ΜΙΝ(Ω)ΥΕΣ – MINES – МИН ,EKALOUNTO OI EMPORIKOI STATHMOI TOON MINOOITOON

A)ΟΙ ΜΙΝΩΙΤΕΣ ΚΡΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΝΟΡΒΗΓΙΑ

Το μαλακό καθαρό» είναι οι πρώτες λέξεις που γράφτηκαν πριν πολλά χρόνια στην Νορβηγία. Περισσότερο από 2000 χρόνια πριν τον Χάραλντ Χώρφαργκε (ο πρώτος βασιλιάς που ένωσε την Νορβηγία 858-934), στην χώρα είχαν φτάσει οι Μινωίτες Κρήτες και έκαναν εξόρυξη αργύρου, όπως αναφέρει η επιγραφή που ανακαλύφθηκε στην περιοχή Κόνγκσπεργκ.

Όπως αναφέρεται στο κείμενο της μεγαλύτερης εφημερίδας της Νορβηγίας «Aftenposten» της 13/1/2002 την επιγραφή ανακάλυψε ο Γιόχαν Γιάερνες κάτοικος της πόλης Κόνγκσμπεργκ στην νότια Νορβηγία.    Ο Γ. Γιάερνες ήταν απόφοιτος πανεπιστημίου με ειδικότητα ιστορικού και για αυτόν ήταν φυσικό να ψάχνει για ιστορικά ευρήματα στην πατρική του περιοχή.
Έτσι μια μέρα του Οκτωβρίου του 1987 παρατήρησε κάποιους σκοτεινούς κύκλους στο Λάνγκσιεννεφίελλετί (τοπική ονομασία οροσειράς).     Αυτό του κίνησε την περιέργεια και έτσι με προσοχή άρχισε να σκάβει και να καθαρίζει την περιοχή για να διαπιστώσει τι ήταν αυτό που προκαλούσε τον κυκλικό σχηματισμό.

Με τον καθαρισμό της περιοχής, του αποκαλύφθηκε μια συνηθισμένη επιγραφή πάνω στον βράχο την οποία όμως συνόδευαν και πέντε μυστηριώδη σύμβολα τα οποία φαινόταν πως είχαν σκαλιστεί πάνω στον βράχο με πέτρα σε πολύ παλιά εποχή, την εποχή του χαλκού.
«
Νόμιζα πως θα απογειωνόμουν από τον βράχο» αναφέρει ο Γιάερνες «κανένας δεν θα πίστευε πως κάτι τέτοιο θα βρισκόταν στο Κόνγκσμπεργκ».     Στην αρχή, όπως αναφέρει, νόμισε πως τα γράμματα θα μπορούσαν να είναι φοινικικά.    Η λύση του αινίγματος βρέθηκε μετά το 1994 όταν διαπιστώθηκε ότι τα πέντε σύμβολα του Κόνγκσμπεργ ανήκαν στην Μινωική γραμμική Α γραφή.
Η γραμμική Α ως γνωστόν είναι το αρχαιότερο σύστημα της Ευρώπης και επινοήθηκε στην Κρήτη το πρώτο ήμισυ της 2ης χιλιετίας (προ αρχής χριστιανικής χρονολόγησης) και χρησιμοποιήθηκε μέχρι το τέλος του μινωικού πολιτισμού το -1450.
Την γραμμική Α σύμφωνα με το δημοσίευμα της εφημερίδας προσπάθησε να αποκρυπτογραφήσει ο Νορβηγός Κιέλ Αάρ το 1990 και ήταν αυτός που ασχολήθηκε με την ερμηνεία των συμβόλων που ανακάλυψε ο Γιάερνες.
Και τα ερμήνευσε ως «
Το μαλακό καθαρό».     Η φράση αυτή κατά τον Αάρ αναφέρεται στον άργυρο, που στο Κόνγκσμπεργκ ήταν επιφανειακός και εύκολο να εντοπιστεί και να εξορυχτεί.     Η επιγραφή, είχε πιθανώς σκαλιστεί ως ευχαριστία στους θεούς για το αξιόλογο δώρο, εξηγεί ο Γιαερνες.

Οι Μινωίτες ήταν άξιοι έμποροι στην εποχή τους και αξιόλογοι χρυσοχόοι και γνωρίζουμε πως θα μπορούσαν να διασχίσουν ανοιχτές θάλασσες με τα πλοία τους, που ήταν τα καλυτέρα της εποχής τους.    Ο Γιάερνες πιστεύει πως κατεύθυναν τα πλοία τους μέχρι το Κονγκσμπεργκ.    Εκεί φόρτωναν τον άργυρο τον οποίον πουλούσαν στους Αιγυπτίους με αντάλλαγμα το χρυσάφι.
Ο άργυρος εμφανίζεται στην χώρα του χρυσού την Αίγυπτο, περίπου το -1600.

Την εποχή εκείνη ο άργυρος άξιζε δυο φορές την αξία του χρυσού
.    Αυτό εξηγεί γιατί η Κρήτη ήταν τόσο πλούσια σε χρυσό συμπεραίνει ο Γιαερνες, που πιστεύει πως όλα συμφωνούν με τις παραδεκτές από την επιστημονική κοινότητα θεωρίες και συνεχίζει λέγοντας: «Βλέπω το γράφημα ως απόδειξη ότι έχουν έρθει οι Μινωίτες μέχρι το Κόνγκσμπεργκ.
Είναι πολλά τα στοιχεία που δείχνουν σε αυτήν την κατεύθυνση, για να μην είναι πια τυχαίο.
Στην περιοχή του Κονγκσμπεργκ έχουν βρεθεί υπολείμματα από ορυχεία πάνω από 2000 χρόνια παλιά.
Αυτά βρέθηκαν τυχαία από βοσκούς το 1623, οι οποίοι σκόνταφταν σε ασημένια αντικείμενα.

Στις βραχοεπιγραφές βρέθηκαν επίσης σύμβολα της Μινωικής γραφής
».

Πηγή: Περιοδικό «Ελλάνιον Ήμαρ», τευχ. 16ο, σελ. 5,
Την μετάφραση και επεξεργασία του άρθρου από τα Νορβηγικά έκανε ο φίλος αναγνώστης του περιοδικού Ιωάννης Χατζιδαμιανός.


 

B)Αρχαία πόλη της Ράφα

Μία ακόμη Ελληνική Πόλι 2000 ετών στην πανάρχαια γη της Φιλισταίας (σημερινή Παλαιστίνη κατεχόμενη από το  Ισραήλ).
Εννοείται ότι κάτι τέτοιο είναι εντελώς ασήμαντον για τους τηλεοπτικούς διαύλους που τόσο πολύ κόπτονται για την “αμερόληπτη έγκυρη και έγκαιρη” ενημέρωσή μας. Ίσως τα “πρωινάδικα” και οι τουρκικές σαπουνόπερες να είναι πιο αποτελεσματικές στην “ψυχαγωγία” των ελλαδιτών.

[Σημείωσις: Η Ελληνική παρουσία στην περιοχή είναι ακόμη πιο παλιά.
Οι Φιλισταίοι (πιθανή ετυμολογία Φίλοι των Ιστίων) είναι  Πανάρχαιος Ναυτικός Λαός εκ Κρήτης. Στην σύγχρονη καθεστηκυία βιβλιογραφία αναφέρονται ως ένας εκ των “Λαών της Θαλάσσης” οι οποίοι τουλάχιστον από το – 2000 κυριαρχούσαν στην Χαναάν και στην ανατολική μεσόγειο. Τώρα βεβαίως ποιοι ήταν θαλασσοκράτορες εκείνη την περίοδο και γιατί ντρέπονται να πουν ότι ήταν Ελληνικά φύλα είναι άλλο ζητούμενο.
Η γλώσσα τους μάλιστα λένε ότι ανήκε εις την “ινδοευρωπαϊκή” οικογένεια. Το ότι βεβαίως η λεγόμενη ινδοευρωπαϊκή θεωρία έχει καταρριφθεί και ουδέν στοιχείον περί ινδοευρωπαίων έχει ανακαλυφθεί αυτό δεν πτοεί το κατεστημένο να διδάσκει την ινδοευρωπαϊκή θεωρία ακόμη στα σχολεία.
Για να καταλάβουμε το μέγεθος της απάτης όλες οι κοινές με άλλες γλώσσες, λέξεις της Ελληνικής θεωρούνται λέξεις με  “ινδοευρωπαϊκή” ρίζα. Ινδοευρωπαϊκής ρίζας θεωρούνται επίσης και λέξεις υψηλής πολιτισμικής στάθμης και απαιτήσεων π.χ.”δήμος” και “ψήφος” χωρίς ποτέ κανείς να αναλογιστεί τι χρεία αυτών των λέξεων είχε ένα λαός του οποίου επαναλαμβάνουμε δεν έχει βρεθεί κανένα απολύτως ίχνος για να γνωρίζουμε τις πολιτικές του ροπές. Αλήθεια πότε ψήφιζαν σε δήμους κάποιοι άλλοι πριν τους Έλληνες;;; Όλα τα μη Ελληνικά πολιτικά συστήματα (Περσίας, Κίνας, Αιγύπτου, Ινδίας κλπ.) ήταν ηγεμονικά-δεσποτικά ή κλειστά ολιγαρχικά με απόλυτη εξουσία της άρχουσας τάξεως επί του πλήθους.]

Μια πλούσια αρχαία πόλη έρχεται στο φως στην περιοχή της Ράφα, στη Λωρίδα της Γάζας. Η θέση, της οποίας μια παρουσίαση έγινε στις αρχές του 2010, είναι τουλάχιστον 2000 ετών και μέχρι στιγμής περιλαμβάνει εντυπωσιακά Ελληνορωμαϊκά και Βυζαντινά και κατάλοιπα. Χιλιάδες νομίσματα με τη μορφή της θεάς Αθηνάς, καθώς και ένας μεγάλος αριθμός επιμελημένων αγγείων από πηλό αλλά και υαλόμαζα μαρτυρούν την ακμή της πόλης. Περισσότερες πληροφορίες όμως είναι δύσκολο να αποκομίσουμε. Η θέση βρίσκεται σε μια από τις δυσκολότερες για αρχαιολογικό έργο περιοχές στον πλανήτη.

Τοποθετημένη στα σύνορα της Γάζας με την Αίγυπτο, βρίσκεται σε άμεση γειτνίαση με τις σήραγγες που σκάβουν οι Παλαιστίνιοι με σκοπό τον ανεφοδιασμό της περιοχής τους και συχνά το δικό τους πέρασμα προς τη Χώρα του Νείλου. Τα ισραηλινά πυρά λοιπόν δεν είναι άγνωστα για τους αρχαιολόγους και τους υπόλοιπους εργαζόμενους στο χώρο, που συχνά εκκενώνουν την περιοχή κατά τους βομβαρδισμούς για να συνεχίσουν το έργο τους όταν τα πνεύματα ηρεμούν. Ειρωνεία της τύχης αποτελεί το γεγονός ότι και η ίδια η θέση περιλαμβάνει σήραγγες: αρχαία περάσματα προς την Αίγυπτο που διευκόλυναν τον αιφνιδιασμό ελληνιστικών στρατών και ρωμαϊκών λεγεώνων. «Τα βομβαρδιστικά δεν ξεχωρίζουν τους ανασκαφείς από αυτούς που σκάβουν (νέες) σήραγγες. Τώρα όμως είναι ήρεμα», δηλώνει ο Abdel Halim abu Kadeja, ως εκπρόσωπος των αρχαιολογικών-τουριστικών αρχών της Γάζας.
Εκτός όμως από του προφανείς κινδύνους από τον πόλεμο, η θέση απειλείται και από την αρχαιοκαπηλία – ένα νόμισμα με την Αθηνά μπορεί να κάνει θραύση στη μαύρη αγορά – ενώ το ισραηλινό εμπάργκο δυσχεραίνει την απόκτηση χημικών για τη συντήρηση των αρχαιολογικών θησαυρών. Οι συνθήκες αυτές δεν σημειώνονται μόνο στην ελληνορωμαϊκή συνοριακή πόλη. Παρομοίως απειλείται και γειτονική θέση του 3ου αι., μια πρώιμη χριστιανική εγκατάσταση όπου σώζονται περίφημα ψηφιδωτά δάπεδα και άλλα αξιόλογα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα. Όταν όμως η απλή επιβίωση αποτελεί ζήτημα για τους σημερινούς Παλαιστίνιους, οι αρχαιότητες δεν αποτελούν προτεραιότητα. Έτσι για την προστασία των χώρων αυτών οι Παλαιστινιακές αρχές μπορούν μόνο να ελπίζουν σε ευαισθητοποίηση διεθνών πολιτιστικών φορέων.

ΠΗΓΗ  visaltis/2011

 

C)20.000 ετών το πρώτο ορυχείο

118 συγκροτήματα εξόρυξης σε 38 νησιά έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα, σύμφωνα με έρευνα του Μετσόβιου Πολυτεχνείου

Οι «πληγές» του Αιγαίου είναι πολλές και χάνονται στα βάθη των χιλιετιών. Στις 18 χιλιετίες π.Χ. χρονολογείται το ορυχείο ώχρας στη Θάσο, στον λόφο Τζίνες, και θεωρείται μέχρι σήμερα η αρχαιότερη υπόγεια μεταλλευτική δραστηριότητα στην Ευρώπη.

Από την αρχαιότητα μέχρι τον 20ό αιώνα στο νησιωτικό Αιγαίο έγινε μια συστηματική εκμετάλλευση του μεταλλευτικού και ορυκτού πλούτου τους. Σε 38 νησιά, εξαιρουμένων της Εύβοιας και της Κρήτης, εντοπίζονται 118 συγκροτήματα εξόρυξης. Κατά τους δύο τελευταίους αιώνες δεν υπήρξε νησί ή ερημονήσι που δεν ερευνήθηκε προκειμένου να βρεθούν αξιοποιήσιμα κοιτάσματα.

Μια έκδοση με τίτλο «Ορυχεία στο Αιγαίο», από τις εκδόσεις «Μέλισσα», παρουσιάζει τα βασικά πορίσματα μιας έρευνας που εκπονήθηκε από το ΕΜΠ για την καταγραφή των ιστορικών μεταλλευτικών εγκαταστάσεων στο νησιωτικό Αιγαίο.

Η έκδοση αφιερώνει αυτόνομα κεφάλαια σε μεταλλεία, ορυχεία και λατομεία σε 29 από τα 38 νησιά, αλλά ξεκινά με την αρχαιότητα, οπότε «οι κάτοικοι του Αιγαίου ανακαλύπτουν τη δυνατότητα εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων του τόπου τους και στηρίζουν σε αυτήν την οικονομία των κοινωνιών τους, δομώντας τους οικισμούς τους, δημιουργώντας έργα τέχνης, οργανώνοντας ένα δίκτυο εξαγωγικού εμπορίου και μεταφοράς της πολύτιμης πρώτης ύλης, ακόμα και σε πολύ μακρινούς προορισμούς», αναφέρει η Λίνα Μενδώνη.

Στη Μήλο, λ.χ., αναπτύχθηκε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα παραγωγής και εμπορίου των προϊστορικών χρόνων, χάρη στον οψιαδιανό, το φυσικό ηφαιστειογενές μαύρο γυαλί, κατάλληλο για την κατασκευή μαχαιριών και όπλων. Ξέστρια, λεπίδες, μαχαίρια, αιχμές βελών και δοράτων από μηλιακό οψιδιανό έχουν εντοπιστεί ακόμη και στην Πελοπόννησο και στην Κρήτη, στην Αίγυπτο και σε άλλες περιοχές της Μεσογείου, γεγονός που επιβεβαιώνει τη σημασία του υλικού αλλά και την ανάπτυξη της ναυτιλίας και του εμπορίου. Στη Σέριφο υπάρχουν ενδείξεις για εκμετάλλευση των σιδηρομεταλλευμάτων της από την πρώιμη εποχή του Χαλκού.

Η Κέα είναι γνωστή για τη μίλτο, την κίτρινη και κόκκινη ώχρα. Η κεία μίλτος, «βελτίστη» κατά τον Θεόφραστο, έβρισκε εφαρμογές στην κεραμική και στη ζωγραφική, στην αρχιτεκτονική και την κατασκευή πλοίων, καθώς εξασφάλιζε την αδιαβροχοποίησή τους, στη χρωστική και στη φαρμακευτική. Μάλιστα, υπήρξε μονοπωλιακή εξαγωγή του στην Αθήνα, η οποία, σε περίπτωση αθέτησης των συμφωνηθέντων, επέβαλε κυρώσεις.

Η Πάρος, δε, οφείλει την ανάπτυξή της (και) στην αρχαιότητα στα πλούσια κοιτάσματα εξαιρετικής ποιότητας μαρμάρου.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΟΡΥΚΤΑ
Στα ίχνη των αρχαίων εκμεταλλεύσεων κινήθηκαν στις περισσότερες περιπτώσεις οι μεταλλειολόγοι και οι επιχειρηματίες του νεότερου Αιγαίου, στο οποίο ο τόμος δίνει μεγαλύτερη έμφαση. Η εκβιομηχάνιση και η εξορυκτική δραστηριότητα κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα επέφεραν σημαντικές αλλαγές στις τοπικές κοινωνίες και οικονομίες. Ο γύψος, οι μυλόπετρες και το θείο της Μήλου, η θηραϊκή γη, η σμύριδα της Νάξου, τα μάρμαρα της Πάρου, της Τήνου και της Σκύρου είναι τα πρώτα ορυκτά, μας λέει η Λήδα Παπαστεφανάκη, που προσήλκυσαν το ενδιαφέρον. Παράλληλα, καταγράφεται και η μεγάλη εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, με αποτέλεσμα τις κινητοποιήσεις, όπως τη θρυλική αιματηρή απεργία της Σερίφου το 1916 («το πρώτο ελληνικό σοβιέτ»). Την έκδοση, πλούσια σε φωτογραφίες, υπογράφουν ακόμη οι Νίκος Μπελαβίνας, Δήμητρα Μαυροκορδάτου, Μαρία Μπαλοδήμου και Αντώνης Φραγκίσκος.

Δήμητρα Ρουμπούλα
roubola@pegasus.gr

EUCHARISTOOMEN EPEIE PANOPEA

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , , , | Leave a comment

YE EMEIS OI HELLEENES EIMASTAN EKEI TO KATEGRAPSE KAI O PLOUTARCHOS ALLEOOS TE (D)

image

(being continued from  05/10/11 )

image

Michigan’s Controversial Tablets Go Home To Michigan
From Ancient American Issue Number 49

Early in the 1980. Milton R, Hunter, a resident of Salt Lake City, Utah, was successful in
acquiring a large collection of unusual artifacts gathered by Father Savage, a catholic priest from
Detroit, Michigan. First discovered during 1858, they continued to be found until the early 20th
Century in over 27 counties throughout the state of Michigan.
By 1900 the plates/tablets were at the center of one of the hottest debates over artifactual
authenticity in the history of Michigan archaeology. Father Savage and, later, Michigan state
senator, Daniel Soper, gathered these questionable tablets of stone, clay and copper from mostly
farmers who found the objects on their property. Their combined efforts came to be known as the
“Soper/Savage Tablets”, and/or the “Michigan Plates.”
With Father Savage’s death in the late 1930s, all the items were packed up and sent to
University of Notre Dame, In South Bend, Indiana, where they were placed In storage. There the
collection remained out of sight until two missionaries from the Church of Jesus Christ of Latter
Day Saints met with Father Charles F. Sheedy, caretaker of the collection. After several visits
with the priest, he suggested that the artifacts might have something to do with the Book of
Mormon in the LDS faith.
The two missionaries contacted Milton H. Hunter, then serving as a member of the Quorum
of Seventy in the LDS church, and told him about the collection. Hunter. a collector himself with
a Ph.D. In history, contacted Fathcr Sheedy, and was eventually able to acquirc the entire Savage
collection for the cost of shipment from Indiana. While on their way to Utah, Hunter learned that
Daniel Soper’s son, Ellis, wanted to donate his father’s artifacts to Notre Dame’s collection of
Michigan tablets. In the elder Soper’s own words,
“I have personal knowledge of more than 3,000 articles that have been found, and if they are
fakes and were buried to be found, whoever buried them has been a very busy person, because
they have been found throughout the state by hundreds of different people.
“The objects recovered from the mounds are, variously, of copper, sandstone, limestone, burned
clay and slate. The copper appears to be true mass-lake copper. Of the slates, the grayish black
variety predominates, this being of the quality which outcrops near Baraga, in northern
Michigan. The sandstone Is of fine texture now quarried at Amhurst, Ohio. Red and green slate
limestone appear, these being of an argillaceous character and having a good polish.”
Soper’s objects joined the Father Savage collection. These Items were not the
property of The Church of Jesus Christ of LDS. but Huntcr’s own personal properties. He
photographed each object, then began an intensive study of all the artifacts. His findings were
described in an unpublished manuscript that accompanied the collection to the LBS museum. I
have obtained excerpts from this document, in which which Hunter concluded:
‘The evidence clearly shows that an ancient race of Mound Builders lived in the state of
Michigan and were exterminated, perhaps by the Indians. it seems likely that for many years
during their history they dotted the entire state with their towns and cities, and left thousands and
thousands of mounds as mute evidence of their ancient past.
These Mound Builders attained a rather high state of culture. They had a written
language which they inscribed on metal plates and stone tablets. Those tablets thoroughly
demonstrate the fact that these ancient Americans possessed Egyptian culture and the Hebrew
religion.
Such honorable men as Catholic priests and others of high character were the excavators
of the mounds. They bore testimony continuously in newspaper accounts and in books to the
antiquity of the Mound Builders and to the genuineness of their records. They knew the soil that
composed the mounds was virgin soil, having not been disturbed for hundreds of years. One
irrefutable evidence to this effect was that the large trees — many of them hundreds of years old -
– were growing upon the mounds when these men dug into them, and found the ancient relics.”

In a letter he wrote to Soper’s son, Ellis, Hunter observed:
…Also, the fact that many people have proclaimed that both Father Savages and your father’s
collections are frauds or forgeries makes your and my problem much more complicated.
As you know, I, personally, however, feel that the artifacts are all genuine.”
Letter to Mc Ellis Clarke Soper, Consulting Engineer. Franklin, North Carolina. dated
January 20, 1965. WrItten by Milton R. Hunter). [THIS LAND:
Zarahemla and the Nephite Nation, E.Goble & W May, pages 45 & 46)
Dr. Hunter took these pixnographs of the collection he “willed” to the Museum of Church
History and Art, in Salt Lake City. Utah, where it was warehoused until recently. Last fall,
museum directors negotiated its return to the State of Michigan. According to Dr. John Halsey,
curator for the controversial items, they will be placed on display in the near future at the Lansing
Museum of History.
While mainstream scholars insist that the Michigan tablets constitute a hoax, independent
investigators believe they are authentically prehistoric. In view of this on-going controversy, how
the artifacts will be presented when finally put on display should be of particular interest .

ANCIENT INHABITANTS OF NORTH AMERICA
( From Ancient American Issue Number 53 )

From a scientific point of view, the history of the ancient Inhabitants of the North American
continent is veiled In mystery. There have been discoveries that reveal a long and what must be
an interesting past for our country, but yet relatively little is known, and much is yet to be
understood..
The physical remains of numerous people are evident in many places; their cities, their
fortifications, and their religious structures are scattered over a large part of what is now the
United States, The size arid extent of their ruins serve as witnesses to the greatness of their
numbers and to their advanced skill. The antiquity of their remains remind us that we are but
newcomers to this land; that we only recently, built in places that many before us have called
their home.
Mound Builders
Ancient American mounds were first observed by Spanish explorers in the early 1500s.
Marquette and Jollet explored the northern mound country in 1673, at that time it was empty, the
mounds appeared as natural formations, the area was depopulated. Missionaries of the mid-l700s
mentioned the mounds in their journals. arid travelers of the day reported their existence. When the
area became British territory after the 1756 war with France, settlers began to move westward
(Valley of the Ohio), this was the beginning of the real Interest in the mounds.
There were many people who became interested in the mounds, among the early notables were
Ben Franklin and Thomas Jefferson.
In these early years after the discovery that a cultured people had anciently inhabited this
land, it became popular to theorize as to who these people were. ft was finally proposed that they
were a race distinct from the ancestors of the Indians. As J.D. Baldwin said in 1871;
An ancient arid unknown people left remains of settled life, arid of a certain degree of
civilization, in the valleys of the Mississippi and its tributaries. We have no authentic name for
them either as a nation or a race; therefore they are called ‘Mound-Builders’, this name having
been suggested by an important class of their works. (Ancient America, pp. 14-16.)
The Mound Builders were thought of as white, cultured, and not the ancestors of the
Indians who were found living in the same area. Today. there have been identified two overlapping
mound building traditions among the ancient peoples. One is currently thought to be the
ancestors of present day Indians. These ancient people have-been called the Adena and Hopewell
cultures. It is said that they did not possess skills higher than the Indians, and that at some time In  the past they must have lived a settled way of life. It would riot have been possible for a nomadic,
food gathering, or a hunting people to gather in sufficient numbers for periods of time long
enough to accomplish the great works of the Mound Builders.
Whoever the ancient people were, they have left us sonic truly puzzling remains. The
number of earth-works, when considered with their size and the area of the country they cover.
becomes evidence of a great achievement. The various purposes for which (hey were apparently
constructed indicate a complex people who had various societal roles, dominant among them was
an apparent military necessity.
E.G. Squire and E. H.. Davis performed the first systematic study of the ancient earthworks.
and in 1847 they published a descriptive work in Volume I of the Smithsonian Contributions to
Knowledge. Their book was titled Ancient Monuments of The Mississippi Valley.
Concerning the extent of the earthworks. they said: These remains are spread over a vast
extent of country. They are found on the sources of the Allegheny. iii the western part of the State
of New-York, on the east; and extend thence westward along the southern shore of Lake Erie, and
through Michigan arid Wisconsin, to Iowa and the Nebraska territory, on the west Lewis and
Clark saw them on the Missouri river, one thousand-miles above its junction with the Mississippi;
arid they have been observed on the Kansas and Platte, arid on other remote western rivers. They
arc found all over the Intermediate country, and spread over the valley of the Mississippi to the
Gulf of Mexico, They line the shores of the Gulf from Texas to Florida, and extend in diminished
numbers, into South Carolina. They occur in great numbers in Ohio, Indiana, Illinois, Wisconsin,
Missouri, Arkansas. Kentucky, Tennessee, Louisiana, Mississippi, Alabama, Georgia. Florida,
and Texas. They are found, in less numbers, in the western portions of New York. Pennsylvania,
Virgirna, and North and South Carolina: as also in Michigan. Iowa, and in the Mexican territory
beyond the Rio Graride del Norte. in short, they occupy the entire basin of the Mississippi and its
tributaries, as also the fertile plains along the Gulf.’ (Ancient Monuments, pp. 1-2.)
Since the mounds cover such an extensive territory, we would expect that there would be
a very large number of them in total, this is true, although no one knows for sure what kind of a
number that would correctly he. Baldwin indicates what they are estimated to number in an area
where they are more common: About 100 enclosures and 500 mounds have been examined in
Ross County, Ohio. The number of mounds in the whole state is estimated at over 10.000, and the
number of enclosures at more than 1500. The great number of these ancient remains in the
regions occupied by the Mound-Builders is really surprising. They are more numerous in the
regions on the lower Mississippi and the Gulf of Mexico than anywhere else; (Ancient America.p. 24.)

Relative to the size of the mounds, Squire and Davis have said:
“The mounds are of all dimensions, from those of but a few feet in height and a few yards in
diameter, to those which, like the celebrated structure at the mouth of Grave Creek in Virginia,
rise to the height of seventy feet, and measure one thousand feet in circumference at the base. The
great mound in the vicinity of Miamisburgh, Montgomery county, Ohio. is sixty-eight feet in
perpendicular height, and eight hundred and fifty-two in circumference at the base, containing
311,353 cubic feet.
The truncated pyramid at Cahokia, Illinois, has an altitude of ninety feet, and is upwards
of two thousand feet in circumference at the base, It has a level summit of several acres area. The
great mound at Selserstown, Mississippi, is computed to cover six acres of ground. Mounds of
these extraordinary dimensions are most common at the south, though there are some of great size
at the north, The usual dimensions are, however, considerably less than in the examples here
given. The greater number range from six to thirty feet in perpendicular height, by forty to one
hundred feet diameter at the base.” (Ancient Monuments, p. 5.)
It appears from this, that the people who were responsible for the mounds were numerous  as well as industrious. In addition to a large population, they possessed other elements of civilized
life Including cities, cities that could be supported only upon the principle of division of labor.

Baldwin notes evidence of such walled cities:
“At Newark, Ohio, when first discovered they were spread over an area more than two miles
square, and still showed more than twelve miles of embankment from two to twenty feet high.
Farther south, as already stated, the enclosures are fewer and smaller, or, to speak more exactly,
the great enclosures and high mounds are much less common than low truncated pyramids, and
pyramidal platforms or foundations with dependent works. Passing up the valley, it is found that
Marietta, Newark, Portsmouth, Chillicothe, Circleville, Ohio; St. Louis, Missouri and Frankfort,
Kentucky, were favorite seats of the Mound-Builders. This leads one of the most intelligent
investigators to remark that the centers of population are now where they were when the
mysterious race of Mound-Builders existed. There is. however, this difference: the remains
indicate that their most populous and advanced communities were at the South. (Ancient America,
pp. 29-30.)
In addition to city dwelling as a way of life, they may have had some form of central
government. The earth-works represent enough similarity of thought as to accord to them a
common culture. They may have had common enemies, for their fortifications are not only
similar in design, but as some have noted, they form a cordon of defensive works across their
territory. Squire and Davis, in their study of the fortifications, come to the conclusion that there
existed a:
System of Defenses extending from the sources of the Allegheny and Susquehanna in New York,
diagonally across the country, through central and northern Ohio, to the Wabash. (Ancient
Monuments, p. 44.)
Concerning this line of fortifications Charles Whittlesey said:
That they formed a well occupied line, constructed either to protect the advance of a
nation landing from the lake (Lake Erie) and moving southward for conquest; or, a line of
resistance for a people inhabiting these shores and pressed upon by their southern neighbors.
(Quoted in R. Silverberg, Mound Builders of Ancient America, p. 116.)
Each of these elements indicate civilization, skill, and cooperation among a large group of people.
Squire and Davis sum this point up with this conclusion:
• … there is almost positive evidence that the Mound-Builders were an agricultural people,
considerably advanced in the arts, possessing a great uniformity throughout the whole territory
which they occupied, in manners, habits, and having a common origin, common modes of life,
and, as an almost necessary consequence. Common sympathies, if not a common and
consolidated government. (Ancient Monuments, p. 45.) Observers were quick to point out that
the Indians did not possess these particular qualities of civilized life. They also felt that Indian
legends about an ancient white race of people referred to the Mound Builders. There is much
by way of tradition that would indicate that the Indians are not the descendants of the mound
building peoples. As Baldwin says: Moreover, the traditional lore of the wild Indians had
nothing to say of the Mound-Builders, who appear to have been as unknown and mysteri ous to
these Indians as they are to US. (Ancient America, p. 58.)

(TO BE CONTINUED )

Compiled by Glen W. Chapman- September 2000

image

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , , | Leave a comment

ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΕΚ ΤΟΥ ΜΥΙΩ-ΜΥΙΕΩ-ΜΥΩ ΕΞ’ΟΥ ΚΑΙ ΜΥΣ ΕΚ ΠΟΝΤΙΚΗΣ

A)Το μυστικό των μετάλλων της αρχαίας Σπάρτης

Το έτος 1961 ο Αμερικανός πυρηνικός φυσικός και καθηγητής μεταλλουργίας δρ. Λάιλ Μπόρστ επισκέφθηκε την Σπάρτη επηρεασμένος από την ανδρεία των αρχαίων Σπαρτιατών αλλά και για να μελετήσει τα όπλα που χρησιμοποιούσε αυτός ο πολεμικός λαός της αρχαίας Ελλάδας.

Ζήτησε λοιπόν από τους εκεί αρχαιολόγους να δει δείγματα οβολών από το Ηραίον ( ναό – θησαυροφυλάκιο της αρχαίας Σπάρτης) του 670 π.χ και αφού τα ανέλυσε απεφάνθη πως οι Σπαρτιάτες δεν είχαν απλώς σίδερο αλλά ατσάλι!!! Δηλαδή ένα κράμα σιδήρου και άνθρακα με περιεκτικότητα σε άνθρακα μεταξύ 0,2 και 0,8%.
Κατά την δήλωση του στους New York Times, αυτό ισοδυναμούσε με την κατοχή ατομικής βόμβας για τα μέτρα της εποχή. Αυτό εξηγεί επιστημονικά, πέρα από την αποδεδειγμένη ανδρεία που υπέδειξαν ο Λεωνίδας και οι 300 Σπαρτιάτες του στη μάχη των Θερμοπυλών και πέρα από την επιλογή του τέλειου στρατηγικού σημείου της μάχης, το πώς 300 άνδρες αποδεκάτισαν έναν στρατό Περσών, Μήδων και Σακών που αριθμούσαν τις 50.000 πάνοπλων αδρών, συμπεριλαμβανομένων και των πλέων επίλεκτων ταγμάτων των Περσών των αθανάτων, πριν πέσουν όλοι από τα βέλη των τοξοτών μετά απ΄ την προδοσία του Εφιάλτη.
Για άλλη μία φορά αποδεικνύεται (και μέσα από την επιστήμη) το πόσο προηγμένη τεχνολογία διέθεταν οι αρχαίοι Έλληνες. Φανταστείτε τώρα με πόση ευκολία μπορούσαν τα ατσάλινα ξίφη των Σπαρτιατών να διαπεράσουν τις χάλκινες και σιδερένιες πανοπλίες των Περσών και ακόμα πόσο φόβο θα προκάλεσε στους Πέρσες το γεγονός πως στα δικά ξίφη τους οι Σπαρτιάτικές πανοπλίες έμεναν ανεπηρέαστες.

B)Η «κουκουβάγια» πέταξε
Μια πολύ λιτή, συγκινητική και εξόχως πολιτική ανακοίνωση εξέδωσε ο σύλλογος εργαζομένων στον Οργανισμό Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων για τη διάλυση του Οργανισμού στο πλαίσιο της περικοπής εταιρειών του Δημοσίου. Τα σχόλια ανήκουν στους αναγνώστες:
«Σε λίγες ώρες ο Ο.Ε.Δ.Β. (Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων) θα αποτελεί παρελθόν, καταργείται οριστικά. Μετά από 75 χρόνια η κουκουβάγια της σοφίας και της αρετής ”πετάει μακριά”, γιατί κάποιοι αποφάσισαν ότι δεν έχει θέση στη σύγχρονη μνημονιακή εκπαίδευση. Η μόρφωση θα γίνεται πλέον ηλεκτρονικά. Το. Μέλλον είναι…
μόνο το. ” ηλεκτρονικό βιβλίο” και οι ”διαδραστικοί πίνακες”. Οι εργαζόμενοι στον Ο.Ε.Δ.Β. που όλα αυτά τα χρόνια εξέδωσαν και διένειμαν τρία δισεκατομμύρια βιβλία σε εκατομμύρια μαθητές, αποχωρούν περήφανοι για τη συμβολή τους στη Δημόσια και Δωρεάν Παιδεία, για τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος (μέσο κόστος κάθε βιβλίου 0,70 ευρώ), για την απουσία διαφθοράς και διαπλοκής τους, για το ότι κατόρθωσαν να περισώσουν από τον ιδιωτικό φορέα, την ιστορία των σχολικών βιβλίων, δεκαπέντε χιλιάδες πρωτότυπα έργα ζωγραφικής που κοσμούσαν κάποτε τα σχολικά βιβλία (Τσαρούχης, Γκίκας, Γραμματικόπουλος, Τάσος κ.λπ.), τριάντα χιλιάδες (30.000) βιβλία, πολλά σπάνιων εκδόσεων, που αποτελούν πλέον περιουσία του υπουργείου Παιδείας.
Οι εργαζόμενοι αποχωρούν με πίκρα και ανησυχία για το μέλλον της έκδοσης και διανομής των σχολικών βιβλίων. Ζήσανε τη φετινή χρονιά, τη χειρότερη από ιδρύσεως του Ο.Ε.Δ.Β., που τα βιβλία στάλθηκαν με τεράστια καθυστέρηση, που τα λάθη και οι παραλείψεις των ιθυνόντων στοίχησαν εκατομμύρια στους Έλληνες πολίτες, προάγγελος των όσων πρόκειται να επακολουθήσουν τη φετινή χρονιά, που εκτιμούμε ότι θα είναι πολύ χειρότερη από κάθε πλευρά. Οι εργαζόμενοι αποχαιρετούν ολόκληρη την εκπαιδευτική κοινότητα για την πολύχρονη συνεργασία και υπόσχονται να συνεχίσουν τον αγώνα για μία ΔΗΜΟΣΙΑ & ΔΩΡΕΑΝ ΠΑΙΔΕΙΑ στην υπηρεσία του λαού. Η κουκουβάγια της σοφίας και της αρετής ελπίζει να μην ξεχασθεί και ονειρεύεται τη μέρα που σε μία Ελλάδα ελεύθερη και απαλλαγμένη από δανειστές – επιτηρητές – τροϊκανούς, θα ξανακληθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες της για την εκπαίδευση των μαθητών»

“πάντα ανοιχτά πάντ’ άγρυπνα

C)ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΑΝΟΙΓΕΙ Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘ ΤΟΥ ΠΟΡΘΗΤΗ;

ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ

Ενώ στην Τουρκία σπάει όλα τα ρεκόρ εισιτηρίων η κινηματογραφική επιτυχία, «Φατίχ 1453», η οποία όμως έχει κατηγορηθεί ακόμα και από Τούρκους ιστορικούς για μεγάλες ιστορικές ανακρίβειες, άνοιξε για άλλη μια φορά σε δημόσια συζήτηση το ζήτημα του τάφου του Μωάμεθ του Πορθητήκαι όλων των πιθανών μυστηρίων που κρύβονται εκεί

και τα οποία για πολλούς αποτελούν μεγάλο ταμπού για την ίδια την ύπαρξη της Τουρκίας.

Σε μια σημαντική συνέντευξή του στην τουρκική εφημερίδα Χουριέτ, στις 15 Απριλίου 2012, ο Τούρκος συγγραφέας, Ahmet Ümit, παρουσιάζοντας το νέο του βιβλίο με τον τίτλο «Να σκοτώσεις τον Σουλτάνο», ένα ιστορικό μυθιστόρημα που αναφέρεται στην ζωή του Μωάμεθ του Πορθητή, δηλώνει ότι υπάρχει ανάγκη να ανοιχτεί επιτέλους ο τάφος του για να ερευνηθεί τι ακριβώς έγινε με τον θάνατό του.

Σύμφωνα με τον συγγραφέα του έργου «Σκοτώνοντας τον Σουλτάνο», ο Μωάμεθ ο Πορθητής κατά πάσα πιθανότητα δεν πέθανε με φυσιολογικό τρόπο, αλλά δηλητηριάστηκε. Το γεγονός αυτό για τον Ahmet Ümit έχει πολύ μεγάλη σημασία, γιατί αν αποδειχτεί ότι έγινε έτσι, τότε, όπως υποστήριξε ο Τούρκος συγγραφέας, θα καταρρεύσει ένα μεγάλο ταμπού για την ίδια την ύπαρξη της Τουρκίας.

Μάλιστα ο Ahmet Ümit χαρακτήρισε «ιστορικό λεκέ» τον δηλητηριασμό του Φατίχ και δεν δίστασε να ζητήσει ακόμα και ιστολογική εξέταση για να εξακριβωθεί η πραγματική αιτία θανάτου του.

Να σημειωθεί ότι ο τάφος του Μωάμεθ του Πορθητή κρατείται ερμητικά κλειστός, καθώς στο παρελθόν είχαν κυκλοφορήσει έντονες φήμες ότι αν ανοιχτεί θα αποκαλυφτεί ότι ο Φατίχ, τουλάχιστον στο τέλος της ζωής του, είχε ασπαστεί την Ορθοδοξίακαι ίσως γι’ αυτόν τον λόγο τον είχαν δηλητηριάσει.

Ο πρώτος που μίλησε αποκαλυπτικά για το θέμα αυτό ήταν ένας μεγάλος Τούρκος πολιτικός και ποιητής, ο Γιαχία Κεμάλ Μπεγιατλί και το γεγονός αυτό αναφέρει ο Τούρκος συγγραφέας, Ρεσάτ Εκρέμ Κότσού στο βιβλίο του, «Οθωμανοί ηγεμόνες».

Η απαγορευμένη αυτή μαρτυρία είναι άκρως αποκαλυπτική για την πραγματική θρησκευτική ταυτότητα του μεγάλου Φατίχ των Οθωμανών, του Μωάμεθ του Πορθητή.

Γράφει λοιπόν το βιβλίο: «Την εποχή του Αμπντούλ Χαμίτ του Β΄, στις αρχές του εικοστού αιώνα, είχε σπάσει ένας μεγάλος αγωγός νερού στη συνοικία του μεγάλου τεμένους του Πορθητού, το Φατίχ.

Το Φατίχ είχε οικοδομηθεί μεταξύ των ετών 1463 και 1470, πάνω στα ερείπια της κατεδαφισμένης από τους Οθωμανούς εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων, κάτω από την οποία βρίσκονται θαμμένοι πολλοί βυζαντινοί βασιλείς.

Στην εκκλησία αυτή ο Γεννάδιος είχε εγκαταστήσει το Πατριαρχείο κατόπιν άδειας του Μωάμεθ μετά την άλωση. Το 1454 ο Πατριάρχης εγκατέλειψε οικιοθελώς την εκκλησία, επειδή μέσα σε αυτή είχε βρεθεί το πτώμα ενός Τούρκου και φοβήθηκε μήπως κατηγορηθούν οι Έλληνες για το έγκλημα.

Την κατασκευή του τζαμιού είχε αναλάβει ο Έλληνας αρχιτέκτονας Χριστόδουλος, που φρόντισε όμως να διατηρήσει τα θεμέλια της κατεδαφισμένης εκκλησίας. Κατά την επισκευή όμως του χαλασμένου αγωγού, ο Αμπντούλ Χαμίτ έδωσε εντολή να ανοιχτεί ο τάφος του Μωάμεθ που βρίσκονταν δίπλα στο τζαμί, για να διαπιστωθούν τυχόν ζημιές και να επισκευαστούν.

Ο τάφος λοιπόν ανοίχτηκε και σε βάθος τριών μέτρων βρέθηκε μια σιδερένια καταπακτή από όπου μια πέτρινη σκάλα οδηγούσε στην υπόγεια αίθουσα της βυζαντινής εκκλησίας. Εκεί βρέθηκε ο μαρμάρινος τάφος που βρίσκονταν το ταριχευμένο πτώμα του Μωάμεθ, ολόιδιο με το πορτρέτο που είχε φιλοτεχνήσει ο Ιταλός ζωγράφος Μπελίνι, πέντε μήνες πριν από τον θάνατο του Πορθητή. Το γεγονός αυτό και μόνο για πολλούς αποτελεί τη μεγαλύτερη απόδειξη ότι ο Μωάμεθ θέλησε να ταφεί σαν χριστιανός και βυζαντινός βασιλιάς, εν μέσω των άλλων βυζαντινών αυτοκρατόρων».

Ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ, που για λόγους πολιτικούς την εποχή εκείνη είχε εγκαταλείψει τον μπεκτασισμό, (δηλαδή το αιρετικό Ισλάμ), τον οποίο ακολουθούσε και ασπάστηκε τον σουνιτισμό, δηλαδή το ορθόδοξο Ισλάμ, κυριεύτηκε από πανικό και έδωσε εντολή να σφραγιστεί αμέσως ο τάφος του Μωάμεθ. Τα παραπάνω συνέβησαν πριν από το 1908 και έκτοτε ο τάφος του Μωάμεθ δεν ξανάνοιξε.

Γι’ αυτό και σήμερα είναι αδύνατο να αποδειχτεί αυτή η μαρτυρία του Μπεγιατλί. Αποτελεί όμως μαρτυρία επιφανούς Τούρκου, η οποία δεν εξυπηρετεί κάποιες σκοπιμότητες και δεν είχε λόγους να παρουσιάζει τον Μωάμεθ Χριστιανό. Σήμερα το μέρος εκείνο είναι απαγορευμένοκαι δεν επιτρέπεται σε κανένα, είτε αρχαιολόγο είτε θρησκευτικό αρχηγό να το πλησιάσει, επιτείνοντας έτσι το μυστήριο για τους βυζαντινούς βασιλικούς τάφους αλλά και για τους τάφους των σουλτάνων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Είναι γεγονός ότι παρόμοιες με αυτήν μαρτυρίες έχουν κυκλοφορήσει κατά καιρούς στην Τουρκία, αλλά χωρίς να δοθούν για ευνόητους λόγους μεγάλη έκταση. Χαρακτηριστικό όμως είναι ότι στις 19 Δεκεμβρίου 1996, το εβδομαδιαίο περιοδικό, μεγάλης κυκλοφορίας, στην Τουρκία, «Ακτουέλ», του συγκροτήματος της γνωστής εφημερίδας, «Σαμπάχ», είχε κυκλοφορήσει με τον εξής εντυπωσιακό τίτλο:

«Ο Πορθητής ήταν Χριστιανός;» και από κάτω είχε τον υπότιτλο: «Οι ιστορικοί δεν μπόρεσαν μέχρι σήμερα να λύσουν αυτό το μυστήριο, 540 χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου Φατίχ».

D)Ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων apo ten Helvetia

 

ANTKYTHERA HUMBOLT

Υπάρχει κάποιος που θα ‘θελε αυτό το «ρολόι» στον καρπό του;

Απλώς λέει την ώρα, δεν έχει φωτογραφική μηχανή ή βιντεοκάμερα,

δεν μπορεί να συνδεθεί στο Facebook ή να στείλει μήνυμα στο Twitter.

Στην πραγματικότητα, πολύ λίγοι άνθρωποι έχουν την παραμικρή ιδέα για το τι είναι και τι κάνει.

Πρόκειται για μια απίστευτη κατασκευή, ένα αντίγραφου του Μηχανισμού των Αντικυθήρων,

κατασκευασμένο από την Ελβετική εταιρεία ωρολογοποιίας Hublot.

Ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων είναι ο πρώτος αναλογικός υπολογιστής,

\κατασκευασμένος από τους Αρχαίους Έλληνες, πριν από 2.100 περίπου χρόνια

ανάμεσα στο 100 και 150 π.Χ. Ενσωμάτωνε καινοτόμες τεχνολογίες για την εποχή,

όπως μη γραμμικά γρανάζια, και υψηλού επιπέδου αστρονομικές και μαθηματικές γνώσεις

που έδιναν τη δυνατότητα για πολυσύνθετους αστρονομικούς υπολογισμούς.

Πολλοί προσπάθησαν και κάποιοι κατάφερα να φτιάξουν αντίγραφα της κατασκευής.

Να θυμίσουμε ότι ένα τέτοιο αντίγραφο έφτιαξε η Lego.

Το 2008 η δημοσίευση στο περιοδικό Nature αναλύσεων από τρισδιάστατο ηλεκτρονικό τομογράφο,

ο οποίος είχε εξετάσει λεπτομερώς τα κομμάτια του Μηχανισμού των Αντικυθήρων ενέπνευσαν

κάποιους οραματιστές ωρολογοποιούς.

Ο Matthias Buttet διευθυντής του κατασκευαστικού και R&D τμήματος της Hublot,

θέλησε να αποτείνει φόρο τιμής σ’ αυτή την αρχαία κληρονομιά και ό,τι αντιπροσωπεύει.

Είναι επίσης ένας θρίαμβος της σύγχρονης ωρολογοποιίας.

Για πρώτη φορά ένα ρολόι εμπνέεται απευθείας από την αρχαιότητα, και γι αυτό οι μηχανικοί

της Hublot συνεργάστηκαν με πληθώρα επιστημόνων που περιλάμβανε αρχαιολόγους, επιγραφολόγους

και ιστορικούς μηχανικών κατασκευών.

ANTIK HUBOLT

E)ΒΡΕΘΗΚΕ Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ

ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΜΥΘΗΤΟΥΣ ΘΗΣΑΥΡΟΥΣ !

Αμύθητος αρχαιολογικός θησαυρός βρέθηκε στη Μεσσηνία-Άνω του ενός δισ. ευρώ εκτιμάται μόνο η αξία των χρυσών κτερισμάτων!!!

Η πύλη του Άδη στην Ιθώμη και το μεγάλο μυστικό!!! Ναι όσο απίστευτο και να φαίνεται, βρέθηκε ο θολωτός τάφος του θρυλικού Βασιλιά της Αρχαίας Μεσσήνης, Αριστόδημου, ο οποίος για αιώνες τώρα ήταν βασική επιδίωξη της αρχαιολογικής υπηρεσίας και εκατοντάδων επίδοξων θησαυροκυνηγών, οι υποίοι είχαν κυριολεκτικά ανασκάψει την ανατολική πλευρά του ιερού όρους της Μεσσηνίας, Ιθώμη, όπου κατά τον Παυσανία είχε ταφεί ο εν λόγω βασιλιάς.Πολλοί πίστευαν από τα παλαιότερα χρόνια, ότι ο τάφος του Αριστόδημου ο οποίος είχε θυσιάσει την κόρη του,σύμφωνα με χρισμό του μαντείου των Δελφών, προκειμένου να απελευθερωθεί η Μεσσηνία από τους Σπαρτιάτες, ότι βρίσκεται κοντά στο χωριό Αριστοδήμειο της Ιθώμης και για το λόγο αυτό έδωσαν στο χωριό αυτό το όνομα του θρυλικού βασιλιά.

Νεότερες μελέτες ιστορικών είχαν αποφανθεί ότι ο περιβόητος τάφος με τους αμύθητους θησαυρούς, βρίσκεται κοντά στο αρχαίο φράγμα του ποταμού “Βαλύρα”, όπου κατά την ιστορία διάβηκε ο λυράρης της αρχαιότητας Θάμυρις και συνέβη το γνωστό περιστατικό της ρίψης της λύρας στο νερό μετά της τύφλωσή του από τις εννέα Μούσες.
Έκτοτε η περιοχή αυτή οργώνονταν κατά καιρούς από λαθροανασκαφείς, οι οποίοι εφοδιασμένοι με ανιχνευτές μετάλλων προσπαθούσαν τις νύχτες να εντοπίσουν τον θησαυρό που θα τους έκανε βαθύπλουτους. Εις μάτην όμως, γιατί παρά τις δεκάδες τρύπες που δημιούργησαν σκάβοντας, ο θησαυρός ήταν αδύνατον να εντοπιστεί.Όμως όσα φέρνει η στιγμή δεν τα φέρνει ο χρόνος, όπως λέει και ο σοφός λαός.
Και η στιγμή που ήρθε ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη για μια ομάδα ανθρώπων της περιοχής που αγαπούν την πολιτιστική παράδοση της περιοχής τους και προσπαθούν με κάθε τρόπο να την προστατεύσουν και να την προβάλουν.
Η πύλη του Άδη στην Ιθώμη και το μεγάλο μυστικό!!!
Η ομάδα αυτή των ανθρώπων του πολιτισμού της Ιθώμης, αξιοποιώντας αρχαίες γραφές σύμφωνα με τις οποίες, κοντά στο αρχαίο φράγμα του ποταμού ΄΄Βαλύρα” ή κατά την σύγχρονη ονομασία “Μαυροζούμενα”, υπάρχει η πύλη του Άδη, εκεί που δηλαδή περνούσαν οι ψυχές των αποθανόντων για τον άλλο κόσμο στην αρχαιότητα, την εντόπισαν έχοντας ο βοηθό τους την σύγχρονη τεχνολογία GPS και έφθασαν μετά από πολύ κόπο στο επίμαχο σημείο, καθώς ήταν καλυμμένο από οργιώδη βλάστηση και μια πέτρινη πλάκα η οποία είχε ελαφρώς μετακινηθεί στο διάβα των αιώνων.
Η είσοδος στην φερόμενη ως πύλη του Άδη άφησε την ερευνητική ομάδα εμβρόντητη καθώς βρέθηκαν σε μια φυσική σπηλιά,διαστάσεων εδάφους 7,63 Χ 8,45 m , η οποία περίτεχνα είχε μετατραπεί σε υπόγειο θολωτό τάφο.
Στο βορινό μέρος υπάρχει μαρμάρινος τάφος με την επιγραφή “Αριστοδήμω Μεσσηνίων Βασιλεί” , ο οποίος είναι ανέγγιχτος και τριγύρω διάφορα ειδώλια από ατόφιο χρυσάφι, λήκυθοι οι οποίες περιέχουν χρυσαφένια ομοιώματα κλώνων ελιάς, χρυσαφένια κτερίσματα και χρυσοελεφάντινο αγαλματίδιο του Ιθωμάτα Διός.
Αμέσως η ομάδα ενημέρωσε τις αρχές ασφαλείας του νομού,τον καθηγητή αρχαιολογίας κ.Πέτρο Θέμελη οποίος κατέφθασε αμέσως από την Αρχαία Μεσσήνη, τον υπουργό Πολιτισμού και τις δικαστικές αρχές, προκειμένου να προστατευθεί πάση θυσία ο μεγάλος και ανεκτίμητος αυτός θησαυρός.
Σύμφωνα με μεταλλειολόγο που συμμετείχε στην ομάδα, η αξία σε χρυσό των ευρημάτων εκτιμάται σε περίπουένα δισ. ευρω, ενώ συμπεριλαμβανομένης της αρχαιολογικής και καλλιτεχνικής τους αξίας, κατά τον κ.Θέμελη, τούτη ανέρχεται στο 100/πλάσιο!!!
Το περιστατικό αυτό που συνέβη λίγο πριν το μεσημέρι εχθές Σάββατο, σύμφωνα με ασφαλείς και καλά διασταυρωμένες πληροφορίες μας, έχει προκαλέσει σεισμό στο κυβερνητικό επιτελείο.
Ήδη η περιοχή έχει περικυκλωθεί από ένοπλους άνδρες της ασφάλειας, οι οποίοι καμουφλάρονται σε κάθε σημείο πρόσβασης στην περιοχή για την πιθανότητα ληστείας.
Ακόμα έχουν επιστρατευθεί και σύγχρονα συστήματα δορυφορικής παρακολούθησης που διέθεσε το υπουργείο άμυνας.
Σύντομα θα επανέλθουμε στο μεγάλο αυτό θέμα με νεότερα στοιχεία και λεπτομέρειες.

EUCHARISTOOMEN PANOPEA EPEIE ,PROSELEENIE TE

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , , , | Leave a comment

WATER IS A GENERATOR OF LIFE AND CIVILIZATION ,COMBINED WITH CLIMA.AEGEAN PELAGUS,IS THE PERFECT PLACE (III)

(BEING CONTINUED FROM  2/10/11)

image

image

image

image

image

image

SOURCE  Journal of Field Archaeology © 1982

(TO BE CONTINUED)

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , , , | Leave a comment

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ – ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  06/10/11)

Η Αθήνα κατά την Ελληνιστική περίοδο

Η Αθήνα, χωρίς αμφιβολία, ήταν το πιο σπουδαίο κέντρο πολιτισμού της κλασικής περιόδου του αρχαίου κόσμου. Αργότερα, κατά τα Ελληνιστικά χρόνια, παρά τη μείωση της σημασίας της έναντι νέων πολιτικών δυνάμεων και νέων πολιτιστικών εστιών, δεν έπαψε να είναι μια σημαντική πόλη και ένα κέντρο με οντότητα και σοβαρή καλλιτεχνική ακτινοβολία. Στον νέο ελληνισμό που προέκυψε από τις εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η πόλη προβαλλόταν από την κληρονομιά της. Η εξέταση της πολεοδομίας, της αρχιτεκτονικής και της τέχνης της κατά την εποχή αυτή παρουσιάζει –ανάμεσα στα άλλα και για τους δύο παραπάνω λόγους– ξεχωριστό ενδιαφέρον.
Για το θέμα αυτό υπάρχει μια αυτοδύναμη επιστημονική συνθετική μελέτη σχεδόν τριαντακονταετίας. Είναι το αντίστοιχο κεφάλαιο στο πολύτιμο έργο του Γιάννη Τραυλού για την πολεοδομική εξέλιξη των Αθηνών. Το θέμα ωρίμασε και πολλές λεπτομέρειές του διευκρινίσθηκαν έκτοτε, πάλι χάρη στον Τραυλό με την έκδοση του Bildlexikon για την αρχαία Αθήνα, στα 1971. Η εικόνα βελτιώθηκε τοπικά μόνον, για τον χώρο της Ελληνιστικής Αγοράς, με τις μικρές επιστημονικές συνθέσεις στα βιβλία των Thompson-Wykerley το 1972 και προσφάτως του John Camp.
Το νέο υλικό που μπορεί να αυξήσει τις γνώσεις μας για την Ελληνιστική Αθήνα είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα των τελευταίων 17 ετών, του χρονικού δηλαδή διαστήματος που μας χωρίζει από το λεξικό του Τραυλού. Πρόκειται για το προϊόν ανασκαφών αφενός συστηματικών, κυρίως στην Αγορά και δημοσιευμένων στην Hesperia, και αφετέρου τυχαίων, σ’ όλη την έκταση της πόλεως, δημοσιευμένων στα Χρονικά του Αρχαιολογικού Δελτίου. Η ατελής ακόμη ερμηνεία, χρονολόγηση και συσχέτιση των ευρημάτων αυτών δυσχεραίνει την άμεση αξιοποίησή τους σε μια νέα σύνθεση για την πολεοδομία και την αρχιτεκτονική της πόλεως. Αντιθέτως, μερικές πρόσφατες μελέτες που ερμηνεύουν κάποια γνωστά μνημεία είναι πολύ ευπρόσδεκτες προς τον σκοπό αυτό.
Η κατά σύμβαση έναρξη της Ελληνιστικής περιόδου το 323 π.Χ. στην αθηναϊκή ιστορία αφήνει εκτός των ορίων της τον ρήτορα Λυκούργο και τα πολυάριθμα έργα που πραγματοποιήθηκαν εδώ στις μέρες του. Ως κάτω όριο της περιόδου θα πρέπει να αποδεχθούμε, όπως προτείνει από παλιά και ο Τραυλός, το 86 π.Χ. κατά το οποίο η πόλη λεηλατήθηκε και υπέστη σοβαρές ζημιές από τον Σύλλα.
Αλλά εδώ το θέμα δεν είναι τόσο να βελτιώσουμε την εικόνα της ελληνιστικής πόλεως πλουτίζοντάς την με νέες άμεσες ή έμμεσες πληροφορίες, όσο το να εξετάσουμε αν αυτή συμμετέσχε στο νέο ύφος της εποχής των διαδόχων. Σε ποιο βαθμό δηλαδή η Αθήνα υιοθέτησε στην πολεοδομία και στην αρχιτεκτονική της τις τρέχουσες τότε ιδέες για το κτισμένο περιβάλλον, αν υπήρξε σε κάτι πρωτοπόρος κατά το διάστημα αυτό και, τέλος, πώς μπορούν να ερμηνευθούν ιστορικά τα αρχιτεκτονικά και τα καλλιτεχνικά φαινόμενα που εκδηλώθηκαν τότε εδώ.

ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΑ

Η Αθήνα κράτησε ως το τέλος του αρχαίου κόσμου το παλαιό, δυναμικά δημιουργημένο από την αρχαϊκή και την κλασική περίοδο, ακανόνιστο πολεοδομικό της σχέδιο. Οι γνώσεις μας για το σχέδιο αυτό είναι περιορισμένες, πλην όμως οι γενικές αρχές από τις οποίες προέκυψε είναι φανερές. Ο αρχικός πυρήνας ήταν η Ακρόπολη. Κάποιοι κύριοι δρόμοι ξεκινούσαν από την είσοδό της, καθώς και από τον δρόμο που άμεσα την περιέβαλλε, για να καταλήξουν ακτινωτά χαραγμένοι στις πύλες των τειχών, αφήνοντας και κάποιους ελεύθερους χώρους, ο σπουδαιότερος από τους οποίους ήταν η Αγορά. Οι αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στα Ελληνιστικά χρόνια ήταν, όπως θα δούμε, περιορισμένες. Η πόλη διατήρησε τότε το παλιό όριο των τειχών της, τις ίδιες πύλες στις οποίες κατέληγαν οι δρόμοι και τις ίδιες παλιές της γειτονιές. Τη μορφή του πολεοδομικού τους ιστού με τα σκόλια δρομάκια και τη συσσώρευση των γύρω κατοικιών τη γνωρίζομε κάπως από παλιές ανασκαφές, όπως του λόφου των Μουσών ή του Αρείου Πάγου, αλλά και από νεώτερες.

Υπάρχουν ενδείξεις ότι η αδράνεια σε μεταβολές του κτισμένου περιβάλλοντος ήταν μεγάλη και ότι οι επισκευές παλαιών, της κλασικής περιόδου, κτηρίων αποτελούσαν συνήθη πρακτική στα ελληνιστικά χρόνια. Την απροθυμία αυτή των Αθηναίων για ριζικές μεταβολές θα μπορούσε κανείς να την αποδώσει στις οικονομικές δυσχέρειες της εποχής, δεν θα ήταν όμως λάθος να τη δει και ως μια έκφραση συντηρητισμού και προσκολλήσεως στα δεδομένα της μεγάλης και παραγωγικής εποχής η οποία προηγήθηκε. Στα ελληνιστικά χρόνια, λόγου χάρη, δεν διατηρούνται μόνον τα μεγάλα και επίσημα ιερά του Άστεως αλλά και τα μικρά τοπικής σημασίας –όπως για παράδειγμα της Αγλαύρου–, ανανεώνεται η λατρεία εντοπίων θεοτήτων και ηρώων και αναδεικνύεται η λατρεία νέων.
Οι μεταβολές, με την έννοια των εκτεταμένων καταστροφών και της υποβαθμίσεως της αρχιτεκτονικής, φαίνεται ότι αφορούν πολύ περισσότερο την ύπαιθρο και οφείλονται στις πολεμικές επιχειρήσεις γύρω από την πόλη κατά τον 3ο αι. π.Χ.
Μια γενική εντύπωση των περιοχών κατοικίας της πόλεως με προφανή τα μειονεκτήματα της παλαιότητάς της μας δίνει το πασίγνωστο χωρίον του Ψευδο-Δικαιάρχου για την ελληνιστική Αθήνα. Στην ίδια όμως την περιγραφή, ευθύς μετά, γίνεται λόγος και για τα εντυπωσιακά της μνημεία στα οποία κατά κύριο λόγο οφείλαμε να στρέψουμε την προσοχή μας.
Στη γενικευμένη, όπως φαίνεται, τάση των πόλεων της Ελληνιστικής εποχής αφενός για κανονικότητα –ένταξη, δηλαδή, των κτηρίων και των ελεύθερων χώρων σε ένα σύστημα ορθογωνίων αξόνων– και αφετέρου για μεγάλους σε πλάτος και μήκος δρόμους πλαισιωμένους από χρηστικά κτήρια, η πόλη των Αθηνών, παρά τις εγγενείς δυσκολίες του ακανόνιστου γενικού της σχεδίου, φαίνεται ότι ανταποκρίθηκε ικανοποιητικά. Τον εκσυγχρονισμό της αυτόν τον οφείλει σε γενναίες ξένες δωρεές, πλην όμως είναι φανερό ότι υπήρχαν οι προθέσεις και τα προγράμματα προς τούτο από την ίδια την πόλη.

Εικόνα 1

Η περίπτωση της Αγοράς είναι η πιο γνωστή. Οι συστηματικές ανασκαφές και δημοσιεύσεις της Αμερικανικής Σχολής μάς βοηθούν να παρακολουθήσουμε την εξέλιξή της. Η πελώρια μέση στοά χώρισε δραστικά περί το 180 π.Χ. την Αγορά στα δύο, αυτονομώντας αυτό που ονομάστηκε south square και είχε εμπορικό χαρακτήρα από τον υπόλοιπο χώρο που διατήρησε τις κοινωνικές και πολιτικές του χρήσεις. Ανταποκρίθηκε έτσι στο παλιό αριστοτέλειο αίτημα διακρίσεως μιας αγοράς για τους πολίτες και μιας άλλης για τους εμπόρους.

Η μέση στοά είχε σαφέστατο τον προσανατολισμό από βορρά προς νότο και έκλεινε τον κοινόχρηστο χώρο της Αγοράς προς τα νότια. Την πρόθεση για κανονικότητα πιστοποιούν αφενός η κατεδάφιση της παλιότερης νότιας στοάς Ι, προκειμένου η διάδοχός της νότια στοά II να γίνει παράλληλη της μέσης, και αφετέρου η ανέγερση, είκοσι χρόνια αργότερα, της στοάς του Αττάλου (Εικόνα 1) με τον άξονα αυστηρά κάθετο σ’ αυτόν της μέσης. Η ολοκλήρωση των ελληνιστικών προγραμμάτων, ακόμα αργότερα, φαίνεται ότι έδωσε στον κοινόχρηστο χώρο της Αγοράς ένα σχήμα σχεδόν κανονικό περιβαλλόμενο εξ ολοκλήρου από κιονοστοιχίες, με φυγές ανάμεσα στα κτήρια. Κράτησε έτσι πολλά από τα κλασικής εποχής κτήριά της, προσαρμόστηκε όμως και στο γενικότερο αίτημα για κανονικότητα. Οι εύστοχες παρατηρήσεις του Onians για την ύπαρξη και άλλων σχέσεων αξόνων στην αθηναϊκή αγορά επιβεβαιώνουν τις θεωρητικές προθέσεις της εποχής.
Στο πνεύμα των ελληνιστικών πολεοδομικών λύσεων φαίνεται ότι ανήκε και η οδός που ένωνε το Δίπυλον με την Αγορά, η αναφερόμενη και ως «Δρόμος».

Όψιμες σχετικά πληροφορίες του Παυσανία και του Ιμέριου μάς πείθουν ότι είχε πλάτος 20 μ. και πλαισιωνόταν από στοές με εμπορικό χαρακτήρα, το γυμνάσιο του Ερμού, το ιερό του Διονύσου Μελπομένου, το μεγάλο ανάθημα του Ευβουλίδη και πλήθος αγαλμάτων. Δυστυχώς, η αρχαιολογική μαρτυρία είναι πολύ φτωχή και οι αναπαραστάσεις τελείως σχηματικές. Αλλά και η χρονολόγηση του συνόλου είναι κάπως αόριστη: σε έναν δρόμο ασφαλώς πολύ παλαιότερο (δεδομένου ότι ήταν μέρος της πορείας της πομπής των Παναθηναίων) οι στοές χρονολογούνται μετά το 86 π.Χ., αν και το υλικό τους είχε ξαναχρησιμοποιηθεί, ίσως στην ίδια θέση. Αλλά το σπουδαίο ανάθημα του Ευβουλίδη μαρτυρεί τη σημασία του όλου συγκροτήματος κατά τα ελληνιστικά χρόνια.
Αόριστες είναι ακόμα οι αρχαιολογικές μαρτυρίες για ένα άλλο συγκρότημα στωικών κτηρίων που δημιουργήθηκε στα ελληνιστικά χρόνια βορείως της Ακροπόλεως, στην άμεση γειτονιά του Ωρολογίου του Κυρρήστου και του Αγορανομείου. Πρόκειται για τη διώροφη στοά, της οποίας τα μέλη χρησιμοποιήθηκαν πολύ αργότερα για την επισκευή στο εσωτερικό του Παρθενώνος και μια άλλη παρόμοιά της, διατεταγμένη παράλληλα και λίγο βορειότερα, η οποία υποθέτουν ότι ταυτίζεται με τη στοά του Ρωμαίου, τη γνωστή από την επιγραφή της. Και οι δύο στοές ήταν όμοιες στιλιστικά με του Αττάλου και του Ευμενούς. Αν και είναι πολύ νωρίς για συμπεράσματα, είναι βέβαιο ότι ένα ακόμα συγκρότημα χρηστικών κτηρίων ορθογωνικού σχηματισμού ενσωματώθηκε στον πολεοδομικό ιστό των Αθηνών κατά τον 2ο αι. π.Χ.

Εικόνα 2

Εικόνα 3

Άλλες επεμβάσεις στην πολεοδομική κλίμακα για την ανέγερση χρηστικών κτηρίων στην ελληνιστική Αθήνα, υπό το ίδιο πνεύμα της εποχής, θα μπορούσαν, τέλος, να σημειωθούν: αυτή του κήπου των Μουσών και αφετέρου της στοάς του Ευμενούς. Η πρώτη συνδέεται με το πρόγραμμα του Θεοφράστου κοντά στο Λύκειον, με στοές, κήπους και περιπάτους, που δυστυχώς έχουν εξαιρετικά φτωχή την αρχαιολογική μαρτυρία. Η δεύτερη (Εικόνες 2 και 3) είναι η υλοποίηση μιας μεγαλεπήβολης περγαμηνής ιδέας στωικού κτηρίου και τεράστιου περιπάτου σε συνδυασμό με θέατρο, που απαίτησε την κατεδάφιση μιας ζώνης παλιών κατοικιών της περιοχής, νοτίως της Ακροπόλεως.
Στην απουσία καινούργιων ιερών συγκροτημάτων θα απέδιδε κανείς το ότι δεν διαπιστώνεται στην ελληνιστική Αθήνα αυτό που ο Pollit αποκαλεί θεατρικότητα στην αρχιτεκτονική της εποχής. Πράγματι, το μεγάλο Περίκλειο πρόγραμμα στην Ακρόπολη προς τιμήν της πολιούχου θεάς, με το γόητρο το οποίο είχε στο μεταξύ δημιουργήσει, κάλυπτε όλες τις άμεσες και έμμεσες ανάγκες, μα και τις προθέσεις της πόλεως.

Κατά συνέπεια, οι ελληνιστικοί ναοί στην Αθήνα ήσαν λίγοι, μικροί και μεμονωμένοι. Έτσι, η πρόθεση για δραματικές θέες και για απροσδόκητες εναλλαγές αρχιτεκτονικών εντυπώσεων κατά την κίνηση του επισκέπτη δεν είχε την ευκαιρία να εκδηλωθεί. Η Ακρόπολη ήταν το πανάρχαιο σύμβολο εξουσίας και το σταθερό σημείο αναφοράς για όλο το Άστυ. Η μορφή της δεν προσφερόταν για τον ελληνιστικό σχεδιασμό συνεχούς ανόδου με ποικιλία εντυπώσεων. Τις πιθανές προτιμήσεις για σκηνογραφικές εντυπώσεις κάλυπταν στην Αθήνα κατά κύριο λόγο οι στοές με τα διάφορα τιμητικά και αναμνηστικά μνημεία που παρατάσσονταν μπροστά τους.
Οφείλει να εξετασθεί επίσης κατά πόσον η Αθήνα εκσυγχρονίσθηκε τότε στην πολεοδομική κλίμακα. Αν δηλαδή δημιούργησε κάποιες κοινές εξυπηρετήσεις για τους κατοίκους της, στο πνεύμα των νέων αστικών κέντρων της εποχής. Η μαρτυρία των ανασκαφών, και μάλιστα αυτών σ’ όλη την έκταση της πόλεως, είναι εν προκειμένω πολύτιμη.
Παρά τα λεγόμενα, λοιπόν, από τον Δικαίαρχο ότι η πόλη ήταν «ξηρά πάσα, ουκ εύυδρος» φαίνεται πως η κατάσταση από πλευράς υδρεύσεως είχε αισθητά βελτιωθεί συγκριτικά με τα κλασικά χρόνια. Από τις ανασκαφές διαπιστώνεται ότι είχαν δημιουργηθεί υδραγωγεία, ένα από τα οποία μάλιστα διασταυρωνόμενο με το τείχος είχε μνημειακή την κατασκευή. Διαπιστώνεται επίσης η ύπαρξη πηγαδιών, δεξαμενών νερού αλλά και ελληνιστικών βαλανείων εντός της πόλεως.
Το δίκτυο των δρόμων, όπως ήδη σημειώθηκε, δεν μεταβλήθηκε κατά τα ελληνιστικά χρόνια. Οι ευκαιριακές όμως ανασκαφές έχουν δώσει γι’ αυτούς πολλές πληροφορίες, κυρίως για επισκευές, νέες διαστρώσεις και αναλημματικούς τοίχους που ανάγονται στην εποχή αυτή. Τα ίδια περίπου ισχύουν για τα εν χρήσει τότε νεκροταφεία έξω από την πόλη, για τα οποία υπάρχουν επίσης πολλές νέες πληροφορίες. Συσχετίζονται με τους δρόμους, σπανίως όμως παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον από αρχιτεκτονικής απόψεως.
Οι οχυρώσεις των Αθηνών φαίνεται πως δεν μεταβλήθηκαν ως προς τη γενική τους χάραξη από την εποχή του Κόνωνος και των δραστικών τους βελτιώσεων κατά τον προχωρημένο 4ο αι. π.Χ. Οι ανασκαφές μάς διδάσκουν όμως ότι οι νέες πρακτικές της οχυρωματικής τέχνης των Ελληνιστικών χρόνων είχαν κάποια απήχηση στην Αθήνα ως προς τη μορφή τους, γιατί διακρίνεται σε πλείστα σημεία η ενδυνάμωση των τειχών και η δημιουργία προστατευτικής τάφρου. Την ίδια εποχή φαίνεται ότι τα Μακρά Τείχη μεταξύ Αθηνών και Πειραιώς εγκαταλείπονται. Στα επιστημονικά κέρδη μας από τις πρόσφατες ευκαιριακές ανασκαφές θα πρέπει να προσμετρηθούν και οι ασφαλείς πλέον αναπαραστάσεις της πορείας των τειχών στο βόρειο και στο ανατολικό όριο της ελληνιστικής πόλεως.
Η ελληνιστική τάση για την ένταξη εντυπωσιακών πλαστικών έργων στον δημόσιο χώρο (που βρήκε τότε κυρίως στην Πέργαμο την εκπλήρωσή της) συνδυάστηκε στην Αθήνα με την παλιά εντόπια παράδοση αποδόσεως τιμής, με την ανέγερση αναμνηστικών-τιμητικών μνημείων, συνήθως ανδριάντων επί βάθρων. Διαβάζοντας τον Παυσανία, καταλαβαίνουμε ότι τα σπουδαία και επώνυμα γλυπτικά έργα είχαν γίνει στην Αθήνα σημεία αναφοράς μέσα στην πόλη και έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στον χαρακτήρα των ελεύθερων χώρων της, αυξάνοντας το εντυπωσιακό και το δραματικό στοιχείο σε πολεοδομική κλίμακα.

Εικόνα 4

Ίσως τα περισσότερο εντυπωσιακά από τα τιμητικά αυτά μνημεία ήσαν τα τρία όμοια, πανύψηλα, πρισματικά βάθρα που έφεραν ορειχάλκινα τέθριππα με ανδριάντες βασιλέων της Περγάμου. Ήσαν ανταλλάγματα με τα οποία ο Δήμος των Αθηναίων τους ευχαριστούσε για κάποιες σοβαρές τους ευεργεσίες. Σε καλή κατάσταση σώθηκε μόνον το ένα, μπροστά από τα Προπύλαια της Ακροπόλεως, το γνωστό από το μεταγενέστερο όνομα του ως «βάθρο του Αγρίππα» (Εικόνα 4).Το δεύτερο στεκόταν άλλοτε μπροστά στη στοά του Αττάλου και το τρίτο στη βορειοανατολική γωνία του Παρθενώνος, όπως απέδειξαν πρόσφατες έρευνες.
Εξίσου εντυπωσιακά, όχι με το ύψος αλλά με το μήκος τους, θα ήσαν τα συντάγματα αγαλμάτων που, όπως γνωρίζουμε, στήθηκαν στην Αθήνα κατά την Ελληνιστική εποχή. Από τον Παυσανία κυρίως είναι γνωστά τα σχετικά με το μεγάλο αφιέρωμα του Αττάλου του Α’ στην Ακρόπολη, κοντά στο νότιο τείχος της, με πολλά –αν και σχετικώς μικρά– αγάλματα που απάρτιζαν γιγαντομαχία, αμαζονομαχία και σκηνές από μάχες κατά των Περσών και των Γαλατών. Με πολυπρόσωπη επίσης σκηνή αλλά με μεγαλύτερα αγάλματα ήταν και το αφιέρωμα του Ευβουλίδη, που έφθανε σε μήκος τα 26 μ., στον μνημειακό δρόμο που, όπως σημειώθηκε, ένωνε το Δίπυλον με την Αγορά. Αν και από το αφιέρωμα αυτό λίγα πράγματα σώθηκαν, είναι φανερό ότι τόσο η τεχνοτροπία των μαρμάρινων αγαλμάτων όσο και η πρόθεση του έργου ως στοιχείου πολεοδομικής αναδείξεως το κατατάσσουν στα πιο σπουδαία έργα της Ελληνιστικής εποχής.
Ανάλογη, τέλος, ένταξη πλαστικών έργων –σε συντάγματα ή όχι– κατά την ίδια περίοδο αναφέρεται και το συγκρότημα του Θεοφράστου στους κήπους των Περιπατητικών, κοντά στο Λύκειον.

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΑ

Τον ρόλο των Αθηνών στην εξέλιξη της ελληνιστικής αρχιτεκτονικής τον καταλαβαίνουμε προσεγγίζοντας μορφολογικής και τυπολογικής φύσεως θέματα στα διάφορα –σπουδαία ή όχι– αθηναϊκά κτήρια.
Ο σπουδαιότερος νεωτερισμός της εποχής στον τομέα της αρχιτεκτονικής μορφολογίας είναι η διάδοση του κορινθιακού ρυθμού και η χρήση του σε περιμετρικές κιονοστοιχίες ναών. Και ο νεωτερισμός αυτός ξεκινά από την Αθήνα.
Πράγματι, ο ναός του Ολυμπιείου, τον οποίο άρχισε να ξανακτίζει ο Αντίοχος ο Επιφανής πάνω από τον στερεοβάτη ενός αρχαϊκού κτίσματος μετά το 174 π.Χ., ήταν ο πρώτος περίπτερος ναός κορινθιακού ρυθμού. Ο ρόλος που έπαιξε το αθηναϊκό κτήριο ως άμεσο ή έμμεσο πρότυπο φαίνεται ότι υπήρξε καθοριστικός, δεδομένου ότι ο ρυθμός ο οποίος κατά τον 4ο αι. π.Χ. περιοριζόταν στο εσωτερικό των κτηρίων, ήλθε σε πρώτη σειρά προτιμήσεως κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. Πέρα από τις προθέσεις του Αντίοχου, η σημασία του Ολυμπιείου για την ελληνιστική αρχιτεκτονική είναι πολύ μεγάλη.
Ένα δεύτερο αθηναϊκό κτήριο, με τις αρχιτεκτονικές του μορφές, επιβεβαιώνει τον πρωτοποριακό χαρακτήρα των Αθηνών στα ρυθμολογικά θέματα. Ο Joachim von Freeden με πειστικά επιχειρήματα υποστήριξε προ πενταετίας ότι το πασίγνωστο ωρολόγιο του Ανδρόνικου Κυρρήστου δεν είναι ένα ρωμαϊκό κτίσμα, αλλά ένα σημαντικά παλαιότερο ελληνιστικό. Τούτο σημαίνει ότι τα κιονόκρανα των προπύλων του με τα οξύληκτα φύλλα καλάμου στην άνω ζώνη τους όχι μόνον προηγούνται των λοιπών παραδειγμάτων τους αλλά είναι καθαρά ελληνιστικές δημιουργίες παράγωγα δι’ απλουστεύσεως των κιονόκρανων κορινθιακού ρυθμού. Όπως φαίνεται άλλωστε, τα κιονόκρανα της μορφής αυτής εφαρμόσθηκαν αργότερα εδώ κατά προτίμηση και συνδέθηκαν γενικότερα με την Αθήνα. Αλλά το Ωρολόγιο του Κυρρήστου παρουσιάζει μορφική πρωτοτυπία, τόσο στις λεπτομέρειες όσο και στο σύνολο, και μάλιστα τόση ώστε να μνημονεύεται από τις αρχαίες πηγές παρά το γεγονός ότι δεν χρησίμευσε ως άμεσο πρότυπο για άλλα κτήρια.
Το ότι δεν κτίστηκαν τότε –πλην του Ολυμπιείου– νέοι ναοί στην Αθήνα, παρεμποδίζει το να μελετήσουμε εδώ τα φαινόμενα της εξελίξεως των δύο λοιπών ρυθμών κατά την ίδια εποχή. Είναι πιθανόν ορισμένες ιδιοτυπίες του 4ου αι. π.Χ. (όπως η χρήση Υμήττειου γκρίζου μαρμάρου σε συνδυασμό με Πεντελικό) να συνεχίσθηκαν. Πέραν όμως της διαπιστωνόμενης καλής τεχνικής εκτελέσεως των αρχιτεκτονικών μορφών σε μάρμαρο, είναι κάπως δύσκολο να ανιχνεύσει κανείς στην αρχιτεκτονική της πόλεως κλασικιστικά φαινόμενα ανάλογα προς εκείνα που διαπιστώνονται για τη γλυπτική της.

Εικόνα 5

Οι προθέσεις της Ελληνιστικής εποχής για μνημειακές διαστάσεις και για ανάπτυξη προσόψεων ως απλών επιφανειών εκδηλώνονται στην Αθήνα από τις στοές, για τις οποίες έγινε λόγος. Οι σπουδαιότερες από αυτές δεν προσγράφονται βέβαια στην Αθηναϊκή αρχιτεκτονική· η περγαμηνή τους καταγωγή γίνεται φανερή όχι μόνον από τους επώνυμους δωρητές τους αλλά και από πλήθος στοιχεία. Με αυτές εισήχθη το σκηνογραφικό γούστο της Περγάμου στην Ελλάδα. Στη στοά του Αττάλου (Εικόνα 5) είχε κανείς –πίσω από παρατεταγμένα τιμητικά βάθρα και ανδριάντες– μια απέραντη και ουδέτερη μαρμάρινη πρόσοψη, εκτάσεως 1.350 τ.μ., οργανωμένη έτσι ώστε να μην διαταράσσονται οι καθιερωμένες αναλογικές σχέσεις και συγχρόνως με μια πρωτοφανή για χρηστική στοά πολυτέλεια.
Η εμφανής χρήση τόξων θεωρείται επίσης ένας ελληνιστικός νεωτερισμός. Εισάγεται στην Αθήνα με τα περγαμηνά κτήρια και ως στοιχείο τονισμού μιας πύλης είχε ήδη χρησιμοποιηθεί στην Πριήνη. Αλλά στην Αθήνα το βρίσκαμε αρκετά νωρίτερα στη λεγόμενη «πύλη της ιππομαχίας», σε μια από τις εισόδους της Αγοράς σε συνδυασμό με τα τρόπαια και τον έφιππο ανδριάντα μιας νίκης. Αν η προτεινόμενη αναπαράσταση είναι σωστή, πρόκειται για μια συνειδητή χρήση του τόξου ως στοιχείου θριάμβου. Η Αθηναϊκή πύλη μπορεί έτσι να θεωρηθεί ένα πρωτοποριακό έργο το οποίο προαναγγέλλει τις ρωμαϊκές θριαμβευτικές αψίδες, δύο σχεδόν αιώνες οψιμότερες.
Η βελτίωση της λειτουργικότητας των κτηρίων βρισκόταν επίσης ανάμεσα στις επιδιώξεις της ελληνιστικής αρχιτεκτονικής. Στην Αθηναϊκή Αγορά κατά τον 4ο αι. π.Χ. και την Ελληνιστική εποχή, αναγείρονται ή εκσυγχρονίζονται πολλά διοικητικά κτήρια με σκοπό ακριβώς την καλύτερη λειτουργία τους. Ανάμεσα σ’ αυτά ξεχωρίζουν η οπλοθήκη, το νέο βουλευτήριο και το Μητρώον.
Στη Βασίλειο στοά, κάποιες προσθήκες που έγιναν για λόγους λειτουργικούς αποβαίνουν μάλιστα σε βάρος της μορφής του κτηρίου. Εκσυγχρονισμός πραγματοποιείται επίσης στα Γυμνάσια και στο θέατρο του Διονύσου, οι φάσεις IV και V του οποίου αναγνωρίζονται ως ελληνιστικές, όχι όμως και το σκηνικό κτήριο.
Αλλά ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχουν ίσως κτήρια τα οποία στεγάζουν ειδικές χρήσεις σχετιζόμενες με τις νέες τότε επιστημονικές προόδους. Πρόκειται για τις γνώσεις που διαδόθηκαν με αφετηρία την Αλεξάνδρεια και αντικείμενο την ακριβή μέτρηση του χρόνου. Έτσι, το γνωστό Ωρολόγιο του Κυρρήστου έγινε για να στεγάσει ένα τέτοιο σύστημα μετρήσεων, ενώ παράλληλα η παλαιότερη κλεψύδρα της Αγοράς εκσυγχρονίσθηκε προκειμένου να αξιοποιήσει τις νέες γνώσεις.
Έγινε ήδη λόγος για τις κατοικίες στην Αθήνα από πολεοδομικής πλευράς.

Η ευτελής κατασκευή, οι δυσχέρειες χρονολογήσεως και το αποσπασματικό των ανασκαφών είχαν ως αποτέλεσμα να μην μελετηθεί η ελληνιστική οικία εδώ ως αυτοδύναμο θέμα. Φαίνεται, όμως, ότι το είδος του πολυτελούς σπιτιού της εποχής δεν ήταν άγνωστο και στην Αθήνα. Οι πρόσφατες ευκαιριακές ανασκαφές σε όλη την έκταση της αρχαίας πόλεως φέρει στο φως έναν εντυπωσιακό αριθμό λειψάνων από σπίτια, ατελώς χρονολογημένων συνήθως, τα οποία προσφέρονται για μελέτη. Εδώ, πολύ πρόχειρα μπορεί να σημειωθεί ότι αναγνωρίζεται συνήθως ο ένας μόνο από τους χώρους του σπιτιού, ο ανδρών, με την τυποποιημένη κάτοψη (με επτά συνήθως ανάκλιντρα σε περιμετρικά υπερυψωμένη βάση) και με επιμελημένη την κατασκευή (ψηφιδωτά ή κονιάματα στα δάπεδα). Μπορεί επίσης να σημειωθεί η ανεύρεση επιχρισμάτων με χρώματα που απέδιδαν το γνωστό ελληνιστικό σύστημα απομιμήσεως ισοδόμου τοιχοποιίας, όπως εκείνο των σπιτιών της Δήλου και της Πέλλας. Τα επισκευασμένα κατά την Ελληνιστική περίοδο διαμερίσματα του Πομπείου επιβεβαιώνουν άλλωστε τον τρόπο αυτόν διακοσμήσεως του εσωτερικού δωματίου διημερεύσεως και στην Αθήνα.
Τα καθέκαστα της πολιτικής ιστορίας των Αθηναίων κατά το διάστημα των 240 χρόνων μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου είναι αρκετά γνωστά. Ένα βιβλίο που έχει γραφεί γι’ αυτήν, του William Scott Ferguson (και στο οποίο προτείνεται ένας χωρισμός σε επτά χρονικές περιόδους) δεν έχει χάσει την αξία του. Είναι φανερό ότι μετά τη μάχη της Χαιρώνειας και την εμπέδωση της Μακεδονικής δυνάμεως με την εκστρατεία στην Ασία, οι Αθηναίοι είδαν το παλιό όνειρο της ηγεμονίας τους να απομακρύνεται ακόμα περισσότερο. Με κλυδωνισμούς ως προς τη δημοκρατική διακυβέρνηση αλλά χωρίς ουσιώδεις μεταβολές στην εσωτερική διοικητική δομή, η Αθήνα πέρασε βαθμιαία σε μια νέα εποχή μειωμένης δραστηριότητας, κάτω από την σκιά των μεγάλων πολιτικών δυνάμεων της εποχής: των Μακεδόνων, των βασιλέων της Αιγύπτου και της Περγάμου, της Ρώμης και του Πόντου.
Η νέα κατάσταση είχε ήδη φέρει την αλληλεξάρτηση της οικονομίας των διαφόρων πόλεων. Η Αθήνα για ένα μεγάλο διάστημα διατήρησε άριστες σχέσεις προς τις ισχυρές δυνάμεις της εποχής και διακινούσαν το εμπόριο των σιτηρών και ως φαίνεται, κράτησε έναν ρόλο εμπορικού κέντρου παρά την παρακμή του παραδοσιακού παλιού τρόπου παραγωγής. Στον κοινωνικό τομέα, η νέα οικονομία θα προβάλει μια μεσαία τάξη επιχειρηματιών, εμπόρων και βιοτεχνών, οι λειτουργίες όμως που επιτελούσε η παλιά αθηναϊκή αριστοκρατία (κι όχι μόνον στα πολιτιστικά ζητήματα) δεν ήσαν καθόλου περιορισμένες.
Αλλά για την αρχιτεκτονική και τη μνημειακή εν γένει εμφάνιση της πόλεως γίνεται καθοριστικής σημασίας το φαινόμενο των δωρεών από τους βασιλείς της Ανατολής. Οι δωρεές δεν περιορίζονταν αποκλειστικά στην Αθήνα. Έχει εκφρασθεί η άποψη ότι δεν ήσαν μόνο πολιτικές πράξεις επιδείξεως φιλελληνισμού από τους βασιλείς αυτούς, αλλά υπέκρυπταν και οικονομικούς στόχους. Εν πάση περιπτώσει, στην Αθήνα, μετά το 197 π.Χ. κυρίως, οι δωρεές επέτρεψαν την πραγματοποίηση των μεγάλων προγραμμάτων που εκσυγχρόνισαν και στόλισαν την πόλη.
Το φαινόμενο κατά κάποιο τρόπο ανατρέπει την παραδεγμένη γενική άποψη ότι οι τέχνες και ιδιαιτέρως η αρχιτεκτονική αναπτύσσονται παράλληλα σε μια ακμαία οικονομία. Πράγματι, στην ελληνιστική Αθήνα η χρηματοδότηση των μεγάλων έργων γινόταν από το εξωτερικό και μεγάλα ποσά επενδύονταν για τον κύριο λόγο ότι η πόλη διατηρούσε το γόητρο της πολιτιστικής εστίας της Ελλάδος.
Έχει σχολιασθεί επανειλημμένως το φαινόμενο αυτό. Συσχετίζεται με τη συνεχή λειτουργία της πόλεως ως μορφωτικού κέντρου (φιλοσοφίας και ρητορικής κατά κύριο λόγο) με τη μεγάλη ευκολία διακινήσεως των φιλοσόφων, των λογίων και των καλλιτεχνών και, τέλος, με τη σημασία της ως καλλιτεχνικού κέντρου αλλά και κέντρου εμπορίας και εξαγωγής έργων τέχνης και εν γένει τεχνουργημάτων. Κυρίως, όμως, συσχετίζεται με τους ανταγωνισμούς των διαδόχων στον πολιτιστικό τομέα και τη ζωηρή τάση αυτοπροβολής τους σ’ ένα χώρο με πανελλήνια φήμη. Συγχρόνως, ο Δήμος των Αθηναίων ήταν μέχρις υπερβολής γενναιόδωρος σε τιμές, αναγνωρίζοντας τις βασιλικές ευεργεσίες, γεγονός που είχε επίσης άμεσο και έμμεσο αντίκτυπο στην υποστήριξη των τεχνών.
Νεώτερες μελέτες έδειξαν ότι όχι μόνον ως προς τους αρχιτεκτονικούς τύπους ή τις αρχιτεκτονικές μορφές αλλά και από πλευράς κατασκευής ορισμένα από τα κτήρια που δωρίθηκαν τότε στην Αθήνα ήταν καθαρώς περγαμηνά. Η αποδοχή των δωρεών σήμαινε συνήθως και την αποδοχή των ξένων αρχιτεκτονικών τρόπων.
Η Αθήνα κατά την Ελληνιστική περίοδο, παρά τις αντιξοότητες των καιρών, διατήρησε την ακτινοβολία της. Το μεγάλο της όνομα σε όλα τα πολιτιστικά ζητήματα τη βοήθησε γι’ αυτό τότε, όπως και αργότερα κατά την περίοδο των Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Όπως φάνηκε από τα προηγούμενα, η Αθήνα προσαρμόστηκε στο γενικό ύφος της εποχής αλλά δεν ήταν ετερόφωτη. Έχοντας μια τεράστια πολιτιστική παράδοση, αν και αποδέχθηκε σε πολλά τα ξένα πρότυπα, δεν έπαψε να πρωτοτυπεί· σε μερικά ζητήματα μάλιστα φαίνεται ότι ήταν πρωτοπόρος, θα μπορούσε λοιπόν να πει κανείς ότι ως κέντρο έπαιξε έναν διπλό ρόλο, άλλοτε αποδεχόμενη αμετάβλητες τις ξένες ιδέες και άλλοτε διαδίδοντας τις δικές της. Όπως και να ‘χει, για πολλές γενιές ανθρώπων μετά τον Μέγα Αλέξανδρο, η Αθήνα ήταν ο κατ’ εξοχήν τόπος παιδείας στην κυρίως Ελλάδα, αυτός που προσέφερε τόσο στους πολίτες της όσο και στους πολυάριθμους ξένους που φιλοξενούσε μια υψηλή ποιότητα ζωής και μια εντύπωση συμμετοχής σε ό,τι καλύτερο διέθετε τότε ο ελληνισμός.

Χαράλαμπος Μπούρας

Αρχιτέκτων, Καθηγητής Ε.Μ.Π.

Το κείμενο αυτό παρουσιάστηκε σε αγγλική γλώσσα στο 13ο Διεθνές συνέδριο Κλασικής Αρχαιολογίας, στο Βερολίνο, το 1988 και περιλαμβάνεται στα πρακτικά του Akten des XIII. Internationalen Kongresses für klassische Archäologie, Berlin, 1988. Mainz am Rhein 1990, 267-274.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΠΗΓΗ  http://www.eie.gr

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , , | Leave a comment

MARINE FROM MAROO,MARE,MARBLE =BEING WHITELY LIGHTFULL

 

A)What is Maritime Archaeology?


Maritime archaeology is the systematic study of the material remains of people and their activities on, under, near or associated with the sea. A variety of names have been given to studies in this general area, including underwater archaeology, marine archaeology, archaeology under water, nautical archaeology, and coastal archaeology. Archaeological sites can include the remains of ships (shipwrecks), boats (boat finds) or other watercraft, aircraft underwater, as well as cultural material dropped, lost or deliberately deposited in the water.  Other sites or archaeological evidence includes the remains of structures that were built in, on or near the water, such as fishtraps, crannongs, bridges, piers, jetties and wharves. Maritime archaeology can also examine sites or remains that are completely dry, like lighthouses, harbour constructions, shore-based maritime industries (sealing and whaling), shipwreck shelter huts, houses of refuge, and lifesaving stations.

SOURCE   http://www.flinders.edu.au  OTHER SOURCE http://en.wikipedia.org/wiki/Maritime_archaeology

B)‘Ancient IKEA building’ discovered by Italian archaeologists

Italian archaeologists have found the ruins of a 6th-century BC Greek temple-like structure in southern Italy that came with detailed assembly instructions and is being called an “ancient IKEA building”.

Massimo Osanna, head of archaeology at Basilica University, said that the team working at Torre Satriano near Potenza in what was once Magna Graecia had unearthed a sloping roof with red and black decorations, with “masculine” and “feminine” components inscribed with detailed directions on how they slotted together.

Professor Christopher Smith, director of the British School at Rome, said that the discovery was “the clearest example yet found of mason’s marks of the time. It looks as if someone was instructing others how to mass-produce components and put them together in this way”” he told The Times.

Professor Osanna suggested that a “fashion for all things Greek” among the indigenous population had led an enterprising builder to produce “affordable DIY structures” modelled on classical Greek buildings. The terracotta roof filtered rainwater down the decorative panels, known as cymatiums, with projections to protect the wall below.

“All the cymatiums and several sections of frieze also have inscriptions relating to the roof assembly system,” Professor Osanna told Storica, the Italian magazine of the National Geographic Society.

He added: “So far around a hundred inscribed fragments have been recovered, with masculine ordinal numbers on the cymatiums and feminine ones on the friezes”. He said the result was “a kind of instruction booklet”.

“The characteristics of these inscriptions indicate they date back to around the 6th century BC, which tallies with the architectural evidence suggested by the decoration,” Professor Osanna said.

He said that the decorative features were remarkably similar to those on another structure unearthed at Braida di Vaglio nearby: “The similarity in the use of these decorations indicates the same origin” he said. “Possibly the same mould was used”.

Magna Graecia — Latin for “Greater Greece” — was a coastal area colonised by Greek settlers who traded with enclaves such as Lucania, of which modern Potenza was part.

Greek colonisation left much of southern Italy with an Hellenic inheritance, including architecture and culture and even language. A minority in Calabria and Apulia still speaks a dialect known as Griko.

C)Fight Club: Marine archaeology

England is a “precious stone set in the silver sea”, as Shakespeare put it, awash with sunken history, and the Channel contains tens of thousands of shipwrecks of all ages, some of which hold great historic significance.

Today’s technology allows remotely operated vehicles to boldly dive thousands of metres into the abyss and accomplish delicate tasks previously thought possible by human hands alone. For the past five years, Odyssey Marine Exploration has been using high-tech side-scan sonar, magnetometers and deep-ocean robotics to plot this rich history in the Channel and its Western Approaches. We’ve surveyed more than 5,000 square miles, and found more than 270 wrecks.

Fascinating stories have come to light for the first time: 17th-century merchantmen loaded with iron cannon and African elephant tusks; 18th-century French privateers; and Second World War secret-op German submarines. But going back in time isn’t cheap. Deep-ocean archaeological operations can cost £40,000 and more per day.

At Odyssey we believe that we have an obligation to save a small slice of this fading heritage, but to do this we have to be realistic. Just as the Receiver of Wreck and the Portable Antiquities Scheme financially reward divers, finders and metal detectorists for discoveries of national importance, those made by skilled, reputable organisations should also be rewarded with a percentage of the market value of artefacts recovered and conserved to the highest standards.

It’s vital that every unique and significant artefact discovered, and many more, are never sold to collectors but kept permanently by museums in the UK for study and public enjoyment. But wrecks can contain vast quantities of high-value but mass-produced artefacts, such as gold coins or glass bottles. Few of these “trade goods” ever get displayed in museums en masse, owing to their quantity and similarity. It is artefacts such as these that might help to cover the cost of the science at zero expense to taxpayers and governments, by being sold to the public after study and documentation.

Saving the shipwrecks of England’s silver seas will require compromise. Government funding is slim for shallow-water sites and non-existent for the deep. Meanwhile, Odyssey continues to document the disastrous effects of natural deterioration, and of fishing trawlers that have bulldozed our irreplaceable underwater heritage in the Channel. Sites at risk include that of Balchin’s Victory, lost there in 1744.

These underwater sites should be given the same treatment as land sites. Metal detectorists are rewarded for their finds — respecting passion, investment and encouraging the discovery and protection of heritage. A similar model for underwater archaeology will enable crucial continuing preservation and study of deep-ocean sites — at no cost to taxpayers. We are at a crossroads. Either the private sector will be encouraged to help with the shipwreck resource, or the knowledge that we can gain will slowly slip away. 

Oceans Odyssey: Deep-Sea Shipwrecks in the English Channel, Straits of Gibraltar & Atlantic Ocean, is edited by Greg Stemm and Sean Kingsley (Oxbow Books, £25).

NO says Dave Parham, senior lecturer in marine archaeology, Bournemouth University

Historic shipwrecks are relatively rare. In England’s territorial waters, for example, there are more than 5,500 known wreck sites, yet only 46, less than 1 per cent, of them designated as being archaeologically important. These significant sites include some of the oldest shipwrecks in the world and, as a group, they have made great contributions to our understanding of the past. They are all important sites and many of them are the only site of that type in existence. They are all sites that society has chosen to protect and manage in a way that ensures the knowledge to be gained from them is available to future generations.

Much of the archaeological work in the UK is conducted by commercial archaeologists. This work is often funded by a developer, whose project is impacting on the archaeological resource, under the “polluter pays” principal of environmental policy. There is, however, another group who describe themselves as commercial archaeologists, who are more controversial.

This is the section of the commercial salvage community whose interest is in the commercial exploitation of historic shipwrecks. Their work involves the salvage of maritime archaeological sites with the aim of profiting from the sale of material recovered, although it is often justified as “saving” the material from imminent destruction or for “archaeological investigation”.

Archaeology is an applied science, and like any other scientific process conducts work in an objective way to recognised standards, documenting, archiving and sharing the data so that it is available for peer review and use by other researchers, now or in the future. Archaeological sites are a finite and non-renewable resource, and there is a fundamental expectation to preserve them for the benefit of the community as both a physical resource to be enjoyed and a means of learning more about the past.

The commercial sale of archaeological material is fundamentally incompatible with these aims. Rather than preserving the resource for the community, commercial salvage removes the resource from that community and places it in private hands, thus preventing public enjoyment of archaeological sites and further research into and understanding of the past.

Wealthy historic wrecks are also extremely rare. Very few contain anything of any financial value; the mix of delicate organic material and unstable metals that contains the information about the past that makes sites such as the Mary Rose important is more likely to be considered as a debt rather than a profit. Attempts at commercial exploitation of maritime heritage have occurred in the past and they have rarely, if ever, been successful. Odyssey Marine Exploration, a leading exponent of such an approach, for example, has made losses of more than £67million in the past five years, exceeding their current market capitalisation of £56million.

So, the answer is a simple “no”; commercial exploitation of maritime heritage is neither good archaeology nor a good financial investment, and is certainly not a good way to manage maritime heritage.

SOURCE  http://www.timesonline.co.uk/

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , | Leave a comment

ΤΟ ΛΑΔΙ – Τ’ΑΝΑΚΤΟΡΑ – ΟΙ ΜΕΓΑΛΙΘΟΙ ΤΟΥ ΚΑΥΚΑΣΟΥ

 

A) ΕΛΑΙΟΝ ΕΙΡΗΝΗΣ

ladi kornthia

ladi b

EUCHARISTOOMEN PROSELEENIE

Το λάδι στον αρχαίο κόσμο

Το δέντρο της ελιάς στην αρχαία Ελλάδα θεωρούνταν ένα σύμβολο ειρήνης, γονιμότητας, εξαγνισμού, ισχύος, νίκης και μετάνοιας, διαδραματίζοντας ένα βασικό ρόλο στην ιστορία και τον πολιτισμό των αρχαίων. Η σημασία του ελαιολάδου ήταν επίσης ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς το λάδι πέρα από την καθημερινή χρήση του στο φαγητό, χρησιμοποιούνταν και σε διάφορες άλλες εφαρμογές, όπως στη βυρσοδεψία, στην υφαντική, στο φωτισμό, στην αρωματοποιία, στη φαρμακευτική, στην ιατρική, αλλά και σε διάφορες λατρευτικές τελετές.

Γενικά οι αρχαίοι στηρίζονταν κατά κύριο λόγο στο λάδι της ελιάς για την προμήθεια του λίπους που τους ήταν απαραίτητη. Αντίθετα, τα ζωικά λίπη χρησιμοποιούνταν σε περιορισμένο βαθμό, ενώ το βούτυρο, αν και γνωστό, προορίζονταν για συγκεκριμένες θρησκευτικές τελετές ή κάποιες ιατρικές συνταγές. Έτσι η ελιά αποτέλεσε ένα δέντρο γύρω από το οποίο αναπτύχθηκε μία ιδιαίτερη τεχνολογία, τόσο ως προς τη συγκομιδή των καρπών της, όσο και ως προς την παραγωγή του λαδιού της.

Οι απαρχές της ελαιοκαλλιέργειας τοποθετούνται χρονικά στην πρώιμη Χαλκοκρατία, στην 3η δηλαδή χιλιετία π.Χ. Το προβάδισμα ως προς την ελαιοκαλλιέργεια πληρούσε η Μινωική Κρήτη λόγω του εύκρατου κλίματός της, της γεωμορφολογίας της, αλλά και της εντατικοποίησης της πρωτογενούς γεωργικής παραγωγής της. Μάλιστα η Κρήτη διέθετε ένα δίκτυο εμπορικών συναλλαγών με πολιτισμούς της ανατολικής Μεσογείου όπου υλοποιούνταν η συστηματική εκμετάλλευση της ελιάς, απ’ όπου πιθανόν να μεταλαμπαδεύτηκαν στο νησί και οι σχετικές ελαιοκομικές γνώσεις. Οι ανασκαφές στην Κρήτη έφεραν στο φως τεράστιους πίθους για την αποθήκευση του λαδιού, πιστοποιώντας πως η δύναμη των Μινωιτών βασιλιάδων προερχόταν σε μεγάλο βαθμό και από την εξαγωγή του ελαιόλαδου, τόσο στην Αίγυπτο, όσο και σε άλλες περιοχές της Μεσογείου, καθώς μάλιστα από το 1450 π.Χ. και εξής η εκμετάλλευση του προϊόντος άρχισε βαθμιαία να συστηματικοποιείται. Αναφορές στην εκμετάλλευση της ελιάς, αλλά και τη διακίνηση και την εμπορία του λαδιού στο προϊστορικό Αιγαίο παρέχουν και τα ανακτορικά αρχεία της Κνωσού, της Πύλου και των Μυκηνών στη Γραμμική Β΄.

Στην ομηρική εποχή το ελαιόλαδο γνωρίζουμε ότι χρησιμοποιούνταν ευρέως για την επάλειψη του σώματος ως καλλυντικό, πριν και μετά τους αγώνες στα γυμνάσια και στα βαλανεία, καθώς και για την επάλειψη του σώματος των νεκρών. Το λάδι ως προϊόν εισήλθε στη διατροφή με τον καιρό, αποτελώντας μέρος των περισσότερων φαγητών και αρτημάτων. Παράλληλα, εκτός των άλλων χρησιμοποιούνταν και για την κατεργασία του λίνου αλλά και για τον καθαρισμό των ενδυμάτων. Στην εποχή του Σόλωνα μάλιστα το ελαιόλαδο καλλιεργούνταν συστηματικότατα, ώστε να θεσμοθετηθούν και οι σχετικοί νόμοι που να αφορούν την κυκλοφορία του.

Η διαδικασία της παραγωγής του ελαιολάδου έφερε στο προσκήνιο μία διαρκώς εξελισσόμενη τεχνολογία, όπου οι τραχιές πέτρες έδωσαν τη θέση τους στους ληνούς και έπειτα στους ελαιόμυλους. Έτσι η εκπίεση της ζύμης με τα χέρια πέρασε στη συμπίεση με το λοστό της Θηρασίας, στο πιεστήριο της κλασικής εποχής, τον ατέρμονα κοχλία του Ήρωνα για να ολοκληρωθεί με τους οργανωμένους πλέον «ληνεώνας».

Στάδια παραγωγής ελαιόλαδου

Η διαδικασία της μετατροπής του ελαιοκάρπου σε ελαιόλαδο συντελούνταν σε τρεις διαδοχικές φάσεις. Αρχικά πραγματοποιούνταν η σύνθλιψη του καρπού ώστε να παραχθεί μία ενιαία μάζα ελαιοπολτού, έπειτα πραγματοποιούνταν η συμπίεση του πολτού αυτού ώστε να βγουν τα υγρά της μάζας και τέλος γινόταν ο διαχωρισμός του λαδιού από τα υπόλοιπα υγρά, από το νερό δηλαδή και τις υπόλοιπες ακαθαρσίες.

Συγκομιδή ελαιοκάρπου

Υπουργείο Πολιτισμού, ”Ο πολιτισμός της ελιάς”, 3η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, 14,25-28 Μαϊου 2006
Η έρις Αθηνάς και Ποσειδώνος. Στο μέσον η ιερή ελιά της Ακρόπολης, Ερυθρόμορφη υδρία, 350π.Χ.

Ησυγκομιδή των καρπών της ελιάς εξαρτιόταν από το βαθμό ωρίμανσης, καθώς και από το σκοπό για τον οποίο θα χρησιμοποιούνταν ο εν λόγω καρπός. Για την παραγωγή του κοινού ελαιολάδου η συγκομιδή έπρεπε να γίνεται στο στάδιο των πυραλλίδων και πριν πιάσει ο χειμώνας. Ο Θεόφραστος αναφέρει πώς η μέρα που θα επιλεγεί γι’ αυτή τη δουλειά, δεν θα πρέπει να είναι βροχερή και πως τα φυτά δεν θα πρέπει να έχουν πολύ υγρασία, διότι αλλιώς τα κλαδιά τους είναι εύκολο να σπάσουν.

Η συγκομιδή του ελαιοκάρπου γινόταν συνήθως με το χέρι, κουνώντας ή χτυπώντας τα ψηλά κλαδιά του δέντρου με ευλύγιστες βέργες για να μην καταστρέφεται ο καρπός. Οι ελιές έπρεπε να συλλέγονται επάνω σε στρώμα πηλού, σε ψάθα ή σε κάποιο άλλο υπόστρωμα, ενώ εάν δεν υπήρχε κάτι τέτοιο, τότε έπρεπε ο καρπός να πλυθεί με ζεστό νερό. Η μέθοδος περισυλλογής της ελιάς με το τράνταγμα των κλαδιών για να πέσει ο καρπός, εμπεριείχε γενικά τον κίνδυνο τραυματισμού του καρπού και έτσι η συλλογή που γινόταν κυρίως από τα παιδιά ή τους εργάτες με τα χέρια, πραγματοποιούνταν με μεγάλη προσοχή. Για τη διευκόλυνση της συγκομιδής χρησιμοποιούνταν τρίγωνα αναβατήρια με πλατιά σανίδα στο επάνω μέρος για να πατούν εκεί αυτοί που συνέλεγαν τις ελιές. Κάθε μέρα συγκεντρώνονταν τόση ποσότητα καρπού, όση μπορούσαν να επεξεργαστούν τη νύχτα που ερχόταν ή την επόμενη μέρα. Η καλύτερη παρασκευή βρώσιμων ελιών γινόταν όταν συλλέγονταν από τα δέντρα οι πιο απείραχτοι και μεγάλοι καρποί.

Στην αρχαία αγγειογραφία υπάρχουν παραστάσεις που μας δείχνουν πώς δοκιμάζονταν ο καρπός της ελιάς, με ζούληγμα για να βγουν οι χυμοί, διαμέσου ενός χωνιού μέσα σ’ ένα μικρό φλασκί. Έπειτα δοκιμάζονταν η μυρωδιά και η γεύση του ξεχωρισμένου ελαιόλαδου. Δοκιμές γινόταν επίσης στους καρπούς πριν τη συγκομιδή για να φανεί κατά πόσο οι ελιές ήταν ώριμες για μάζεμα.

Παραγωγή ελαιολάδου

Ηπαραγωγή του ομφάκινου ελαιολάδου ακολουθούσε μία ολοκληρωμένη διαδικασία. Μετά τη συγκομιδή, οι ελιές απλώνονταν επί ψιαθίων λύγω, για να ξεραθούν και να μην υποστούν ζημιές από τη θερμότητα. Τα φύλλα και τα ακρόκλαδα του δέντρου απομακρύνονταν και το βράδυ ο καρπός επιπάζονταν με αλάτι και τοποθετούνταν σε καθαρή μύλη.

Κατά τη διαδικασία σύνθλιψης της ελιάς με στόχο την παραγωγή του λαδιού, το ζήτημα ήταν ο διαχωρισμός των υγρών από τη σάρκα της ελιάς, με την παράλληλη αποφυγή της σύνθλιψης του κουκουτσιού και έπειτα ο διαχωρισμός του λαδιού από τα υπόλοιπα υγρά του καρπού, τη λεγόμενη αμόργη. Καθώς η ψίχα της ελιάς είναι σκληρή γενικά, όλα αυτά επιτυγχάνονταν αρχικά συνθλίβοντας την ελιά σ’ ένα βαθμό, βγάζοντας έπειτα το κουκούτσι και τα υγρά στο σύνολό τους και έπειτα αφαιρώντας από αυτά το λάδι. Αν και σε ορισμένες περιπτώσεις οι κομμένες ελιές αποθηκεύονταν στον ελαιόμυλο, συνήθως ήταν καλύτερα να συνθλίβονται οι καρποί αμέσως μετά τη συγκομιδή.

Η σύνθλιψη των καρπών γινόταν σε συγκεκριμένου είδους μύλους. Με το πέρασμα των χρόνων και την εξέλιξη της παραγωγής του ελαιολάδου, ο πρωταρχικός τύπος του μύλου με μία μυλόπετρα που ο ρόλος της ήταν να γυρίζει και να κυλάει επάνω σε μία πέτρινη λεκάνη που περιείχε τις ελιές, δεν ήταν πια επαρκής. Καθώς η απόσταση ανάμεσα σε λεκάνη και μυλόπετρα δεν μπορούσε να προσαρμοστεί σωστά, πολλά κουκούτσια σπάζανε και έτσι χαλούσε το ελαιόλαδο. Για το λόγο αυτό οι Έλληνες ανακάλυψαν και χρησιμοποιούσαν όπως και οι Ρωμαίοι αργότερα, τονΤραπητή, το μεταγενέστερο Τrapetum, όπου ένα ζευγάρι παράλληλες μυλόπετρες γυρνούσε γύρω από μία σταθερή δοκό, στηριγμένη στη μέση της λεκάνης. Στο μηχάνημα αυτό υπήρχε το πλεονέκτημα ότι η θέση της πέτρας μπορούσε να υπολογιστεί κατάλληλα, έτσι ώστε να έχει την απαραίτητη απόσταση από τα τοιχώματα της λεκάνης, για να μην συνθλίβεται μαζί με τη σάρκα και το κουκούτσι της ελιάς και κατά συνέπεια να χαλάει ο χυμός.

Μετά την πρώτη σύνθλιψη στο μύλο και αφού τα κουκούτσια ξεχωρίζονταν απ’ τον πολτό και αποκτούνταν το πρώτο υγρό, ο πολτός βυθίζονταν σε ζεστό νερό και έπειτα υποβάλλονταν σε μία δεύτερη πίεση, με την πρέσα του τύπου της δοκού σύνθλιψης (beam press). Έτσι το λάδι μαζί με τους υπόλοιπους χυμούς που ξεχωρίζονταν από τον πολτό, συγκεντρώνονταν σε αγγεία για να «ηρεμήσει». Οι Μινωίτες χρησιμοποιούσαν αγγεία για τη χρήση αυτή από τα οποία μάλιστα το νερό μπορούσε να απομακρυνθεί μέσω μιας προχοής στον πυθμένα του αγγείου, ώστε μετά να συγκεντρώνεται εύκολα το καθαρό λάδι.

Ανάμεσα στα δύο αυτά πατήματα, το πρώτο και το δεύτερο, ο πολτός συνήθως απλώνονταν σε μία ψάθα η οποία ήταν τοποθετημένη λίγο πιο πάνω από το έδαφος ώστε να απομακρυνθεί στο μεγαλύτερο μέρος της η πικρή αμόργη που περιέχονταν στην ελιά, της οποίας η γεύση θα χαλούσε το λάδι. Το δεύτερο στάδιο της σύνθλιψης θα μπορούσε μάλιστα να πραγματοποιηθεί σε διάφορα στάδια, με σταδιακή αύξηση της πίεσης. Σε κάθε περίπτωση προέκυπτε νέα ποσότητα λαδιού, αλλά κάθε φορά χειρότερης ποιότητας. Συνήθως παράγονταν τρεις διαφορετικές ποιότητες λαδιού. Η πρώτη ποιότητα ήταν αυτή που προέρχονταν από τον πολτό αμέσως μετά τη σύνθλιψη στον τραπητή. Οι άλλες δύο ποιότητες προέκυπταν στη δοκό σύνθλιψης  μετά την εμβύθιση του πολτού στο νερό. Οι διαφορετικές ποιότητες του λαδιού που προέκυπταν, προορίζονταν για ποικίλες χρήσεις, όχι μόνο στη μαγειρική, αλλά και για την παραγωγή διαφόρων αλοιφών και καλλυντικών, καθώς επίσης και για διάφορες τελετουργικές διαδικασίες σε σχέση κυρίως με τον καθαρισμό του σώματος.

Μηχανισμοί για τη σύνθλιψη του ελαιοκάρπου

Η διαδικασία της σύνθλιψης του καρπού[1] ήταν η ίδια τόσο για την παραγωγή λαδιού, όσο και για την παραγωγή του κρασιού, καθώς και στις δύο περιπτώσεις χρησιμοποιούνταν τα ίδια μηχανήματα. Παρ’ όλα αυτά οι διαδικασίες που σχετίζονται με την παραγωγή ελαιολάδου ήταν πιο σύνθετες από αυτές του κρασιού.

Η τεχνολογία της παραγωγής του ελαιολάδου με τριβή και σύνθλιψη προέκυψε από την παρατήρηση του ανθρώπου πώς κατά το πάτημα του ελαιοκάρπου εξέρχονταν σταγόνες λιπαρού υγρού που απάλυναν το δέρμα των ποδιών του. Μετά από πάρα πολλά χρόνια ο άνθρωπος άρχισε να χειρίζεται τις πέτρες για το σκοπό αυτό, τοποθετώντας τον καρπό επάνω σε μια τραχιά πλάκα, καθώς ένα ή δύο άτομα έσυραν επάνω στους καρπούς μία βαριά πέτρα. Αργότερα έπλεναν τους καρπούς με ζεστό νερό, τους τοποθετούσαν για κάποιες μέρες μέσα σε λάκκους και έπειτα τους πατούσαν σε τραχιά, επικλινή πέτρα που έφερε τρύπες για τη συγκέντρωση του ελαιολάδου.

Το άλεσμα αρχικά γινόταν με το χέρι. Αργότερα συναντάμε και τη χρήση των σάκων τους οποίους μισογέμιζαν με πολτό. Δύο άτομα κρατώντας τον κάθε σάκο από τα δύο άκρα του τον έστριβαν και το εξερχόμενο ελαιόλαδο το μάζευαν στα ειδικά αγγεία που ήταν από κάτω. Στις περιπτώσεις των μύλων, η εκάστοτε πέτρα περιφερόταν ελαφρά επάνω από τους καρπούς για να μη σπάσουν οι πυρήνες τους. Ο αλεσμένος πολτός που προέκυπτε, μεταφέρονταν με μικρές σκάφες στο ληνό. Και κύρτους εξ ιτέας πεπλεγμένους έμβαλλε, γιατί η ιτιά βοηθά ιδιαίτερα το λάδι. Στη συνέχεια έβαζαν επάνω από τον πολτό κάποιο ελαφρύ βάρος. Το προερχόμενο από αυτή την πίεση λάδι χαρακτηρίζονταν ως πρόρρυμον, ήδιστον και λεπτότατον και έπρεπε να μεταγγίζεται σε ξεχωριστά, καθαρά αγγεία. Το υπόλοιπο του πολτού υποβάλλονταν σε δεύτερη, μεγαλύτερη πίεση και το λάδι που προέκυπτε συγκεντρώνονταν επίσης σε ξεχωριστά αγγεία. Επρόκειτο για λάδι υποδεέστερο του πρώτου, αλλά καλύτερο του επόμενου της τρίτης πίεσης. Αφού το λάδι μεταγγίζονταν στα διάφορα είδη αγγείων, προσέθεταν σ’ αυτό αλάτι και νίτρο, το ανακάτευαν με ένα ξύλο ελιάς και το άφηναν να ηρεμήσει. Έπειτα ευρήσεις το μεν υδατώδες αυτού υφιζάνον, τουτέστι την αμόργην, το δε λιπαρώτερον άνωθεν επιπολάζον, ο λαμβάνειν προσήκει δίχα της αμόργης και εμβάλλειν εις αγγείον, όπως μαρτυρεί ο Απουλήιος.

Η σύγχρονη βιβλιογραφία προτείνει έξι με οκτώ τρόπους επεξεργασίας της ελιάς, μεθόδους που βασίζονται στις δύο βασικές αρχές, της σύνθλιψης και της συμπίεσης των καρπών. Σε γενικές γραμμές οι πηγές αλλά και οι σχετικές ανασκαφικές πληροφορίες σε σχέση με την παραγωγή του ελαιολάδου είναι περιορισμένες για την αρχαϊκή, κλασική και ελληνιστική εποχή, σε αντίθεση με τα ρωμαϊκά χρόνια.

1 White K. D., Greek and Roman Technology, 1986.

 

Υλικοτεχνικός εξοπλισμός ελαιοπαραγωγής

 

Αρχαίος Ληνός

 

Χατζησάββας Σ., “Η τεχνολογία της μετατροπής του ελαιοκάρπου σε ελαιόλαδο κατά την αρχαιότητα στην Κύπρο”, 59-69, Ελιά και Λάδι, Δ΄Τριήμερο Εργασίας, Καλαμάτα 7-9 Μαϊού 1993, Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, 1996
Καλαβασός- Άγιος Δημήτριος. Ορθογώνια λεκάνη υποδοχής.

Κατηγορία

Παραγωγή – Καλλιέργεια του Λαδιού

Περιγραφή

Ο ληνός δεν ήταν παρά μία λίθινη σκάφη που είχε σε κάποιο σημείο κλίση και επικοινωνούσε με πίθο για τη συγκέντρωση του λαδιού. Στην αρχή η πίεση ασκούνταν στον ελαιόκαρπο με γυμνά πόδια, ενώ αργότερα με ξύλινα υποδήματα, τα λεγόμενακρουπέζια.

Ο αρχαιότερος ληνός ανάγεται στη νεολιθική εποχή και βρέθηκε στην περιοχή των Μεθάνων. Από τη Μινωική Κρήτη σώζονται ελαιοπιεστήρια από την Πρώιμη Νεοανακτορική περίοδο, σε μία παράλληλη σχεδόν πορεία με τις αντίστοιχες εγκαταστάσεις της ανατολικής Μεσογείου, όπως την Κύπρο και τη Συρία. Οι ληνοί της Κρήτης είναι αρκετά μελετημένοι με πιο συχνούς τους ογκώδεις, τετράγωνους ή κυκλικούς ληνούς που ήταν τοποθετημένοι σε λιθόκτιστη βάση και έφεραν αβαθές κυκλικό κοίλωμα ή περιφερειακό κυκλικό αυλάκι με αυλακώσχημη πρόχυση από την οποία κυλούσε το υγρό στο υποκείμενο αγγείο, τουπολήνιον.

Για τη συμπίεση του καρπού θα χρησιμοποιούνταν επίσης λίθινα βάρη, αναρτημένα σε ξύλινες δοκούς. Η περισυλλογή του υγρού θα γινόταν σε υποκείμενα δοχεία, τους συλλεκτήρες, κυρίως πυθάρια ή ψευδόστομους αμφορείς. Οι εργάτες που πατούσαν τον καρπό και μάζευαν την αμόργη ονομάζονταν αμοργείς.

Χρήση

Για τη σύνθλιψη του καρπού της ελιάς

Βιβλιογραφία

Μπουλώτης Χ., «Η ελιά και το λάδι στις ανακτορικές κοινωνίες της Κρήτης και της Μυκηναικής Ελλάδας: Όψεις και απόψεις», 19-58, στο Ελιά και Λάδι, Δ’ Τριήμερο Εργασίας, Καλαμάτα 7-9 Μαΐου 1993, Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, 1996.

Αρχαίος Κυλινδρικός Σπαστήρας

Χατζησάββας Σ., “Η τεχνολογία της μετατροπής του ελαιοκάρπου σε ελαιόλαδο κατά την αρχαιότητα στην Κύπρο”, 59-69, Ελιά και Λάδι, Δ΄Τριήμερο Εργασίας, Καλαμάτα 7-9 Μαϊού 1993, Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, 1996
Κούκλια- Στυλλάρκα. Κυλινδρικός σπαστήρας.

Κατηγορία

Παραγωγή – Καλλιέργεια του Λαδιού

Γενική εισαγωγή

Η εφαρμογή του κυλινδρικού σπαστήρα αποτελεί την πρώτη τεχνολογική εφαρμογή που εισήχθη στο πεδίο της ελαιοπαραγωγής με τρομερή σχετικά καθυστέρηση, μόλις τον 7ο αιώνα π.Χ. Αρχικά εμφανίζεται στην Παλαιστίνη και τη Συρία κατά την αρχαϊκή εποχή και έπειτα στην Κύπρο και την Κρήτη κατά την κλασική και ελληνιστική περίοδο.

Περιγραφή

Ο κυλινδρικός σπαστήρας διαδέχτηκε τον ημικυλινδρικό για την πολτοποίηση του καρπού. Ο κυλινδρικός αυτός λίθος περιστρέφονταν με τη βοήθεια της κώπης. Η λειτουργία του ήταν απλή. Οι καρποί απλώνονταν επάνω σε σκληρή επιφάνεια και ο κύλινδρος, συνήθως ένας σπόνδυλος κολώνας σε δεύτερη χρήση, κυλιόταν οριζοντίως επάνω στους καρπούς.

Χρήση

Για τη σύνθλιψη των ελαιοκάρπων

Βιβλιογραφία

Μπούρμπου Χ., Μπούρμπος Ε., «Η τεχνολογία της συγκομιδής και αξιοποίησης του ελαιοκάρπου στην αρχαιότητα», 259-268 στο στο Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία, Πρακτικά, 1ο Διεθνές Συνέδριο, Θεσσαλονίκη 1997.

Χατζησάββας Σ., «Η τεχνολογία της μετατροπής του ελαιοκάρπου σε ελαιόλαδο κατά την αρχαιότητα στην Κύπρο», 59-69 στο Ελιά και Λάδι, Δ’ Τριήμερο Εργασίας, Καλαμάτα 7-9 Μαΐου 1993, Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, 1996.

 

Αρχαίος Περιστρεφόμενος Μύλος

Σ. Χατζησάββας, “Παραγωγή Ελαιολάδου στον Αρχαίο Ελληνικό Κόσμο”, 325-341, Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία και Τεχνική, Πρακτικά Συνεδρίου, 2004
Κυκλικό ελαιοτριβείο.

Κατηγορία

Παραγωγή – Καλλιέργεια του Λαδιού

Γενική εισαγωγή

Επαναστατική για την παραγωγή του λαδιού θεωρείται η εισαγωγή του περιστροφικού μύλου. Σε αντίθεση με τον κυλινδρικό σπαστήρα που κινείται μπρος και πίσω, το κυκλικό ελαιοτριβείο έχει το πλεονέκτημα της μονόδρομης κίνησης η οποία επέτρεπε τη χρήση ζωικής δύναμης για πρώτη φορά στην ιστορία της παραγωγής του ελαιολάδου. Η ασφαλέστερη μαρτυρία για τη χρήση του περιστροφικού μύλου προέρχεται από την Όλυνθο όπου βρέθηκαν πέντε μυλόπετρες ενσωματωμένες σε τοιχοδομές σε συνδυασμό με κυκλική λεκάνη ελαιόμυλου, γεγονός που μας προσφέρει μία σίγουρη χρονολόγηση του μύλου αυτού στον 4ο αιώνα π.Χ.

Περιγραφή

Ο περιστροφικός μύλος, ο λεγόμενος τραπητής, από το τραπείον ή τραπήιον, το οποίο έτριβε μόνο το σαρκώδες μέρος της ελιάς, αποτέλεσε πιθανόν μια εφεύρεση των Μακεδόνων σύμφωνα με τον Χατζησάββα, για την ικανοποίηση των σταδιακά αυξανόμενων αναγκών του Μακεδονικού στρατού, ιδιαίτερα κατά τις εκστρατείες τους. Ο Πλίνιος αναφέρει το trapetum ως μία καθαρά ελληνική επινόηση. Τα ανασκαφικά ευρήματα μας παρέχουν ποικίλες γνώσεις σχετικά με τον τραπητή. Στην Άργιλο βρέθηκε ένας σε εξαιρετικά καλή κατάσταση, ενώ διάφορες παραλλαγές του συναντούμε σε διάφορα μέρη της ηπειρωτικής Ελλάδας από την ελληνιστική μέχρι και τη βυζαντινή περίοδο.

Ο περιστρεφόμενος μύλος λειτουργούσε με βάση την αρχή ενός ζεύγους κάθετων κυλίνδρων με κυρτές επιφάνειες, που περιστρέφονταν γύρω από έναν κεντρικό άξονα μέσα σ’ ένα γουδί, με τις επιφάνειες τοποθετημένες σε μία απόσταση ικανοποιητική από τον πυθμένα, ώστε η ψίχα να αποχωρίζεται από τον καρπό χωρίς να συνθλίβεται. Οι πέτρες του μύλου ήταν κυλινδρικές, ρυθμιζόμενες και η καμπυλότητά τους έτσι διαμορφωμένη ώστε να ταιριάζει στην αντίστοιχη κοιλότητα του γουδιού μέσα στο οποίο οι πέτρες περιστρέφονταν.

Χρήση

Για την εξαγωγή των υγρών του καρπού της ελιάς.

Βιβλιογραφία

Μπούρμπου Χ., Μπούρμπος Ε., «Η τεχνολογία της συγκομιδής και αξιοποίησης του ελαιοκάρπου στην αρχαιότητα», 259-268 στο Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία, Πρακτικά, 1ο Διεθνές Συνέδριο, Θεσσαλονίκη 1997.

Χατζησάββας Σ., «Παραγωγή Ελαιολάδου στον Αρχαίο Ελληνικό Κόσμο», 325-339, στο Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία και Τεχνική από την προϊστορική μέχρι την ελληνιστική περίοδο με έμφαση στην προϊστορική εποχή, Πρακτικά Συνεδρίου, 2004.

Forbes J. R., Studies in Ancient Technology, vol. III, 1993.

ΠΗΓΗ   http://www.tmth.edu.gr

 

B)T’ANAKTORO TOU ODYSSEOOS

ODYSEUS

EUCHARISTOOMEN EPEIE PANOPEA

 

C)STONEHEDGE CAUCASUS

russ-afp.jpg-608

Τα απομεινάρια ενός άγνωστου προϊστορικού οικισμού της Εποχής του Χαλκού ανακαλύφθηκαν τον Οκτώβριο,χάρη σε μια αεροφωτογραφία που είχε τραβηχτεί πριν από 40 χρόνια.

Οι αρχαιολόγοι τον ονόμασαν “Στόουνχεντζ του Καυκάσου” εξαιτίας των ογκόλιθων που έχουν χρησιμοποιηθεί ως θεμέλια για τα κτίρια του οικισμού,και πιστεύουν ότι αυτή η νέα ανακάλυψη θα πρέπει να κάνει τους επιστήμονες να επανεξετάσουν την ιστορία της εξάπλωσης των οικισμών στην περιοχή κατά την 2η χιλιετία π.Χ.
Οι αρχαιολόγοι έχουν ανακαλύψει περίπου 200 οικισμούς στο υψίπεδο της κοιλάδας Κιλσλοβόντσκ,από τον ποταμό Κουμπάν εως τον ποταμό Μάλκα,στον Καύκασο.Όλοι βρίσκονται σε υψόμετρο 1400 εως 2400 μέτρα και ακολουθούν ένα μοναδικό πολεοδομικό πλάνο.
Στο κέντρο υπάρχει ένα τετράγωνο κτίσμα με καμπύλες πλευρές,από το οποίο ξεκινούν ακτινωτά ευθείς δρόμοι προς κάθε κατεύθυνση.Γύρω από αυτό υπάρχουν κτίσματα δύο δωματίων,η χρησιμότητα των οποίων δεν μπορεί να προσδιοριστεί από τους ειδικούς.
Παρόλο που τα ευρήματα δείχνουν ότι οι οικισμοί αυτοί κατοικούνταν,είναι αρκετά παράδοξο το ότι δεν έχουν βρεθεί τάφοι κοντά σε αυτούς.
Οι αρχαιολόγοι εικάζουν ότι οι οικισμοί ανήκουν στον πολιτισμό Κουμπάν-900 εως 600π.Χ.-ο οποίος ανακαλύφθηκε στα τέλη του 19 αιώνα κοντά στο χωριό Κουμπάν της βόρειας Οσετίας.
Ωστόσο δεν μπορούν να εξηγήσουν πως άνθρωποι που κατοικούσαν σε αυτούς έφτασαν στον Καύκασο ή το που ζούσαν πριν.
Το πιθανότερο,όπως πιστεύουν ,είναι ότι οι κατασκευές δημιουργήθηκαν από κάποιο λαό που μετανάστευσε στο υψίπεδο εξαιτίας κλιματολογικών αλλαγών.Μια ξαφνική άνοδος της θερμοκρασίας πιθανόν να οδήγησε τις φυλές που ζούσαν σε χαμηλότερο  υψόμετρο να αναζητήσουν πιο ψυχρές περιοχές να κατοικήσουν.
Κάποιες λοιπόν,αποφάσισαν να εγκατασταθούν ψηλά στον Καύκασο όπου το κλίμα ήταν ψυχρότερο.

Περιοδικό “Τρίτο Μάτι”-Δεκ.2010

https://www.facebook.com/photo.php?fbid=377653092298937&set=a.297065097024404.70604.194165573981024&type=1&theater

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , | Leave a comment