesarea), but there were no rural villas in the
strict sense. At Ascalon, the complex that has been found more resembles an enterprise
directed toward agricultural production than the residence of a landowner.41
Village and farmstead were thus the two common forms of rural land exploitation;
one might predominate over the other, or they might balance each other. Early Byzantine
villages have been identified and studied to some extent in regions where the
topography and climate protected them over a long period from reoccupation and
destruction—in the high Lycian valleys, the mountainous foothills of Cilicia, the limestone
massif, the basalt hills of Hauran, the Golan, or the Negev desert.42 In these
regions, such forms of habitation were for the most part the rule. They increased considerably
between the fourth and the sixth century. The development of certain villages
of the limestone massif in northern Syria can be deduced either through great
estates such as those at Bammuqqa, Benebil, and Qirbizze, or on the basis of preexisting
communities (for example, at Brad, where the hypothesis of the village’s origins
in a large estate should nonetheless not be ruled out).

 

image

image

Sometimes the village occupied a site in which no prior traces are discernible without
recourse to excavations. Naturally, there are differentiations within this region: the
southern chain of the limestone massif has yielded larger and more structured houses
with a more elaborate system of access in the Djebel Zawiyye than in the Djebel Barisˇa
and the Djebel Sem‘an; in the latter areas, the topography is relatively uneven, with
more limited arable land that needs to be carefully cleared of rocks. These areas must
have differed in agricultural production and certainly in yield. The outward aspect of
villages changes even within a single mountain chain, a function of altitude or of accessibility.
43 These villages developed toward the end of the fifth century and the beginning
of the sixth in the southern Hauran (even though certain “Roman” villages, such
as Jimarin and Burd, continued to exist during the early Byzantine period44), and in
the Negev, where they might have been newly founded or reworkings of Nabatean
sites. They are numerous in Egypt, where they are estimated to have numbered between
2,000 and 2,500.45
The farmstead, nonexistent in the limestone massif, and rare in the Hauran and the
Golan Heights, was important in Judea, on the seacoast between Dor and Gaza (Fig.4), in the hills of Samaria, and in the Negev.46 Village and farmstead coexisted in equal   proportion in Cilicia.47 Excavations undertaken in various wadis of Tripolitania have
also revealed the existence of fortified farms between the fourth and the sixth century—
the qsour, which seem to have been part of the dependent networks of large
landowners, rather than independent entities.48 In Tunisia, in the region of Cillium-
Thelepte, farms were also abundant and were integrated into networks of villas and
cities. This pattern, however, is obscure and disputed; it is not certain, moreover,
whether it lasted into the sixth century, after the Byzantine reconquest (533–536), in
this specific region at least.49

A New Level: The Secondary City, or Town

Many villages hardly differed from small cities, and the transition from one to the
other was imperceptible. In the urban hierarchy there thus appears an intermediary
level between city and village: large towns (komai, metrokomiai, komopoleis), on which
Gilbert Dagron has focused and which call to mind the “secondary centers” that were
developing in the West during the same period.50 The emporia, which were not necessarily
located on the sea, and which are amply attested in Thrace, Bithynia, and Moesia
during the late empire, fall under this category of urban habitation.51
A famous passage in Libanios’ Antiochikos clearly explains the function of the metrokomiai
of Antiochene.52 As a result of artisanal production and small-scale trade, they
had markets, in which peasants could acquire requisite goods and tools without having
to go to the city. What seem to have been shops have been found in a number of
these towns,53 and we find references to textile makers,54 blacksmiths,55 goldworkers,56entrepreneurs, stone carvers, and carpenters.57 The marble workers of the island of  Proconnesos were dependent on an emporion tied to Kyzikos.58 They had physicians59 and, undoubtedly, schoolmasters and lawyers.60 These represented “satellite towns,” to
use Dagron’s phrase, in which fairs ( panegyreis, nundinae) were held (as they were at
Imma [Yenni Sehir]), and in which merchants circulated; one such merchant purchased
the fair’s entire stock of nuts.61 There is textual evidence for these towns, which
might bring together individuals of the same ethnicity,62 in Thrace (more often in the
south than in the north, and along the great trading routes), in Asia Minor (in particular
in the territory of Magnesia on the Maeander, where third-century inscriptions
clearly illustrate the exchange networks that these towns constituted in symbiosis with
the city63), in Lycia, in Cilicia, and in Isauria, as well as in Syria, Palestine, Transjordan,
and the Negev. The country markets of Africa—the nundinae—represented a comparable
rural network, which should be linked more to the fundi than to communities of  free peasants.64
Archaeology has made possible the recovery of a good number of these towns, such
as Osmaniye, near the mouth of the Dalaman C¸ay, Alakisla in Caria, and Arif in Lycia
(Fig. 5).65 Among the more significant towns of the limestone massif, we may note El
Bara (300 ha of constructed area) and Brad (Kaprobarada, with 100 ha). Similar towns
sprang up in central and northern Syria, such as Tarroutia of the Merchants and Anderin in the basalt massif to the east of Hama. In the Hauran, a wealthy network of large  komai developed in the sixth century, as it did in the Transjordan. The “city” of Umm
el-Jimal, with its fifteen churches, must have had a population of 5,000 inhabitants—
slightly less than Madaba or Philadelphia, which were true cities. A prosperous agricultural
“city” developed from the fifth to the eighth century after the site had lost its
regular contingents, relieved by the Ghassanids, and subsequently left to fend for itself,
like many other formerly fortified sites of the limes arabicus, following the departure of
the Ghassanid phylarchate after the year 580. Kastron Mefaa (Umm ar Rasas) also had
a sizable population, undoubtedly on the order of several thousands, that spilled over
the fourth- to fifth-century walls of the castellum. The Negev also offers testimony to
the development of komai, connected with pilgrimages to Sinai and trade with Egypt,
the Arabian peninsula, and the Red Sea, but also with abundant agricultural production.
Shivta (covering nearly 90 ha) and Nessana—both only slightly smaller than the
cities of Elusa and Mampsis on which they depended—testify to the prevalence of
these secondary centers, which developed during late antiquity. Egypt equally sustained
a good number of sizable towns. Karanis, which at its zenith covered 80 ha, was
comparable in size to the small city of Thmouis; its surface area, however, was barely
a third that of Arsinoe.66
The development of these towns, whose vitality made them a partial substitute for
cities in the regional economy, even though they neither carried the traditional urban
apparatus nor sustained the functions of an established urban culture, was a new element
that anticipated the future networks of medieval cities. While legislators were
aware of their existence, the role of these towns in provincial administration remained
embryonic. They were in any case remarkably adaptable to the fluctuating circumstances
of the sixth century. Thus, in the Pars Orientis, there seems to have been significant
exploitation of agricultural potential, with an active rural population that
worked the land with consummate skill refined by ancestral knowledge of nature and
by the realization that the unceasing maintenance of these fields (clearing, terracing,
rock removal, irrigation) was the precondition of the community’s survival and the
source of its well-being. The peasant population was distributed either in farmsteads
or (perhaps more often) in villages at the center of agricultural lands whose limits were
demarcated with care, as is evident in northern Syria and in Jordan.67

(TO BE CONTINUED)

Cecile Morrisson and Jean-Pierre Sodini

NOTES

34 A. M. Small, “Gli edifici del periodo tardoantico a San Giovanni,” in Lo Scavo di S. Giovanni
di Ruoti ed il periodo tardoantico in Basilicata ed. M. Gualtieri, M. Salvatore, and A. M. Small (Bari,
1983), 21–37.
35 E. Thomas, Ro¨mische Villen in Pannonien: Beitra¨ge zur pannonischen Siedlungsgeschichte (Budapest,
1964); J. Henning, Su¨dosteuropa zwischen Antike und Mittelalter: Archa¨ologische Beitra¨ge zur Landwirtschaft
des 1. Jahrtausends u. Z. (Berlin, 1987); M. Jeremic´, “Balajnac, agglome´ration protobyzantine fortifie´e,”
Antiquite´ tardive 3 (1995): 193–207; M. Jeremic´ and M. Milinkovic´, “Die byzantinische Festung von
Bregovina (Su¨dserbien),” ibid., 209–225; M. Milinkovic´, “Die Gradina auf dem Jelica-Gebirge und
die fru¨hbyzantinischen Befestigungen in der Umgebung von Cˇ acˇak, Westserbien,” ibid., 227–250;
A. G. Poulter, “Town and Country in Moesia Inferior,” Ancient Bulgaria: Papers Presented to the International
Symposium on the Ancient History and Archaeology of Bulgaria, University of Nottingham, 1981 (Nottingham,
1983), 74–118.
36 S. Djuric´, “Mosaic of Philosophers in an Early Byzantine Villa at Nerodimlje,” VI Coloquio Internacional
sobre mosaico Antiguo, Palencia-Merida, Octubre 1990 (Guadalajara, 1994), 123–34.
37 R. M. Rothaus, “Urban Space, Agricultural Space and Villas in Late Roman Corinth,” in Structures
rurales et socie´te´s antiques, ed. P. N. Doukellis and L. G. Mendoni (Paris, 1994) 391–96.
38 T. E. Gregory, “An Early Byzantine Complex at Akra Sophia Near Corinth,” Hesperia 54 (1985):
411–28; for Messenia, information provided by S. Gerstel (report in Hesperia 66 [1997], 469–82).
Other examples in C. K. Kosso, “Public Policy and Agricultural Practice: Archaeological and Literary
Study of Ancient Greece” (Ph.D. diss., University of Illinois, Chicago, 1993).
39 J. Rossiter, “Roman Villas of the Greek East and the Villa in Gregory of Nyssa Ep. 20,” JRA 2
(1989): 101–10.
40 J. Balty, La mosaı¨que de Sarrıˆn (Osrhoe`ne) (Paris, 1990).

41 Information regarding Ascalon communicated by Y. Hirschfeld, whom we thank.
42 P.-L. Gatier, “Villages du Proche-Orient protobyzantin (4e`me–7e`me sie`cle): Etude re´gionale,” in
Land Use and Settlement Patterns (as above, note 18), 17–48.
43 G. Tchalenko, Villages antiques de la Syrie du Nord. Le massif du Belas a` l’e´poque romaine, 3 vols. (Paris,
1953–58); Tate, Campagnes.
44 F. Villeneuve, “L’e´conomie rurale et la vie des campagnes dans le Hauran antique (Ier s. av.
J.-C.–VIIe s. ap. J.-C.): Une approche,” in Hauran I, ed. J.-M. Dentzer, 2 vols. (Paris, 1985), 1:63–
136; H. I. MacAdam, “Settlements and Settlement Patterns in Northern and Central Jordan, ca.
550–ca. 570,” in Land Use and Settlement Patterns (as above, note 18), 49–94; R. Schick, “The Settlement
Pattern of Southern Jordan: The Nature of Evidence,” ibid., 133–54.
45 Bagnall, Egypt, 110.
46 Y. Hirschfeld, The Palestinian Dwelling in the Roman-Byzantine Period (Jerusalem, 1995).

47 In addition to villages composed of several sizeable houses, such Karakabakli, Isikkale, and
Sinekkale (RBK 4:182–356, s.v. “Kommagene/Kilikien/Isaurien”), fortified farms have been identified
(in Delikkale, Go¨kbu¨rc¸, Cettepe, Keslik) (ibid.) and a large estate, possibly a farmstead, possibly part
of a village at Domuztepe (J. J. Rossiter and J. Freed, “Canadian-Turkish Excavations at Domuztepe,
Cilicia, 1989,” Echos du monde classique/Classical Views 35, n. s., 10 [1991]: 145–74).
48 G. W. W. Barker et al., “Unesco Libyan Valleys Survey XXIII: The 1989 Season,” Libyan Studies
22 (1991): 31–60; D. A.Welsby, “ULVS XXV: The Gsur and Associated Settlements in the Wadi Umm
el Kharab. An Architectural Survey,” Libyan Studies 23 (1992): 73–99.
49 R. Bruce Hitchner, “The Organization of Rural Settlement in the Cillium-Thelepte Region (Kasserine,
Central Tunisia),” L’Africa Romana, 6.1. (Sassari, 1989): 387–402.
50 G. Dagron, “Entre village et cite´: La bourgade rurale des IVe–VIIe sie`cles en Orient,” Koinonia
3 (1979): 29–52 (repr. in idem, La romanite´ chre´tienne en Orient: He´ritages et mutations (London, 1984),
art. 7.
51 Regarding these institutions, see J. and L. Robert, “Bulletin e´pigraphique,” REG 92 (1979):
no. 548.
52 Libanios, Or. 11.230, in A.-J. Festugie`re, Antioche paı¨enne et chre´tienne: Libanius, Chrysostome et les
moines de Syrie (Paris, 1959), 29–30.
53 Such at least seems the likely function of rooms opening onto the street and onto the other
rooms of the house: Hirschfeld, Dwellings, passim.
54 Alexandros agnapharios, surnamed Sakkas, originally from the village of Kadia, who exercised
his trade at the emporion of Strobilos (“Bulletin e´pigraphique,” REG 92 [1979]: no. 548).
55 Vie de The´odore de Syke´on, ed. A.-J. Festugie`re, 2 vols. (Brussels, 1970), 1: chap. 27, p. 25.
56 Nessana Papyri 30.3; 79.42; 90.60, ed. C. Kraemer, Non-Literary Papyri, Excavations at Nessana 3
(Princeton, N.J., 1958), 92, 230, 272 [hereafter PNess]; for another (chrysochos [sic]) at Luzit, near Beth  Govrin, see L. di Segni, “Christian Burial Caves at Luzit: The Inscriptions,” in Christian Archaeology in
the Holy Land: New Discoveries, ed. G. C. Bottini, L. di Segni, and E. Alliata (Jerusalem, 1990), 315–20.
57 P. Ness. 90.116 (p. 275); G. Dagron and J. Marcillet-Jaubert, “Inscriptions de Cilicie et d’Isaurie,”
Belleten 42 (1978): 373–420: an ergolabos serving the kome of Siphoi. Many members of these trades,
in Cilicia and northern Syria, came from villages; cf. below, 194ff.
58 J. and L. Robert, “Bulletin e´pigraphique,” REG 92 (1979): no. 548.
59 P. Ness. 22.22; 36.15; 90.116 (pp. 72, 112, 275); for another (archiatros) at Luzit, near Beth
Govrin, see di Segni, “Christian Burial Caves,” 315–20.
60 A single, uncertain example: PNess 48.8 (p. 48) (scholastikos?).
61 Theodoret of Cyrrhus, Histoire des moines en Syrie, ed. P. Canivet and A. Leroy-Molinghen, 2 vols.
(Paris, 1977–79) 1:7.1–3, pp. 366–68.
62 Karps, Huns, Scythians, Sarmatians: V. Velkov, “Les campagnes et la population rurale en
Thrace aux IVe–VIe sie`cles,” BBulg 1 (1962): 31–66; Arabs at Anasartha: I. Shahıˆd, Byzantium and the
Arabs in the Sixth Century (Washington, D.C., 1995), 1:628–30; undoubtedly the Samaritan and Jewish
villages followed a similar principle.
63 J. Nolle´, Nundinas instituere et habere: Epigraphische Zeugnisse zur Einrichtung und Gestaltung von landlichen
Markten in Afrika und in der Provinz Asia (Hildesheim, 1982), 10–86.
64 B. D. Shaw, “Rural Markets in North Africa and the Political Economy of the Roman Empire,”
Antiquite´s africaines 17 (1981): 7–83; H. Pavis d’Escurac, “Nundinae et vie rurale dans l’Afrique du
Nord romaine,” BAC 17B (1981): 251–60; Nolle´, Nundinas, 88–162. Regarding economic complementarity
between town and country, see L. De Ligt, “Demand, Supply, Distribution: The Roman
Peasantry between Town and Countryside. Rural Monetization and Peasant Demand,” Mu¨nstersche
Beitra¨ge zur Antiken Handelsgeschichte 9 (1990): 24–56, and idem, “The Roman Peasantry: Demand,
Supply, Distribution between Town and Countryside, II: Supply, Distribution and a Comparative
Perspective,” Mu¨nstersche Beitra¨ge zur Antiken Handelsgeschichte 10 (1992): 33–77.
65 K. Hattersley-Smith and V. Ruggieri, S. J., “A Byzantine City near Osmaniye (Dalaman) in Turkey:
A Preliminary Report,” OCP 56 (1990): 135–64; V. Ruggieri and F. Giordano, “Una citta` bizantina
sul sito cario di Alakisla,” OCP 62 (1996): 53–88; R. M. Harrison, “Nouvelles de´couvertes romaines
tardives et pale´obyzantines en Lycie,” CRAI (1979): 222–39.

66 Bagnall, Egypt, 111.
67 Tate, Campagnes; Villeneuve, “L’e´conomie rurale et la vie des campagnes dans le Hauran antique,”
63–137.

Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , , , | 1 Comment

Οι Σαρακατσαναίοι του χθες και του σήμερα

ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΠΗΓΗ Κ ΠΙΘΑΝΗ  ΒΟΗΘΕΙΑ ΕΣ ΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ ΔΥΝΑΤΑΙ ΩΣ ΕΥΡΕΘΕΙ ΕΣ  ΤΗΝ ΠΕΡΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑΣ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑΝ

(https://spacezilotes.wordpress.com/2009/08/23/οι-ελληνικεσ-φρατριεσ-των-σαρακατσαν-2/)

“Οι Σαρακατσαναίοι είναι μία πανάρχαια ελληνική φυλή. Νομάδες κτηνοτρόφοι, ζούσαν στα βουνά το καλοκαίρι και το χειμώνα στα χειμαδιά διασκορπισμένοι σ’ ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα”.
Οι Σαρακατσαναίοι του χθες και του σήμερα

Οι Σαρακατσαναίοι είναι μία πανάρχαια ελληνική φυλή. Νομάδες κτηνοτρόφοι, ζούσαν στα βουνά το καλοκαίρι και το χειμώνα στα χειμαδιά διασκορπισμένοι σ’ ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα.

Κοιτίδα των Σ. ήταν η οροσειρά της κεντρικής και νότιας Πίνδου και η Ρούμελη με επίκεντρο τα ΑΓΡΑΦΑ. Ο διασκορπισμός τους από την αρχική κοιτίδα τους προς την υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα έγινε επί Τουρκοκρατίας και κυρίως τον 18ο αιώνα, στα χρόνια του Αλή Πασά.

Ως προς το όνομά τους υπάρχουν πολλές και διάφορες ετυμολογίες. Σύμφωνα με τη Σ. παράδοση πήραν το όνομά τους από τους Τούρκους. Όταν έγινε η άλωση της Κων/πολης, οι Σαρακατσαναίοι φόρεσαν μαύρα ρούχα, ως ένδειξη πένθους, και δεν υποτάχθηκαν στον κατακτητή. Οι Τούρκοι τους έβλεπαν στα μαύρα και ανυπότακτους να μετακινούνται συνεχώς. Γι’ αυτό τους ονόμασαν «Καρακατσάν» (καρά =μαύρος και κατσάν=φυγάς, ανυπότακτος ), δηλ. «μαύροι φυγάδες». Από το Καρακατσάν με παραφθορά προήλθε η λέξη «Σαρακατσάνος».

Ανεξάρτητα από τις μετακινήσεις τους και τον εναλλασσόμενο τόπο διαμονής τους έχουν τα ίδια ήθη και έθιμα και κυρίως μιλούν την ίδια γλώσσα, την Ελληνική, απαλλαγμένη από ξένα στοιχεία, αναλλοίωτη, που φέρει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της δωρικής διαλέκτου. Το ίδιο αναλλοίωτοι και αμόλυντοι από αλλόφυλες επιμειξίες παρέμειναν και οι Σαρακατσαναίοι, οι «καταλαγαρώτεροι Έλληνες» όπως έγραψε ο Στέφανος Γρανίτσας.

Η χρήση από τους Σ. ενός και μόνου γλωσσικού οργάνου, της Ελληνικής, αποτελεί τρανή απόδειξη ότι αποτελούν διαφορετική και εντελώς ξεχωριστή φυλή από τους Βλάχους. Οι Βλάχοι της Ελλάδας ( γνωστοί και με άλλα ονόματα κατά περιοχές: Κουτσόβλαχοι, Αρβανιτόβλαχοι κ.τ.λ. ) είναι μια λαότητα που το κύριο χαρακτηριστικό της είναι ότι μιλούν εκτός από τα Ελληνικά και τα Βλάχικα.

Συνηθίζεται, πολύ απλοϊκά, να λέμε τον καθένα που έχει πρόβατα βλάχο. Η σύγχυση αυτή – πότε ένας βλάχος ( =αυτός που έχει πρόβατα ) είναι Σ. και πότε Βλάχος με τη φυλετική έννοια του όρου – δημιουργήθηκε από το κοινό στοιχείο τους, την κτηνοτροφική ζωή. Με τη διαφορά όμως ότι οι Σαρακατσαναίοι ήταν καθαροί νομάδες και δεν είχαν πουθενά χωριό, ενώ οι Βλάχοι ήταν και νομαδικός και ημινομαδικός λαός, ήταν πριν αιώνες εγκαταστημένοι σε χωριά και ασχολήθηκαν και με το εμπόριο, τις τέχνες και τα γράμματα, ενώ οι Σαρακατσαναίοι μόλις στα μέσα του προηγούμενου αιώνα μας εγκατέλειψαν το νομαδισμό. Αλλά και στην ενδυμασία, στα ήθη και έθιμα, στον τρόπο ζωής ξεχωρίζουν οι Σαρακατσαναίοι από τους Βλάχους, που δεν έρχονταν σε επιμειξία μεταξύ τους αλλά ούτε και επαγγελματικό αλισβερίσι είχαν. Τα κοπάδια τους ήταν χώρια.

Ο τρόπος ζωής τους ήταν οργανωμένος με ένα είδος ποιμενικής συνεργασίας, το «Τσελιγκάτο». Είτε βρίσκονταν στα βουνά για ξεκαλοκαιριό, είτε το χειμώνα στα χειμαδιά, αδέρφια, πρωτοξαδέρφια και δεύτερα ξαδέρφια έσμιγαν τα κοπάδια τους σε ένα είδος συνεταιρισμού, για την καλλίτερη παραγωγική συνεργασία και διάθεση των κτηνοτροφικών τους προϊόντων. Αρχηγός του «Τσελιγκάτου» ήταν ο τσέλιγκας ( αρχιποιμένας ), πλούσιος κτηνοτρόφος, με πολλά πρόβατα, που ξεχώριζε για τις ικανότητές του: έξυπνος, δυναμικός, κοινωνικός, ευέλικτος,τολμηρός, έντιμος και δίκαιος, ανοιχτοχέρης.

Αυτός κανόνιζε σχεδόν τα πάντα που είχαν σχέση με το τσελιγκάτο ( ενοικίαση βοσκοτόπων, πώληση γάλακτος και τυροκομικών προϊόντων, αρνιών, μαλλιών κ.τ.λ.). Είχε όμως και κοινωνικό ρόλο στη στάνη: συμβούλευε –μαζί με τους γεροντότερους- και έλυνε διαφορές. Όλοι οι σμίχτες είχαν συμμετοχή στα κέρδη και τις ζημιές του κοπαδιού. Του Αγίου Δημητρίου για το καλοκαίρι και του Αγίου Γεωργίου για το χειμώνα έκαναν λογαριασμό και απολογισμό των εσόδων και εξόδων του τσελιγκάτου και πάντα κρατούσαν παραστατικά ( τεφτέρια ). Οι Τσοπαναραίοι ήταν αυτοί που είχαν λίγα πρόβατα και δεν είχαν δικό τους τσελιγκάτο.

Το σπίτι των Σ. ( το κονάκι ), που το κατασκεύαζαν μόνοι τους, ήταν ένα καλύβι με σάλωμα Τα «κονάκια», ο οικισμός δηλ. το σύνολο των νομαδικών οικογενειών αποτελούσε τη Στάνη. Στάνη και τσελιγκάτο δεν ταυτίζονταν. Μπορεί μια στάνη να είχε δυο ή περισσότερα τσελιγκάτα. Το αντίστροφο όχι.

Η Σ. οικογένεια ήταν πατριαρχική. Αυστηρή πειθαρχία και άγραφοι απαρασάλευτοι νόμοι όριζαν τη συμπεριφορά του κάθε μέλους της. Αρχηγός της οικογένειας ήταν ο άνδρας, ο πατέρας. Στον πατέρα και τη μάνα υπήρχε απόλυτος σεβασμός. Το κορίτσι το χαρακτήριζε η ντροπαλοσύνη, η καλή ανατροφή και ο καλός ψυχικός κόσμος. Το αγόρι έπρεπε να ήταν σεμνό, συγκρατημένο στις πράξεις, τα λόγια και τους τρόπους του. Ο στυλοβάτης όμως της οικογένειας ήταν η γυναίκα, που σήκωνε όλο το βάρος των ευθυνών. Αυτή είχε καθημερινά αναλάβει όλες τις δουλειές του νοικοκυριού ( να φέρει ξύλα, ν’ ανάψει φωτιά, να φέρει νερό από τη βρύση με τη βαρέλα, να περιποιηθεί τα παιδιά, να κάμει το νοικοκυριό του κονακιού κ.τ.λ. ), αλλά και τις εξωτερικές δουλειές των προβάτων ( παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων, κατασκευή, στρώσιμο, ξέστρωμα μαντριών κ.τ.λ. ).

Η ρόκα, για το γνέσιμο του μαλλιού, ήταν η αχώριστη συντροφιά της. Όπου κι αν πήγαινε την είχε μαζί της. Το γνέσιμο του μαλλιού ήταν για τη Σ. ευχαρίστηση και «σκόλη». Εκείνο όμως που την κρατούσε «σκλαβωμένη» ήταν ο αργαλειός. Η Σ. ήταν μια αφανής ηρωίδα της καθημερινής ζωής. Έπρεπε να υπηρετεί την οικογένεια με θρησκευτική ευλάβεια και προσήλωση. Ενέπνεε όμως σεβασμό και έχαιρε εκτίμηση, ιδιαίτερα όταν γίνονταν μητέρα.

Η παιδεία των Σ. ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Οι σκληρές συνθήκες ζωής και οι συνεχείς μετακινήσεις τους στις ορεινές περιοχές δεν επέτρεπαν τη μόρφωση των παιδιών τους σε σχολεία. Κάποια τσελιγκάτα, το καλοκαίρι, με δικά τους έξοδα μίσθωναν δάσκαλο, συνήθως συνταξιούχο, για να δώσει κάποιες γνώσεις στα παιδιά. Τα παιδιά παρακολουθούσαν τα μαθήματα σε μια ειδικά διαμορφωμένη καλύβα, το «δασκαλοκάλυβο». Είχαν όμως μια βαθιά αίσθηση του ελληνικού γλωσσικού οργάνου. Από τις αφηγήσεις τους διαπιστώνει κανείς μια λιτότητα και παραστατικότητα στην έκφραση, ενώ στα τραγούδια τους φαίνεται μια βαθιά αίσθηση του ρυθμού και του μέτρου.

Οι Σαρακατσαναίοι ήταν πιστοί χριστιανοί, χωρίς μεγάλη θεωρητική κατάρτιση. Τις μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης και τις ονομαστικές γιορτές τις γιόρταζαν με μεγαλοπρέπεια, όπου κι αν βρίσκονταν. Γλεντούσαν συχνά με χορό και τραγούδια. Οι χοροί τους λεβέντικοι, έχουν την καταγωγή τους στον αρχαίο ελληνικό ρυθμό. Το παίξιμο της φλογέρας – το κατεξοχήν μουσικό όργανο – για το Σ. τσοπάνη ήταν μια ιεροτελεστία. Ιδιαίτερα γλεντούσαν, όταν γίνονταν κάποιος γάμος στο τσελιγκάτο. Ο γάμος μαζί με τη γέννηση των παιδιών αποτελούσε τους δυο κύριους πόλους της Σ. κοινωνίας.

Τα τσελιγκάτα συνέβαλαν αποφασιστικά στους αγώνες της ανεξαρτησίας. Στην επανάσταση του 1821 οι Σ. ήταν τα στηρίγματα της κλεφτουριάς – όπως και όλοι οι άνθρωποι του βουνού – και της εξασφάλιζαν τα απαραίτητα. Κάθε οικογένεια είχε δώσει κι από έναν κλέφτη. Πολλοί ήταν και οι επώνυμοι Σ. αγωνιστές. Στον Μακεδονικό Αγώνα βοήθησαν τα ελληνικά αντάρτικα σώματα ως οδηγοί, αγγελιοφόροι, τροφοδότες και σύνδεσμοι.

Σήμερα η ποιοτική μεταβολή και ο κοινωνικός μετασχηματισμός των Σ. είναι πραγματικότητα. Η κάθοδός τους από τα βουνά στις πεδιάδες, η εγκατάλειψη του πλάνητα βίου, η αγροτική διαβίωση αλλά και η ενασχόληση με ελεύθερα επαγγέλματα, η συμμετοχή τους στις μισθωτές υπηρεσίες, ιδιωτικές και δημόσιες, η ανάδειξή τους στην επιστήμη, τις τέχνες, τα γράμματα και την πολιτική διαμόρφωσαν μια Σ. κοινωνία που συνδυάζει την παράδοση με τον εκσυγχρονισμό. Ιδιαίτερα διέπρεψαν στις επιστήμες, αλλά δεν υπάρχει τομέας στον επαγγελματικό χώρο, στον οποίο να μην έχουν συμμετοχή οι Σαρακατσαναίοι Όμως οι αρχές τους και οι αξίες της ζωής δεν άλλαξαν. Φιλήσυχοι και φιλόξενοι, νομοταγείς, εργατικοί, αξιοπρεπείς, διακρίνονται για το μαχητικό τους πνεύμα και το σφρίγος …

Από το 1960 και μετά, που οι Σαρακατσαναίοι διασκορπίστηκαν στις πόλεις και τα χωριά, σαρανταπέντε πολιτιστικοί σύλλογοι και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Σαρακατσαναίων ( ΠΟΣΣ ) προσπαθούν να κρατήσουν και να συνεχίσουν τη Σ. παράδοση. Το Λαογραφικό Μουσείο Σ. στις Σέρρες, όπου εκτίθεται αυθεντικό υλικό απ’ όλες τις περιοχές της Ελλάδας που έχει σχέση με τη ζωή και τη λαϊκή τέχνη των Σ., έτυχε Ευρωπαϊκής αναγνώρισης και βραβεύτηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Μουσείων.

Έντυπο υλικό κυκλοφορεί για ενημέρωση των απανταχού Σ., όπως η «Ηχώ Σαρακατσαναίων» που εκδίδεται από την ΠΟΣΣ και τα περιοδικά «Σαρακατσαναίοι», «Τα Δέοντα των Σ.». Σε συνέδρια πανελλήνια και ημερίδες με εισηγητές διάφορους επιστήμονες συζητούνται ποικίλα θέματα σχετικά με τους Σαρακατσαναίους. Το Πανελλήνιο Αντάμωμα στο Περτούλι Τρικάλων την τελευταία Κυριακή του Ιουνίου και άλλα τοπικά, βοηθούν στη διατήρηση της παράδοσης αλλά και στη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των Σαρακατσαναίων…

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Γ. ΖΥΓΟΓΙΑΝΝΗΣ
Καθηγητής
Πρ.Πρόεδρος Πανελλαδικού Σ. Σαρακατσαναίων

ΠΑΓΑΝ   http://www.asxetos.gr

Posted in LAOGRAPHIA | Tagged , , , , | Leave a comment

RELIGIOUS CULTS ASSOCIATED WITH THE AMAZONS (2)

(BEING CONTINUED FROM 4/6/2011)

CHAPTER II

THE GREAT MOTHER

More primitive than the worship of the gods under anthropomorphic form is the custom of reverencing this or that deity in baetylic or aniconic shape, a habit of religious cult for which there is ample evidence in the writings and monuments of the Greeks. This evidence, however, usually indicates such worship only in very early times, showing that it gave place here and there to a more highly developed stage, that of iconic symbolism, but there are examples of this primitive conception of deity in late times. Conspicuous among these survivals is the worship of Cybele under the form of the Black Stone of Pessinus in Phrygia. By order of the Sibylline books the cult was transplanted to Rome, in 204 B.C., as a means of driving Hannibal out of Italy. 65

Apollonius 66 represents the Amazons engaged in ritual exactly similar to that of Pessinus–venerating a black stone placed on an altar in an open temple situated on an island off the coast of Colchis. The character of the worship which he depicts makes it probable that he drew his information on this point from an early source, especially since we learn from Diodorus 67 that the Amazons paid marked honour to the Mother of the Gods, consecrating to her the island of Samothrace, setting up her altars there, and performing magnificent  sacrifices. At any rate, the two passages substantiate the fact that the Amazons were votaries of the Mother, who was known both as Rhea and as Cybele.

One story 68 told that Scamander introduced the rites of the Cretan Mother into Phrygia, and that they were firmly established at Pessinus on the Sangarius as a chief centre, where the goddess received from the mountain ridge overhanging the city the well-known name, Dindymene; 69 another account 70 had it that the home of Phrygian Cybele’s worship was in Samothrace, whence Dardanus brought the cult to Phrygia; an attempt to rationalise the two legends developed the tale 71 that Corybas of Samothrace, son of Demeter and Jasion, introduced the rites of his mother into Phrygia, and that his successors, the Corybantes of Mount Ida in the Troad, passed over to the Cretan mountain of the same name, in order to educate the infant Zeus. In the minds of the various writers of antiquity to whom we are indebted for all that we know about orgiastic cults there is such confusion that we are left in ignorance of accurate details which would serve to distinguish sharply one cult from another.

We are informed on several points, however, concerning the worship of Cybele, the Great Mother of Phrygia, considered apart from other cults similar in character and expression. Her worship at Pessinus in particular is most important to an inquiry concerning the Amazons, because there, attested by history, was the same baetylic form of the goddess under which the Amazons were said to have venerated her. Roman writers naturally, after the Black Stone had been set up in their city, were moved by interest and curiosity to examine the legends connected with the cult, and so it  happens that to these sources we owe many facts, often gleaned from the poets of the early Empire who looked with disgust on the great vogue of this orgiastic cult in their day. Cybele of Pessinus was served by eunuch priests called Galli. 72 This office of priesthood, which was considered very honourable, seems to have commemorated the devotion of Atys to the goddess. Fortunately we have a record 73 of the peculiar form which the legend of Atys assumed at Pessinus. Here he was regarded as the son of a maiden by the fruit of an almond-tree, which sprang from the bi-sexual Agdistis. Agdistis 74 loved him and made him her paredros and Gallus. From the same source, Pausanias, we learn the Lydian variant of the story. 75 In this he is called the son of Calaüs of Phrygia. He established the orgies of the Mother in Lydia, in connection with which he was so loved by the goddess that Zeus in jealousy sent a wild boar into the fields of Lydia, which killed Atys. Both versions show that the youth held in Cybele’s mysteries a position similar to that of Adonis with Aphrodite and of Osiris with Isis, 76 but it seems to have been the peculiar characteristic of the cult of Cybele that her companion was a Gallus. The fact which stands out conspicuously in all the records of the Pessinuntian rites is the service of effeminate priests, 77 who apparently represent him. In this there is  probably a clue to the connection between Cretan Rhea and Phrygian Cybele, for in the two sets of cult legends there is frequent mention of the Dactyli, who belong both to Cretan and Trojan Ida. 78 Their evident association with metallurgy recalls the iron sickle produced by Gaea and given to Cronus to accomplish the overthrow of Uranus. 79

The underlying idea in the cult of Cybele seems to have been that of an earth-goddess of fertility in man, beast, and field. Her worship was accompanied by the sound of crashing drums and cymbals, the music of the pipe, and the voices of frenzied votaries. Of her inspiration came a form of holy madness, which endowed the worshipper with a sense of mystic ecstasy and supernatural strength. The best extant description of the rites is that given by Lucretius, 80 which, although it is marred by the allegorising tendency of the poet’s thought, conveys an excellent impression of the tumultuous festival. The most awe-inspiring detail of the ceremonies is that beneath the joy of the throng’s self-surrender to the deity there is a terrific undertone like that of the muttering drums. The fervour of rejoicing may in a moment become the curse of irresistible madness sent by the Mother. It is a presage of the mourning in the Atys of Catullus: 81

Dea Magna, Dea Cybele, Dindymi Dea, Domina,
Procul a mea tuus sit furor omnis, hera, domo:
Alios age incitatos: alios age rabidos!”

Ancient notices speak of other priests of Cybele, less important than the Galli. These were the Cybebi and Metragyrtae, 82 mendicant friars, whose machinations at Rome were scorned by Juvenal. 83

In the cult legends the Galli of history are probably represented by the Corybantes, about whom there is much confusion. At times they seem to belong only to Cybele’s rites, at other times they are completely identified with the Curetes. Probably the tales of Corybantes and Curetes preserve the record of primitive armed dances of religious character, in honour of Phrygian Cybele and Cretan Rhea respectively. As the two deities are essentially the same, 84 so the hoplite attendants of the one are practically the same as those of the other. As each cult assumed local individuality, the myths concerning the Corybantes would gradually appear to be quite distinct from those about the Curetes. Naturally, only an initiate in the mysteries attached to either cult would possess accurate information on details, and his lips would be inevitably sealed on all important points, so that posterity must be content to remain puzzled by remarks like this of Pausanias: 85 “In lineage the Corybantes are different from the Curetes, but, although I know the truth about both, I pass it over.” Unfortunately certain writings by Epimenides 86 which might have proved highly satisfactory to modern  inquiry have perished. In the actual ceremonies performed at Cybele’s shrines the original warlike character 87 was almost lost in the mystic frenzy which found expression in noisy shouting and self-affliction, but it is doubtless to be traced in the measured beating of drums, the clashing of cymbals, and the music of the pipe, which set the rhythm for the ecstatic motions of the worshippers. It was expressed also in the political and warlike aspect of the goddess thus adored. 88 The Cretan legends told that the Phrygian Corybantes were summoned to the island, where by beating their shields with their swords they drowned the cries of the new-born Zeus from the ears of his jealous father, and so originated the Pyrrhic dance in which the later Curetes honoured Rhea, by moving to and fro in measured time, nodding their crested helmets, and striking their shields. 89

The Curetes are, moreover, confounded with the Dactyli, who are usually given as five in number,–Heracles, Paeonius, Epimedes, Jasion, and Idas, 90–the metallurgists of Cretan and  Trojan Ida, also with the mysterious Ἄνακτες παῖδες, who are either the Dioscuri or the Cabiri. 91 Idas is the name, not only of a Curete, but likewise of one of the Messenian rivals and counterparts of the Spartan Διόσκουροι; 92 Jasion is the name of the mortal whom Demeter loved in Crete, 93 and who with her belongs to the mysteries of Samothrace; the Dactyl Heracles, whom Pausanias 94 carefully distinguishes from Alcmena’s son, is by this writer 95 very cleverly identified with the deity of this name worshipped at Erythrae in Ionia, at Tyre, and even at Mycalessus in Boeotia. The Cabiri, being confounded with the Dactyli, are brought into close relation to the Curetes. On the other hand, they are confused with the Corybantes through Corybas, son of Jasion and Demeter, who was said to have introduced his mother’s worship into Phrygia from Samothrace. 96

Of the Cabiric mysteries very little can be said with certainty, except that Demeter was here revered as the mother of Plutus by Jasion. Herodotus, 97 himself an initiate, believes the mysteries of Samothrace to be of Pelasgic origin. He hints at a connection between these rites and the Pelasgians’ introducing herms at Athens. Furthermore, he describes 98 the type under which the Cabiri were portrayed in plastic art, that of a pygmy man, precisely like the pataïci, or grotesque figure-heads which the Phoenician triremes carried. Excavations at the Cabirium in Thebes have yielded a unique class of vases which confirm his statement. 99 Their chief interest,apart from the peculiarities of technique, is in the frank caricature shown in the painted figures. The scenes are chiefly Dionysiac in character, from which it is to be inferred that the Theban Cabirus was a form of Dionysus, but this hardly agrees with the words of Pausanias, 100 who uses the plural number of the Cabiri at Thebes. He says that he is not at liberty to reveal anything about them, nor about the acts which were performed there in honour of the Mother, that he can only say that there was once a city on this spot, that there were certain men called Cabiri, among whom were Prometheus and his son, Aetnaeus, and that the mysteries were given by Demeter to the Cabiri. This account favours Welcker’s theory 101 that the Cabiri were the “Burners.” In this capacity they would approach closely to the Dactyli. But they are not for this reason necessarily divorced from companionship with Dionysus, whom Pindar 102 calls the paredros of Demeter: Χαλκοκρότου πάρεδρον Δημήτερος. The epithet Χαλκοκρότου shows the intimate bond between Demeter and the Mother of the Gods. 103 Dionysus is placed naturally at the side of the former, since his worship, in cult and in legend, is to be classed with that of the Great Mother of Phrygia, Rhea’s double. 104 Demeter is indeed, the Earth-Mother of Greece, on whose cult ideas were grafted which  belonged to the ceremonial of the Mother in Phrygia and Lydia. 05

So it is not strange that the Samothracian goddess closely approximates the form of Cybele, and that we find the Amazons consecrating this island to the Mother of the Gods. 106 But there is room for much conjecture concerning the meaning of the connection between the Amazons and the deity of Samothrace. 107 It is probable that there is some bearing on this in the legend of the settlement of Samothrace recorded by Pausanias. 108 This tells that the people of Samos, driven out by Androclus and the Ephesians, fled to this island, and named it Samothrace in place of the older name, Dardania. The charge which Androclus had brought against the Samian exiles was that they had joined the Carians in plotting against the Ionians. It would appear then that these colonists of Samothrace were bound by strong ties, probably of blood, to the pre-Ionic population of Ephesus and its environs, by whom the shrine of Ephesian Artemis was founded, a shrine indissolubly connected with the Amazon tradition. 109 With these facts must be considered the opinion of Herodotus that the Samothracian mysteries were of Pelasgian origin.

In Samothrace there were also Corybantic rites of Hecate.

These were performed in the Zerynthian cave, 110 from which Apollo and Artemis derived an epithet. 111 The sacrifice of dogs to Hecate held a prominent place in these mysteries. This sacrificial rite is so infrequent in Greek religion that it commands special attention wherever it is found. The Corybantic rites of Samothrace show that Hecate of this place was closely akin to the goddess of the same name, who was worshipped with Zeus Panamerius at Lagina in Caria, the chief centre of her cult in Asia Minor. 112 Strabo 113 classes her cult as Phrygian-Thracian. Farnell 114 comments on the close connection between Artemis Pheraea of Thessaly and this Hecate and suggests Thrace as the home of the cult. Some supporting evidence for this opinion may be obtained by comparing with the statement that dogs were offered to Hecate in Samothrace a remark of Sextus Empiricus, 115 that the Thracians used this animal for food.

In Lemnos there were similar Corybantic rites in honour of Bendis, who is thus brought into relationship with Samothracian Cybele and her reflex Hecate, as well as with Cretan Rhea. 116 This “Great Goddess” of Lemnos is Thracian Bendis, the fierce huntress of the two spears and the double worship, “of the heavens and of the earth,” who received human sacrifice in her own country. 117 She entered the Greek pantheon as Thracian Artemis, closely allied to Cybele and Hecate. She has a counterpart in Φωσφόρος, from whom the Thracian Bosphorus was named, a goddess in whose rites the torch has a conspicuous place. 118

Thus a long list may be made out of female deities who show the general characteristics of Phrygian Cybele: the Lydian Mother, Cybebe or Cybele; Rhea of Crete; Hecate of Samothrace and Lagina; Bendis of Thrace and Lemnos; Cappadocian Mâ; 119 Britomartis, or Dictynna, of Crete, who is Aphaea at Aegina; 120 the Syrian goddess of Hierapolis; 121 several forms of Artemis,–of the Tauric Chersonese, of Brauron, of Laodicea 122 of Ephesus, 123 Artemis-Aphrodite of Persia. 124 The conception common to all these is that of a nature-goddess, whose rites are orgiastic, and whose protection, as that of a woman-warrior, is claimed for the state. It is probably correct to assume that Artemis Tauropolos, to whom Diodorus 125 says that the Amazons offered sacrifice, is a form of Cybele, presumably Tauric Artemis. Therefore this name should be added to the list. It deserves special prominence, because the Amazons are shown to have been her votaries. In connection with Aphrodite, who, like Artemis, although less frequently, was identified with the Mother, Arnobius 126 relates that in a frenzy of devotion to this deity the daughter of a Gallus cut off her breasts, a story strikingly reminiscent of the tradition of single-breasted Amazons, and also suggestive of the fact  that there were Galli in certain forms of Aphrodite’s worship. 127

The cult of Cybele seems to have been an indigenous religion in Phrygia and Lydia, 128 duplicated in almost all its essential details by that of Cretan Rhea. Since the Cretan rites of the Mother, in all probability, belonged originally to the Eteocretan population of the island, a non-Hellenic folk apparently, who seem to have been akin to the Asiatic folk not far away, 129 Rhea-Cybele may fairly be regarded as the deity of a common stock in Crete, Phrygia, and Lydia. From the circumstance that the double-axe is a religious symbol which occurs frequently wherever there are remains of the pre-Hellenic, or “Minoan,” civilisation of Crete and of that thence derived, the “Mycenaean,” and from the fact that in historic times this appears as the regular symbol of various forms of the Asiatic Mother, 130 there is ground for the inference that the stock with whom the worship of Rhea-Cybele was deeply rooted was that which predominated in Crete and the other lands where the same brilliant culture flourished before the rise of the Hellenic states. It is to be noted that the battle-axe of the Amazons is this very weapon, but the point may not be pressed in this context. Herodotus, it has been seen, asserted out of his knowledge as an initiate, that the mysteries of Samothrace were of Pelasgic origin. He undoubtedly conceived of the Pelasgians as a non-Hellenic race who preceded the Hellenes in the occupation of Greece, and therefore we must interpret his remarks about the Cabiria as meaning that these rites were instituted by a pre-Hellenic people. 132 It is tempting to identify this people with the pre-Ionic inhabitants of Samos, who, according to Pausanias, 133 settled Samothrace. Thus the worshippers of Cybele in Samothrace would be shown to be akin to the stock who honoured her in Crete, 134 Lydia, and Phrygia.

This Mother, whose worship was widely spread under her own name and many others, was revered by the Amazons in the primitive baetylic form of the rites of Pessinus; as Mother of the Gods in Samothrace, where she was identified both with Cabiric Demeter and with Hecate; as Artemis Tauropolos, or the Tauric Virgin, who was probably a goddess of the Thracians. 135


Footnotes

17:65 Livy, 29. 10, 11.

17:66 Apollon. Argon. 2. 1172-1177. Because of its resemblance to the Black Stone of Pessinus, it seems impossible to interpret the stone mentioned by Apollonius otherwise than as the symbol of Cybele, although it was placed in a temple of Ares. For the view that it represented Ares v. H. de La Ville do Mirmont, La Mythologie et les Dieux dans les Argonautiques et dans l’Énéide, Paris, 1894, p. 569. V. infra, n. 346.

17:67 Diod. Sic. 3. 55.

18:68 Apollod. 3. 12; Diod. Sic. 4.

18:69 Strabo, 10. pp. 469, 472; 12. p. 567. Cf. Hor. Carm. 1. 16, 5; Catull. Atys, 63.

18:70 Diod. Sic. 5. 64.

18:71 Hyg. Poet. 2. 4.

19:72 Strabo, 10. pp. 469, 572; 12. p. 567; 14. pp. 640-641; Diod. Sic. 3. 58; Mar. Par. ap. C. Müller, Fr. 1. 544; Ovid, Fasti, 1. 237, 363; Plin. N. H. 5. 147; 11. 261; 31. 9; 35. 165; Catull. Atys. Cf.Anthol. Pal. 7. 217-220.

19:73 Paus. 7. 17, 10-12.

19:74 Strabo (12. p. 567) says that Cretan Rhea received the name Agdistis at Pessinus, and that on Mt. Agdistis near this city the tomb of Atys was shown. Cf. Paus. 1. 4, 5.

19:75 Paus. 7. 17, 9-10.

19:76 For a complete treatise on Atys cf. Frazer, Attis, Adonis: Osiris, in Golden Bough, Part 4.

19:77 The idea was revolting to the Greeks. Cf. Herod. 3. 48; 8. 105; Aristot. Polit. 5. 8, 12. The practice was common among the Phrygians and other Asiatics of ancient times. With Herod. S. 105 cf. Soph. Fr. from Troilus ap. Pollux, 10. 165. As a religious detail it belonged to the rites of Artemis at p. 20 Ephesus, to those of Zeus and Hecate at Lagina in Caria, to those of Aphrodite at Bambyce, or Hierapolis, in Syria. In each of these instances the deity partakes in some measure of the characteristics of Cybele. Cf. Farnell, Cults of the Greek States, 2. pp. 506 ff., p. 590.

20:78 Hesiod. Theog. 161; Schol. Ap. Rh. 1129 (quoting Phoronis); Strabo, 10. p. 472.

20:79 The story of the overthrow of Uranus belongs to the Hesiodic theogony (Hes. Theog. 160, 182). It has a counterpart in the later Orphic theogony, in the story of the overthrow of Cronus by Zeus. Both myths centre about the Dictaean Cave in Crete. The worship of Dictaean Zeus seems to have belonged to the Eteocretans (Strabo, 10. p. 478).

20:80 Lucr. De Rerum Natura, 2. 600-640.

20:81 Catull. Atys, ad finem.

21:82 Photius and Suidas s.v. μητραγύρτης. These priests find a strikingly exact counterpart in the howling dervishes of Mohammedanism. In fact, many close parallels to the worship of the Great Mother may be met in the Orient to-day. The word Cybebus is evidently the masculine form of the name of the goddess, given by Herodotus as Κυβήβη (Herod. 5. 102).

21:83 Juv. Sat. 6. 512 ff.

21:84 The two deities were so completely blended into one that even in early Greek writings it was needless to discriminate between them. Cf. the complete identification of Rhea with Cybele in the HomericHymn to the Mother of the Gods (14).

21:85 Paus. 8. 37, 6.

21:86 The Κουρήτων and Κοβυβάντων γένεσις of Epimenides, referred to in Strabo, 10. p. 474, and Diog. Laert. 1. 10.

22:87 In the course of excavations at Palaikastro in Crete a hymn of the Curetes was discovered, which is dated about 300 B.C. The hymn is discussed in three papers, British School Annual, 15 (1908-09): (1) Miss J. E. Harrison (pp. 308-338), “The Kouretes and Zeus Kouros: A Study in Pre-historic Sociology”; (2) R. C. Bosanquet (pp. 339-356), Text of the Hymn and certain religious aspects, “The Cult of Diktaean Zeus” and “The Cult of the Kouretes”; (3) Gilbert Murray (pp. 356-365), Restored Text, Translation, and Commentary. Miss Harrison’s study is under these headings: “1. The Kouretes as Δαίμονες and Πρόπολοι; 2. The Kouretes as Magicians, as Μάντεις and Metallurgists; 3. The Kouretes as armed Ὀρχηστῆρες; 4. The Kouretes as Φύλακες andΠαιδοτρόφοι; 5. Zagreus and the Thunder-Rites; 6. The Kouros as Year-God; 7. The Kouretes as Ὀργιοφάνται.” The three articles form a very valuable contribution to the study of orgiastic cults and kindred subjects.

22:88 Farnell speaks with certainty (op. cit. 2. p. 306) of the primitive warlike character of Cybele.

22:89 Hesiod. Theog. 452, 487; Apollod. 1. 1, 6. The Orphic theogony connects the shouts of the Curetes and the clashing of their shields with the story of the overthrow of Cronus by Zeus. Cf. Lobeck,Aglaoph. p. 519; Hermann, Orphica, 6. p. 456.

22:90 Paus. 5. 7, 6. The scholiast on the passage says that they were ten in number. Paus. gives the same names for the five, 5. 14, 7.

23:91 Paus. 10. 38, 7.

23:92 On Idas and Lynceus cf. Pind. Nem. 10. 55-90; Paus. 4. 3, 1.

23:93 Hes. Theog. 970; Verg. Aen. 3. 168.

23:94 Paus. 5. 7, 6; 5. 14, 9.

23:95 Paus. 9. 27, 6-8.

23:96 Diod. Sic. 5. 154; Hes. Theog. 970.

23:97 Herod. 2. 51.

23:98 Herod. 3. 37.

23:99 Cf. Journ. Hellen. Studies, 13. pl. 4; Athenische Mitteilungen (1888), pl. 9-12.

24:100 Paus. 9. 25, 5-6.

24:101 Welcker, Aeschyl. Trilogie, pp. 161-211. He connects the word with καίειν.

24:102 Pindar, Isth. 6. 3.

24:103 Cf. Homeric Hymn, 14. 3-4.

24:104 On the Phrygian character of the music used in the worship of Dionysus, cf. Aristot. Polit. 8. 7, 9. Euripides in the Bacchae completely identifies the rites of Dionysus with the Phrygian worship of the Mother. Cf. especially lines 58 ff. Euripides in the Helena, 1320 ff., assigns to Demeter all the attributes of Rhea. Apollodorus tells (3. 5, 1) that Dionysus, driven mad by Hera, was cured by Rhea at Cybela in Phrygia, and that he received from her woman’s attire.

25:105 On the worship of Cybele in Lydia cf. Herod. 5. 102; Paus. 7. 17, 9-10. An epitaph by Callimachus (Epigram. 42, p. 308, ed. Ernst) illustrates the general resemblance of one orgiastic cult to another. This tells of a priestess who had served Demeter of Eleusis, the Cabiri, and, finally, Cybele. Cf. also the history of the Metroüm at Athens, which was in earlier times a temple of Eleusinian Demeter (Arrian, A. O; Hesych. s.v. Εὑδάνεμος; Dion. Hal. Dein. 11. p. 658, 3), but served later as temple of the Mother of the Gods, of whom Phidias, or Agoracritus, made the statue with tympanum and lions as attributes (Arrian, Peripl. 9; Paus. 1. 3, 5; Plin. N. H. 36. 17; Aesch. 1. 60; Diog. Laert. 6. 2, 3; Epistol. Gr. p. 239; Photius and Suidas s. v. μητραγύρτης.

25:106 Diod. Sic. 3. 55.

25:107 Kern holds (Arch. Anz. 1893, p. 130) that in the statement of Diodorus there is no proved connection between the Amazons and the mysteries of Samothrace.

25:108 Paus. 7. 4, 3.

25:109 Cf. ch. III on Ephesian Artemis.

26:110 Schol. Aristoph. Pax, 276.

26:111 Ovid, Trist. 1, el. 9. 19; Liv. 38. 41.

26:112 V. supra, n. .

26:113 Strabo, p. 473. Cf. rites of Artemis-Hecate, Orph. Argon. 905.

26:114 Farnell, op. cit. 2. pp. 504 ff.

26:115 Sext. Empir. (Bekker), 174.

26:116 Strabo, p. 466: ὤστε καὶ τὰ ἱερὰ τρόπον τινὰ κοινοποιεῖσθαι ταῦτά τε (referring to the Corybantic rites Of Crete) καὶ τῶν Σαμοθρᾴκων καὶ τὰ ἐν Λήμνῳ.

26:117 Hesych. s.v. Δίλογχος.

26:118 Schol. Plato, Republic, 327. Cf. Mommsen, Heort. p. 488.

27:119 An inscription from Byzantium (Mordtmann u. Déthier, Epig. v. Byz. Taf. 6-8) reads: Μηρτὶ Θεῶν Μᾶ Cf. Steph. Byz. s.v. Μάσταυρα; Strabo, pp. 535, 537; Paus. 3. 16, 8; Dio Cass. 36B. Cf.article by J. H. Wright, Harv. Studies in Class. Philol. 6. 64, on the worship of Mâ; Μήν.

27:120 Paus. 2. 30, 3.

27:121 Pseudo-Lucian, De Dea Syria. The torch belonged to her festival (op. cit. 49).

27:122 Pausanias (3. 16, 8) identifies Artemis Taurica, Artemis Brauronia, and the goddess of Laodicea in Syria. He also says that the original image of this cult was claimed by the Laodiceans, the Cappadocians, the neighbours of the latter on the borders of the Euxine, the Lydians–who called it Anaiitis–, the Spartans–who called it Orthia.

27:123 Cf. ch. III, Ephesian Artemis.

27:124 Paus. 7. 6, 6.

27:125 Diod. Sic. 2. 46.

27:126 Arnob. Adv. Nat. 5. 7.

28:127 This comes out strongly in the rites at Bambyce. V. supra, n. .

28:128 Cf. Strabo, 10. pp. 469, 472; 12. p. 567, wherein the names associated with the cult are traced to Phrygian localities. Diod. Sic. (3. 58) derives the name of the goddess from a place in Phrygia. On Cybele in Lydia cf. Herod. 5. 102; Paus. 7. 17, 9-10.

28:129 Strabo, 10. p. 478. V. supra, n. .

28:130 Klügmann, op. cit. p. 529.

28:131 Herod. 2. 51.

29:132 For the views of Herodotus on the Pelasgi cf. 2. 56-58; 7. 94: 8. 44. J. L. Myres has an important article, “The History of the Pelasgian Theory,” in Journ. Hellen. Studies, 27 (1907).

29:133 Paus. 7. 4, 3.

29:134 The central point of the mysteries of Samothrace seems to have been the worship of Demeter as the mother of Plutus. It is interesting to note that this son was born in Crete (Hes. Theog. 970).

29:135 Cf. Herod. 4. 103 and the conception of the goddess on which Euripides builds his Iphigeneia among the Taurians. Possibly the word Ταυρόπολος is to be connected with Taurobolium, the mystic baptism in blood, which was originally connected with Syrian cults, especially with that of Mithras. In the first half of the second century A.D. it was introduced at Rome as a feature of the worship of Magna Mater. On the Taurobolia and the similar Criobolia cf. Prudent. Peristeph. 10. 1011-1050.

 

(TO BE CONTINUED)

BY

FLORENCE MARY BENNETT
New York, Columbia University Press  [1912]
Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , | Leave a comment

ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ ΕΙΤΕ ΑΛΒΑΝΙΤΕΣ -ΑΡΚΑΔΙΤΕΣ ?- Το μυστήριο της καταγωγής των Αλβανών (E ΠΕΡΙΠΤΩΣΙΣ)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  5/7/2011)

ΑΛΒΑΝΟΝ002

Ο χάρτης του Πτολεμαίου που δείχνει την χώρα των αλβανών, στην περιοχή του Καυκάσου

Πολλοί ακαδημαϊκοί και ιστορικοί, μάλιστα και αρκετοί διάσημοι, αναλύοντας το ζήτημα της πληθυσμιακής σύνθεσης των σημερινών Αλβανών, τους συνδέουν άμεσα με τους αρχαίους Ιλλυριούς.  Αντιθέτως κατά καιρούς η Ελληνική φυλή έχει μπει στο “μικρόσκοπιο” της ιστορίας και δεν είναι και λίγοι αυτοί που αμφισβητούν έντονα την Ελληνικότητα των σημερινών Ελλήνων. Εκτός από την ουσία όλων αυτών των θεωριών που είναι ιστορικά ατεκμηρίωτες, είναι απορίας άξιον πως εφόσον αυτό μπορεί να ισχύει για το Ελληνικό έθνος, ωστόσο δεν μπορεί να ισχύει για τους επιδρομείς μας οι οποίοι κατόπιν και μας νόθευσαν.

ΑΡΒΑΝΟΝ004

Ανεξερεύνητη παραμένει η προέλευση των σημερινών Αλβανών, η σημερινή ονομασία τους -διεθνής και ντόπια- καθώς και η γλώσσα τους.  Παρά την εντύπωση που επικρατεί ότι αυτοί οι πληθυσμοί υπήρξαν  απόγονοι των αρχαίων Ιλλυρικών φύλων που  ωστόσο κατά καιρούς επηρεάσθηκαν από Έλληνες και Ρωμαίους, υπάρχουν ισχυρότατες ενδείξεις πως οι σημερινοί Αλβανοί, η πλειοψηφία τους τουλάχιστον, προέρχονται όπως και οι Βούλγαροι, από περιοχές της Ασίας.  Αυτή η υπόθεση ενισχύεται από το γεγονός της γλωσσικής ασυνέχειας αλλά και από την ποικιλομορφία της πληθυσμιακής σύνθεσης αυτών που σήμερα ονομάζονται Αλβανοί.  . 

Αρκετοί συγχέουν την Αλβανία των Βαλκανίων με το Άλβανον κοντά στη Ρώμη. Άλλοι πάλι, θέλοντας να αιτιολογήσουν την διεθνή ονομασία της γειτονικής μας Αλβανίας, φέρνουν ως παράδειγμα την πόλη Ελμπασάν που ονομάζεται  έτσι και από τους ίδιους τους Αλβανούς,  χωρίς ωστόσο αυτοί οι ισχυρισμοί να έχουν μεταξύ τους καμία σχέση.  Άλλωστε, οι ίδιοι οι Αλβανοί την χώρα τους δεν την αποκαλούν Αλβανία ,αλλά  Shqiperia, όνομασία η οποία φαίνεται να προέρχεται από τον αετό, λέξη που ωστόσο είναι μοναδική μεταξύ όλων των άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών και όχι μόνον (Αλβανικά: shqiponjë, Ελληνικά: αετός, Αγγλικά: eagle, Γερμανικά: Adler, Γαλλικά: aigle, Ιταλικά: aquila, Ισπανικά: águila) . 

Σκοπός του άρθρου είναι να αναδείξει την πληθυσμιακή και πολιτιστική ανάμειξη των ασιατών Αλβανών με τα Ιλλυρικά φύλλα, ανάμειξη από την οποία προέκυψε το σημερινό έθνος των Αλβανών
Ξετυλίγοντας το μίτο

· Είναι στα χρόνια της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου,  όπου για πρώτη φορά καταγράφεται ιστορικά ένα -εχθρικό- έθνος με την ονομασία Αλβανοί, και με τη χώρα τους να βρίσκεται στη δυτική όχθη της Κασπίας. (Αρριανός).

· Τις ίδιες αναφορές συναντάμε στον Πλούταρχο, τον Στράβωνα, τον Κλαύδιο Πτολεμαίο, τον Διόδωρο το Σικελιώτη, τον  Διονύσιο τον περιηγητή,  καθώς και τον Στέφανο Βυζάντιο.

· Λίγο αργότερα, με την παρακμή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και την ανάδειξη του Βυζαντίου, το ίδιο έθνος εμφανίζεται μακριά από την κοιτίδα του στην περιοχή του Καυκάσου,  φτάνοντας μέχρι την καρδιά του Βυζαντίου.

· Πρόκειται για ένα σύμπλεγμα φυλών που προέρχεται από την ασιατική Αλβανία ,το σημερινό Dagestan. Το όνομα αυτών: Άβαροι.

· Η πρώτη κάθοδος τους γίνεται σταδιακά με κατάληξη νότια του Δούναβη, ενώ στη συνέχεια εγκαθίστανται μόνιμα στην Παννονία και την Παιονία.

·  Μέχρι τον 5ο και 6ο αι. μ. Χ οι Άβαροι αναμιγνύονται με τους Σκορδίσκους και  εγκαθίστανται στην περιοχή Σάλωνα της Δαλματίας, σημερινό Solin.

· Τότε  ξεκίνησε και η ανάμιξη των Αβάρων με τα βόρεια Ιλλυρικά φύλλα, που λίγο παλαιότερα είχαν σπρώξει νοτιότερα γότθοι επιδρομείς.

· Ωστόσο η ονομασία Αλβανοί και Αλβανία παγιώθηκε πολύ αργότερα με αναφορές από την  Άννα Κομνηνή καθώς και άλλους βυζαντινούς ιστορικούς.

·  Και ενώ φαίνεται να μην υπάρχει καμία σχέση μεταξύ της παλαιάς Καυκάσιας Αλβανίας με τη σημερινή, στην πραγματικότητα η ιστορία μας δείχνει πως μερικές φορές οι φαινομενικές πλάνες συστήνουν εν τέλει η ιστορική αλήθεια.

· Η περιοχή της αρχαίας Ιλλυρίας και της σημερινής Αλβανίας, έχει άμεση σχέση με τους Άβαρους. Δεν γνωρίζουμε  το μέγεθος της επιρροής που άσκησαν αυτοί στην περιοχή,  ωστόσο μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ήταν μεγάλο  λόγω του πληθυσμιακού όγκου μετανάστευσης από την Αλβανία του Καυκάσου. 

ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΓΡΑΦΗ

Οι Αλβανοί απέκτησαν τη γραφή τους και το αλφάβητο τους, πολύ πρόσφατα και πάντως μετά τον 19ον αι. Μέχρι και τους ελληνιστικούς χρόνους αλλά και αρκετά αργότερα, οι πληθυσμοί της τότε οικουμένης γνώριζαν την Ελληνική γλώσσα και εφόσον δεν είχαν γραφή την οικειοποιούνταν. Ως τρανταχτό παράδειγμα μπορουμε να σκεφτούμε την γλώσσα στην οποία γράφτηκαν τα ιερά βιβλία του χριστιανισμού (Ευαγγέλια κ.ά.) καθώς και οι μεταφράσεις στην Ελληνική άλλων σημαντικών, ιερών και μη, βιβλίων  οπως τα ιερά βιβλία των εβραίων (μεταφραση των Ο’) κ.λ.π.
Αλλά ακόμα και άλλα έθνη που δεν είχαν γραφή “υποχρεώθηκαν” να έχουν, όπως για παράδειγμα οι Σλάβοι που απέκτησαν μέσω του Κυριλλου την γνωστή γραφή που διατηρούν μέχρι και σήμερα.

ΟΙ ΣΛΑΒΟΙ ΕΛΑΒΑΝ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΚΑΙ ΓΡΑΦΗ… ΟΙ ΑΛΒΑΝΟΙ ΑΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ, ΟΧΙ !!!!

Είναι λοιπόν απορίας άξιον. Όταν οι Σλάβοι που προήλθαν απο πολύ μακρια μετά το 8ον αι. εκχριστιανίστηκαν και τους δόθηκε από έξωθεν γραφή, τότε πραγματικά ξενίζει το γεγονός, πώς ένα έθνος συγγενικό ή τουλάχιστον άμεσα γειτονικό στους Έλληνες και στον πολιτισμό τους, καθως και στην παγκοσμίως διαδεδομένη Ελληνική γλώσσα, όπως ήταν το Ιλλυρικό έθνος, να έμεινε εντελώς αποκομμένο απο τις τότε πολιτιστικές εξέλίξεις, αλλά και αργότερα οταν στα πλαίσια του χριστιανισμού δεν έγινε καμία προσπάθεια να γίνει κυριάρχη η Ελληνική γραφή ή έστω να τους δοθεί ένα αντίστοιχο όπως των σλάβων αλφάβητο.

Επίσης, η Ελληνική γλώσσα κατά την Ρωμαιο-Βυζαντινή περίοδο απο τα τέλη του 4ου μέχρι και τον 14ον αι.  αποτελούσε, αν όχι την επίσημη γλώσσα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας,  με βεβαιότητα όμως την κύρια γλώσσα όλων των τότε λεγόμενων ρωμιών, από τα Θέματα της κάτω Ιταλίας μέχρι και τα ανατολικότερα βυζαντινά Θέματα της Ασίας.

Ειναι λογικό επομένως να τίθεται το έρωτημα. Πώς η σημερινή Αλβανία, παρά το ότι ύπηρξε τοσο γειτονική στους Ελληνες και τοσο συγγενική σε αυτούς αλλά και τόσο στενα συνδεδεμένη με το Βυζάντιο., να έχει σημερα  άλλη γλώσσα και  γραφή ;
Η λογική επεξεργασία δεν βρίσκει άλλη απάντηση πέρα από την υπόθεση οτι κατι συνέβη την περίοδο της Βυζαντινής εποχής που αλλοίωσε εθνολογικά και γλωσσολογικά την ευρύτερη περιοχή της σημερινής Αλβανίας.

Έτσι επιχειρώντας να προσεγγίσουμε την λυση αυτού του “προβλήματος”, δεν μπορούμε  παρά να αντιπαραβάλουμε την λιγοστή είναι αλήθεια βιβλιογραφία γνωρίζοντας ωστόσο πως στην έρευνα μας οι πηγές είναι και λίγες και ασαφείς.

ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΑΝ ΜΟΝΟ  ΣΛΑΒΟΙ ΚΑΙ ΒΟΥΛΓΑΡΟΙ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ  ΕΡΟΥΛΟΙ ΚΑΙ ΑΒΑΡΟΙ.

Κατά τη Βυζαντινή περίοδο και ιδιαίτερα μετά την εγκατάσταση των Βουλγάρων στα νοτιότερα τμήματα της Βαλκανικής άρχισαν πολεμικές αναμετρήσεις μεταξύ των νεοφερμένων και της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.  

Στην αρχή και πριν από την είσοδο  σλάβων και βούλγαρων στην Ανατολική-κεντρική Ευρώπη, είχαν αρχίσει τις επιδρομές τους οι Άβαροι και πριν από αυτούς οι Έρουλοι.   Ωστόσο, κοινή αφετηρία στην πορεία των Βούλγαρων των Ερούλων και Αβάρων υπήρξε η ίδια γεωγραφική περιοχή, η περιοχή μεταξύ Μαύρης θάλασσας και Κασπίας, ενώ χρονολογικά η μετανάστευση τους προς τη Δύση άρχισε με πρώτους τους Ερούλους (Ελούρους κατα άλλους) τον 4ο αιώνα (300+ μ.Χ.) και συνεχίστηκε με τους Αβάρους. Ακολούθησαν οι Σλάβοι γενικότερα και η μετανάστευση ολοκληρώθηκε με τους Βούλγαρους, οι οποίοι κακώς συγκαταλέγονται στα σλαβικά φύλλα, εφόσον (όπως οι Άβαροι) ήταν Ούννοι στην καταγωγή.

ΟΙ ΑΒΑΡΟΙ ΠΡΟΗΛΘΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΙΝΟΥ ΝΤΑΓΚΕΣΤΑΝ

ΑΒΑΡΟΙ007

Το σημερινό Νταγκεστάν βρίσκεται δυτικά της Αρμενίας και αποτελεί  ανεξάρτητη δημοκρατία της Ρωσικής Ομοσπονδίας.  Επίσης η ονομασία Νταγκεστάν σημαίνει  ‘υψηλά ευρισκόμενη χώρα’,  ή όπως  θα λέγαμε και στα ελληνικά ‘Αλπική χώρα’.

Σήμερα ο πληθυσμός του Νταγκεστάν σύμφωνα με την επίσημη απογραφή του 2002 αποτελείται απο 30% Αβάρους (Avars), ακολουθούν οι Dargins με 16% οι Kumiks οι Lezgins με 13% καθώς και άλλες μικρότερες εθνότητες.

Το Νταγκεστάν απο την εποχή της Ρωμαϊκης αυτοκρατορίας μέχρι και τα πρωϊμα χρόνια του Βυζαντίου  αποκαλούνταν Αλβανία οι δε κάτοικοι της  Αλβανοί, γεγονός που είναι γνωστό από τις αναφορές των μεγάλων Ελλήνων και Λατίνων ιστορικών και γεωγράφων της κλασικής και ελληνιστικής περιόδου.   

Ιστορικές αναφορές και αποδείξεις

Ο Πλούταρχος (βίοι παράλληλοι) γράφει: 
Καταλιπών δέ φρουρόν Αρμενίας Αφράνιον αυτός εβάδιζε δια τών περιοικούντων τον Καύκασον εθνών άναγκαίως έπϊ Μιθριδάτην. Μέγιστα δε αυτών εστίν έθνη, Αλβανοί και Ίβηρες

Στράβωνος Γεωγραφία.
Εν αυτή δέ τη Αρμενία πολλά μέν όρη, πολλά δέ οροπέδια, έν οις ουδ αμπελος φύεται ραδίως. Πολλοί δε αύλωνες οί μέν μέαως, οι δέ και σφόδρα εύδαίμονες.. Καθάπερ τό Άραξηνόν πεδίον, δι ού ο Άράξης ποταμός ρέων εις τά άκρα της Αλβανίας και την Κασπίαν εκπίπτει θάλασσαν.

Άλλες αναφορές για την Αλβανία της Κασπίας γίνονται από τον Αρριανό στο έργο του ‘Αλεξάνδρου Ανάβασις ‘,  όπου οι Αλβανοί βρίσκονται αντιμέτωποι ως εχθρικό τμήμα ενταγμένο στις περσικές δυνάμεις του Δαρείου κατά την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου.   “Ώς δέ ομού ήδη τά στρατότεδα έγίγνετο, ώφθη Δαρείος και οί άμφ΄ αυτόν, οί τε μηλοφόροι Πέρσαι και Ινδοί και Αλβανοί και Κάρες οι ανάσπαστοι και οί Μαρδοι τοξόται κατ΄ αυτόν Άλέξανδρον τεταγμένοι και την ίλην την βασιλικην.” 

Από τον Κλαύδιο Πτολεμαίο διαβάζουμε :  Αλβανοί, Σκύθαι

Από τον Στέφανο Βυζάντιο, φιλόσοφο και γεωγράφο (4ου αιώνα μ.Χ.). διαβάζουμε:

Αλβανία χώρα προς τοις ανατολικοίς Ίβηρσιν. Εκεί δε και το έθνος οι Αλβανοί, ποιμενικοί και μετρίως πολεμικοί μεταξύ Ιβήρων και Κασπίας.  Υπόκειται δε τη Σαρματία προς μεν τω Πόντω η Κολχική προς δε τή Κασπία η Αλβανία.

Υποστηρίζεται ότι οι πρώτοι κάτοικοι της Παννονίας υπήρξαν οι Ιλλυριοί (πελασγικός λαός και συγγενής των Ελλήνων). Η Παννονία σήμερα περιέχεται στα εδάφη των κρατών της Σερβίας, Βοσνίας, Μαυροβουνίου, Κοσσυφοπεδίου και βορείου Αλβανίας.    

Ωστόσο από το βιβλίο “Ιστορία του Βασιλείου της Βαυαρίας και του εν αυτή Άρχοντος Οίκου” (επιτομή της Ιστορίας του Μιλβιλέρου, αρχές 19ου αιώνα), διαβάζουμε:
Ή των Λογγοβάρδων μετανάστασις παρέσχεν εις την Βοϊαρίαν νέους γείτονας διότι εις τά εν Παννονία οικητήρια των Λογγοβάρδωνεισεχώρησαν οί Άβαροι, άγριον Ούννικον έθνος. Προεχώρουν οί Άβαροι επί μάλλον καί μάλλον εξ ανατολών ώστε περί τα μέσα της ογδόης έκατονταετηρίδος ειχον ηδη έκταθη μέχρι τοϋ Ένσου ποταμου έν Αυστρία. Τούτοις παρηκολούθησαν οί Σλάβοι, έθνος Σαρματικόν κατοικήσαντες την σημερινήν Καρινθίαν, Καρνίαν και Στυρίαν, και τελουντες ύπό τον Χάνην των Άβάρων

Από την Μενάνδρου Ιστορία ‘ Έρουλοι και Άβαροι’, μαθαίνουμε
Οτι έδέξατο Ιουστινιανός παρά Αβάρων πρέσβεις, έφ ώ σφάς περιαθρήσαι γήν οποί το φύλον θήσονται τας οικήσεις.  Και ο μεν βασιλεύς Ιουστίνου του στρατηγού σημήναντός οι, έν βουλή έποιήσατο ές την Έρούλων χώραν κατοικίσαι το έθνος, ένθα προ του ώκουν οι Ερούλοι. δευτέρα δε προσαγορεύεται Παιονία

Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος για την εποχή του Ηράκλειου γράφει:

…”Και επειδή η νυν Σερβλία καί παγανία καί η ονομαζομένη Ζαχλούμων χώρα καί Τερβουνία καί η των Καναλιτών υπό την εξουσίαν του βασιλέως Ρωμαίων υπήρχον, εγένοντο δε αι τοιούιαι χώραι έρημαι παρά τών Αβάρων από των εκείσε γαρ Ρωμάνους τους νύν Δελματίαν καί τό Δυρράχιον οίκούντας απήλασαν“…

Εδώ περιγράφεται η ερήμωση της Ιλλυρίας μέχρι και του Δυρραχίου και ο εποικισμός υπο των Αβάρων.

Ο Λαονικος Χαλκοκονδύλης (1430-1490), γράφει:  Ουδόλως φρονώ ότι οί Αλβανοί ύπάρχουσιν Ίλλυρικόν γένος ώς τίνες λέγουσιν

Απο την Γαλλική εγκυκλοπαίδεια, γραμμένη από επιτροπή Σοφών υπό την εποπτεία του Ιππότη D’ Arteau, μεταφρασμένη κατ΄  επιτομή από τη Γαλλική, το έτος 1862, διαβάζουμε:
ΑΛΒΑΝΙΑ: υπό των νεωτέρων γεωγράφων καλείται μία των επαρχιών της Ευρωπαϊκής Τουρκίας εκτεινομένη παρά το Αδριατικόν και το Ιόνιον πέλαγος και περιλαμβάνουσα δύο διακεκριμένας Επαρχίας των αρχαίων γεωγράφων την Ιλλυρίαν και Ήπειρο Η χώοα αυτή κατά τόν μεταίωνα εκαλείτο Αρβανέσση νύν δε καλείται Αρναούτ μέν υπο των Οθωμανών, Σκίπερη δέ υπό τών εγχωρίων ήτοι των Αλβανών οίτινες και εαυτούς όνομάζουσι σκιπετάρους. Οί κάτοικοι της εκτεταμένης ταύτης επαρχίας διαφέρουσιν από αλλήλων κατά τε την εθνικότητα την γλώσσαν και την θρησκείαν διότι το μέν μεσημβρινόν μέρος της Αλβανίας ήτοι την κυρίως Ήπειρον οικούσιν οί Ηπειρώται, όντες ομόγλωσσοι και Ομόθρησκοι με τους λοιπούς Έλληνας, το δε αρκτικόν ήτοι την Ιλλυρίαν, ήτις και δύναται νά ονομασθεί κυρίως Αλβανία κατοικούσιν οί Αλβανοί ανάμικτοι οντες μετά Σέρβων καϊ Οθωμανών καί Έλλήνων. Εκτός της αλβανικής γλώσσης η οποία διαιρείται εις πολλάς διαλέκτους και ιδιώματα, λαλείται έτι εν τη Αλβανία καί η Ελληνική, η τουρκική κλπ

Στις αρχές του 20αι. ο πρωθυπουργός της Σερβίας Πάσιτς δήλωνε περί του Αλβανικού ζητήματος, σε συνέντευξη που έδωσε στην Γαλλική εφημερίδα “Χρόνος”:

Οι Αλβανοί ουδέποτε είχον ιστορικόν βίον και ουδέποτε υπήρξε Αλβανία με την γεωγραφική έννοιαν ήν δίδουσι σήμερον οι εν Ευρώπη, μάλιστα δε οι προπαγανδισταί. Ανεξαρτήτως απο το ζήτημα περί καταγωγής και γλώσσης των Αλβανών, είναι βέβαιον ότι είτε Ιλλυριοί ήσαν ούτοι αρχαιώθεν είτε μετανάστες εξ Ασίας, πολιτικόν βίον ουδέποτε έσχον“. 

Βεβαίως τα λεγόμενα του Σέρβου πολιτικού και μάλιστα πρωθυπουργού, ο καθένας θα περίμενε να κρύβουν πολιτικές σκοπιμότητες.
Ωστόσο σε αυτό που πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή είναι η αναφορά του Πάσιτς στην Ασιατική καταγωγή των Αλβανών.

Στο Βιβλίο “Χρονογραφία της Ηπείρου και των όμορων Ελληνικών και Ιλλυρικών”, Ο Παναγιώτης Αραβαντινος επικεντρώνοντας στους Βούλγαρους, γράφει:
Βούλγαροι:  Εθνος σκυθικόν κατοικούν παρά τον Βόλναν ποταμόν της Σαρματίας, τον παρά Ελλησι Βορυσθένην. Κατά το έτος 485 το βάρβαρον αυτό έθνος άγρίως και ληστρικώς έπεσκέφθη την Θράκην και κατά της ιδίας αυτής επαρχίας επανέλαβε τάς λεηλασίας και έπιδρομάς του, κατά τα έτη 479 και 501. Μετά ταϋτα συνενωθέντες μετά των Αβάρων καί Σλαβίνων συγκατώκουν εις Παιονίαν και Δακίαν. Εν έτει δε 538 έπι της βασιλείας του Ιουστιανού επιδραμόντες μετά των Αβάρων την Μοισίαν

HellasOnTheWeb

Πηγές:
Πλουταρχος, Βίοι παράλληλοι
Στράβωνος Γεωγραφικά
Κλαύδιος Πτολεμαίος
Στέφανος Βυζάντιος
Ιστορία του Βασιλείου της Βαυαρίας
Μενάνδρου Ιστορίαι
Κωνσταντινος Πορφυρογέννητος
Λαόνικος Χαλκοκονδύλης
Γαλλική Εγκυκλοπαίδεια
Γαλλική Εφημερίς “Παρισινός χρόνος”
Παναγιώτης Αραβαντινος

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥO

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , , , , , | Leave a comment

Byzantine ( Rouman,East Roman,Roomanian,Christian Romans ) Civilization, a World Civilization (IItelos)

(BEING CONTINUED FROM  30/06/11)

The encounter of Byzantine civilization with the Slavic world, in exactly the same period when it encountered Islam, is exceedingly instructive. Given that not only were the two encounters contemporary, but that each of these two newer societies had the double Byzantine heritage (i.e., the Hellenic and the Christian) from which to select, we have before us two cases that lend themselves readily to comparison. In the early ninth century the majority of the Slavic world was just beginning to emerge, or had only recently emerged, from a chaotic heroic age when the Slavic tribes, ununified and uncoordinated, had expanded from north-central Europe eastward into the Ukraine and Russia, southward into the Balkans, and westward into present-day Germany, Czechoslovakia, Hungary, and Austria. These splintered tribal societies were, in the sixth, seventh, and eighth centuries, largely devoid of any higher political concepts and organization. The Slavs were illiterate, possessing neither alphabet nor writing, prior to the mid-ninth century. Their religion constituted a type of Indo-European paganism with many similarities to the paganism of Greece, India, and Iran. The archaeological evidence for the level of their material culture testifies to a very underdeveloped state, as their pottery did not know even the potter’s wheel.

Beginning in the late sixth and continuing for a good part of the seventh century, the south Slavic tribes pushed into a substantial portion of the Balkan peninsula, destroying in its northern and central sections all the essential institutions of Byzantine civilization: towns, administration, Christianity, and schools and education. By the early ninth century, however, and in the case of the Bulgarian state which only slowly was Slavonized, the south Slavs had come into contact with the Carolingian and Byzantine empires and with Western and Byzantine civilizations. Gradually, under this influence and with the internal evolution of higher state forms, the south Slavs entered the more evolved civilizations of their neighbors. When the Moravian prince Sviatopluk appealed to the Byzantine emperor for Christian missionaries, the basileus sent out to Moravia the mission of saints Cyril and Methodius. Being bilingual, knowing both Greek and one of the south Slavic dialects, these two brothers and their monks began a massive program of conversion, which involved the creation of the first Slavic alphabet and the translation of the Christian holy books and a portion of Christian literature. Further, they brought with them concepts of state, church, and society which were pervasive. Though their mission ultimately failed in Moravia, where the Latin clergy replaced the Byzantines, their labors were transferred to the Bulgarian kingdom. In Bulgaria, the khan Boris had been forced to accept baptism and conversion at the hands of the Byzantine state and church: Boris was baptized with the emperor as his godfather and the Byzantine armies as guarantors. He enforced the new religion on his recalcitrant Bulgarian aristocracy, suppressing their insurrection in a bloody fashion. He had sent his son Symeon to study in Constantinople, where he was made a monk and received a thorough education in both the Hellenic and Christian cultural heritages of Byzantine civilization. When he returned to Bulgaria he had an excellent knowledge of ancient Greek literature, his favorite authors having been Demosthenes and Aristotle. Indeed, the Latin bishop Liudprand of Cremona refers to him as half-Greek. But as a monk and future Bulgarian archbishop, he was steeped in patristic, hagiographical, liturgical, and theological writings. He had returned to Pliska, his father’s capital, a Bulgarian version of the Byzantine educated and cultured man. He was imbued with the whole politico-cultural concepts of Byzantium which gave a special ‘ character to church-state relations. In short, Symeon had been captured by Byzantine civilization. When his older brother rebelled, Boris slew him and, in 893, promoted Symeon to the Bulgarian throne.

The history of his reign, which ended with his death in 927, marks the profound Byzantinization of the Bulgarian kingdom and its subjects, the creation of the first golden age of Bulgarian literature, and the first effort of the Bulgars to take over the Byzantine state and to make of their kings Byzantine emperors. Symeon created a major translation and literary center at his new capital of Preslav, where, in the monastery of St. Panteleimon, St. Naum and the Bulgarian ruler presided over this literary work. If we look at the works of translation, as well as those of composition, we see that they come almost exclusively from the Christian tradition of Byzantine civilization. The ancient Greek authors are absent. Symeon reformed the Slavic alphabet of Cyril and Methodius creating the Cyrillic alphabet, the basic form still used by many southern and eastern Slavs today. He and his colleagues proceeded to the massive work of translating religious texts from the Greek: the church fathers, theological treatises, religious poetry, hagiographical and apocryphal literature. A few Byzantine chronicles were also translated, though the more formidable Greek historians of the Byzantine tradition were not. In the south of the Bulgarian kingdom, St. Clement created a school for priests and monks primarily concerned with the mass conversion of the Slavs. Thus the approach of the Bulgarians to literary activity was even more strictly functional. They needed religious books to assist in the education of the first generation of Slavic priests, and texts which would assist them in the liturgy, canon law, and in the sermonizing of their new flocks. The dialect of Cyril and Methodius, known today as Old Church Slavonic, became the Latin and Greek of the Slavic world, a universal language for the cultural and religious life of the majority of Slavs. Symeon’s labor not only culminated in the first golden age of Bulgarian literature, but this Slavonized Byzantine literature became the model for later Serbian, Rumanian, and Russian literatures. Together with Christianity, Symeon and the Bulgars adopted the entire political and artistic culture of Byzantine civilization. In the twelfth and thirteenth centuries, this Slavonized Byzantine civilization appeared in Serbia; in the eleventh century it had appeared and spread in Kiev, and in the fourteenth and fifteenth centuries it was to shape the politico-cultural life of the Rumanian principalities.

In some respects the Bulgars were to play a role in disseminating much of Byzantine civilization, recalling that of the Syriac Christians in the diffusion of elements of Byzantine civilization to the Islamic world. There is one obvious and very great difference. The Slavs borrowed only the Christian element from Byzantine civilization, but they adopted it in toto. The Muslims avoided this Christian element, and took the scientific-philosophic baggage of Hellenic culture. Why the difference? The difference is due to the different stage of development of Islamic and Slavic societies. The latter was characterized by illiteracy and the absence of a systematic educational system. The former fell heir to the late ancient Greek educational system and its intellectual life, as embodied in the Syriac schools of the caliphate. The Slavic world was to know the Greek classical culture only much later, and then from the Latin West. In the tenth and eleventh centuries it was not yet time for them to deal with such a sophisticated body of knowledge.

In many ways the most complex and dynamic relation with the two strands of Byzantine civilization was that of the Latin West. Whereas it is true that Western and Byzantine societies went their own ways after having split off from ancient Hellenic civilization and the Roman Empire, and that their separation was sealed by the Great Schism of the two churches in 1054 and the conquests of the’ Fourth Crusade, relations remained, nonetheless, close. The Papacy, Venice, and the other Italian cities entered into an ever closer relation with declining Byzantium from the late eleventh century onward.

The Lalin West underwent, basically, three periods of influence emanating from Byzantine civilization. The first was that of late antiquity, culminating in the aborted effort of the Roman senator Boethius to translate all Greek writings into Latin. In this period, Latin translations appeared of the Gospels, the Pentateuch, and other Greek religious texts. In the second wave of Greek influence, Aristotle and Galen were transformed into Latin from their Arabic versions in the eleventh and twelfth centuries, thus exercising important influence on both Latin medicine and theology. But as of this time the Latin West had only a very imperfect and often marginal knowledge of the Greek texts, whether from the Hellenic or from the Christian strand.

It was the rise of Humanism and the Renaissance in Italy- primarily in Florence, Venice, and Rome-that radically altered this relationship. The rise of early modern culture and society in Italy and the school system involving the studio luimanitatis led to the development of humanism and to the restudy of the Latin classics. Once this had been effected, the Italians turned to the prototypes of ancient Latin literature, that is, ancient Greek literature. Petrarch and Boccacio gave substantial impetus to this development. It is important to note that aside from the intimate contacts with Byzantium, there was a substantial body of Greek-speaking population still living in southern Italy and Sicily, and that the classical texts were being read there by Byzantine scholars as well. Italians began to come to Constantinople to study Greek, to read the classics with their Byzantine teachers, and to collect the Greek manuscripts. Then Manuel Chrysoloras went to teach Greek at the University of Florence in 1397. With the coming of George Pletho to Florence the impetus was given for the founding of the famous Florentine academy. And finally, with the fall of Constantinople many Byzantine scholars fled to Italy, especially to Venice. Pope Nicholas V (1447-55) brought together a board of scholars to translate all Greek writings.

In short, the Italian humanists translated much of the corpus of Greek literature, both the Hellenic and the Christian. Marsilio Ficino, head of the Florentine Platonic Academy, alone translated the entire corpus of the Platonic dialogues and Plotinus as well. The impact of the massive translation of both the pagan and Christian Greek texts-in the fields of literature, medicine, science, theologv, patristics, and homiletics-had a profound influence not only on the culture of the Italian Renaissance but on that of the entire European world down to our own time. The Italians, as the first modern people, were in a position to make use of the entire range of Hellenic and Christian Byzantine texts, literature, theology, and science. The impact, thereafter, on Western civilization, literature, and education was incalculable.

Thus, whereas the Islamic world took only a portion of the Hellenic strand of Byzantine civilization, and the Slavs only the religious strand. Western civilization became the most nearly complete heir and continuator of the double heritage of Byzantine culture, remolding and reinterpreting this heritage within its own society.

In closing, I will address the continuity of Byzantine civilization within its own homeland, the lands of the former Byzantine Empire and Tsarist Russia. The most direct heirs remain the modern Greeks, Bulgars, Serbs, Rumanians, Russians, Ukrainians, and all their foreign diasporas in the United States, Canada, and Australia. The Greeks, by way of history and modern ideology, have embraced both ancient Greece and Byzantium as their heritage. The Christian strand of their culture remained constant, even during the long night of Muslim Turkish rule. They remained in contact with their Hellenic heritage through their language and education, but especially through the contacts of their intellectuals with Venice and Padua. The Bulgars, Rumanians, Serbs, Russians, and Ukrainians retained as their living heritage the Christian strand of Byzantine civilization, having been introduced to the classics much later by Western Europeans.

Despite Stalin and Lenin, who had conceived the plan of murdering the religious strand of Byzantine civilization, two generations after the inception of world Communism, it seems that the church fathers will, as they always have, preside over the burial even of that entire system. When Demetrios I, archbishop of Constantinople and the 269th ecumenical patriarch, visited his Orthodox flock in America during July of 1990, President George Bush, the State Department, and the U.S. Congress greeted him as the spiritual leader and father of 250,000,000 Orthodox Christians of Eastern Europe, and gave him the reception of a head of state. Byzantine civilization lives, and its religious strand will now return to its original function in Eastern Europe as a spiritual and ethical leader of its adherents.

THE END

Speros Vryonis Jr.

 


References:

A.J. Toynbee, A Study of History, abridgement of vols. I-VI by D. C. Somervell (New York and London, 1969), 1-43.

Greek Education


W. Jaeger, Early Christianity and Greek Paideia (Cambridge, Mass., 1961).
Ibid. Paideia. Tlic Ideals of Greek Culture, 2nd ed. (Oxford, 1969).
P. Lemerle, Le premier humanisme byzantin. Notes et remarques sur enseignement et culture a Byznnce des origines au Xe siècle (Paris, 1971).
H.I. Marrou, A History of Education m Antiquity (New York, 1956).
M. Mullett and R. Scott, eds., Byzantium and the Classical Tradition (Birmingham, 1981).
P. Speck, Die kaiserliche Universität von Konstantinopel (Munich, 1974).
S. Vryonis, “The Orthodox Church and Culture,” in The Patriarch Athenagoras Institute at the Graduate Theological Union at Berkeley, California, Occasional Papers 1 (n.d.).

Byzantine Civilization, Goths, Syriacs, Armenians

N. Adontz, Armenia in the Period of Justinian. The Political Conditions Based on the Naxnriir System, tr. with partial revisions, a bibliographical note, and appendices by N. G. Garsoian (Lisbon, 1970), 162-63.
M. Bang, “Expansion of the Teutons (to A.D. 378),” chap. 7 in Cambridge Medieval History (1911), I, 212-13.
A. Baumstark, Aristoteles bei den Syrer vom V. bis VIII. Jalirhtindert (Leipzig, 1900).
De. L. O’Leary, How Creek Science Passed to the Arabs, 2nd ed. (London, 1951).
A. Sanjian, “David Anhaght (the Invincible): An Introduction,” in David Anhaght: The Invincible Philosopher, ed. A. Sanjian (Atlanta, 1986), 1-15.
F. Werde, ed., Stamm-Heyne’s Ulfilas, oder die uns erhaltenen Denkmäler der gotischen Sprache. Text, Grammatik, Wörterbuch (Paderborn, 1908).

Byzantium and Islam: First Phase

C. Becker, Islamstudien. Vom Werden und Wesen der islamischen Welt (Leipzig, 1924), I, 1-39.
H.A.R. Gibb, “Arab-Byzantine Relations under the Umayyad Caliphate,” Dumbarton Oaks Papers 12 (1958), 219-33.
I. Shahid, Byzantium and the Arabs in the Fifth Century (Washington, 1989).
G. von Grunebaum, “The Moslim Town and the Hellenistic Town,” Scientia (1955), 364-70.
S. Vryonis, “Byzantium and Islam. Seventh-Seventeenth Century,” East European Quarterly 2.3 (1968), 205-40.

Byzantium and Islam: Second Phase

G. Bergstrasser, Hunain b. Isliaq und seine Schule (Leipzig, 1913).
F. Rosenthal, The Classical Heritage in Islam (Berkeley, 1975).
M. Steinschneider, Die arabischen Übersetzungen aus dem Griechischen (Graz, 1960).
M. Ullmann, Islamic Medicine (Edinburg, 1978).
Ibid. Die Medizin in Islam (Leiden, 1970).
G.E. von Grunebaum, “Muslim Civilization in the Abbasid Period,” in Cambridge Medieval History, ed. J. Hussey (Cambridge, 1966), IV. 1, 663-95.
Ibid. “Parallelism, Convergence and Influence in the Relations of Arab and Byzantine Philosophy, Literature and Piety,” Dumbarton Oaks Papers 18 (1964), 89-111.
S. Vryonis, “The Impact of Hellenism. Greek Culture in the Muslim and Slavic Worlds,” in The Greek World. Classical, Byzantine, and Modern, ed. R. Browning (London, 1985), 251-62.
R. Walzer, Greek into Arabic. Essays on Islamic Philosophy (Cambridge, 1962).
G. Wiet, “L’Empire néo-byzantin des Omeyyades et l’empire néo-sassanide des Abbasides,” journal of World History 1 (1953-54), 63-71.

Byzantine Civilization and Slavdom

M.S. Iovine. The History and the Historiography of the Second South Slavic Influence, dissertation (Yale University, 1977).
D. Obolensky, The Byzantine Commonwealth: Eastern Europe 500-1453 (London, 1971).
I. Sevcenko, “Remarks on the Diffusion of Byzantine Scientific and Pseudo-scientific Literature among the Orthodox Slavs,” Slavonic and East European Review 59 (1981), 321-45.

Cyril and Methodius

A. Dostal, “The Byzantine Tradition in Church Slavic Literature,” Cyrillo-Methodianum 2 (1972-73), 1-6.
F. Dvornik, Byzantine Missions among the Slavs; SS. Constantine-Cyril and Methodius (New Brunswick, N.J., 1970).
G. Soulis, “The Legacy of Cyril and Methodius to the Slavs,” Dumbarton Oaks Papers 19 (1965), 19-43.

Bulgaria

E. Georgiev, “T’rnovskata knizovna skola i negotovo znacenije za razvitieto po ruskata, sr’bskata i rum’inskata literatura,” in T’rnovska knizovna skola 1371-1971. Mezdunaroden simpozium, Veliki T’rnovo 1972 (Sofia, 1974).
Istorija na Bylgarija (Sofia, 1981-82), vols. II, III.
Istorija un bylgarskata literatura, 1: Starobulgarska literatlira (Sofia, 1962).
B.A. Rybakov, Izbornik Svjatoslava 1073 g. (Moscow, 1977).

Serbia

J. Hristic, ed., Srpska knjizevnost u knizhevnoj krititsi, 1: Stara knjizhevnost (Belgrade, 1972).
G. Ostrogorsky, “Problèmes des relations byzantino-serbes au XIVe siècle,” Main Papers, II, Thirteenth International Congress of Byzantine Studies (Oxford, 1966), 41-55.
G. Soulis, “Tsar Dusan and Mount Athos,” Harvard Slavic Studies 2 (1954), 125-39.
A.E. Tachiaos, “Le monachisme serbe de Saint Sava et la tradition hésychaste athonite,” Hilandarski Zbornik 1 (1966), 83-89.

Byzantine Civilization and Rumania

I. Barnea, O. Iliescu, and C. Nicolescu, eds., Cultura Bizantina in Romania (Bucharest, 1971).
Istoria Literaturii Romane (Bucharest, 1970).
E. Turdeanu, Les principautés roumaines et les Slaves du Sud: Rapports littéraires et religieux (Munich, 1959).

Byzantine Civilization, Kiev and Moscow

E. Golubinski, Istorija Riisskoi Tserkvi (Moscow, 1901- ).
J. Meyendorff, Byzantium and the Rise of Russia. A Study of Byzantine-Russian Relations in the Fourteenth Century (Cambridge, 1980).
A.E. Tachiaos, Epidraseis ton liesychasmou eis ten ekklesiastiken politiken en Rosia, 1328-1406 (Thessaloniki, 1962).

Byzantine Civilization and the West
Byzantium

H.-G. Beck, Theodoros Metocliites. Die Krise des byzantinischen Weltbildes im 14. Jahrhundert (Munich, 1952).
R. Guilland, Essai sur Nicephore Cregoras. L’homme et l’oeuvre (Paris, 1926).
F, Masai, Pléthon et le Platonisme de Mistra (Paris, 1956).
J. Verpeaux, Nicephore Choumnos. Homme d’état et humaniste byzantin (ca. 1250/1255-1327) (Paris, 1959).
E. de Vries-van der Velden, Theodore Metochite. Une reévaluation (Amsterdam, 1987).
S. Vryonis, “The ‘Freedom of Expression’ in Fifteenth Century Byzantium,” in La notion de liberté au Moyen Age. Islam, Byzance, Occident, éd. G. Makdisi, D. Sourdel (Paris, 1985), 261-73.
Ibid. “Crises and Anxieties in Fifteenth Century Byzantium: And the Reassertion of Old, and the Emergence of New, Cultural Forms,” in Islamic and Middle Eastern Societies, ed. R. Olson (Brattleboro, 1987), 100-125.

The West

D. Geanakoplos, Greek Scholars in Venice. Studies in the Dissemination of Greek Learning from Byzantium to Western Europe (Cambridge, 1962).
P.O. Kristeller, Renaissance Thought. The Classic, Scholastic, and Humanistic Strains (New York, 1961).
A. Rabil, ed.. Renaissance Humanism. Foundation, Forms and Legacy (Philadelphia, 1988), vols. I-III.
G.C. Selley, The Renaissance. Its Nature and Origin (Madison, 1962).

Byzantine Civilization after Byzantium

N. Iorga, Byzance après Byzance (Bucharest, 1935).
Istoria tou ellenikou ethnous (Athens, 1974, 1975), vols. X-XI.
Istoria Rominiei (Bucharest, 1964), vol. Ill.
Istorija na Bylgarija (Sofia, 1983), vol. IV.
Istorija naroda lugoslavije (Zagreb, 1959), vol. II.
S. Vryonis, “The Byzantine Legacy and Ottoman Forms,” Dumbarton Oaks Papers 23-24 (1969-70). 251-308.
Ibid. “The Byzantine Legacy in Folk Life and Tradition in the Balkans,” in The Byzantine Legacy in Eastern Europe, ed. L. Clucas (Boulder-New York, 1988), 107-48.
Ibid. “The Greeks under Turkish Rule,” in Hellenism and the First Greek War of Liberation (1821-1830). Continuity and Change, ed. N. Diamandouros et al. (Thessaloniki, 1976), 45-58.

Source:Speros Vryonis. Byzantine Civilization, a World Civilization // Byzantium: a World Civilization. Washington, 1992. С. 19-35.

Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , , , | 1 Comment

LA POLITIQUE COLONIALE DE CESAR EN ESPAGNE ENJEUX DES RESSOURCES NATURELLES ET COLONISATION DANS LA GUERRE CIVILE . 49-44 AVANT J.C. ( CHAPITRE ιIb2)

(suite de  17/06/11)

B. La Lex Coloniae Genetiuae ; un acte fondateur.

La procédure juridique de la loi coloniale est en principe similaire à toute autre
forme de loi. Un texte législatif, quel qu’il soit, est ratifié par le Sénat après avoir été
présentée par le magistrat devant les comices tributes, centuriates ou curiates. Chacune
de ces trois assemblées disposait de compétences particulières362. Les deux assemblées
les plus fréquemment sollicitées à la fin de la République pour voter les lois363
demeuraient néanmoins les comices tributes et le concilium plebis. Ces deux assemblées
étaient confondues pour la période qui nous intéresse364, on la désigne par le nom
d’assemblée de la plèbe et l’acte qui résulte de son vote est le plébiscite. Cette assemblée
élit les magistrats excepté les préteurs et les consuls, ainsi que les magistrats
exceptionnels comme les triumviri ou decemviri agraires365.
Un magistrat supérieur, consul, dictateur, maître de la cavalerie, ou encore tribun de la
plèbe, peut proposer une loi à cette assemblée366 qui sera votée puis ratifiée par le Sénat.
Dans la pratique, on admet néanmoins que la procédure juridique théorique ait perdu de
son importance avec les multiples assignations césariennes ou triumvirales. La fondation  de la colonie du point de vue juridique commence donc à Rome. Depuis les Gracques367,toutes les colonies étaient fondées, en principe, avec l’accord du Sénat.368
Hinrichs369 proposait de distinguer les colonies civiles et des colonies militaires, ces
dernières auraient nécessité un plébiscite. Cette distinction bien qu’intéressante n’est
guère illustrée par un exemple précis dans la législation agraire. Selon Botsford370 et
Rudorff371, l’affirmation de Velleius Paterculus concernant le fait que toutes les colonies
militaires de droit romain post gracquiennes furent fondées avec l’accord à la fois du
Sénat et du conseil de la Plèbe paraît la plus vraisemblable.372
Ce point semble clairement illustré par la mention suivante au chapitre 104 :
… qui iussu C. Caesaris Dict(atoris) imp(eratoris) et lege Antonia senat(us)que
c(onsultis) pl(ebi)que sc(itis) ager datus atsignatus erit.
Ce passage indique bien l’intervention des deux organes législatifs concernés pour
le vote de la lex rogata. Elle résulte de l’intervention du Sénat et de l’assemblée de la
plèbe : senatusque consultis plebique scitis. Le deductor est investi, par cette loi, du
pouvoir de fonder la colonie et de lui donner une loi, ce que Mommsen considérait
comme une Lex data373. Cette définition fut discutée par Tibeletti, Frederiksen, puis  Gabba374 considéraient la notion de la lex data, donnée par Mommsen375, comme « non  existante » de par le fait qu’elle ne puisse être autonome parce qu’elle résultait de la lex  rogata. D’autre part en considérant la démonstration de Frederiksen376 et de Magdelain377
sur les différents types de lois, on s’aperçoit que le sens donné au verbe dare ne semble
pas avoir fonction de définir véritablement un type de loi.
La Lex Rogata donc validée par les comices était indispensable, du moins à l’époque
républicaine antérieure au triumvirat.378 On peut le constater de par cette mention,
typique379 d’une loi comitiale, au chapitre 95 :

… ex hac lege nihilum rogatur.380
Ce que l’on peut en revanche considérer, de par ces extraits, c’est qu’il est fait référence à
la loi donnée (data) par le magistrat chargé de fondé la colonie. On trouve des évocations
de la charte de fondation, on trouve les mentions suivantes qui évoquent indirectement la
loi :
Au chapitre 68 :
Quicumque pontifices quique augures coloniae Genetivae Iuliae post
hanc legem datam […]381
Au chapitre 72 :

Quotcumque pecuniae stipis nomine in aedis sacras datum inlatum erit,
quot eius pecuniae eis sacris superfuerit, quae sacra, uti hac lege data
oportebit […]382
Au chapitre 92 :

… uti hac lege decurionumue decreto dari oportet, dato…383

Au chapitre 101 :
Quicumque comitia magistratibus creandis subrogandis habebit, is ne
quem eis comitis pro tribu accipito neue renuntiato neue renuntiari iubeto,
qui in earum qua causa erit, e qua eum hac lege in colonia decurionem
nominari creari inue decurionibus esse non oporteat non liceat.384
On remarque dans ces passages que l’usage du verbe dare n’est pas forcément associé à
la notion de loi mais également à celle d’un pouvoir permettant de donner une loi, comme
on peut le remarquer dans la mention dati iussive du chapitre 95. Il semble s’agir d’une
éventualité de nomination ou de promulgation selon les cas.
En conclusion, d’après les différentes études évoquées, on peut constater que de
par la procédure théorique de fondation, votée par le concile de la plèbe après rogatio et
non pas décidée directement par un magistrat, et de par certains passage du texte même
de la loi d’Urso, on peut supposer que la Lex Coloniae Genetiuae soit une Lex donnée par
un magistrat investi d’un pouvoir obtenu par une Lex Rogata dont on trouve des
évocations dans le texte même de la Lex Coloniae Genetiuae. Bien que rien ne permette   d’affirmer qu’il s’agisse d’une loi applicable dans d’autres colonies que celle d’Urso, on  trouve une évocation d’une Lex Iulia ; au chapitre 97, seul endroit où elle est clairement mentionnée :

… ex lege Iulia est…

On sait donc que l’étape du vote de la loi fondatrice385 se déroule à Rome. La loi
est lue en public par le ou les magistrats qui proposent le projet ; dans le cas présent
César ou Antoine. Puis, dans un second temps, a lieu le vote de l’assemblée de la
Plèbe386, votant par tribu, présidée, dans le cas présent, par César, en tant que « dictateur,
consul ou proconsul »387. On remarquera qu’un proconsul, dont il est question ici, ne peut
convoquer les assemblées pour faire voter une loi, puisqu’en théorie, il dépose son
imperium proconsulaire avant de franchir le pomoerium qui plus est, il ne dispose guère
de l’imperium domi. Il demeure l’éventualité qu’un magistrat puisse réunir les assemblées
votantes à l’extérieur, à moins d’admettre ici une « corruption » du texte gravé.
D’ordinaire, le magistrat responsable de la proposition convoquait les assemblées en
question pour lire la loi en public. Les votants devaient se réunir sur un des lieux de
réunion des comices388 et approuver ou refuser la proposition du magistrat. Une fois le
vote acquis, la loi était à nouveau lue en public à ceux qui étaient concernés389 ; les futurs
colons. Toutefois, au premier siècle, en cas d’attribution de pouvoir extraordinaires,
comme pendant la dictature de Sylla, de César ou sous le triumvirat de 43, le recours aux
comices n’était plus nécessaire pour les lotissements de vétérans390. Il existait
vraisemblablement deux exemplaires de la loi, comme probablement toute loi concernant
Rome et une autre cité391.

Depuis la Lex Iulia Licinia de 62 av J.-C.392, toutes les lois, après que le vote eut été
accompli, étaient conservées dans l’aerarium qui complétait sans doute le tabularium393.
On est donc amené à supposer qu’une copie des lois coloniales ou municipales était
conservée à Rome, et qu’un autre exemplaire était envoyé dans la colonie en question où
elle était lue par les magistrats aux habitants de la colonie394. Nous avons donc fort
probablement affaire à une copie tardive de l’exemplaire envoyé dans la colonie d’Urso
après sa fondation et retravaillé par la suite.

Après avoir étudié la Lex Coloniae Genetiuae en tant qu’acte fondateur, on peut à
présent s’interroger sur sa place dans la législation agraire césarienne. Le processus de
colonisation fut-il organisé uniformément en vertu d’une Lex Iulia dont la loi d’Urso ne
serait qu’un exemplaire local ? Si on ne peut répondre dans le cadre de cette étude, on
tachera ici d’exposer quelques éléments qui permettraient d’amorcer cette hypothèse.

(ETRE CONTINUE)

LAURENT GOHARY

NOTES

362 Nicolet, 1976. p. 295-307.
363 Botsford, 1909, p. 317-327.
364 Ces deux assemblées désignaient « presque entièrement la même chose » (Nicolet, 1976. p. 306)
365 Mommsen, Droit Public vol. IV, p. 336-352.
366 Gargola, 1995, p. 53-56 ; Bonnefond-Coudry, 1989, p. 394-413.

367 Velleius Paterculus, 1, 14, 1.
368 On trouve néanmoins quelques exemples de fondations votées par une seule des deux assemblées.
D’après les informations abondantes que nous livre Tite-Live ( XXXII, 29, 3-4 ; XXXIV, 53, 1-2 ;
XXXVII, 46, 9), on peut considérer, comme le précise Gargola (1995, p. 53-55), que les procédures
diffèrent selon le statut de la colonie dont il sera question. Les plus importantes (colonies de droit romain),
particulièrement à l’époque républicaine tardive nécessitent le plus souvent l’accord des deux assemblées,
le vote des comices et la ratification par le Sénat. Si les colonies latines pouvaient être fondées par seul un
senatus-consulte (Willems, 1885, p.83 ; Bonnefond-Coudry, 198,. p. 302 et suivantes), une loi était requise
pour les colonies de droit romain par senatus-consulte autorisant la proposition aux comices qui les valident
par un plébiscite.
369 Hinrichs, 1989, p. 10-12.
370 Botford, 1909, p. 350-351
371 Rudorff, 1852, p. 331.
372 Contrairement à ce que nous rapporte Tite-Live (34-53.1-2).
373 La Lex Coloniae Genetiuae est considérée par Mommsen comme une lex data (Mommsen, 1909, p. 194
et suivantes), c’est-à-dire une loi votée à Rome après avoir été planifiée et proposée par un magistrat cum
imperio. La légitimité de ce type de loi, selon Mommsen, ne reposerait que sur le pouvoir dont est investi le
magistrat. Cette catégorie de loi serait proprement distincte de la Lex Rogata, laquelle serait un type de loi
proposé par un magistrat, dictateur, consul, tribun de la plèbe ou préteur, qui la propose au vote par les
comices, tributes (ou concilium plebis) ou centuriates, puis qui la fait ratifier par le Sénat. Néanmoins la
notion de lex data définie par Mommsen (Droit Public, 1890, VI, 1, p. 345) est sujette à discussion.
Tibiletti (1955. p. 595 et suivantes) avait démontré que cette catégorie de loi n’était guère autonome et
s’accompagnait donc d’une législation plus générale dont la « lex data » ne serait qu’une application locale.
Frederiksen (1965. p. 183 et suivantes) va plus loin, considérant qu’au dernier siècle de la république un
type de loi autonome ne pouvait être voté ou confirmé sans un vote régulier des assemblées du moins  jusqu’aux assignations triumvirales. Gabba (1988, p. 160-161) se place en faveur de cette hypothèse en
admettant néanmoins qu’en cette période tardo-républicaine, les lois agraires ne nécessitaient plus
forcément un vote régulier ; avec la multiplication des assignations et les importantes pressions des
vétérans dans les années 49-42, le respect des procédures légales ne semblait plus maintenu en application.
374 Tibiletti, p. 594 et suivantes ; Frederiksen, 1965. p. 189-191 ; Gabba, 1988. p. 161-164.
375 Mommsen, 1909. p. 192 et suivantes; Magdelain expose un état de cette discussion concernant la
définition de Mommsen (Magdelain, 197, p.62-70).
376 Frederiksen (1965. p. 189-192) conclut par le fait que cette typologie de Lex data puisse être
abandonné ; le sens du terme data dans la législation étant à traduire simplement par le terme « donné ».
377 Magdelain, 1978. Chapitre II sur la lex data.
378 Frederiksen, 1965, p. 190 et suivantes
379 Frederiksen, 1965. p. 194 ; Magdelain, 1978, chapitre II.
380 « … de par cette loi promulguée ».
381 On peut proposer la traduction suivante : « Tous les pontifes et tout les augures élus ou cooptés après la
promulgation de cette loi… ».

382 « Toute somme apportée ou offerte aux temples sacrés à titre d’offrandes religieuses et
proportionnellement à leur montant en tant que reste des sacrifices donnés selon cette loi promulguée… »
383 « … ou par un décret des décurions promulgué suivant la présente loi…»
384 « Nul, durant la tenue d’une comitia pour l’élection ou la cooptation de magistrats, ne pourra, à cette
comitia, accepter quelqu’un d’une tribu ou renvoyer ou ordonner de renvoyer aucun candidat, pour lequel
aucune de ces causes ne saura être attachée, par lequel il ne serait pas propre ou légal pour quiconque de la
colonie, de par cette loi, d’être nommé ou institué décurion, ou de siéger parmi les décurions ». On sait ici
que l’organisation, au moment de la gravure de cette loi se faisait par tribu, comme à Rome. Cette mesure,
comme le remarque Hardy (1975, p. 46) est similaire à un passage de la Lex Iulia Municipalis empêchant
quiconque d’exercer une magistrature s’il ne siège pas au sénat durant les élections. Crawford le rejoint sur
ce point (1996, p. 444). La législation municipale à l’époque césarienne, sur ce point, semble donc la même
que pour la colonie d’Urso.

385 Les renseignements sur le déroulement des votes nous sont principalement rapportés par Tite-Live
concernant les fondations coloniales, les premiers magistrats de ces colonies et le déroulement du vote (cf.
Gargola, 1995, p. 52).
386 Il s’agit là du concilium plebis ou comices tributes, puisqu’il semble y avoir une confusion entre les
deux types d’assemblées à l’époque césarienne ou encore par les comices centuriates. Les comices curiates
n’étaient que rarement réunies (Nicolet, 1976, p. 297) et n’avaient d’importance que pour la vote de la lex
curiata de imperio.
387 Voir le chapitre 125 de la Lex.
388 Nicolet, 1979, p. 346-349.
389 Magdelain, 1978, p. 23-54 concernant les formules d’usage dans les lois par lesquelles on peut les
identifier et la procédure théorique.
390 Gabba, 1951,. p. 171-250.
391 Tibiletti (1955, p. 597) de même que Frederiksen (1965. p. 185 et suivantes) considéraient cette
éventualité qu’il puisse y avoir deux versions d’une même loi, une exemplaire conservé à Rome et un autre
dans la colonie ou la cité concernée. Frederiksen cite d’ailleurs plusieurs exemples de lois, principalement
des traités avec des cités ; chacune des cités, lorsqu’un accord définissant un statut était convenu,conservaient un exemplaire de la loi en résultant. Il s’agissait fort probablement, selon Frederiksen, d’un
mode de conservation d’actes légaux. Il avance également certains éléments qui permettraient de penser
que chaque acte légal était conservé en deux exemplaires, particulièrement à partir du consulat de César et
du tribunat de Clodius (Cic, Att. 3, 15, 6 ; Phil. 1, 26). Evidemment, dans le cas qui nous intéresse, on
suppose qu’il y eut deux exemplaires de la Lex Coloniae Genetiuae. On peut également se référer à
Mommsen (Droit Public, II, p. 371) concernant cette question du double affichage.
392 Cic., Vat., 33 ; Phil., 5,7.
393 On le sait d’après ce que nous rapporte Suétone (Diu. Iul., 28) concernant par exemple la loi
pompéienne de 52, la Lex de iure magistratuum : … Lege iam in aes incisa et in aerarium condita….
(Mommsen, Droit Public III, 2. p.371). Selon Moatti (1993,. p. 63-78), les formae étaient fort
probablement conservée à l’époque républicaine. Si ce point est certain pour la période impériale, on
dispose toutefois de peu d’éléments déterminants. L’exemple de la rogatio servilia nous renseigne à ce
sujet : Cicéron (De Leg. Agr., II, 88 ; II, 31 ; Pro Balbo., 48) évoque des documents auxquels il a eu accès :
monumenta uetera, litterae et senatus consulta. Cencetti (1940. p. 7-49) considérait que l’aerarium
républicain constituait une sorte d’archive centrale où étaient conservés plusieurs actes légaux. L’opinion
de Cencetti est fréquemment suivie (Moatti, 1993, p.67), d’autant qu’on a des traces de plusieurs traités,
comme par exemple le traité d’amitié passé entre Rome et Elée en 129 (IGRR, IV, No 1692) dont un
exemplaire se trouvait au temple de Cérès, l’autre au Capitole. On suppose qu’elles étaient conservées,
pour l’époque qui nous intéresse au Tabularium reconstruit par Q Catulus (CIL I, 591=VI, 1313 ; CIL I,
592=VI, 1314) après l’incendie de 83.
394 Moatti expose l’état de cette question (1993. p. 69-73) ; il ne suit pas Mommsen (Droit Public, III, p.
303 et suivantes) qui optait pour le temple de Jupiter Capitolin. Bien qu’on ne dispose pas de certitudes sur
le lieu, la nécessité de conserver les archives concernant les assignations de terre publiques semblait
imposer que des documents coloniaux aient été préservés à Rome même, notamment en cas de litige.
D’après les sources, on constate que les conflits liés à l’occupation des sols publics étaient particulièrement
courants et soulevaient d’importants problèmes juridiques au sein d’une colonie (Moatti, 1993. p. 81 et
suivantes ; Chouquer/Favory, 2002, p. 236-262).

Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , , , , , , | Leave a comment