PYTHAGORIC LIFE by IAMBLICHUS (IV)

( BEING  CONTINUED FROM  09/01/12 )

CHAP. VI.
AND these indeed were such as philosophized. But
the greatest part of his disciples consisted of auditors
whom they call Acusmatici, who on his first arrival in
Italy, according to Nicomachus, being captivated by
one popular oration alone, exceeded two thousand in I I number. These, with their wives and children, being
collected into one very large and common auditory,
called Homacoion, and which for its magnitude resembled
a city, founded a place which was-universally
called Magna Graecia. This great multitude of people
likewise, receiving laws and mandates from pythagoras
as so many divine precepts, and without which they  engaged in no occupation, dwelt together with the
greatest general concord, celebrated and ranked by
their neighbours among the number of the blessed.

At 

image

image

image

image

image

image

image

image

(TO BE CONTINUED)

TRANSLATED FROM THE GREEK.
BY THOMAS TAYLOR.
Approach ye genuine philosophic few,
The Pythagoric Life belongs to you :
But far, far off ye vulgar herd profane ;
For Wisdom’s voice is heard by you in vain :
And you, Mind’s lowest link, and darksome end,
Good Rulers, Customs, Laws, alone can mend.

PUBLISHED 1818 IN LONDON

Posted in Books | Tagged , , | Leave a comment

ΤΟ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ (1900-1914) (E)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ   06/1/12)

MEΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Κοινωνικο – οικονομικές σχέσεις στην  Τραπεζούντα και οι προϋποθέσεις  Ίδρυσης του Φροντιστηρίου

1. Διαμόρφωση της κοινωνίας του Πόντου μέχρι τα  τέλη του 19ου αιώνα

Οι γεωγραφικές, οικονομικές, πολιτιστικές, ιστορικές, κλπ συνθήκες της
περιοχής του Πόντου, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της
κοινωνίας του ιδιαίτερα κατά την εξεταζόμενη περίοδο, δηλαδή τις αρχές του  20ού αιώνα.
Η απομονωμένη αυτή γεωγραφική περιοχή μεταξύ των αδιαπέραστων
ποντιακών ορέων και των απόκρημνων ακτών του Ευξείνου Πόντου σε
σημαντικό βαθμό επηρεάστηκε λιγότερο από εξωτερικούς παράγοντες, σε
σύγκριση με άλλες περιοχές της Μ. Ασίας, λόγω κυρίως αυτής της
απομόνωσης. Είναι απολύτως φυσιολογική συνεπώς τόσο η ανάπτυξη
ιδιαιτεροτήτων όσο και η διατήρησή τους για περισσότερο χρονικό διάστημα  σε σχέση με άλλες περιπτώσεις.
Οι ιστορικές συνθήκες επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό, ως γνωστόν, τις
κοινωνικές εξελίξεις μιας περιοχής. Στην περίπτωση του Πόντου τεράστιας
σημασίας γεγονός αποτελεί η αρχική εγκατάσταση κατά τον 8ο π.Χ. αιώνα
των Ελλήνων Μιλησίων αποίκων, οι οποίοι μεταφέρουν το σύνολο των
ιδεολογικών τους στοιχείων – και προπάντων την ελληνική γλώσσα και
θρησκεία – στην καρδιά του Ευξείνου Πόντου, ιδρύοντας μια σειρά εμπορικών
σταθμών, οι οποίοι μετεξελίσσονται πολύ γρήγορα σε μικρά αστικά κέντρα,
επηρεάζοντας αποφασιστικά τις κοινωνικές εξελίξεις όλης της περιοχής. Στη
συνέχεια, σημαντικός είναι ο ρόλος που παίζει το Βασιλείου του Πόντου, το
οποίο συνίσταται στη δημιουργία του μεγαλύτερου μέχρι τότε κρατικού
μορφώματος όλης της περιοχής. Ο ρόλος του γίνεται σημαντικότερος ιδιαίτερα
κατά την εποχή του τελευταίου και σπουδαιότερου βασιλιά του, Μιθριδάτη ΣΤ’
του Ευπάτορα, οπότε έχουμε την καθιέρωση της ελληνικής ως επίσημης
γλώσσας και συνεπώς ως εργαλείου επικοινωνίας των πολυάριθμων
εθνοτήτων όλης της περιοχής, αλλά και του δωδεκάθεου του Ολύμπου, που
ειρηνικά αφομοιώνει τις περισσότερες εθνότητες του Βασιλείου75.
Επόμενος σταθμός είναι η περίοδος της βυζαντινής παρακμής – κυρίως
κατά τον 11ο και 12ο αιώνα – όπου η αυτοκρατορία δοκιμάζεται από έντονη
εσωστρέφεια, εμφύλιες συγκρούσεις, αλλά και σημαντική εδαφική
συρρίκνωση. Η προϊούσα πολιτική και κοινωνική σήψη του κέντρου, που
αντανακλάται στις συνεχείς δολοπλοκίες των βυζαντινών αρχόντων και τη
συρρίκνωση των συνόρων της Αυτοκρατορίας και συνεπώς την εγκατάλειψη
αυτής της περιοχής των άκρων στην τύχη της, σε συνδυασμό με τις
γεωγραφικές συνθήκες της περιοχής που την απομονώνουν από τον
υπόλοιπο κόσμο αλλά και τις πρότερες συλλογικές αναπαραστάσεις,
δημιουργούν τις προϋποθέσεις φυγόκεντρων τάσεων της περιοχής. Έτσι,
βλέπουμε τους επικεφαλής των βυζαντινών Θεμάτων του Πόντου να έρχονται
σε ευθεία σύγκρουση με την κεντρική βυζαντινή εξουσία και να προχωρούν σε
αυτονόμηση, αυτοαναγορευόμενοι σε τοπικούς ηγεμόνες. Κύριοι εκφραστές
αυτού του πνεύματος αυτονόμησης της περιόδου είναι οι Γαβράδες και
κυρίως ο Θεόδωρος Γαβράς (τέλη 11ου αιώνα), καθώς και ο ανιψιός του
Κωνσταντίνος (ανέλαβε την εξουσία το 1115), οι οποίοι προχωρούν σε  επιτυχείς πολέμους τόσο εναντίον των εξωτερικών εχθρών και κυρίως των  Σελτζούκων, όσο και εναντίον των Βυζαντινών, των οποίων αποκρούουν όλες
τις επιθέσεις που πραγματοποιούνται για την υποταγή τους76. Αυτή η τάση
της περιοχής για ανεξαρτησία όχι μόνο κατά την περίοδο των Γαβράδων,
αλλά και των διαδόχων τους μέχρι την άλωση της Κωνσταντινούπολης από
τους Φράγκους, υμνείται και από ερευνητές όχι θετικά διακείμενους προς τον
ελληνισμό77. Στη συνέχεια, ως γνωστόν, έχουμε τη συγκρότηση της
Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, ενός κρατικού μορφώματος – σημείου
αναφοράς για τον ποντιακό ελληνισμό. Πρόκειται για μια περίοδο – σταθμό
στην πορεία του ποντιακού ελληνισμού, κατά την οποία καθιερώνεται και
καλλιεργείται το βασικό ιδεολογικό στοιχείο, η ελληνική γλώσσα με τους
ιδιωματισμούς της, που οφείλονται στις τοπικές συνθήκες. Έτσι,
αναπτύσσεται η ποντιακή διάλεκτος της ελληνικής γλώσσας με τα ιδιαίτερα
χαρακτηριστικά της, που την αναδεικνύουν ως την πλησιέστερη προς την
αρχαία ελληνική γλώσσα διάλεκτο. Προφανώς, η περίοδος των δυόμισι
αιώνων της Αυτοκρατορίας και οι δεκαετίες πριν από αυτή καθορίζουν σε
σημαντικό βαθμό τις κοινωνικές συνθήκες, την ιδεολογία και τα ιδιαίτερα
χαρακτηριστικά του ποντιακού ελληνισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα
ακριτικά τραγούδια που αναφέρονται σ’ αυτή την περίοδο τα τραγουδούν και
τα χορεύουν οι Έλληνες του Πόντου όχι μόνο στην ιστορική τους πατρίδα
μέχρι το 1922, αλλά ακόμη και σήμερα στην Ελλάδα και οπουδήποτε στον
κόσμο κατοικούν ποντιακοί πληθυσμοί.
Μετά την άλωση της Τραπεζούντας από τους Οθωμανούς το 1461,
πολλοί Έλληνες μετακινούνται για ευνόητους λόγους σε ορεινά και απρόσιτα
μέρη της ποντιακής ενδοχώρας78. Κατά την περίοδο αυτή φαίνεται να
δημιουργούνται οι περισσότεροι ποντιακοί οικισμοί ή να αναπτύσσονται
παλαιότεροι υποτυπώδεις, συνήθως των ορεινών και απρόσιτων εσωτερικών
περιοχών του Πόντου, όπου μπορούν να κατοικούν και να αναπαράγουν την
ιδεολογία τους κατά τρόπο απρόσκοπτο, μακράν των κινδύνων. Στη συνέχεια,
αναπτύσσονται δίπλα και σε σχετικά κοντινές αποστάσεις νέοι οικισμοί. Σ’
αυτούς, λόγω της πληθυσμιακής ανάπτυξης και της στενότητας του χώρου,
εγκαθίστανται ολόκληρες πατριαρχικές οικογένειες, που στη συντριπτική τους
πλειοψηφία δίνουν τα ονόματά τους στους οικισμούς. Αυτή η διαδικασία
συνεχίζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, σε βαθμό που όλος σχεδόν ο
ποντιακός χώρος να αποτελείται από τέτοια χωριά και οικισμούς.
Ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση των χαρακτηριστικών του ποντιακού
ελληνισμού έχει η μεταλλοφόρα περιοχή της Χαλδίας, νότια της   Τραπεζούντας, όπου από την αρχαιότητα ακόμη υπήρχαν σημαντικά  κοιτάσματα μετάλλων και κυρίως αργύρου (εξ ου και η ονομασία της
πρωτεύουσας της περιοχής «Αργυρούπολη»). Στις περιοχές αυτές οι  Σουλτάνοι εγκαθιστούν Έλληνες, οι οποίοι γνωρίζουν από πολύ παλαιά την  εξόρυξη και επεξεργασία των μετάλλων79. Για την ανάπτυξη μάλιστα των
μεταλλείων, τους χορηγούν ειδικά προνόμια (απαλλαγή από ορισμένες  φορολογίες, από αγγαρείες, από στρατολόγηση κ.λπ.) και αναθέτουν τη  διοίκηση και την οργάνωση των μεταλλείων σε Έλληνες 
Αρχιμεταλλουργούς80, οι οποίοι, ευρισκόμενοι στην πρώτη κλίμακα της
κοινωνικής ιεραρχίας, αξιοποιούν τις δυνατότητες που προκύπτουν από τη
θέση τους αυτή, λαμβάνοντας διάφορες πρωτοβουλίες στήριξης και
ανάπτυξης του ελληνισμού. Αυτές οι πρωτοβουλίες δημιουργούν
προϋποθέσεις μεγάλης οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης της περιοχής
και μετατροπής της σε μαγνήτη προσέλκυσης τεράστιων ελληνικών
πληθυσμιακών μαζών. Η ανάπτυξη μάλιστα είναι τόσο μεγάλη, ώστε κατά την
περίοδο της μεγαλύτερης ακμής της περιοχής (τέλη 18ου αιώνα) μόνο στην
πρωτεύουσα Αργυρούπολη υπάρχουν 7.000 σπίτια81 ή πληθυσμός άνω των
30.000 κατοίκων82 και κατά μία άλλη άποψη 60.000 κατοίκων83.
Για να κατανοηθεί το επίπεδο της οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης
της περιοχής, αρκεί να τονιστεί ότι κατά μία άποψη, η Χαλδία κατά το 18ο
αιώνα είναι η πλουσιότερη και πιο πολυάνθρωπη επαρχία της Μ. Ασίας84. Οι
μονές της περιοχής αναπτύσσονται και εξελίσσονται σε σημαντικά μορφωτικά
κέντρα, ενώ μια σειρά σχολείων ιδρύονται στην περιοχή, με σημαντικότερο το
ονομαστό Φροντιστήριο Αργυρουπόλεως. Αποτελεί τον κύριο σχολικό
μηχανισμό της περιοχής Χαλδίας, ιδρύεται στις αρχές του 18ου αιώνα και
εντυπωσιάζει και σήμερα ακόμη τον επισκέπτη της έρημης πλέον πόλης. Η
ακμή συνεχίζεται μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, οπότε ακολουθούν ραγδαίες
εξελίξεις, οι οποίες οδηγούν σε μια αντίστροφη πορεία. Έτσι, έχουμε κατά
πρώτο λόγο την εξάντληση των δασών – και συνεπώς της αναγκαίας για την
τήξη των μετάλλων καύσιμης ύλης – λόγω της εντατικής υλοτόμησης. Κατά
δεύτερο λόγο την καταστροφή, λόγω πλημμύρας, του σημαντικότερου σε αξία
και αποθέματα πρώτης ύλης μεταλλείου85. Τέλος, το Ρωσοτουρκικό πόλεμο
του 1828-30, που με τη λήξη του αναγκάζει σημαντικό μέρος του ελληνικού
πληθυσμού να ακολουθήσει τον αποχωρούντα ρωσικό στρατό, φοβούμενο
αντίποινα επειδή είχε εκφράσει τα εχθρικά του αισθήματα απέναντι στους
Τούρκους. Αυτές οι εξελίξεις, σε συνδυασμό με την ανακάλυψη κοιτασμάτων
πολύτιμων μετάλλων στη Ν. Αφρική, με συνέπεια την πτώση της τιμής τους
και συνεπώς την ατόνηση του σχετικού ενδιαφέροντος των σουλτάνων,
συνιστούν παράγοντες που οδηγούν τον ελληνικό πληθυσμό σε μια
αποδιάρθρωση, σε μια αντίστροφη πορεία, που συνεχίζεται καθόλο το 19ο  αιώνα. Έτσι, η περιοχή Χαλδίας, από μαγνήτης προσέλκυσης των Ελλήνων  της περιοχής και κέντρο οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης,
μετεξελίσσεται σε δεξαμενή τροφοδοσίας του ελληνισμού των άλλων
περιοχών – πολλές φορές σε απόσταση εκατοντάδων χιλιομέτρων – με νέο
αίμα. Έτσι, παρατηρούμε μια νέα μεταναστευτική πλημμυρίδα, ένα νέο
ελληνικό αποικισμό, με μητρόπολη τη Χαλδία. Οι ελληνικοί πληθυσμοί
μετακινούνται σε κάθε περιοχή του μικρασιατικού χώρου όπου υπάρχουν
μεταλλεία ή ιδρύουν νέα ή ακόμη μετακινούνται σε άλλες περιοχές όπου
υπάρχουν άφθονοι πόροι. Έτσι, μεγάλες μάζες κινούνται στον κάτω ρου του
ποταμού της Χαλδίας Κάνι, φτάνοντας μέχρι τις εκβολές του ποταμού στον
Εύξεινο Πόντο στην περιοχή της Τρίπολης, στην Κερασούντα, αλλά και
δυτικότερα στην περιοχή Πουλαντζάκης, Κοτυώρων, Οινόης, Αμισού κ.λπ86.
Στις περιοχές αυτές του δυτικού Πόντου και κυρίως στην ενδοχώρα, όπου
είχαν μείνει λίγοι Έλληνες και είχαν σχεδόν απωλέσει τη γλώσσα τους, τώρα
έχουμε εμπλουτισμό με νέο αίμα και επαναφορά των ελληνικών ιδεολογικών
στοιχείων. Σημαντική αξία έχει η αναφορά στα οικονομικά δεδομένα της
περιοχής αυτής του δυτικού Πόντου, όπου οι νέοι Έλληνες κάτοικοι,
αγωνιζόμενοι με τόλμη και δημιουργικότητα, προχωρούν στην ενοικίαση των
σχετικά περιορισμένων αγροτικών εκτάσεων που ανήκουν στους
«αβροδίαιτους» Τούρκους γαιοκτήμονες ή, προπάντων, προχωρούν σε
εκτεταμένη αποψίλωση τεράστιων δασικών εκτάσεων για τη μετατροπή τους
σε καλλιεργήσιμη και ιδιαίτερα προσοδοφόρα γη. Κατ’ αυτό τον τρόπο οι
Έλληνες αποκτούν πλούτο, που τους επιτρέπει να αγοράσουν τη γη από τους
γαιοκτήμονες, ενώ παράλληλα δανείζουν σ’ αυτούς χρήματα, που είναι
απαραίτητα για τις καθημερινές τους απολαύσεις. Έτσι, διαμορφώνονται
συνθήκες έντονης κοινωνικής κινητικότητας, με τους Έλληνες να αποτελούν
τα ανερχόμενα στρώματα υποσκελίζοντας τους Τούρκους, που από
γαιοκτήμονες σε πολύ σύντομο χρόνο μετατρέπονται σε ακτήμονες και
μετακινούνται σε άλλες περιοχές, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στους
Έλληνες, οι οποίοι εγκαθίστανται πλέον μόνιμα στις περιοχές αυτές
εξελληνίζοντάς τες πλήρως87. Άλλοι τόποι εγκατάστασης είναι οι περιοχές των
μεταλλείων του νοτιοδυτικού Πόντου όπως το μεταλλείο Σιμ και το Γκιουμούς
Μαντέν (Χατζήκιοϊ) στην περιοχή Αμάσειας, αλλά και έξω από τα όρια του
ιστορικού Πόντου στην περιοχή του Καρς στον Καύκασο, στην περιοχή του Ακ
Νταγ Μαντέν στο Ν. Άγκυρας μεταξύ Άγκυρας – Σεβάστειας, όπου ιδρύουν 30
ελληνικά χωριά, στο Μπουγά Μαντέν (Μεταλλείο Ταύρου) και Μπερεκετλί
Μαντέν στο Ν. Ικονίου, ακόμη στην περιοχή της Αρμενίας, Μεσοποταμίας,
κ.λπ88. Οι μεταναστεύσεις αυτές παίρνουν μεγαλύτερη έκταση, όταν κατά τα
μέσα του 19ου αιώνα καταργούνται τα σουλτανικά προνόμια των
μεταλλουργών και η σχεδόν τελείως άγονη γη της Χαλδίας φέρνει τους
Έλληνες σε αδιέξοδο, μη αφήνοντάς τους περιθώρια να αναπτύξουν ούτε καν
στοιχειώδη αγροτική οικονομία89. Η έκταση της μετανάστευσης προβληματίζει
έντονα τον ποντιακό ελληνισμό και κυρίως τους ηγετικούς κοινωνικούς του
κύκλους στην Τραπεζούντα, που στους έντονους ρυθμούς φυγής των   κατοίκων της Χαλδίας διαβλέπει τον κίνδυνο της πλήρους αποδιάρθρωσής  του90.
Στις νέες περιοχές εγκατάστασης οι Έλληνες μεταφέρουν την ιδεολογία
τους, την οποία αναπαράγουν μέσα από τους βασικούς τους μηχανισμούς,
την εκπαίδευση και την εκκλησία, έχοντας ως βασικό συνδετικό στοιχείο με τη
μητρόπολη Χαλδία – σε αναλογία με τις αποικίες της αρχαίας Ελλάδας – την
εκκλησιαστική τους υπαγωγή σ’ αυτή. Ο εκάστοτε δε Μητροπολίτης Χαλδίας
και Χαιρριάνων σε κάθε νέα αποικία ορίζει έναν επίτροπό του, για να
χειρίζεται για λογαριασμό του τα εκκλησιαστικά πράγματα της περιοχής, στη
βάση των γενικών κατευθύνσεων που ο ίδιος – όπως και κάθε άλλος
Μητροπολίτης, άλλωστε – λαμβάνει από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που
είναι το κέντρο παραγωγής ιδεολογικών μηχανισμών του ελληνισμού.
Μεγάλης σημασίας για τον ποντιακό ελληνισμό είναι το ζήτημα των
εξισλαμισμών και των κρυπτοχριστιανών του Πόντου. Έχει ήδη
προαναφερθεί ότι μαζικοί εξισλαμισμοί των χριστιανών του Πόντου γίνονται
μετά την άλωση της Τραπεζούντας από τους Οθωμανούς (1461)91.
Χαρακτηκτηριστική είναι η περίπτωση της περιοχής του Όφεως ανατολικά της
Τραπεζούντας, όπου το 1515, λίγες δηλαδή δεκαετίες μετά την άλωση της
Τραπεζούντας από τους Οθωμανούς, υπήρχαν 2.352 χριστιανικές οικογένειες
και μονάχα 50 μουσουλμανικές92. Στην ίδια περιοχή, μετά και το δεύτερο κύμα
εξισλαμισμών, φαίνεται να υπάρχουν ελάχιστοι χριστιανοί. Το δεύτερο αυτό
μεγάλο κύμα εξισλαμισμών έρχεται κατά το 17ο αιώνα, οπότε εμφανίζονται οι
τοπικοί Οθωμανοί τιμαριούχοι με την ονομασία Ντερεμπέηδες (Dere beyler),
οι οποίοι αποκτούν μεγάλη οικονομική και πολιτική δύναμη, εξαιτίας της
εξουσίας και των γαιών που τους παραχωρεί το κράτος. Αυτή η δύναμη, σε
συνδυασμό με τον εκφυλισμό του κεντρικού οσμανικού κράτους, γεννά τάσεις
αυτονόμησής τους και σε πολλές περιπτώσεις σε συγκρούσεις τόσο μεταξύ
τους, όσο και με το κεντρικό οσμανικό κράτος. Η αυθαιρεσία και η βία που
ασκούν εναντίον των Ελλήνων, και κυρίως οι εξισλαμισμοί, είναι φαινόμενα
τόσο έντονα, ώστε από τον ποταμό Άκαμψι στα σύνορα με τη Γεωργία μέχρι
την Τραπεζούντα ανατολικά, καθώς και στην περιοχή της Τόνιας ΝΔ. της
Τραπεζούντας, συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί εξισλαμίζονται93. Η εικόνα
αποδιάρθρωσης των Ελλήνων χριστιανών είναι τόσο έντονη, ώστε ο
Μητροπολίτης Ιεροσολύμων Δοσίθεος, επισκεπτόμενος το 1681 τον Πόντο,
διαπιστώνει ότι «…ουκ έμεινεν ουδέ μία εκκλησία ή ιερεύς…»94. Πολλοί από
τους εξισλαμισθέντες αυτούς χριστιανούς εξακολουθούν να τηρούν τους
εξωτερικούς τύπους της μουσουλμανικής θρησκείας για το φόβο των
Οθωμανών, διατηρώντας όμως την ελληνική γλώσσα, ενώ ταυτόχρονα κρυφά  παραμένουν χριστιανοί, τηρώντας όλα τα χριστιανικά τους έθιμα.

Πρόκειται  για τους Κρυπτοχριστιανούς ή «Κλωστούς» («γυριστούς») του Πόντου, τους
οποίους καλύπτει η εκκλησία με την επιείκειά της. Αυτή δε η «επιείκεια και
οικονομία της εκκλησίας» συμβάλλει αργότερα, που οι συνθήκες το
επιτρέπουν, να επανέλθουν στην πρότερη θρησκεία95. Οι περιοχές με τους
μεγαλύτερους σε έκταση εξισλαμισμούς αυτής της περιόδου είναι στις
περιοχές Άρδασας, Σταυρί και Κρώμνης στην περιοχή Αργυρούπολης και στις
περιοχές Ματσούκας, Γημωράς, Σουρμένων κ.ά.96. Οι χιλιάδες αυτοί
Κρυπτοχριστιανοί θα πρέπει να δεχτούμε ότι με την πράξη τους προβαίνουν
σε, ισχυρή μάλιστα, αντίσταση με το δικό τους τρόπο στη νέα θρησκεία, για να
αποφύγουν το βέβαιο θάνατο και συνεπώς τον εθνικό αφανισμό. Είναι εκείνοι
που αναγκάζονται να δεχτούν επιφανειακά μόνο τον ισλαμισμό, διατηρώντας
τη χριστιανική πίστη και, στις περισσότερες περιπτώσεις, την ελληνική
γλώσσα. Έτσι, ισορροπώντας επικίνδυνα μεταξύ Ισλαμισμού και Ορθοδοξίας,
μένουν στην πραγματικότητα πιστοί στην εθνική τους ταυτότητα97. Από όλο
τον Πόντο μόνο μερικά χωριά απομονωμένα σε απρόσιτα μέρη, στις κοιλάδες
των τριών ιστορικών μονών του Πόντου – της Παναγίας Σουμελά, του Αγίου
Γεωργίου Περιστερεώτα και του Αγίου Ιωάννου Βαζελώνα -, διασώζονται από
τους βίαιους αυτούς εξισλαμισμούς, και με τη στήριξη της εκκλησίας και
κυρίως των τριών αυτών μονών – οι οποίες στηρίζουν παράλληλα και μάλιστα
αποφασιστικά και τους Κρυπτοχριστιανούς – κατορθώνουν να επιβιώσουν98.
Όσοι εξισλαμίζονται, ταυτόχρονα σχεδόν αποβάλλουν και τη γλώσσα τους,
εκτός των κατοίκων της περιοχής του Όφη, ανατολικά της Τραπεζούντας,
καθώς και της Τόνιας, νοτιοδυτικά, αλλά και άλλους σε διάφορες μεμονωμένες
περιοχές, οι οποίοι διατηρούν ακόμη και σήμερα όχι μόνο την ελληνική τους
γλώσσα99, αλλά ακόμη και τα ελληνικά ονόματα των χωριών και οικισμών
τους μέχρι το 1922, οπότε με την επικράτηση των κεμαλιστών αποβάλλονται
όλες οι ονομασίες στον Πόντο που αναφέρονται στην ταυτότητα και το   ιστορικό παρελθόν της περιοχής.
Είναι αυτονόητες οι τρομακτικές δυσκολίες και οι κίνδυνοι κάτω από τους
οποίους οι Κρυπτοχριστιανοί ασκούν τα χριστιανικά λατρευτικά τους
καθήκοντα, στις περιπτώσεις μάλιστα που στα χωριά τους κατοικούν και
μουσουλμάνοι, οπότε η τυχόν αποκάλυψή τους σημαίνει σχεδόν βέβαιο
θάνατο. Για να μη φτάσουν μάλιστα ποτέ σ’ αυτό το σημείο, αναπτύσσουν
ολόκληρο κώδικα επικοινωνίας, που διατηρείται διαμέσου των αιώνων. Με την
υπογραφή στις 18 Φεβρουαρίου 1856 του Χάττ-ι-Χουμαγιούν δημιουργούνται
οι προϋποθέσεις επανόδου στην πρότερη ταυτότητα των Κρυπτοχριστιανών
της περιοχής, που, σύμφωνα με ντοκουμέντα της εποχής στην περιοχή
Ματσούκας και Χαλδίας, βρίσκονται αριθμητικά περίπου στο 1/2 των Ελλήνων
(φανερών) χριστιανών και είναι σχεδόν διπλάσιοι των υπολοίπων (φανερών)
μουσουλμάνων100. Ιδιαίτερη αξία έχει μια άποψη έγκυρου ιστορικού, σύμφωνα με την οποία στην ορεινή ενδοχώρα της Τραπεζούντας και στη  Χαλδία δεν υπάρχει ούτε ένας κάτοικος τουρκικής καταγωγής, γεγονός
που γίνεται απολύτως κατανοητό και από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά101. Με
την υπογραφή του σουλτανικού αυτού διατάγματος, οι Κρυπτοχριστιανοί της
περιοχής Τραπεζούντας και κυρίως της Ματσούκας, Κρώμνης, Γεμουράς και
Σουρμένων αποκαλύπτονται και αναγνωρίζονται ως χριστιανοί μετά και τις
παρεμβάσεις των εκπροσώπων των προξενικών Αρχών της Τραπεζούντας.
Στην κίνηση αυτή δεν συμμετέχουν οι πολυάριθμοι Κρυπτοχριστιανοί της
ενδοχώρας της Τραπεζούντας, φοβούμενοι τις αντιδράσεις των Οθωμανών.
Στη συνέχεια, όμως, 20.000 από αυτούς, υπερβαίνοντας αυτούς τους φόβους,
εκλέγουν αντιπροσώπους τους στην Τραπεζούντα στις 15 Ιουλίου 1857, τους
οποίους στέλνουν στην Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να προχωρήσουν
με τη βοήθεια και του Οικουμενικού Πατριαρχείου αλλά και των εκεί ξένων
Πρεσβειών στην αναγνώρισή τους ως χριστιανών, γεγονός που το
κατορθώνουν μετά από μεγάλες δυσκολίες102. Αυτές ακριβώς οι αυτονόητες
δυσκολίες και τα εμπόδια που παρεμβάλλουν οι οθωμανικές αρχές
αναγκάζουν μεγάλες πληθυσμιακές μάζες Κρυπτοχριστιανών, οι οποίοι
διαμένουν κυρίως στην ποντιακή ενδοχώρα, να μην τολμήσουν να
προχωρήσουν στις αναγκαίες ενέργειες αναγνώρισής τους, αφήνοντάς το για
ευθετότερο χρόνο, οπότε και οι συνθήκες θα είναι ευνοϊκότερες. Πολλοί δε
από αυτούς δεν το κατορθώνουν ποτέ και η συνθήκη ανταλλαγής των
ελληνοτουρκικών πληθυσμών, που υπογράφεται στις 30 Ιανουαρίου 1923 και
προβλέπει (άρθρο 1) την ανταλλαγή με βάση το θρήσκευμα, συνιστά το
βασικό λόγο για τον οποίο παραμένουν οριστικά στην περιοχή του Πόντου.
Πριν από την ανταλλαγή των πληθυσμών, στη Μ. Ασία ζούσαν δύο
κατηγορίες ελληνόφωνων πληθυσμών. Πρόκειται για τους παλαιούς
απογόνους των Βυζαντινών και για αυτούς που εγκαθίστανται εκεί μετά την
τουρκική κατάκτηση. Ο Πόντος είναι η σημαντικότερη περιοχή με ελληνόφωνο
πληθυσμό μέχρι το 19ο αιώνα, που προέρχεται από τους Βυζαντινούς. Αυτό
αποδεικνύεται τόσο από τις υπάρχουσες έρευνες, όσο και από τους
οθωμανικούς φορολογικούς καταλόγους, που δείχνουν ότι οι ελληνικοί
χριστιανικοί πληθυσμοί είναι πολυαριθμότεροι από τους μουσουλμανικούς103.
Στο καθοριστικό δε ερώτημα πώς εξηγείται το γεγονός ότι οι Πόντιοι
αντιστέκονται σθεναρότερα από άλλους κατά του εξισλαμισμού και της
τουρκοποίησης διατηρώντας την ελληνική γλώσσα και τη χριστιανική τους
θρησκεία104, δεν είναι ικανοποιητική η απάντηση που δίνουν κάποιοι  ερευνητές ότι στον Πόντο υπήρχαν περισσότερες ελληνικές αποικίες από τις  άλλες περιοχές της Μ. Ασίας, γιατί η δυτική Μ. Ασία είχε πολύ περισσότερες
ελληνικές αποικίες. Αντίθετα, η ορθή ερμηνεία απαιτεί να ανατρέξουμε στην
Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, που παραμένει ελεύθερη για πολύ
μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από την υπόλοιπη Μ. Ασία μέχρι την
κατάκτησή της, το 1461. Επίσης, η περιοχή του Πόντου δεν γνώρισε τις
κοινωνικές αναστατώσεις που συνεπάγονταν οι κατακτήσεις των τουρκικών
φύλων στην υπόλοιπη Ανατολία. Τέλος, η εκκλησία της εξακολουθεί να
προστατεύεται από χριστιανό ηγέτη, να κατέχει πλούτο και κτήματα και να
διοικείται κανονικά, τη στιγμή που στην υπόλοιπη Μ. Ασία έχει σχεδόν
αποδιαρθρωθεί με την απώλεια των γαιών της και τη διάλυση του διοικητικού
της μηχανισμού105.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΑΝΤΩΝΗ Υ. ΠΑΥΛΙΔΗ

διδακτορική  διατριβή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

75 ΦΩΤΙΑΔΗΣ Κώστας: «Η εθνική και θρησκευτική συνείδηση των Ελλήνων του Πόντου»,
λόγος εκφωνηθείς στις 25/3/1996, έκδοση του Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 13.

76 FALLMERAYER Jac.: «Geschicte Kaiserthums von Trapezunt» («Ιστορία της
Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας»), München 1827, Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη
1992, Μετάφραση Θ. Σερμπίνη, σελ. 44-46.
77 FALLMERAYER Jac., ό.π., σελ. 45.
78 ΤΟΠΑΛΙΔΗΣ Νικ.: «Η έφεση των Σανταίων στην παιδεία», ΠΕ, τχ. 22, 1978, σελ. 240. Εδώ
ο συγγραφέας αναφέρεται στην καταφυγή των Ελλήνων κατοίκων της Τραπεζούντας μετά
την άλωση – για να διαφυλάξουν τη θρησκεία και τον εθνισμό τους – εκτός από άλλες
περιοχές και στην περιοχή της Σάντας, όπου εγκαταστάθηκαν σε μια απρόσιτη κοιλάδα σε
υψόμετρο 1.800 μέτρων.
- ΦΙΡΤΙΝΙΔΗΣ Γ.: «Κρώμνη», Έκδοση Κρωμναίων Καλαμαριάς, Θεσσαλονίκη 1994, σελ.
331.
Εδώ ο συγγραφέας αναφέρεται στην ενότητα οικισμών της Κρώμνης, η οποία, αν και είχε
υποτυπώδεις εγκαταστάσεις από την περίοδο των πρώτων χριστιανών, όμως ουσιαστικά
αναπτύχθηκε την ίδια αυτή περίοδο μετά την άλωση της Τραπεζούντας.
- ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Δ. (Σταυριώτης) Σ. «Αρχείον Σταυρί», Αθήνα 1985, σελ. 18.

79 ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ Ιωάν.: «Ιστορικόν σχεδίασμα περί της επαρχίας Χαλδίας», Εκδόσεις
Φέξη, Αθήναι 1903. Εδώ ο συγγραφέας, επικαλούμενος κώδικα της Μονής Χουτουρά
Χαλδίας, υποστηρίζει ότι οι Έλληνες γνώριζαν τη μεταλλουργική από την αρχαιότητα.
80 ΣΑΜΟΥΗΛΙΔΗΣ Χρήστος, ό.π., σελ. 148.
81 ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ Περικλής: «Η εν Πόντω ελληνική φυλή, ήτοι τα Ποντικά», Αθήναι
1866, σελ. 96.
82 ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Άνθιμος: «Ο Πόντος διά των αιώνων», ΑΠ, σύγγραμμα περιοδικόν,
τόμος 1 , σελ. 41, Αθήναι 1928.
83 ΤΟΠΑΛΙΔΗΣ Πανάρετος: «Ο Πόντος ανά τους αιώνας», Δράμα 1927.
84 ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Άνθιμος, ό.π., σελ. 41.
85 ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ Περικλής, ό.π., σελ. 100

86 ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ Περικλής: «Οι Φυγάδες», Αθήνα 1870, σελ. 54.
87 Ό.π., σελ. 70-71.
88 Ό.π., σελ. 54.
89 Ό.π., σελ. 69.

90 ΕΥΞΕΙΝΟΣ ΠΟΝΤΟΣ, Σύγγραμμα περιοδικόν εν Τραπεζούντι, τευχ. 3, 4 Ιουνίου 1880, σελ.
33, και τευχ. 40, 21 Ιουνίου 1880. Εδώ τα κύρια άρθρα του περιοδικού αναφέρονται στις
μεταναστεύσεις και τους κινδύνους αποδιάρθρωσης των ελληνικών πληθυσμών, που
προκύπτουν από αυτές.
91 LOWRY Heath: «Trabzon Şehrinin İslamlaşma ve Türklesmesi 1461-1583», İstanbul 1981.
Εδώ φαίνεται ότι, ενώ το 1486 το ποσοστό των χριστιανών της Τραπεζούντας είναι 80,78%
(σελ.32), σχεδόν ένα αιώνα αργότερα, το 1583, γίνεται 46,38% (σελ. 113). Το ποσοστό,
αντίστοιχα, των Μουσουλμάνων της Τραπεζούντας από 19, 22% το 1483 (σελ. 20), γίνεται
53,62% το 1583 (σελ. 111)
92 BRYER Antony: «The Toyrkokratia in the Pontos», óôï «Neoellinika» Austin – Texas/USA,
1970, σελ. 45-45.
93 ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ, Μητροπολίτης Τραπεζούντας: «Η εκκλησία Τραπεζούντας», σελ. 707.
94 ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ…, ό.π., σελ. 708.

95 Ό.π., σελ. 691.
96 Ό.π., σελ. 691
97 ΦΩΤΙΑΔΗΣ Κώστας: «Πηγές της ιστορίας του κρυπτοχριστιανικού προβλήματος»,
Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 23.
98 ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ, ό.π., σελ. 710.
99 Ό.π., σελ. 709.
100 ΑΥΕ/Φ1857,76/1. Έκθεση του Υποπροξένου Τραπεζούντας Κ.Ν. Κυπριώτη με αρ. 116 και
ημερομηνία 15 Φεβρουαρίου 1857 προς το Υπουργείο Εξωτερικών, σχετική με το ζήτημα
των Κρυπτοχριστιανών που επιδιώκουν την αναγνώρισή τους. Σύμφωνα με την έκθεση, ο
αριθμός των Οθωμανών των χωριών της Ματσούκας και Χαλδίας είναι (5.690 + 9.260 = 14.950, των Κρυπτοχριστιανών (τους ονομάζει «Κρωμιώτες», από το χωριό Κρώμνη,
10.725 + 16.810) 27.535 , ενώ των (φανερών) χριστιανών Ελλήνων είναι (20.590 +
29.035)
49.625.
101 ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ Περικλής, ό.π., σελ. 87.
102 Ό.π., σελ. 717.
103 VRIONIS Spiros: «The Decline of Medieval Hellenism in Asia Minor and the Proccess of
Islamization From 11th through the 15th century» Los Angeles, 1986, Μετάφραση Κάτια
Γαλαταριώτου, Έκδοση ΜΙΕΤ, Αθήνα 1996, σελ. 398.
104 Ό,π., σελ. 395. Εδώ παρατίθεται πίνακας νε αριθμό σπιτιών κατά χριστιανούς και
μουσουλμάνους στις διάφορες επαρχίες του Οθωμανικού κράτους. Στο εγιαλέτι του Ρουμ,
που βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή του Πόντου, υπάρχουν 116.772 σπίτια
μουσουλμάνων ( 69,3% του συνόλου) και 51. 662 χριστιανικά ( 30,7%). Στις άλλες
ανατολικές περιοχές τα ποσοστά των χριστιανικών σπιτιών είναι πολύ μικρότερα: στο
Ντιγιαρμπεκίρ είναι 14,3%, στην Καραμανία είναι 2,27%, ενώ στο Ανατολικό εγιαλέτι είναι   ακόμη πιο κοντά στο μηδέν (1,6%).
105 Ό.π., σελ. 398-399.

Posted in Books | Tagged , , , , , | Leave a comment

How Greek Science Passed to the Arabs (continued from 05/01/12 )

 
(3) OTHER TRANSLATORS

About 908 the Christian priest lusuf al-Khuri al-Qass translated Archimedes’ (lost) work on triangles from a Syriac version, and this was afterwards revised by Thabit ibn Qurra. He also made an Arabic translation of Galen’s De simplicibus temperamentis et facultatibus, which was afterwards revised by Hunayn ibn Ishaq.

About the same time lived Qusta ibn Luqa al-Ba’lbakki (3. 912-13), a Syrian Christian who translated Hypsicles, afterwards revised by al-Kindi, Theodosius’ Sphaerica, which was afterwards revised by Thabit ibn Qurra, Heron’s Mechanics, Autolycus, Theophrastus’ Meteora, Galen’s catalogue of his books, John Philoponus on the Physics of Aristotle and several other works, and also revised the existing translation of Euclid.

Abu Bishr Matta ibn runus al-Qanna’i (d. 940) was responsible for a translation of the Poetica of Aristotle.

Medical and logical works were translated also by the Monophysite Abu Zakariya Yahya ibn ‘Adi al-Mantiqi “the logician” (d. 974), amongst them the Prolegomena of Ammonius, an introduction to Porphyry’s Isagoge.

To these may be added the late translator Al-Hunayn ibn Ibrahim ibn al-Hasan ibn Khurshid at-Tabari an-Natili (d. 990) also the Monophysite Abu ‘Ali ‘Isa ibn Ishaq ibn Zer’a (d. 16th April, 1008), who prepared versions of medical and philosophical works. With these the series of translators in Asia comes to an end. After this the work changes to cornmentary and exposition, occasionaly revising earlier transla tions.

A final phase of translation appears in Andalus the Muslim occupied Spain. There the fugitive ‘Umayyad prince ‘Abdarrahman had established an independent kingdom in 755, The eighth prince of that Andalusian state ‘Abdarrahman III in 929 adopted the title Khalif and so from 929 to 978 there were khalifs of Cordova, usually with strained relations with the ‘Abbasids in the east, but friendly with the Emperor of Byzantium who was their enemy. In 949 the Byzantine Emperor Constantine VII sent an embassy to Cordova and amongst the presents he sent to ‘Abdarrahman was a copy of Dioscorides in Greek with painted pictures of the many plants described in the text. This book attracted much attention, but no one in Cordova could read Greek, so the Khalif in thanking the Emperor begged him to send someone who could translate and explain the work. In 95I the Emperor sent a monk named Nicolas, who was able to speak Arabic, and he not only made translations of Dioscorides and other Greek works, but began teaching the Greek language, his lectures arousing great enthusiasm and being attended by many court officials, including Hasdai ibn Shaprut, the Jewish wazir. Translations of Dioscorides already existed, that of Hunayn ibn Ishaq from the Syriac version of his pupil Stephenos ibn Basilos, and the version made by an-NataIi for the Prince Abu ‘Ali as-Sanjuri. But Nicolas made an improved translation in which pains were taken to identify the plants described, thus laying the foundation of a serious study of botany which very quickly bore fruit in the work of Abu Dawud Sulaiman ibn Juljul (circ. 1000), physician to ‘Abdarrahman’s successor Hisham II, who wrote a supplement to Dioscorides describing a number of plants found in Spain, a land peculiarly rich and varied in its flora, but not known to the Greek author. Although there was a very productive cultural harvest in Andalus and the reign of ‘Abdarrahman III alusian culture, there does not was the golden age of Andalusan culture, there does not appear to have been any further output the Greek there. The Andalusian version of Dioscorides as made by Nicolas exists in a Bodleian manuscript. Apparently the older version prepared by Hunayn ibn Ishaq or an-Natali was quite unknown in Spain.

(4) THABIT IBN QURRA

Thabit ibn Qurra is pronminent amongst those who revised and corrected Arabic translations of mathematical and astronomical works, and introduces a new source of proGreek interest. He was a native of the town of Harran, the ancient Charrae, where men adhered steadfastly to their ancient paganism, although the deities worshipped there bore names borrowed from the G7reek pantheon. It was in the midst of Syriac Christian culture, between Edessa and Rashayn, situated on the Belias, a minor tributary of the Upper Euphrates. It was famous for the purity of the Aramaic spoken there, and this was sometimes attributed to its comparative freedom from Jewish or Christian influences, though in fact there was a Christian bishop who claimed Harran as his see and presumably there was a Christian congregation there. It seems to have been in touch with the renaissance of Greek learning which affected both the Nestorian and Monophysite churches and its thought was strongly tinctured with neo-Platonism.

Our knowledge of the ancient religion of Harran is chiefly gleaned from the observations of ad-Dimishqi, who died in A.D. 1327, long after the city had passed into obscurity and who could only have had traditional information about its religion. His information is summarized in Chwolson’s Die Ssabier und der Ssabismus, ii, 280-411. From that we learn that the Harranians had five great temples dedicated respectively to the First Cause, the First Reason, the Ruler of the World, Form, and Soul. There were seven other temples dedicated to the seven planets. It was an anomaly for a pagan city to enjoy religious freedom under Muslim rule and noninterference was not due to the city being obscure as it was the capital of the province of Diyar Mudar and under the last ‘Umayyad khalif Marwan II it was the residence of the court and government administration. The Fihrist relates a story that al-Ma’mun towards the end of his reign passed by Harran on a military expedition, and he and his officers were astonished at the strange and uncouth appearance of the townsmen. He asked who they -,vere, and was shocked to learn that they were pagans. This implies that Harran was unknown to Muslims generally and a remote isolated district, which is not true. Al-Ma’mun ordered the people to adopt one of the recognized religions, Islam, Judaism, Christianity, or Mazdeanism, before he came back that way. He never did come back, but the people were alarmed at his threats and many of them conformed to Islam or Christianity: Mazdeanism seems to have ceased to make converts by then; but others adhered to their paganism and sought a way to escape the Khalif’s anger. A certain lawyer offered to show them a possible way of doing so for a consideration, and when they had paid him his fee he advised them to claim to be Sabaeans (Sabi’a), as those are mentioned in the Qur’an as one of the “peoples of the Book” (Qur., 2, 59; 22) 17; 5, 73), and no one knew who the Sabaeans were. The story is obviously apocryphal: the Harranites could not have been so little known in the days of al-Ma’mun as his father Harun ar-Rashid had already put pressure on them as heretics and their city had been the seat of government under Marwan II. The story is an attempt to explain how the Harranites came to be called Sabacans, a name which we now recognize as not belonging to them. The real Sabaeans were a people of South Arabia, with whom Harran had no concern. But the Mandaeans of the Lower Euphrates, the Haemerobaptists of the Christian fathers and the rabbinical writers who earned the title of “baptists” from their frequent and punctilious ablutions, were in Aramaic called Saba’in from the root SB’ “ummerse”. Those Mandaeans were Gnostics who inclined to astrological beliefs, possibly actual star-worshippers. The people of Harran were not Gnostics, but they had temples dedicated to the planets, which gave some colour to the confusion between them and the Mandaeans. Harranite neo-Platonism might possibly be conf used with Gnostic beliefs. It is characteristic that the Harranites claimed that their religion had come to them from Hermes. It is an interesting instance, though not a unique one, of the way in which the Muslim law was sometimes evaded.

Thabit ibn Qurra (d. 901)was originally a money-changer in the market of Harran, and when he turned to philosophy he made wonderful progress and became expert in three Syriac, and Arabic…. In Arabic he languages, Greek composed about 150 works on logic, mathematics, astronomy, and medicine, and in Syriac he wrote another fifteen books” (Bar Hebraeus, Chron., x, 176). About 872 he was excommunicated by the High Priest of Harran, unfortunately we know nothing about the ecclesiastical discipline of Harran and sent to Kafartutha, near Dara, but he remained staunch to his religion. “Our fathers,” he said, “by the help of God stood firm and spoke boldly, so this favoured town never was polluted by the error of Nazareth (Christianity), and we are their heirs and transmitters of paganism in these days: fortunate is he who bears his burden in hope strengthened by paganism (ibid.). He maintained that it was the pagans who first cultivated the land, founded cities, made ports, and discovered science (ibid.).” After wanderings in various lands he met Muhammad, one of the “Sons of Musa”, who recognized his scholarship and took him to Baghdad where he did most of his work. He made translations of Apollonius, Archimedes, Euclid, Ptolemy, and Theodosius, or revised existing translations. He also composed several works on astronomy and mathematics. It has been supposed that he was responsible for the extremely mechanical form in which Ptolemy’s cosmography was presented to the Arabs, but that hardly seems justified. In mathematics he introduced the theory of “amicable numbers”, a Chinese idea. Such numbers are those in which one is the sum of the factors in the other. Thus if P=3(2n)-1, q=3(2n-1)-1, and r=9(22n-1)-1, assuming that n is a whole number, then a=2npq, and b=2nr are amicable numbers. Suppose n=2, then P=3(2n)-1=11: q = 3(2n-1)-1=5: r=9(22n-1) û 1=71: so the amicable numbers are a=320, b=284. Nothing very much results from this investigation, but it was continued by Maslama za-Majriti and a few other Arab mathematicians.

Thabit had a son Abu Sa’id who became physician to the Khalif al-Oahir. He also was a pagan, but the khalif tried to convert him to Islam and fell into the habit of using the most bloodthirsty threats to force him to do whatever he wanted, until the unhappy physician fled to Khurasan and remained there until al-Oahir was dead. Then he returned to Baghdad and lived there until his own death in 943. Thabit had many pupils, one of whom a Christian named ‘Isa ibn Asd translated into Arabic various works which Thabit had composed inSyriac.

About 932-4 the city of Harran was destroyed either by the ‘Alids, as Hamawi says, or by Egyptian invaders as Dimishqi asserts. The contemporary historian, John of Antioch, describes  this destruction.

In 975 Abu Ishaq ibn Hilal, secretary to the khalifs Muti’ and Tai’, obtained a decree granting religious toleration to the Sabaeans of Harran, ofwhom there were many in Baghdadsome were still there in the eleventh century-one of whom the -most distinguished were the mathematician Abu Ja’far al-Khazin, a convert to Islam, and Ibn al-Wahshiya, author of a work known as “the Nabataean Agriculture” (Kitab al-falaha an-nabatiya), which pretended to be a translation from ancient Babylonian. This work was finished in. 904: it is a collection of popular beliefs, superstitions, and legends. It gives no real botanical information but simply aims at proving that the ancient Babylonian civilization existed ages before the rise of the Arabs whose culture was a comparatively recent and inferior one. In fact it is an example of the strong anti-Arab animus characteristic of the early ‘Abbasid period. The work had no influence on the development of intellectual culture amongst the Muslim Arabs.

After its destruction in 932-4 Harran was rebuilt, but destroyed again in 1032 when only the great Temple of the Moon was left standing. After these misfortunes it still lingered on and was visited by Ibn Jubayr in 1184, but in 1332 Abu I-Feda found only a decaying village on its site.

(TO BE CONTINUED)

by  De Lacy O’Leary

First published in Great Britain in 1949

Posted in Books | Tagged , , , , | Leave a comment

UTOPIAN SOCIETIES (III)-Από την “κοινωνία της γνώσης” στην γνώση της κοινωνίας

 

(BEING CONTINUED FROM  23/4/12)

Την περίοδο που διανύουμε, η οποία όλο και περισσότερο χαρακτηρίζεται από τη χιονοστιβάδα του καπιταλισμού που παρασύρει στο διάβα της συλλογικές αναφορές στέλνοντας την ιστορία των αγώνων για την κοινωνική χειραφέτηση στα αζήτητα, κάθε προσπάθεια ανασύνθεσης στην πολιτική διεργασία έρχεται αναπόφευκτα σε επαφή με το ζήτημα της εκπαίδευσης και της παιδείας. Είναι ζήτημα κομβικό σ’ ότι αφορά την αναπαραγωγή των παντός είδους σχέσεων στο καθημερινό εργαστήριο της ζωής, ενώ από την άλλη ο αξιακός-πολιτισμικός παράγοντας που το εκθέτει ως κοινωνικό παράδειγμα, αφορά το μετασχηματισμό σε σφαίρες ελευθερίας και αυτονομίας. Η απογύμνωση της πολιτικής δράσης από ζητήματα καθημερινής σημασίας που τόσο πολύ τονίζονται από τις σχεδόν καθιερωμένες σχολές του «τρόπου ζωής» (lifestyle) επιφέρει ένα τραγικό αδιέξοδο, αφού κάθε προσπάθεια χειραφέτησης συναντά τον ακατέργαστο κι ακαλλιέργητο εαυτό της. Μια προσπάθεια κοντολογίς που επιδιώκει να συνολικοποιεί το κοινωνικό ζήτημα, αυτονόητα, έρχεται σε επαφή με τις πιο «δύσκολες» πλευρές της, αυτές του καθημερινού και της ρουτίνας.

Από την άλλη οι αλλεπάλληλες μεταρρυθμίσεις στο θεσμό της εκπαίδευσης που έχουν στόχο τους τη στρατολόγηση γενιτσάρων, καταναλωτών και ευέλικτων εργαζομένων, για την ολοκλήρωση της ουτοπίας του συστήματος, έχουν στο οπλοστάσιό τους ένα χυδαίο παιδοκεντρισμό. Περιτυλίγοντας με ρητορείες το δούρειο ίππο που επεμβαίνει σε κάθε τι που δεν εντάσσεται στην Αγορά και ξεμπερδεύοντας με τον «αναχρονισμό» και τον «συγκεντρωτισμό», εγκαινιάζουν και μια νέα Βαβυλωνία σύγχυσης νοημάτων κλείνοντας πονηρά το μάτι σε μια φιλελευθερο-ελευθεριάζουσα ηθική. Όπως θα έλεγε με άλλα λόγια και ο Ζαν-Κλον Μισεά στο πόνημα του Η Εκπαίδευση της Αμάθειας, ότι σήμερα δεν φτάνει να λέμε για το «τι κόσμο θα παραδώσουμε στα παιδιά μας» αλλά «σε τι είδους παιδιά θα παραδώσουμε αυτόν τον κόσμο», το κοινωνικό ζήτημα που είναι επιμερισμένο στις ανεξάντλητες όψεις του, οφείλει να ανασυντίθεται και να παρεμβαίνει στο μέλλον από το χρόνο του παρόντος.

Η ελευθεριακή προσέγγιση της παιδείας και του οργανωτικού της καθρέφτη που είναι η εκπαίδευση, καθορίζει με κάποιο μέτρο -που μόνο κοινωνικά δοκιμάζεται- τη διεύρυνση των δημιουργικών δυνατοτήτων αυτοδιεύθυνσης. Μια απόπειρα μέσα σε άλλες, όχι παραγωγής θέσεων σε μια καλύβα για ένα αδειανό πουκάμισο, αλλά μια προσπάθεια για την ανάδειξη μιας εν δυνάμει συνολικής δυνατότητας, θα καταβάλει περιληπτικά κι ίσως περιεκτικά το παρακάτω κείμενο.

Η ελευθεριακή εκπαίδευση και το γιατί

Ελευθερία και παιδεία είναι αδιαχώριστες ως ζωντανές κοινωνικές δυναμικές. Η παιδεία έχει ως προϋπόθεση τη διαρκή ελευθερία στην αναζήτηση, στην έρευνα, στην δοκιμασία, στον πειραματισμό, ενώ η ελευθερία εξαρτάται από τη διεύρυνση των πεδίων της γνώσης προς όφελος της κοινωνίας και της σχέσης Φύσης και Ανθρώπου. Η εκπαίδευση, μια συντηρητική διαδικασία εκμάθησης της συσσωρευμένης γνώσης και κοινωνικής εμπειρίας είναι απαραίτητη για την απόκτηση γνώσεων που δεν χρειάζεται εκ νέου να ανακαλυφθούν. Είναι όμως, μια περιοριστική διαδικασία εκμάθησης και προώθησης των δυνατοτήτων και κλίσεων του ατόμου η οποία οφείλει διαρκώς να ακολουθά τις νέες ανακαλύψεις ελευθερίας στην κοινότητα.

Η εκπαίδευση της αλληλεγγύης υπερβαίνει το εξουσιαστικό σχολείο και τις όποιες αντίστοιχες δομές, αφού θέτει ως βάση της την ισότητα μεταξύ των εμπλεκομένων: μαθητών, δασκάλων και κοινωνίας. Η αυτοδιαχείριση εκπαιδευτικών θεσμίσεων, πραγματοποιείται από τις ελεύθερες και με δημοκρατικές δομές κοινότητες, με στόχους την προαγωγή της ελευθερίας της σκέψης, της ελευθερίας επιλογής μορφωτικών πεδίων και διαρκούς αναμόρφωσής τους αντίστοιχα με τις κυρίαρχες κοινωνικές ανάγκες της επιβίωσης και της παραγωγής αγαθών αλλά και με κριτήριο αυτό της τέχνης ως υπέρβασης της καθημερινότητας και της διεύρυνσης της σχόλης. Όλη αυτή η κοινωνική διεργασία κρίνεται ως μια διαρκής πορεία αναζήτησης της ελευθερίας και εξήγησης της πραγματικότητας που διαρκώς επανακαθορίζεται. Είναι η πανάκεια, ώστε η ισότητα στα υλικά αγαθά και στις αποφάσεις να αποκτήσει ένα νόημα τελειοποίησής της.

Η γνώση και η εκπαίδευση είναι κομμάτια αναπόσπαστα της ζωής. Μέσω αυτών μπορούμε να επιβιώσουμε, να εμπλουτίσουμε τη ζωή μας και να αναπτύξουμε τον χώρο-χρόνο ελευθερίας με στόχο την απόλαυση, τη χαρά και την ανακάλυψη γνώσεων που απελευθερώνουν διαρκώς τον άνθρωπο από την αναγκαστική εργασία.

Η ελευθεριακή εκπαίδευση δεν μπορεί να είναι η εφαρμογή της επινόησης κάποιου ιθύνοντος νου αλλά η ίδια η πραγμάτωση της επιθυμίας ανθρώπων να απαλλαχθούν κατ’ αρχήν από τα δεσμά της καταπίεσης και της ανισότητας που βιώνουν και να γευτούν το όνειρο μιας μάθησης που αποτελεί πραγματική τους ανάγκη. Είναι έργο του ίδιου του τμήματος των καταπιεσμένων που θέλουν όχι μόνο για λογαριασμό των παιδιών αλλά και των ίδιων, να γεύονται τη γνώση, να βελτιώνουν τη ζωή τους, να νέμονται εξίσου τα υλικά αγαθά, να συνεργάζονται και να συναποφασίζουν για την κοινωνική ευημερία.

Το ελευθεριακό σχολείο, στις όποιες του εκδοχές, είναι ένα σύνολο σχέσεων, κυρίως, που τείνει να εφάπτεται με τους χώρους της εργασίας και της παραγωγής δίνοντάς τους ηθική υπόσταση και νόημα δημιουργίας, που συνδέεται με την οικογένεια για την εξέλιξή της σε κύτταρο που προστατεύει τις ελευθερίες των μελών της, που παρεμβαίνει στη γειτονιά με την έννοια της συμμετοχής στην οργάνωση και προγραμματισμό της ικανοποίησης των αναγκών της, που δίνει τον απαραίτητο τόνο στον τρόπο απόδοσης της δικαιοσύνης καθιστώντας τον, χώρο μάθησης στην πράξη της ισότητας μέσα από τη διαφορά. Είναι ένα σχολείο ενάντια στην αδικία που μαθαίνεις το δίκαιο, εν λόγω και έργω, είναι ένα σχολείο ενάντια στην ιεραρχία που μαθαίνεις στην ισότητα, είναι ένα σχολείο ενάντια στον ανταγωνισμό που μαθαίνεις στην αλληλεγγύη.

Η ελευθερία προϋποθέτει μια δεοντολογία ζωής που ανανεώνεται στην πράξη για την ισότητα όλων μεταξύ τους. Έτσι η δημιουργία και αναδημιουργία νόμων (του ρήματος νέμομαι=μοιράζομαι) γίνεται μια διαδικασία σε μια οριζόντια σύνθεση ανθρώπων που χωρίς διακρίσεις αποφασίζουν, προγραμματίζουν και εφαρμόζουν στην εκπαίδευση. Είναι ένα «δύσκολο» σχολείο αφού η ανάληψη ευθύνης είναι κυρίαρχη στους στόχους του.

Απέναντι στην ισότητα ενώπιον της εξουσίας και των κατεστημένων νόμων της, η ισότητα μεταξύ όλων όσων εμπλέκονται στην όποια μορφής εκπαίδευση, ανεξαρτήτου ηλικίας, φύλου, φυλής, γλώσσας καθώς και άλλων διαφορών που δυνητικά αποτελούν το υλικό για την ανάδειξη προνομίων στο σύστημα, υπάρχει ο αντίποδας της συνεργασίας. Η δημοκρατική συνεργασία των μελών αντικαθιστά τον ανταγωνισμό με διάφορες μορφές συνεργασίας. Έτσι το ψεύδος για την κοινωνική ισορροπία ή το κοινωνικό συμβόλαιο με στόχο τη λείανση των διαφορών φέροντας ως αναγκαία συνθήκη την ύπαρξη και τη διαιώνιση της ύπαρξης μιας ηγετικής ομάδας και τάξης, καθαιρείται για λογαριασμό μιας επαναστατικής εξισωτικής ανάγκης.

Ενάντια στην ανισότητα των ίσων, η ισότητα των «άνισων» ολοένα και περισσότερο μέσα στο χρόνο και στο χώρο κατοχυρώνει τη διεκδίκηση των κοινωνικών μας δυνατοτήτων να ξεπερνάμε τις αξιολογικές κλίμακες, τις μηχανιστικές αναγωγές που έχουν διαιρέσει την κοινωνία στους «πάνω» και στους «κάτω». Απέναντι στην ανοχή που προκαλεί νέους πόλους και ανταγωνισμούς, η κατανόηση του διαφορετικού φέρνει κοντά διαφορετικούς κουλτούρες, διαφορετικές στάσεις ζωής, διαφορετικές συνήθειες, δημιουργώντας νέες συνθήκες και συμφωνίες σε μια προσπάθεια κατάργησης βασανιστικών εθίμων, προνομίων και κάθετων διακρίσεων.

Απέναντι στο διαχωρισμό φύσης και κοινωνίας ή κοινωνίας και ανθρώπου, η εκπαίδευση αυτή ξαναφέρνει την κοινωνία μέσα στη φύση και τον άνθρωπο μέσα στην κοινωνία του. Απέναντι στο διαχωρισμό πνεύματος και ύλης ή ψυχής και σώματος, το κοινωνικό εργαστήρι δασκάλων και μαθητών επαναφέρει τον άνθρωπο στην ολότητά του.

Η ελευθεριακή εκπαίδευση αντλεί από την παράδοση των αγώνων για την πραγμάτωση της ελευθερίας και σε κάθε νέα κοινωνική συνθήκη προωθεί την αλλαγή προς νέες δυνατότητες. Αποτελεί την εναλλακτική λύση απέναντι στο σχολείο-ίδρυμα που εμποδίζει τις δεξιότητες και κλίσεις των ανθρώπων να αναπτυχθούν προς όφελός τους και προς όφελος της κοινωνίας. Η μετατροπή όλης αυτής της πανανθρώπινης ιδρυματικής δραστηριότητας που σήμερα εγκλωβίζει χιλιάδες ανθρώπους σε δραστηριότητες προσανατολισμένες στο ατομικό συμφέρον, σε δημοκρατικές κοινότητες ανακάλυψης και ελευθερίας είναι κάτι παραπάνω από αναγκαία.

Είμαστε δάσκαλοι για όσα ξέρουμε και μαθητές για όσα μαθαίνουμε. Αυτό δίνει και τη δυνατότητα να μπορούμε να καταργούμε δυναμικά τους ρόλους εξουσίας που δηλητηριάζουν την ανθρώπινη ζωή δημιουργώντας υπηκόους και υποταγμένους ανθρώπους. Η χαρά της ανακάλυψης της γνώσης για κάθε ηλικίας ανθρώπους είναι ένα αγαθό προσβάσιμο αναιρώντας ρόλους εξουσίας που αποδίδονται σε όσους κατέχουν τη γνώση ικανοποίησης αναγκών ή γνώση των λειτουργιών κάθε ιεραρχικού συστήματος.

Κάθε νέα ανακάλυψη που διασταυρώνεται με τη σωρευμένη εμπειρία και βασίζεται σ’ αυτήν, αποτελεί γνώση που εν δυνάμει ανήκει σ’ όλη την κοινωνία. Κάθε μέσο μετάδοσης της από τον έναν στον άλλο, από τη μια κοινότητα στην άλλη, απ’ το ένα έθνος στο άλλο, είναι θεμιτό, στο βαθμό που η κατοχή της ή η μετάδοσή της δεν μπορεί να δημιουργήσει μια νέα κλίκα προνομίων αλλά να αναπτύξει με ένα ξεχωριστό τρόπο την κάθε διαφορετική συλλογική (εθνική, κοινοτική, κλπ.) ή προσωπική συγκρότηση. Κάθε ομάδα, ιερατείο, επιστημονικό επιτελείο, που δεν θέτει τη γνώση στην κοινωνία αποτελεί ένα αντικοινωνικό εργαλείο αναπαραγωγής προνομίων και ρόλων εξουσίας.

Η ελευθεριακή εκπαίδευση προσανατολίζεται στην κατάκτηση της γνώσης που δημιουργεί, αναπτύσσει και εξελίσσει την ανθρώπινη οργάνωση, που απαλλάσσει ολοένα και περισσότερο τα μέλη της από το σωματικό μόχθο, που ανακαλύπτει εκ νέου ή ανανεώνει τη σχέση ισορροπίας κοινωνίας και φύσης, που εξελίσσει τις ανθρώπινες σχέσεις σε πεδία ισότητας.

Απέναντι στον κατακερματισμό της γνώσης που βιώνουμε σαν την αποδόμησή της σε «πληροφορίες» που δεν μπορούν να συσχετιστούν, η ζωντανή ελευθερία της κοινότητας συνθέτει τις πολλαπλές εμπειρίες ξαναδίνοντας ζωή στο δέντρο της γνώσης. Η σύγχρονη εκδοχή του διαρκούς κομματιάσματος σε τομείς με βάση τις διαρκώς νέες αναγκαιότητες του καπιταλιστικού συστήματος, προάγει την απόλυτη εξειδίκευση. Η γνώση μπορεί να γίνει υποχείριο του συστήματος εκμετάλλευσης και κυριαρχίας εφόσον κάθε τομέας μπορεί να αναπαράγει ρόλους εξουσίας και να εγκαθιστά τεχνητές κοινωνικές ανάγκες, απόλυτα διαχειρίσιμες. Η πρόσκτηση της γνώσης πρέπει να είναι απεικόνιση της κοινωνικής ζωής που διέπεται από τις πρακτικές της αλληλεγγύης, της αλληλοβοήθειας, της καλοσύνης και της αγάπης. Επίσης κάθε γνωστικό αντικείμενο είναι απόλυτα εξαρτημένο από τα άλλα και όλα μαζί συνεισφέρουν για την ικανοποίηση των ριζικών αναγκών του ανθρώπινου είδους με σεβασμό στη φύση.

Ενάντια σε κάθε πολιτικό, θρησκευτικό, κοινωνικό δόγμα και παράδοση, η εκπαίδευση των ίσων, αναδεικνύει τις πραγματικές δυνατότητες του ανθρώπου και της κοινωνίας να αυτορρυθμίζεται. Η γνώση του σώματος, η γνώση της φύσης, η γνώση των συλλογικών δυνατοτήτων είναι ανεξάντλητη και ανοιχτή. Κάθε νέα κατάκτηση γνώσης μέσω της ελεύθερης αμφισβήτησης του υπάρχοντος δίνει τη δυνατότητα στα μέλη, να πειραματίζονται και να τεκμηριώνουν.

Κάθε άνθρωπος μπορεί να συνδιαμορφώνει σε αποκεντρωμένες κοινότητες και να σχεδιάζει τρόπους μετάδοσης, ανακάλυψης, εμπέδωσης και αμφισβήτησης των δεδομένων. Οι βιβλιοθήκες, τα μουσεία, τα εργαστήρια, ο δρόμος, η γειτονιά, ο αγρός, η φύση, η αγορά, το εργοστάσιο, η κατοικία, η συνέλευση, η περιήγηση, οι τέχνες αλλά και κάθε άλλο κοινωνικό ή φυσικό πεδίο αποτελεί μορφωτική πηγή που μπορεί να αντικαθιστά παράλληλα με την προσπάθεια για την ανατροπή της κατεστημένης κοινωνικής οργάνωσης την σχολειοποιημένη γνώση και τη, θέσει, αυταρχική δομή της κοινωνίας και των σχολείων της. Είναι η αναγκαία προϋπόθεση της κοινωνικής αυτομόρφωσης.

Η ελευθεριακή εκπαίδευση είναι βασικός στόχος ενός κινήματος που παλεύει για μια κοινωνία ισότητας, αλληλεγγύης και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Δεν είναι μια υπόθεση του επέκεινα ή γενικώς του «μετά». Δεν είναι κάτι που θα έρθει μετά από τη «μεγάλη νύχτα», είναι αυτό που κερδίζεται -με αυτά ή με άλλα λόγια- ως χώρος και χρόνος ελευθερίας και δημιουργίας, σε ένα κόσμο που το ιερό και οι ολίγοι άρχουν.

Γεννιέται και ξαναγεννιέται από το κέλυφος του παλιού κόσμου. Ζει στις διεκδικήσεις του κοινωνικού κινήματος για τη διεύρυνση των ελευθεριών και της ισότητας, εκεί όπου τα παιδιά γίνονται συμμέτοχοι υπεύθυνοι σε δημοκρατικές κοινότητες ζωής, εκεί όπου δοκιμάζονται ατομικά και συλλογικά νέες συμπεριφορές ελευθερίας, όπου μικροί και μεγάλοι, διεκδικούν ένα κόσμο ισότητας και αλληλοσεβασμού, «μικρό» ή «μεγάλο». Γεννιέται και ζει σε σημερινές προσπάθειες μέσα στα όποια εκπαιδευτικά ιδρύματα που όχι μόνο αμφισβητούν αλλά πειραματίζονται, παράγουν σκέψη, κερδίζουν χώρους παιδείας. Είναι παντού όπου άνθρωποι δημιουργούν κοινωνίες μέσα στην κοινωνία όπου η κοινότητα είναι το υπέρτερο αγαθό και η ισότητα είναι η αλήθεια και ζητούμενο.

Το παιδί

Το παιδί είναι μια ξεχωριστή περίπτωση ανθρώπινου πλάσματος. Είναι ενάντια σε κάθε κανόνα και σε κάθε συνθήκη, ιεραρχική ή επαναστατική, και δείχνει πάντα το δρόμο για τις απέραντες δυνάμεις μας να νιώσουμε τον κόσμο μέσα στον κόσμο. Είναι ένα άγνωστο σύμπαν με ξεχωριστές ανάγκες που πρέπει να ικανοποιούνται. Όλα τα ερωτηματικά που μπορεί να γεννιόνται δεν μπορούν να απαντηθούν ούτε με θεολογικά αξιώματα ούτε με επιστημονικές βεβαιότητες. Και οι δυο αυτοί παράγοντες έχουν επιφέρει ένα τεράστιο αδιέξοδο στα παιδιά και κατά συνέπεια σ’ όλη την ταξική ιεραρχημένη κοινωνία που αναπαράγει διαρκώς τον εαυτό της έχοντας ως στήριγμα είτε τον επιστημονισμό είτε την οιαδήποτε θεολογική ρητορεία.

Ο κόσμος των ενηλίκων οφείλει να στηρίζει τις κοινότητες των παιδιών χωρίς να επεμβαίνει στον ιδιαίτερο ψυχισμό τους, έχοντας το ρόλο του εμψυχωτή επικουρικά γι’ αυτό που θέλουν να εκφράσουν είτε μέσω του σώματος, είτε μέσω της ψυχής. Οι όποιες κατακτήσεις για την τεκμηρίωση της ύπαρξης της παιδικής ηλικίας, που συνοδεύονταν και από κοινωνικές αλλαγές στην παραγωγή και στα ήθη, δεν μπορούν να μπαίνουν μέσα σ’ ένα κλειστό σύστημα κοινωνικών σχέσεων, αναπαραγωγής της ιεραρχίας και προσκόλλησης στο πρότυπο του ανταγωνιστικού κόσμου. Πρέπει να απεμπλακούν από αυτόν τον κυκεώνα προλήψεων, προκαταλήψεων και βεβαιοτήτων και να εξελίσσονται σε προσπάθειες έρευνας, αμφισβήτησης και επαναδιαπραγμάτευσης. Σ’ αυτό θα βοηθήσουν όλες αυτές οι δομές που απελευθερώνουν την εργασία, που προσεγγίζουν την υγεία, που αποκεντρώνουν την κοινωνία, που εξισώνουν το δικαίωμα της συμμετοχής όλων στις αποφάσεις. Η κοινότητα θα μπορεί να στηρίζει την κοινότητα των παιδιών δίπλα στους συνεργαζόμενους φυσικούς γονείς.

Η οικογένεια, σε μια δυναμική εξέλιξης της κοινωνίας προς τη χειραφέτηση, δεν μπορεί να διαιωνίζεται έχοντας τους ίδιους ρόλους. Η ανεκτίμητη προσφορά της στην υπόθεση της αλληλεγγύης, της συναισθηματικής κάλυψης, της επιβεβαίωσης της ύπαρξης πρέπει να συνεχιστεί όχι με τη μετάλλαξή της σε ένα φουτουριστικό και εφιαλτικό αναπαραγωγικό ρόλο αλλά στην εν δυνάμει διάχυσή της μέσα στην κοινότητα. Τα παιδιά, όπως και οι φυσικοί γονείς έχουν τη δυνατότητα να προσεταιρίζονται νέες σχέσεις μακριά και πέρα από σχέσεις ιδιοκτησίας του ενός από τον άλλον. Είναι τα ξεχωριστά μέλη που η κοινότητα μαζί με τους φυσικούς τους γονείς υπερασπίζεται τις ανάγκες τους και το δικό τους ξεχωριστό κόσμο. Δεν ανήκουν σε κανέναν.

Γιώργος Κυριακού

Αναδημοσίευση από τον ιστότοπο του ελευθεριακού περιοδικού Ευτοπία

(to be continued)

Posted in News and politics | Tagged , , , , , | Leave a comment

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ , ‘Ητοι Λόγος περί ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ (ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ IA)

(ΣΥΝΕXEΙA ΑΠΟ 17/05/12)

ΒΙΒΛΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ

Ἰδού, λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, ἀρκετῶς ἀποδεδειγμένη καὶ ἡ δευτέρα αἰτία τῆς μέχρι τοῦ νῦν ἐπιμονῆς τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τῆς τυραννίας.

Ἄλλο δὲν μοῦ μένει τώρα, παρὰ νὰ ἀποδείξω τὴν εὐκολίαν τῆς ἐλευθερώσεώς της, διὰ νὰ τελειώσω τὸν λόγον μου, καὶ ἄμποτες ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ἀνάγκη νὰ σᾶς καταπείσῃ, καθὼς τὸ ἐλπίζω, διὰ νὰ ἀποδείξωμεν ἐμπράκτως τὰ ὅσα μέχρι τοῦδε εἶπον.

***

Πρὶν ὅμως νὰ ἔμβω εἰς τὰς ἐπαριθμήσεις τῶν μέσων καὶ τῶν τρόπων διὰ τοιοῦτον ἐπιχείρημα, θέλω νὰ ἐκβάλω τοὺς ἄκανθας ἀπὸ τὰ ρόδα· λέγω ἐκείνους, ὁπού, διὰ περισσοτέραν δυστυχίαν τοῦ γένους μας, ἡ κακὴ τύχη ἔκαμεν Ἕλληνας, καὶ μόνον ἐγεννήθησαν εἰς τὴν ἑλληνικὴν γῆν, ὄχι δι᾿ ἄλλο, εἰμὴ διὰ νὰ βαστάξωσι περισσότερον καιρὸν τὴν πατρίδα μας ὑπὸ τῆς δουλείας. Αὐτοὶ εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι, ὁποὺ κατὰ τύχην ἐκληρονόμησαν ἀρκετὰ χρήματα καὶ περισσότερα ἐλαττώματα, καὶ ζῶσιν εὐχαριστημένοι, χωρὶς ποτὲ νὰ στοχάζωνταί τι διὰ τοὺς ἄλλους. Ἐκεῖνοι οἱ αὐτόματοι καὶ οὐτιδανοὶ ἄρχοντες, οἱ φιλάργυροι καὶ ἀμαθεῖς ἀρχιεπίσκοποι. Ἐκεῖνοι οἱ αὐθάδεις καὶ ὄντως βάρβαροι προεστοί. Ἐκεῖνοι οἱ ἀμαθεῖς, ὁποὺ θέλουσι νὰ ἀποκρίνωνται πάντοτε καὶ εἰς κάθε πρόβλημα. Ἐκεῖνοι, ὁποὺ ἀναζητήτως δίδουσι συμβουλὰς πάντοτε καὶ εἰς ὅλους. Ἐκεῖνοι, τέλος πάντων, ὁποὺ μὲ ἄκραν οὐτιδανότητα ψυχῆς, ἀφοῦ πωλήσουν ἑκουσίως τῷ τυράννῳ καὶ τὴν ζωὴν καὶ τὸ ἔχειν τους καὶ τὴν τιμήν τους, καυχῶνται εἰς τὸ νὰ διαφέρωσιν ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ὁποὺ εἶναι ἀκούσιοι σκλάβοι.

Οἱ τοιοῦτοι, ὦ ἀδελφοί μου, μὴν ἔχοντες ἀρετὴν καμμίαν, καὶ γνωρίζοντες τὸν ἑαυτόν τους ἀναξιώτατον, κρίνουν τὸ ἴδιον καὶ διὰ τοὺς ἄλλους. Πρὸς τούτοις, ἡ ἀπαιδευσία των δὲν τοὺς ἀφήνει νὰ καταλάβωσι τοὺς τόσους καὶ τόσους τρόπους, ὁποὺ οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες ἠμποροῦσι νὰ μεταχειρισθῶσι διὰ τὴν ἐλευθερίαν τους, καὶ ἐμποδίζοντάς τους ἐνταυτῷ ἀπὸ τὸ νὰ καταλάβουν τὰς αἰτίας, ὁποὺ βιάζουν, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, τὴν σήμερον τὸ γένος μας νὰ ἐπανορθωθῇ ἐξ ἀποφάσεως, τοὺς ἀποκαταστῶσι εἰς τὰς κεφαλάς των τὴν ὑπόθεσιν τόσον δύσκολον, ὅσον ἀδύνατον πιστεύουσι τὸ νὰ συνεργήσωσιν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι. Τὸ δὲ προσωρινὸν καλῶς ἔχειν τους, τοὺς χαλινώνει καὶ τοὺς συνδένει μὲ τὴν δουλείαν, ὁποὺ οὔτε κἂν τὴν αἰσθάνονται, μάλιστα δὲ οὔτε τοὺς δυσαρέσκει, καὶ σχεδὸν – σχεδὸν μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς τὴν ἀγαπῶσι, ὡσὰν ὁπού, ἀφοῦ ζῶσιν αὐτοὶ ἀσύδοτοι, ὡς προεῖπον, καὶ τρόπον τινὰ εὐχαριστημένοι, διὰ τοὺς λοιποὺς δὲν τοὺς μέλει τίποτες.

Τί λέγουσι, λοιπόν, αὐτοὶ οἱ βρωμεροὶ καὶ χυδαιότατοι ἄνθρωποι; «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ νικηθῇ ἓν τόσον μεγάλον βασίλειον; Ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κυβερνηθῶμεν μόνοι μας. Ποῦ νὰ εὕρωμεν ἕνα ἄλλον βασιλέα τόσον εὔσπλαγχνον, καὶ τόσον καλόν; Τί εἶναι αὐτὴ ἡ ἐλευθερία; Ἡ ἐλευθερία οὔτε ἐστάθη, οὔτε θέλει σταθῆ. Ποῦ νὰ χύσωμεν τόσον αἷμα! Οἱ ὀθωμανοί, εὐθὺς ὁποὺ καταλάβουν, ὅτι ἔχομεν τοιοῦτον σκοπόν, θέλουσι μᾶς ἀποκεφαλίσει ὅλους, ὡς τόσα πρόβατα, καὶ ἔστω ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης… » καὶ ἄλλα παρόμοια, τὰ ὁποῖα εἰς ἕνα στοχαστικὸν καὶ φρόνιμον ἄνθρωπον, φαίνονται, καθὼς εἶναι, τόσοι μῦθοι, ἀλλ᾿ εἰς τοὺς ἁπλοῦς καὶ εὐκολοπίστους εἶναι τόσοι χρησμοί, καὶ ὡς ἀλάνθαστοι προρρήσεις, καὶ ἐνταυτῷ, ὁποὺ δηλοποιοῦσι τὴν ἄνανδρον καὶ ὄντως ἑβραϊκήν των καρδίαν, ἀπομωρώνουσι καὶ πολλοὺς ἄλλους.

Μήπως εἶνε ἱκανοὶ νὰ καταλάβουν τὸ δίκαιον, διὰ νὰ τοὺς τὸ εἰπῇ τινάς (1); Ὦ ἀδελφοί μου! Αὐτοὶ εἶναι τόσον ἀνόητοι, καὶ ἱσχυρογνώμονες, ὁποὺ ὅλοι οἱ Δημοσθένεις τοῦ κόσμου δὲν ἤθελαν ἠμπορέσει νὰ τοὺς καταπείσουν. Νὰ ὁμιλήσῃ τινὰς μὲ αὐτοὺς εἶναι τὸ ἴδιον, ὡσὰν νὰ ἤθελεν νὰ ἀκροάζεται, καὶ νὰ τοὺς ἀποκρίνεται πάντοτε τὸ ναί, μάλιστα ἐκεῖνοι οἱ βρωμοάρχοντες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὁποὺ ὅσον ὕφος καὶ ἀλαζονείαν ἔχουσι, ἄλλην τόσην ἀμάθειαν καὶ ἱσχυρογνωμίαν φυλάττουσιν ἐπάνω των, καὶ ἄλλο δὲν ἠξεύρουσιν νὰ εἰπῶσι, εἰμὴ δυσκολίας, ἀπορίας, καὶ ἀμφιβολίας πλῆθος. Ἡ ψυχή των εἶναι τόσον μικρὴ καὶ οὐτιδανή, ὁποὺ οἱ ψύλλοι εἰς τὰ ὄμματά των φαίνονται τόσοι ἀνδριάντες.

Τί, λοιπόν, ἠμπορῶ νὰ τοὺς εἰπῶ, διὰ νὰ τοὺς καταπείσω, ὅταν δὲν καταλαμβάνουν τί ἐστὶ δίκαιον; Νὰ τοὺς κράξω, ἴσως, ἀτίμους; Ἀλλ᾿ αὐτοὶ τὸ ἔχουν διὰ προτέρημα. Νὰ τοὺς ἐνθυμίσω πόσον εἶναι ἀνάξιοι εἰς τὸ νὰ ὠφελήσουν τὴν πατρίδα, καὶ πόσον ἐπιτήδειοι εἰς τὸ νὰ τὴν ζημιώσουν; Ἀλλ᾿ αὐτοὶ καυχῶνται εἰς αὐτό. Νὰ τοὺς ὀνειδίσω, τέλος πάντων, ὡς ἀνελεήμονας, ἀδίκους καὶ σκληρούς; Ἀλλὰ ποῖος ἀπὸ ἐσᾶς δὲν τοὺς γνωρίζει, καὶ δὲν τὸ ἠξεύρει; Αὐτοί, ἀγαπητοί μου, εἶναι, ἐπειδὴ πρέπει νὰ εἶναι· ὡσὰν ὁπού, καθὼς ἡ ἐλευθερία ἔχει τοὺς διαυθεντευτάς της, οὕτως καὶ ἡ τυραννία ἔχει τοὺς ἐδικούς της, καὶ θέλουν χρησιμεύσει διὰ παραδείγματα ἐντροπῆς εἰς τοὺς μεταγενεστέρους.

Οὗτος ὁ πολλὰ ἐνοχλητικὸς καὶ βραχὺς πρόλογος ἦτον πολλὰ ἀναγκαῖος διὰ τὴν ὑπόθεσιν τὴν πλέον μεγάλην δι᾿ ἡμᾶς, ὦ Ἕλληνες, ὁποὺ τώρα ἀρχίζω νὰ ἐρευνήσω, λέγω τὰς αἰτίας, ὁποὺ βιάζουσι, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, τὴν ἐλευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸν ζυγόν, καὶ τὰ εὐκολώτατα μέσα μιᾶς ἀναμφιβόλου ἐπιτεύξεως.

***

Ἀναγνῶστα ἀγαπητέ, ὅποιος καὶ ἂν εἶσαι, σὲ παρακαλῶ, νὰ στοχασθῇς ἀρκετά, πρῶτον μόνος σου τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἔπειτα νὰ ἀναγνώσῃς τοῦτα τὰ ὑστερινὰ κατεβατὰ τοῦ πονήματός μου, νὰ στοχασθῇς, λέγω, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι κοινόν, ὅτι ἡ τιμή σου, ἡ εὐτυχία σου καὶ ἡ ζωή σου κρέμανται ἀπὸ τὸν ὀρθὸν στοχασμόν σου. Πρόσεχε οὖν νὰ μὴν ἀπατηθῇς ἀπὸ ἱσχυρογνωμίαν σου καὶ προδώσῃς εἰς χεῖρας ἐχθρῶν καὶ πατρίδα καὶ συγγενεῖς καὶ εὐτυχίαν καὶ τιμὴν καὶ ζωήν.

Ὤ, πόσον τὸ πλῆθος τῶν ἰδεῶν, ὁποὺ εἰς ἐτούτην τὴν στιγμὴν μοῦ παρησιάζονται εἰς τὸν νοῦν, μ᾿ ἐμποδίζουν σχεδὸν ἀπὸ τὸ νὰ τὰς ἐκθέσω καθὼς τυχαίνει, καὶ θέλοντας νὰ γράψω εἰς ὀλίγα λόγια, ὅσα εἶναι ἀναγκαῖα καὶ ὅσα ὁ ἔρως τῆς πατρίδος μὲ διδάσκει, δὲν θέλω δυνηθῇ, ἴσως, νὰ εἰπῶ τὸ ὀλιγότερον μέρος εἰς πολλὰ κατεβατά. Ἀλλ᾿ ὁ στοχασμός μου, πάλιν σᾶς τὸ ξαναλέγω, δὲν εἶναι νὰ γράψω δι᾿ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι χρείαν νὰ ἀκούσωσι ἐξ ἄλλων ὅλα, ὅσοι δὲ ἔχουν τὸ πνεῦμα ἔξυπνον, ἀρκοῦσιν εἰς αὐτοὺς καὶ τὰ ὀλίγα. Ἂς ἀναφέρωμεν, λοιπόν, πρῶτον τὰς αἰτίας, ὁποὺ κατασταίνουσιν ἄφευκτον τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας, καὶ ἔπειτα, ἐν συντόμῳ, νὰ ἐκθέσωμεν τὰ μέσα καὶ τρόπους διὰ τοιοῦτον ἔργον.

Πρώτη οὖν καὶ κυριωτέρα αἰτία εἶναι τὸ γῆρας τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας. Ἀλλὰ τί λέγω ἐγὼ πρώτη! Αὐτὴ εἶναι καὶ πρώτη καὶ ὕστερη, οὔτε ἄλλη ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τόπον, ὅταν εἶναι αὐτή. Ἂς ἐνθυμηθῇ ὁ ἀναγνώστης τὰ προλεχθέντα περὶ τῶν διαφόρων διοικήσεων, καί, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, τῶν πολιτικῶν σωμάτων, ὅτι δηλαδὴ γεννῶνται, αὐξάνουσι, γηράζουσι, καὶ τέλος πάντων θνήσκουσι.

Τὸ ὀθωμανικὸν κράτος τὴν σήμερον εὑρίσκεται εἰς τὰ ὀλοίσθια τοῦ θανάτου, καὶ ἠμπορεῖ νὰ παρομοιασθῇ εἰς ἓν σῶμα ἀνθρώπινον, κατακρατημένον ἀπὸ ἀποπληξίαν καὶ μὴ ἔχον ἐλευθέραν, εἰμὴ τὴν κεφαλήν, ἡ ὁποία, μὴν λαμβάνουσα τὴν ἀναγκαίαν δύναμιν ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν τοῦ αἵματος, κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον ἀδυνατίζει καί, τέλος πάντων, θνήσκει. Οὕτως καὶ ἡ τυραννία τῶν ὀθωμανῶν τὴν σήμερον, εἰς ἄλλο δὲν γνωρίζεται ὅτι ὑπάρχει, εἰμὴ εἰς τὴν Βασιλεύουσαν. Ἔστω εἰς παράδειγμα ὁ πρώην Τζεζάρ, κυβερνητὴς εἰς τὸ Ἄκρι, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον δὲν ὑπήκουε εἰς τὸν βασιλέα του, ἀλλὰ καὶ ἀντιστέκετο εἰς ὅλας του τὰς προσταγάς, καὶ πολλάκις φανερὰ τὸν ὕβριζε, καὶ διὰ γραμμάτων πάντοτε τὸν ἐπεριγελοῦσε. Ἔστω εἰς παράδειγμα ὁ Πασβάνογλους, ὁ ὁποῖος ἐκήρυξεν πόλεμον ἐναντίον τοῦ βασιλέως του, καὶ ἐνίκησε πάντοτε. Ἔστω πρὸς τούτοις διὰ παράδειγμα ὁ τῶν Ἰωαννίνων τύραννος, ὁ ὁποῖος, ἀγκαλὰ καὶ νὰ μὴν τὸ φανερώνῃ, ὅλοι ὅμως ἀρκετῶς τὸ ἠξεύρουσι ὅτι δὲν φοβεῖται, οὔτε ποτὲ ὑπακούει εἰς τὰς προσταγὰς τοῦ βασιλέως του.

Ποῖος ἀπὸ ἐσᾶς, ἀδελφοί μου, ἀγνοεῖ ἴσως, ὅτι τὰ ἐντάλματα αὐτοῦ τοῦ τυράννου, τέσσαρας ὥρας ἔξω ἀπὸ τὴν Βασιλεύουσαν, δὲν ἀξίζουν τίποτες; Ποῖος δὲν ἠξεύρει τὸ πλῆθος τῶν ἀποστάτων, ὁποὺ ἀφανίζουν τὰ χωρία καὶ τοὺς ὁδοιπόρους μὲ ἀκαταπαύστους κλοπὰς καὶ συνεχεῖς φόνους, χωρὶς νὰ ἠμπορῇ αὐτὸς ποτὲ νὰ τοὺς καταδαμάσῃ μὲ τὰ στρατεύματά του; Ἀλλὰ τί λέγω στρατεύματα; Αὐτὰ δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ μία συνάθροισις τόσων βαρβάρων, χωρὶς τάξιν καὶ χωρὶς τέχνην· οὔτε διαφέρουσιν ἀπὸ τοὺς ἀγρίους τοῦ Καναδᾶ εἰς ἄλλο, εἰμὴ μόνον εἰς τὰ φορέματα (2).

Πρόσθες καὶ τὸ ἀνεξάλειπτον μῖσος, ὁποὺ εὑρίσκεται ἀναμεταξύ των· μία δυσπιστία, μία ἀμάθεια, ὁποὺ τοὺς ἀποκαταστᾶ χειροτέρους ἀπὸ τὰ ἴδια ἄλογα ζῶα. Εἰς τὴν Βασιλεύουσαν ὁρίζουν περισσότερον οἱ μάγειρες τῶν πρέσβεων καὶ ἐπιτρόπων τῶν ξένων βασιλειῶν, παρὰ οἱ σύγκλητοι τῆς ὀθωμανικῆς αὐλῆς. Ὁ Ἀντιβασιλεὺς προστάζει, καὶ τὰς περισσοτέρας φορὰς δὲν ὑπακούεται. Τί ἄλλο, λοιπόν, φανερώνουν αὐτά, εἰμὴ τὸ γῆρας τῆς τυραννίας καὶ τὸ ἄφευκτον καὶ ὀγλήγορον πέσιμόν της; Ποῖος δὲν βλέπει, ὅτι ὁ πρῶτος ὁποὺ παρησιασθῇ, θέλει εἶναι ὁ νικητής (3);

***

Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα τὰς αἰτίας, ὁποὺ ἀποκαταστῶσιν εὔκολον τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν Ἑλλήνων· πρώτη λοιπόν, εἶναι ἡ προχώρησις τοῦ γένους μας εἰς τὰ μαθήματα. Ὤ, πόση διαφορὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ δέκα χρόνους ἕως τὴν σήμερον! Μεγάλη, ὦ ἀδελφοί μου, μεγαλοτάτη καὶ καθ᾿ ἑκάστην πρὸς τὸ κρεῖττον φέρεται. Τώρα ἄρχισαν αἱ Μοῦσαι νὰ ἀναλάβουν, καὶ πάλιν νὰ ἐπανορθωθῶσιν εἰς τὰ χρυσόχροα ὄρη τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Ἀπόλλων πάλιν ἐμφανίσθη εἰς τὸ ἀρχαῖον του παλάτιον. Δὲν εὑρίσκεται πόλις τὴν σήμερον, ὁποὺ νὰ μὴν ἔχῃ δύο καὶ τρία σχολεῖα.

Ἐξαλείφθη εἰς τὰ περισσότερα μέρη ἡ δεισιδαιμονία τῶν γραμματικῶν, καὶ οἱ νέοι ἤρχισαν νὰ μεταχειρίζωνται τὸν ἀξιοτιμιώτερον καιρὸν τῆς ζωῆς των εἰς γνώσεις ὠφελίμους, καὶ ὄχι νὰ τὸν ἐξοδεύουν εἰς τὸ νὰ ἐκστηθίζωσι λέξεις. Ἡ Λογικὴ καὶ Φυσικὴ ἄνοιξαν τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν περισσοτέρων· οὔτε οἱ διδάσκαλοι τὴν σήμερον ἔχουσι ἐκείνην τὴν ἐνοχλητικὴν καὶ βραδεῖαν μέθοδον τῆς παραδόσεως, οὔτε οἱ μαθηταὶ φυλάττουσι τὴν ὀκνηρίαν καὶ ἀμέλειαν, ὁποὺ εἶχον, ἀλλ᾿ ἀμφότεροι, μὲ ἄκραν εὐχαρίστησιν καὶ ἐπιμέλειαν ἀντλίζουν ἀπὸ τὴν ἀνεξάντλητον πηγὴν τῆς μαθήσεως ἐκεῖνα τὰ φῶτα, ὁποὺ στολίζουσιν τὸ ἀνθρώπινον πνεῦμα καὶ τὸ ἀποδεικνύουσιν ἄξιον τοῦ πλάστου του (4). Ἡ πολυμάθεια, τέλος πάντων, ἀπέβαλεν τὴν δισχυρογνωμίαν ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἔπαυσεν ἐκείνη ἡ ἀδιαφορία, ὁποὺ πρότερον τόσον ἐδειλίαζεν τοὺς ταλαιπώρους νέους, οἵτινες ἐποθοῦσαν νὰ παύσωσι τὴν δίψαν των μὲ τὰ καθαρὰ νάματα τῆς σπουδῆς καὶ σχεδὸν δὲν ἐτολμοῦσαν.

Τὴν σήμερον οἱ σπουδαῖοι, ἂν κατὰ χρέος ἀκόμη δὲν εὐλαβῶνται καὶ δὲν τιμῶνται, δὲν καταφρονῶνται ὅμως, οὔτε περιπαίζονται. Καὶ καθεὶς ἀπὸ τοὺς προεστούς, ἀντὶς νὰ σφαλίσῃ τὸν υἱόν του εἰς τὸ ὀσπίτιόν του, καὶ νὰ τὸν ἀφήσῃ ἀμαθέστατον, μετὰ πάσης τῆς ἐπιμελείας τὸν πέμπει εἰς τὰ σχολεῖα, διὰ νὰ φωτισθῇ.

Εἰς αὐτὰ κράζω διὰ μάρτυρας ὅλους σας, ὦ Ἕλληνες, καὶ μάλιστα ὅσους ἔχουσιν υἱούς (5). Τὰ σχολεῖα δὲν εἶναι πλέον ἔρημα ὡς καὶ πρότερον, ἀλλὰ τὸ καθὲν περιέχει πενήντα καὶ ἑκατὸν μαθητάς, οἵτινες ἀφοῦ ἀνέγνωσαν τὸν ἡδύτατον Ξενοφῶντα, τὸν νουνεχῆ Πλούταρχον καὶ τοὺς λοιποὺς ἱστορικοὺς φιλοσόφους τῶν προγόνων μας, ἐγνώρισαν τὸν βόρβορον τῆς τυραννίας καὶ κλαίουσι πικρῶς διὰ τὴν δυστυχίαν τῆς πατρίδος μας. Δὲν προφέρουσι πλέον τὸ ὄνομα τῆς ἐλευθερίας μὲ φόβον, μήπως καὶ τοὺς ἀκούσωσιν οἱ προεστοὶ ἢ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς κηρύξουσιν ἀθέους, ὡς πρότερον ἔκαμνον, ἀλλὰ τὸ προφέρουσι μὲ ἐκεῖνο τὸ θάρρος, ὁποὺ οἱ δοῦλοι δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχωσι. Δὲν παύουσιν ἀπὸ τὸ νὰ νουθετῶσι τοὺς ἀμαθεῖς φίλους των, καὶ μὲ τὸ παράδειγμά των ἐπαρακίνησαν ὅλους νὰ στοχασθῶσι μίαν φορὰν καθὼς πρέπει, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον δὲν τὸ ἔκαμνον.

Ἐν ἑνὶ λόγῳ, διὰ νὰ λάβῃ τὸ πᾶν τὸ ποθούμενον τέλος, ἄλλο δὲν τοὺς λείπει, εἰμὴ ἡ ἐλευθερία. Ἡ ἀγχίνοιά των εἶναι ἀμίμητος. Οἱ Ἕλληνες, ὦ ἀδελφοί μου, ἔχουσι μίαν φυσικὴν διάθεσιν, ὄχι μόνον εἰς τὸ νὰ μιμῶνται, – ὁμιλῶντας γενικῶς – ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ νὰ ἐφευρίσκωσι. Οἱ νόες των εἶναι γεννητικοὶ εἰς τὸ ἄκρον, εἰς τρόπον ὁπού, μετὰ τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας, δύο χρόνων διάστημα εἶναι ἀρκετώτατον νὰ ξαναδώσῃ εἰς ἡμᾶς τὰς προτέρας μας ἀρετάς.

Πῶς νὰ παραιτήσω τοὺς ἐπαίνους, ὁποὺ τυχαίνουν ἐκείνων τῶν ἡρώων τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι μὴν ὑποφέροντες τὰς φοβερὰς τυραννίας τῶν ὀθωμανῶν, ἐκλέγουσιν ἐκείνους ὁποὺ γνωρίζουσιν ἀξιωτέρους καὶ φεύγουσιν εἰς τὰ δάση, διὰ νὰ διαυθεντεύσουν τὴν ἐλευθερίαν των; Ποῦ ἐσπούδαξαν ἐκεῖνοι τακτικήν, διὰ νὰ ἀντισταθῶσιν εἰς τὸ πλῆθος τῶν ἐχθρῶν των, καὶ νὰ τοὺς νικῶσι πάντοτε (6); Δὲν ἀποδεικνύουσιν αὐτοὶ φανερὰ καὶ τὴν ἄφευκτον πτῶσιν τῆς ὀθωμανικῆς δυναστείας καὶ τὴν εὐκολίαν τῆς ἐπανορθώσεώς μας; Ἢ μήπως εἶναι ὀλίγοι! Τὴν σήμερον εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα εὑρίσκονται βέβαια ἀπὸ αὐτοὺς περισσότεροι ἀπὸ δέκα χιλιάδας, τῶν ὁποίων ἡ ἀνδρεία εἶναι ἀδιήγητος καὶ ἡ ἀγάπη διὰ τὴν ἐλευθερίαν τους ἀπερίγραπτος.

Αὐτοὶ οἱ ἥρωες πολλάκις, μὴν ἀπαντῶντες ἐχθρούς, διὰ νὰ λάβωσι μὲ τὴν νίκην τὰ ὅσα τοὺς εἶναι ἀναγκαῖα, ζῶσι δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας μὲ νερὸν καὶ χόρτα, καὶ οὕτως δὲν ἐνοχλοῦσι τοὺς χωριάτας εἰς τὸ οὐδέν. Καθεὶς ἀπὸ αὐτοὺς ἀξίζει δέκα ἀρχιστρατήγους ἀλλογενεῖς διὰ τὴν ἐξυπνότητα τοῦ νοὸς καὶ διὰ τὰς πολεμικὰς ἐφευρέσεις, διὰ δὲ τὴν ἀγάπην τῆς ἐλευθερίας καὶ τὴν μεγαλοψυχίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς παρομοιάσῃ τινὰς μὲ κανένα ἀπὸ τοὺς τωρινοὺς ἀρχιστρατήγους (7).

Τὰ ἤθη τῶν Ἑλλήνων, πρὸς τούτοις, εἶναι ἄλλη μεγαλειτέρα αἰτία, ὅτι εὔκολος εἶναι ἡ ἐπανόρθωσίς των. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες, καὶ μάλιστα οἱ χωρικοί, ἔχουσι μεγαλωτάτην κλίσιν εἰς τὰ ἄρματα (8).Σχεδὸν καθεὶς ἀπὸ αὐτοὺς ἔχει δύο καὶ τρία ἄρματα, καὶ εἶναι ἀξιοθαύμαστοι κυνηγοί (9). Εἶναι δὲ γενικῶς πεπροικισμένοι ἀπὸ τὴν φύσιν μ᾿ ἓν πνεῦμα γεννητικὸν καὶ ὀρθόν. Ἀνάμεσα δὲ εἰς τὰς φυσικάς των ἀρετάς, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, ἡ φιλοξενία εἶναι εἰς αὐτοὺς γενική. Τέλος πάντων φιλόθρησκοι καὶ εἰς τὸ ἄκρον ἐναντίοι τῶν ὀθωμανῶν.

Ἡ αὐτοϊδιότης τῆς τροφῆς των καὶ τὰ καθαρὰ ἀναβρυστικὰ νερὰ ὁποὺ πίουσι, τοὺς βαστᾶ ἀδιακόπως εἰς μίαν εὐρωστίαν καὶ δύναμιν ἐξαίσιον (10). Ἡ εἰλικρινότης καὶ εὐθύτης των εἶναι βέβαια ἀξίαι τοῦ χρυσοῦ αἰῶνος. Τὸ σέβας των πρὸς τοὺς γέροντας καὶ ἡ ἀγάπη των διὰ τὴν δόξαν εἶναι ὁμοῖαι μὲ τῶν Σπαρτιάτων. Εἶναι λίαν εὔστροφοι, ἀγαποῦσι καταπολλὰ νὰ ἐπιχειρίζωνται κάθε δύσκολον ὑπόθεσιν, καὶ εἶναι περισσότερον ριψοκίνδυνοι, παρὰ δειλοί (11).

Ἡ διαγωγή των εἶναι ἐνάρετος, καὶ μὲ τόσην σταθερότητα ὑποφέρουσι τὰ βάσανα τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας, ὁποὺ φανερὰ ἀποδεικνύεται ἡ ἀνότης τῆς ψυχῆς των· καταφρονοῦσι δὲ εἰς τὸ ἄκρον τοὺς τυράννους των, καὶ ἡ προθυμία των εἰς τὸ νὰ ἐλευθερωθῶσι εἶναι ἄκρα. Ἄλλο δὲν προσμένουν, παρὰ μόνον ἕνα ἀρχιστράτηγον, διὰ νὰ τοῦ γίνουν ὅλοι ὀπαδοί, καὶ νὰ ξαναποκτήσουν τὴν ἐλευθερίαν τους.

Ἴσως κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀναγνώστας, μάλιστα δὲ ἂν εἶναι ἀλλογενὴς – διὰ τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν γράφω – ἤθελε μὲ κατακρίνει διὰ κόλακα πρὸς τοὺς ὁμογενεῖς μου, τοὺς ὁποίους τρόπον τινὰ φαίνεται νὰ ἐπαινῶ πολλά. Διὰ τοῦτο λοιπόν, θέλοντας νὰ ἐβγάλω ἀπὸ αὐτοὺς τοιαύτην ἀμφιβολίαν, θέλω προσπαθήσει νὰ ἀποδείξω ἐν συντόμῳ τὰς αἰτίας τοιούτου χαρακτῆρος.

Τὸ νὰ διαφέρωσιν οἱ ἄνθρωποι ἀναμεταξύ των, τόσον κατὰ τὸ σῶμα, καθὼς καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα, οὐδεὶς βέβαια ἀμφιβάλλει. Τρεῖς εἶναι λοιπὸν αἱ αἰτίαι τοιούτου ἀποτελέσματος. Ἡ θέσις μιᾶς ἐπαρχίας ὡς πρὸς τὴν γηΐνην σφαῖραν, τὸ κλῖμα καὶ αἱ περιστάσεις. Ἡ μὲν πρώτη προξενεῖ τὴν διαφορὰν εἰς τὰ γένη, ὡς ἐπὶ παραδείγματι ὁ Ρῶσσος διαφέρει ἀπὸ τὸν Ἀφρικάνον. Ἡ δὲ δευτέρα ἐκτελεῖ τὸ αὐτὸ ἀπὸ πολίτην εἰς πολίτην, καὶ οὕτως ὁ Ἀθηναῖος διαφέρει ἀπὸ τὸν Λακεδαίμονα. Καὶ ἡ τρίτη, τέλος πάντων, εἰς τὴν ὁποίαν αἱ δύο πρῶται πολλὰ συνεισφέρουσι, ἀποκαταστεῖ μεγαλειτέραν τὴν διαφορὰν ἀνάμεσα εἰς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ διὰ τοῦτο ὁ εἷς διαφέρει τοῦ ἄλλου.

Ἡ διοίκησις, ἡ θρησκεία, ὁ ἀριθμὸς τῶν κατοίκων, τὰ ἤθη, καὶ τέλος πάντων ἡ ἐξακολούθησις ἀγνώστων αἰτιῶν, ἤτοι τὸ συμβεβηκός, συνθέτουσι ταύτην τὴν τρίτην αἰτίαν, λέγω, τῶν περιστάσεων. Ὅθεν καὶ εἰς τὴν διαφορὰν τοῦ χαρακτῆρος τοῦ καθενὸς ἔχει τὸ μεγαλείτερον μέρος. Ἀδύνατον εἶναι τώρα νὰ ἐπαριθμήσῃ τινὰς ὅλα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα συνίσταται ἡ διαφορὰ τῶν ἀνθρώπων. Φθάνει, ἐν συντόμῳ, νὰ ἠξεύρωμεν, ὅτι ἡ μὲν θέσις κατὰ μοίρας, ὡσαύτως καὶ τὸ κλῖμα, ἀποκαταστῶσι τοὺς ἀνθρώπους, ἢ μιᾶς κράσεως ὑγιεστάτης, ἢ ἀδυνάτου, ἐκ τῶν περιστάσεων δὲ ἡ μὲν νομαρχία καταστεῖ τὸν ἄνθρωπον ἄφοβον, εἰλικρινῆ καὶ ἐνάρετον, ἡ τυραννία δὲ δειλόν, πονηρὸν καὶ ὑποκριτήν. Ἡ θρησκεία ὡσαύτως, τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ παραδείγματος χάριν, κατασταίνει τοὺς ὀπαδούς του φιλευσπλάγχνους, φιλοξένους καὶ συμπαθητικούς. Ἡ ἑβραϊκὴ θρησκεία κάμνει τὸν λαὸν μισάνθρωπον. Ἡ ὀθωμανική, τέλος πάντων, τὸν κάμνει αὐτόματον, καὶ οὕτως διὰ τὰς λοιπάς.

Πρὸς τούτοις, τὸ συμβεβηκὸς ἔχει δύναμιν πολλάκις νὰ χαρακτηρίσῃ ἕνα λαόν. Τυχαίνοντας, παραδείγματος χάριν, ἓν γένος εἰς πόλεμον μὲ διάφορα ἄλλα γένη, καὶ νικῶντας τα δύο καὶ τρεῖς φοράς, λαμβάνει βαθμηδὸν ἓν θάρρος τοσοῦτον, ὥστε ὁποὺ μὲ τὸν καιρὸν τοῦ μένει ξεχωριστόν του κτῆμα. Οὕτως ἠκολούθησεν εἰς τοὺς Σπαρτιάτας καὶ τὸ ἴδιον μᾶς τὸ βεβαιοῦσιν οἱ Σπαρτιᾶτες τοῦ νῦν αἰῶνος, λέγω οἱ θαυμαστοὶ Σουλιῶτες, οἱ ὁποῖοι ποτὲ δὲν ἐκαταδέχθησαν νὰ πολεμήσουν τοὺς ἐχθρούς των, ἂν πρότερον δὲν τοὺς ἔβλεπον δεκαπλασίως περισσοτέρους των. Τὸ κλῖμα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ κατὰ μοίρας θέσις αὐτῆς εἶναι ἐξαίρετα. Ὅλη σχεδὸν ἡ Ἑλλὰς εἶναι στολισμένη μὲ λόφους καὶ πεδιάδας θαυμασίας, τὰ περισσότερα χωρία εὑρίσκονται εἰς ὕψος, ἡ γῆ εἶναι καταπολλὰ καρποφόρος, τὰ νερὰ καθαρώτατα, ὁ ἀὴρ εὔκρατος, ὅθεν καὶ γενικῶς οἱ Ἕλληνες εἶναι ὑγιεῖς καὶ εὐφυεῖς. Αἱ περιστάσεις δὲ ὁποὺ εἰς τὸν παλαιὸν καιρὸν κατέστησαν τοὺς Ἕλληνας τόσον ἀξιωτέρους ἀπὸ τὰ ἄλλα γένη, τοὺς ἐχαρακτήρισαν διὰ φιλοξένους, μεγαλοψύχους, ζηλωτὰς τῆς πατρίδος των καὶ λατρευτὰς τῆς ἐλευθερίας.

Οἱ Ρωμαῖοι μετὰ τὸν Φίλιππον ὠλιγόστευσαν ὁπωσοῦν τὴν πρώτην των καθαρότητα, οἱ ὀθωμανοὶ δέ, φυλάττοντές τους ὑπὸ τῆς βαρβάρου τυραννίας των, δὲν ἠμπόρεσαν ποσῶς οὔτε νὰ τοὺς φθείρουν τὰ ἤθη, οὔτε νὰ τοὺς ἀλλάξουν τὸν παλαιὸν χαρακτῆρα τους, καὶ τοῦτο διὰ δύο αἴτια. Πρῶτον μέν, ἐπειδὴ οἱ ὀθωμανοὶ εἶναι ἑτερόθρησκοι, καὶ δεύτερον, ὁποὺ οἱ Ἕλληνες, μὴν ἔχοντες εἰς χεῖρας των τὴν διοίκησιν, πάντοτε ἔμειναν οἱ ἴδιοι. Αὐτοί, νομίζοντες τοὺς ὀθωμανοὺς τόσους ξένους τυράννους των, οὔτε εἰς τὰ ἤθη των τοὺς ἐμιμήθησαν, οὔτε εἰς τὸν χαρακτῆρα των. Καὶ ἂν ἡ τυραννία τῶν ὀθωμανῶν ἠφάνισεν τὴν Ἑλλάδα κατ᾿ ἄλλα μέρη, βέβαια δὲν ἠδυνήθη νὰ διαφθείρῃ τὰ ἤθη τῶν κατοίκων της, ὁπού, ἴσως, ἕνας μονάρχης, ἤτοι τύραννος τῆς αὐτῆς θρησκείας καὶ γένους, ἤθελεν κάμει.

Τὰ ἤθη, λοιπόν, καὶ ὁ χαρακτὴρ τῶν Ἑλλήνων προδεικνύει τὴν εὐκολίαν τῆς ἐλευθερώσεώς των. Ἀλλὰ ἂς στρέψωμεν, τέλος πάντων, τὰ ὄμματά μας εἰς τὰ παραδείγματα, διὰ νὰ καταπεισθῶμεν εὐκολώτερα. Ἐγὼ ἠμποροῦσα νὰ σᾶς ἀναφέρω χίλια παραδείγματα γενικῶν ἐπαναστάσεων, παλαιῶν τε καὶ νέων εἰς διάφορα μέρη τῆς γῆς, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι, ὅταν μία ἐπανάστασις ἔχει διὰ ὅρον καὶ τέλος τὴν ἐλευθερίαν, ὅταν δηλ. ἡ ὑπόθεσις ἐγγίζει τοὺς περισσοτέρους, πάντοτε εὐδοκιμεῖ. Ἀλλ᾿ ἡ διήγησίς των ἤθελεν σταθῆ πολλὰ διεξοδική, ὡσὰν ὁποὺ ἔπρεπε νὰ ἀναφέρω καὶ τὰς περιστάσεις καὶ τὰ ἐπίλοιπα.

Δόξα οὖν τῇ Ἐλευθερίᾳ, ἔχομεν ἓν παράδειγμα, καὶ μεγάλον καὶ νέον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀρκετόν, διὰ νὰ σᾶς καταπείσῃ, χωρὶς νὰ ἔχω χρείαν νὰ ἀντιγράψω τοὺς ἱστορικούς. Τοιοῦτον παράδειγμα τόσον εἶναι ἀξιοθαύμαστον εἰς τὴν ἰδιότητά του, ὅσον μεγαλειτέρα ἤθελε σταθῆ ἡ ἀνοησία ἐκείνων, ὁποὺ δὲν ἤθελον καταπεισθῆ. Οἱ Σέρβοι μᾶς δίδουν αὐτὸ τὸ μεγάλον παράδειγμα, ὦ Ἕλληνες.

Αὐτοὶ ἦτον ὁ λαὸς ὁ πλέον ἁπλούστατος, καὶ βέβαια καθεὶς ἐστοχάζετο, ὅτι ἀργότερα ἤθελε λάμψει ἡ ἐλευθερία εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, παρὰ εἰς τὰ ἄλλα. Μ᾿ ὅλον τοῦτο, ὁ θαυμαστὸς στρατηγός των καὶ ἐλευθερωτής των Γεώργιος ἐστάθη ἱκανὸς νὰ ἐπαναστατήσῃ ὅλους τοὺς συμπατριῶτας του, καὶ εἰς τὸ βραχύτατον διάστημα ἓξ μηνῶν νὰ ἐλευθερώσῃ τὴν πατρίδα του ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας. Ὤ, πόσα μαθήματα ἔδωσεν καὶ πόσας ἀμφιβολίας διέλυσεν μὲ τὰ ἔργα του ὁ ἀξιάγαστος Γεώργιος εἰς μεταχείρισιν τῶν Ἑλλήνων! Ὤ, πόσον ἀποστόμωσε τοὺς ἀνοήτους καὶ φλυάρους κατὰ τῶν Ἑλλήνων μὲ τὰ κατορθώματά του, καὶ ἐτρόμαξεν τοὺς ἀχρείους ὀθωμανοὺς μὲ τὰ ἄρματα τῆς νίκης καὶ τῆς ἐκδικήσεως!

Ὦ Ἕλληνες, μάθετέ το διὰ πάντοτε, τὰ ἄρματα τῆς δικαιοσύνης εἶναι ἀνίκητα, καὶ οἱ ὀθωμανοὶ θέλουν φύγει ἀπ᾿ ἔμπροσθεν τῶν ἀρματωμένων Ἑλλήνων. Μὴν ἀλησμονήσητε πρὸς τούτοις, παρακαλῶ, τὸ παντοτινὸν παράδειγμα τῶν θαυμαστῶν Μανιάτων. Ἴδετε ὅτι οἱ ὀθωμανοὶ ποτὲ δὲν ἠμπόρεσαν νὰ τοὺς καταδαμάσουν, οὔτε κἂν νὰ πλησιάσωσι τολμοῦσι πλέον εἰς τὰ σύνορά των. Ἐνθυμηθῆτε, τέλος πάντων, ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς νίκης εἶναι ἡ ἀνθίστασις, καὶ ὅτι οἱ Ἕλληνες δὲν εἶναι οὔτε ἄγριοι, οὔτε οὐτιδανῆς ψυχῆς, καθὼς οἱ ἐχθροί των ὀθωμανοί.

Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω, τί νὰ σᾶς εἰπῶ περισσότερα, χωρὶς νὰ σᾶς ξαναειπῶ τὰ ἴδια. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι τόσον φανερά, ὁποὺ μοῦ κακοφαίνεται τῇ ἀληθείᾳ, νὰ ἠθέλησα νὰ σᾶς τὴν ἀποδείξω. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἀνάμεσα εἰς ἐκείνους ὁποὺ ἀμφιβάλλουν ἀπὸ ἱσχυρογνωμίαν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν κακογνωμίαν, εὑρίσκονται τινές, οἱ ὁποῖοι ἀμφιβάλλουσιν ἀπὸ ἀμάθειαν, διὰ τοῦτο καὶ μόνον ἀπεφάσισα νὰ παραστήσω τὰς αἰτίας, ὁποὺ βιάζουσιν ἐνταυτῷ καὶ εὐκολύνουν τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

———-

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Οἱ τοιοῦτοι ἠμποροῦν νὰ παρομοιασθοῦν εἰς τὰς γραίας γυναῖκας, αἱ ὁποῖαι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, θέλουσι νὰ ἔχωσι πάντοτε τὸ δίκαιον, καὶ ὅταν τινὰς τῶν ἀποδείξῃ τὸ ἄδικόν των, αὐταί, εὐθὺς ἀλλάζουσι ὁμιλίαν, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἠμπορέσῃ τινὰς νὰ τὰς καταπείσῃ.

(2) Ἕνας ἐχθρὸς τῆς Ἑλλάδος, ἕνας βρωμοάρχων τοῦ Φαναρίου, ἤκουσα ὅτι ἐμεσίτευσε καὶ ἐπροσπάθησε νὰ ἀρχίσῃ νὰ βάλῃ τάξιν εἰς τὰ ὀθωμανικὰ στρατεύματα, καὶ ἤρχισε νὰ τοὺς διδάξῃ καὶ τακτικήν. Ὢ τῆς ἀναισχυντίας του καὶ τῆς κακίας του!

(3) Εὑρίσκονται μερικοὶ ὀθωμανοί, ἤ, διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα, ὅσοι ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι ὁπωσοῦν ἄνθρωποι, ὁποὺ δὲν παύουν, ἀπὸ τὸ νὰ λέγωσι ἐν παρρησίᾳ, ὅτι ἔφθασεν τὸ βασίλειόν των εἰς τὸ τέλος του. Οἱ ἴδιοι ἀλλογενεῖς, τὸ βλέπουσι, καὶ ἄλλοι μὲν χαίρονται, ὅσοι τοὺς Ἕλληνας δὲν μισοῦσι, οἱ περισσότεροι ὅμως λυποῦνται.

(4) Ὤ, πόσον ταχύτερα καὶ εὐκολώτερα ἤθελε φωτισθῶσιν οἱ παῖδες τῶν Ἑλλήνων, ἂν αἱ παραδόσεις τῶν ἐπιστημῶν ἐγίνοντο εἰς τὴν ἁπλῆν μας διάλεκτον! Ἄμποτες λοιπόν, νέοι συγγραφεῖς νὰ πλουτίσωσι καὶ τιμήσωσι τὴν γλῶσσαν μας μὲ τὰ πονήματά των, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ νὰ μείνῃ μία μάθησις ξεχωριστή, καὶ νὰ νομίζηται ὡς ἕνας στολισμὸς κατὰ μέρος ἑνὸς μαθητοῦ, καὶ ὄχι ποτὲ ἀναγκαῖον μέσον, καθὼς ἦτον, ἕως τὴν σήμερον, εἰς τὸ νὰ σπουδάσῃ τινὰς τὰς ἐπιστήμας. Καὶ διατί νὰ χάσῃ ὁ ταλαίπωρος νέος τρεῖς καὶ τέσσαρας χρόνους εἰς τὴν σπουδὴν μιᾶς γλώσσης -καὶ σχεδὸν νὰ μὴν τὴν μάθῃ!- εἰς καὶ καιρόν, ὁποὺ ἠμποροῦσε μὲ ὀλιγοτέρους κόπους- οὖσα ἡ σπουδὴ μιᾶς γλώσσης ἡ πλέον ἐνοχλητικὴ – καὶ εἰς ὀλιγότερον καιρὸν νὰ σπουδάσῃ καὶ νὰ μάθῃ ἐντελῶς τὰς ἀναγκαιοτέρας τῶν ἐπιστημῶν; Ἂς ἀποδώσωμεν, λοιπόν, αὐτὴν τὴν τυφλότητά μας, μαζὶ μὲ τόσας ἄλλας, εἰς τὴν τυραννίαν, ἡ ὁποία εἶναι ὁ ὄλεθρος τοῦ ὀρθῶς νοεῖν, καὶ ἂς ἐλπίσωμεν εἰς τὸ ἑξῆς αὐτὴν τὴν διόρθωσιν ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ἄξια ὑποκείμενα, ὁποὺ ἠμποροῦν, ἀφοῦ τὸ εἰπῶσι, νὰ τὸ κάμωσιν ἐνταυτῷ, ἐγὼ δὲ σιωπῶ ἐξ αἰτίας τῆς συντομίας, ὁποὺ εἶμαι στενοχωρημένος νὰ φυλάξω. Τὸ κοινὸν ὄφελος πρέπει νὰ προκρίνεται ἀπὸ τὸ μερικόν, καὶ ἡ ἑλληνικὴ νεολαία δὲν πρέπει νὰ ὑποφέρῃ πλέον τοιαύτην ἀνόητον συνήθειαν, ὁποὺ νὰ ζητῇ τὰ ἀφανῆ διὰ τῶν ἀφανῶν, οὔτε μερικοὶ διδάσκαλοι νὰ καυχῶνται παραπολὺ διὰ τὸ ὅτι ἠξεύρουσι τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν, οἱ ὁποῖοι, τῇ ἀληθείᾳ, ἠμποροῦν νὰ παρομοιασθοῦν μὲ τινάς, οἵτινες ὄντες γυμνοὶ εἰς τὸ σῶμα, φέροσι πολύτιμα καλύμματα εἰς τὴν κεφαλήν. Ἐγὼ ἐγνώρισα ἕνα νέον ὁποὺ εἶχε σπουδάξει δέκα ἓξ χρόνους εἰς τὸ σχολεῖον τῆς Πάτμου, καὶ ἦτον εἴκοσι ἓξ χρόνων, ὅταν ἐβγῆκεν μὲ τὸ τίτλον τοῦ λογιωτάτου, μ᾿ ὅλον τοῦτο δὲν ἤξευρε νὰ παραστήσῃ πῶς γίνεται ἡ ἔκλειψις τῆς σελήνης. Ἤξευρεν ὅμως ἐκ στήθους ὅλον σχεδὸν τὸ τρίτον τοῦ Γαζῆ.

(5) Ἡ Ἑλλὰς χρεωστεῖ αὐτὴν τὴν χάριν ἐκείνων τῶν ὀλίγων φιλοπάτριδων, οἱ ὁποῖοι ἐθυσίασαν μέρος τῆς περιουσίας των καὶ ἔκτισαν σχολεῖα, πληρώνοντες ὄχι μόνον τοὺς διδασκάλους, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἰδίους μαθητάς, ὅταν εἶναι πτωχοί. Ἐπλούτισαν τὰ σχολεῖα μὲ τὰ ἀναγκαιότερα βιβλία, τόσον ἐπιστημονικὰ καθὼς καὶ ἠθικά, ὁποὺ ἔκδωσαν εἰς τύπον, μὲ τὰ ἀναγκαῖα ὄργανα τῆς μαθηματικῆς καὶ φυσικῆς, καί, ἐν ἑνὶ λόγῳ, τὰ πάντα ἐπρόβλεψαν.

(6) Εἶναι ἄξιον θαυμασμοῦ, ὁποὺ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἥρωας μὲ μόνον δέκα ἓξ συντρόφους ἐφυλάχθη πολλοὺς χρόνους ἐλεύθερος εἰς τὰ μέρη τοῦ Ξηρομεριοῦ, καὶ συνεκρότησεν μυρίους πολέμους ἐναντίον πολλῶν ἑκατοντάδων ἐχθρῶν.

(7) Οἱ νῦν ἀρχιστράτηγοι τῶν ἀλλογενῶν, ἀφοῦ κατὰ συνήθειαν προστάξωσιν ὅσα ἔμαθον νὰ λέγωσι, τότε ἐπιστρέφουσιν εἰς τὰ ὄπισθεν, μὲ πρόφασιν διὰ νὰ μὴν βάλουν εἰς κίνδυνον τὰ στρατεύματα μὲ τὸν χαμὸν τῆς ζωῆς των, καὶ οὕτως πολλάκις κλέπτουσι τὴν τιμὴν μιᾶς νίκης, εἰς τὴν ὁποίαν αὐτοὶ δὲν ἔλαβον ἴσως τὸ παραμικρὸν μέρος, καὶ πάντοτε μὲ τὴν ἀπουσίαν τους προξενοῦσι τὴν σύγχυσιν, ὁποὺ εἶναι πρόδρομος τῆς ἥττας.

(8) Τὸ μικρὸν παιδάριον ἑνὸς ἥρωος Σουλιώτου, ὁποὺ ὁ τύραννος Ἀλῆς ὡς αἰχμάλωτον ἐφύλαττε εἰς τὴν μητρόπολιν τῶν Ἰωαννίνων μαζὶ μὲ τὴν μητέρα του καὶ ἀδελφάς του, δὲν ὑπέφερνε τοιαύτην φυλακήν, καὶ ἀλλέως δὲν ἠμπόρεσαν νὰ τὸ ἡμερώσουν, παρὰ δίδοντάς του τὰ πολεμικὰ ἄρματα, μὲ τὰ ὁποῖα παίζοντας ἡσύχασεν.

(9) Πολλοὶ χωριάτες, μάλιστα δὲ οἱ Σουλιῶτες, τόσον εἶναι ἐπιτήδειοι εἰς τὸ νὰ σημαδεύουσιν μὲ τὸ βόλι, ὁποὺ πολλάκις τὸ περνοῦσι ἀπὸ ἓν δακτυλίδι. Ἔχουσι δὲ καὶ τὴν ὅρασιν τόσον ὀξεῖαν καὶ καθαράν, ὁποὺ βλέπουσι τὴν νύκτα περισσότερον ἀπ᾿ ὅ,τι βλέπουσιν οἱ ἀκαδημικοὶ τῆς Κρούσκας τὴν ἡμέραν.

(10) Σχεδὸν εἰς ὅλα τὰ χωρία τῆς Ἑλλάδος δὲν εὑρίσκεται ἰατρός· ἢ, διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα, δὲν εὑρίσκεται ἄρρωστος.

(11) Ὅποιος παρατηρήσῃ τὰ παιγνίδια τῶν παίδων καὶ νέων εἰς τὴν Ἑλλάδα, εὐκόλως ἠμπορεῖ νὰ ἐννοήσῃ τὸ ἡρωϊκὸν πνεῦμα των, ὡσὰν ὁποὺ ἡ τύχη δὲν ἔχει τὸ παραμικρὸν μέρος εἰς αὐτά, ἀλλὰ μόνον ἡ ἀνδρεία, καὶ μᾶλλον ἡ ἀγχίνοια. Πρὸς τούτοις τὰ παιδάρια συγκροτοῦν πολέμους ἀναμεταξύ των, τόσον εἰς ὅλα τὰ χωρία σχεδόν, καθὼς καὶ εἰς διαφόρους πόλεις (εἰς τὰς ὁποίας τῶν ὀθωμανῶν τὰ παιδία εἶναι διὰ παραπλήρωσιν καὶ φεύγουν τὰ πρῶτα εἰς τὴν παραμικρὰν στενοχωρίαν). Τὰ ἅρματά των εἶναι τόσα ξύλα, καὶ πολλάκις μεταχειρίζονται καὶ πέτρας. Τόσον τακτικὰ καὶ στοχαστικὰ διαυθεντεύονται καὶ πολεμοῦσι, ὁποὺ εἶναι ὄντως ἄξια θαυμασμοῦ. Πολλάκις ὁ πόλεμος καὶ ἡ ἀδιάκοπος συγκρότησις βαστᾶ ἕως τρεῖς ὥρας. Φυλάττουσι μὲ πᾶσαν ἀκρίβειαν τοὺς πολεμικούς των νόμους, καὶ ἂν κανένας δὲν ὑπακούσῃ, εὐθὺς οἱ λοιποὶ τὸν ἐκβάλλουν ἀπὸ τὸν κατάλογον τῶν πολεμούντων. Ὑποδέχονται τοὺς αἰχμαλώτους μὲ κάθε καλωσύνην, ἀγκαλὰ καὶ νὰ τοὺς παρηγοροῦσιν εἰρωνικῶς. Αὐταὶ αἱ γυμνάσεις ἀκολουθοῦν εἰς τὰς ἑορτάς, καὶ πάντοτε κρυφίως, ἐπειδὴ ὁ ὀθωμανὸς κυβερνητὴς δὲν τοὺς τὸ συγχωρεῖ ἢ ἀπὸ ἀμάθειαν ἢ ἀπὸ φθόνον. Πολλάκις ἀκολουθεῖ καὶ θάνατος εἰς αὐτὰς τὰς γυμνάσεις. Μ᾿ ὁλον τοῦτο ἡ φυσικὴ κλίσις τῶν νέων εἰς τὰ ἄρματα δὲν ψηφεῖ οὔτε φοβερισμούς, οὔτε κίνδυνον, καὶ σχεδὸν εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα εὑρίσκεται αὐτὴ ἡ συνήθεια.

Posted in Ideologic matters | Tagged , , | Leave a comment

ΚΑΛΕΣΜΑ ΜΑΤΡΙΩΤΙΚΟΝ,ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟΝ,ΑΥΤΟΝΟΜΟΝ , ΠΡΟΣ ΓΕΝΙΚΗΝ ΕΙΡΗΝΙΚΗ ΣΥΣΤΡΑΤΕΥΣΙΝ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ-Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη (I)

 

ΑΔΕΛΦΟΙ  ΑΝΑ ΤΗΝ ΓΡΑΙΑΝ ,ΕΧΟΝΤΕΣ ΖΗΛΟΝ  ΠΕΡΙ  ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ,ΧΑΙΡΕΣΘΑΙ,

ΜΙΑ ΕΠΑΝΑΛΗΨΙΣ ΕΠΙ ΤΑ ΕΝΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑΥΤΑ,ΩΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟΙ ΣΟΦΩΤΑΤΑ

ΛΕΓΟΥΣΙΝ

http://spacezilotes.wordpress.com/2012/05/15/t-2/

ΕΠΙ ΠΛΕΟΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΩΜΕΝ ΕΝΑ ΓΝΩΣΤΟ ΑΞΙΟΠΙΣΤΟΝ ΚΑΙ ΕΝ ΘΥΣΙΑ ΛΟΓΟΝ,
ΟΣΤΙΣ ΙΣΗΜΕΡΟΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΝ-ΝΟΗΤΟΣ   ΠΙΟΤΕΡΟ  ΠΑΡΑ ΠΟΤΕ ΑΛΛΟΤΕ

 

 

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩΜΕΝ  ΔΙ’ΑΓΑΠΗΝ ,ΣΤΗΡΙΞΙΝ  ΤΕ

α.χ.

Μπαίνοντας εἰς αὐτὸ τὸ ἔργον καὶ ἀκολουθώντας νὰ γράφω δυστυχήματα ἀναντίον τῆς πατρίδος καὶ θρησκείας, ὁποῦ τῆς προξενήθηκαν ἀπὸ τὴν ἀνοησίαν μας καὶ ῾διοτέλειά μας καὶ ἀπὸ θρησκευτικοὺς καὶ ἀπὸ πολιτικοὺς καὶ ἀπὸ ῾μᾶς τοὺς στρατιωτικούς, ἀγαναχτώντας καὶ ἐγὼ ἀπ᾿ οὗλα αὐτά, ὅτι ζημιώσαμε τὴν πατρίδα μας πολὺ καὶ χάθηκαν καὶ χάνονται τόσοι ἀθῶοι ἄνθρωποι, σημειώνω τὰ λάθη ὁλωνῶν καὶ φτάνω ὡς σήμερον, ὁποῦ δὲν θυσιάζομε ποτὲς ἀρετὴ καὶ πατριωτισμὸν καὶ εἴμαστε σὲ τούτην τὴν ἄθλια κατάστασιν καὶ κιντυνεύομεν νὰ χαθοῦμεν.

Τὸ Ἔθνος ἀφανίστη ὅλως διόλου καὶ ἡ θρησκεία ἐκκλησία εἰς τὴν πρωτεύουσα δὲν εἶναι καὶ μᾶς γελᾶνε ὅλος ὁ κόσμος. … Ὅ,τι τοῦ λὲς ἡ θρησκεία δὲν εἶναι τίποτας! Ἀλλοίμονο ῾σ ἐκείνους ὁποῦ χύσανε τὸ αἷμα τους καὶ θυσιάσανε τὸ δικόν τους νὰ ἰδοῦνε τὴν πατρίδα τους νὰ εἶναι τὸ γέλασμα ὅλου τοῦ κόσμου καὶ νὰ καταφρονιῶνται τ᾿ ἀθῷα αἵματα ὁποῦ χύθηκαν!

Ὅταν μοῦ πειράζουν τὴν πατρίδα μου καὶ θρησκεία μου, θὰ μιλήσω, θὰ ῾νεργήσω κι᾿ ὅ,τι θέλουν ἂς μοῦ κάμουν.

Μοῦ λέγει (ὁ Ὄθων): «Τί θέλεις νὰ μοῦ εἰπῆς τώρα;» «Ψέματα θέλεις νὰ σοῦ εἰπῶ ἢ ἀλήθεια;» «Ἐγώ», μοῦ λέγει, «ποτὲς δὲν ἀκῶ ψεύματα· ὅλο ἀλήθειες». Τοῦ λέγω, «ἐγὼ ἔχω γιομάτες δυὸ τζέπες μίαν μὲ ψέματα, τὴν ἄλλη μ᾿ ἀλήθειες. Τώρα τί ἀγαπᾶς;» «Ἀλήθεια» μοῦ λέγει. Γυρίζω τὰ μάτια μου εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ὁρκίζομαι εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ νὰ εἰπῶ τὴν ἀλήθεια γυμνὴ ἐμπροστά του. Τοῦ λέγω «Ἡ ἀλήθεια εἶναι πικρὴ καὶ θὰ μὲ πάρης πίσου εἰς τὴν ὀργή σου. Ὅμως διὰ πάντα νὰ εἶμαι εἰς τὴν ὀργή σου, τὴν ἀλήθεια θὰ σοῦ λέγω, ὅτ᾿ εἶναι τοῦ Θεοῦ· τὸ ψέμα τοῦ διαβόλου. Καὶ δὲν εἶναι καιρὸς νὰ κρύβεται ἡ ἀλήθεια.

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ  ΑΠΟ  15/05/12)

Βιβλίον Α´, Κεφάλαιον ἔνατον

Ὁ Μακρυγιάννης ἀπέρχεται εἰς Ἀθήνας πρὸς θεραπείαν τοῦ τραύματος, – Πρόσκλησις αὐτοῦ ὑπὸ τῶν Ὑδραίων καὶ μετάβασις εἰς Ὕδραν. – Ὁ Μακρυγιάννης ἐν Ναυπλίῳ. – Παραίτησις αὐτοῦ ἐκ τοῦ στρατιωτικοῦ βαθμοῦ. – Μετάβασις εἰς Ἀθήνας καὶ κατάταξις εἰς τὸ Τακτικόν. – Νέαι ἔριδες πρὸς τὸν Γκούραν. – Ἀντενέργειαι κατὰ τοῦ Τακτικοῦ. – Ὁ Μακρυγιάννης καὶ πάλιν πολιτάρχης ἐν Ἀθήναις. – Ἀναχώρησις τοῦ Τακτικοῦ ἐξ Ἀθηνῶν. – Εἰσβολὴ τοῦ Κιουταχῆ εἰς τὴν Ἀττικήν. – Στρατοπέδευσις αὐτοῦ εἰς Πατήσια. – Πολιορκία τῆς πόλεως. – Ἅλωσις αὐτῆς. – Ἔναρξις τῆς πολιορκίας τῆς Ἀκροπόλεως. – Ἔξοδος γυναικοπαίδων. – Προμήθειαι τροφίμων ὑπὸ τοῦ Μακρυγιάννη. – Ἡ παράταξις τῶν πολιορκουμένων. – Ὁ Μακρυγιάννης πολιτάρχης τοῦ φρουρίου. – Κατάληψις τοῦ Σερπετζὲ ὑπὸ τοῦ Μακρυγιάννη. – Τὸ κόμμα τοῦ Γκούρα ἐν τῇ Ἀκροπόλει. – Μάχη εἰς τὸ Λιοντάρι. – Μάχη εἰς Ἅγιον Γεώργιον Ἀλεξανδρινόν. – Αἱ παρὰ τὸν Σερπετζὲ μάχαι. – Στρατήγημα τοῦ Μακρυγιάννη. – Νίκη περιφανής. – Κατασκευὴ ὑπονόμου τῶν εἰς Σερπετζέ. – Ἀποτυχία τῆς ἐκρήξεως. – Ὑποχώρησις τῶν ἀμυνομένων. – Νέον στρατήγημα τοῦ Μακρυγιάννη. – Ἀντεπίθεσις καὶ νίκη. – Συγκινητικὴ συνέντευξις τοῦ Γκούρα καὶ τοῦ Μακρυγιάννη. – Συμφιλίωσις αὐτῶν. – Γεῦμα τοῦ Γκούρα παρὰ τῷ Μακρυγιάννῃ. – Τραγούδι τοῦ Μακρυγιάννη. – Θάνατος τοῦ Γκούρα. – Λόγος τοῦ Μακρυγιάννη πρὸς τὴν φρουράν. – Παρασκευὴ νέας ὑπονόμου εἰς τὸν Σερπετζέ. – Αἱφνίδια ἕφοδος τῶν Τούρκων. – Τραυματισμὸς τοῦ Μακρυγιάννη. – Μάχη ἐκ τοῦ συστάδην. – Δεύτερος τραυματισμὸς τοῦ Μακρυγιάννη. – Τρίτος τραυματισμὸς τοῦ Μακρυγιάννη. – Ὑποχώρησις τῶν Τούρκων. – Ἔριδες περὶ τῆς φρουραρχίας. – Διορισμὸς ἐπιτροπῆς. – Ἀπόφασις περὶ ἀποστολῆς ἀντιπροσώπου τῆς φρουρᾶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. – Ἐκλογὴ τοῦ Μακρυγιάννη. – Ἔξοδος αὐτοῦ ἐκ τῆς Ἀκροπόλεως. – Ἄφιξις εἰς Αἴγιναν.


Ἡ πληγὴ τοῦ χεριοῦ μου πήγαινε κακά· πρίσ᾿ κε τὸ χέρι μου καὶ γίνη τούμπανο. Γύρευαν νὰ μοῦ τὸ κόψουνε εἰς τὸ νῶμον οἱ γιατροί, ὀπουμὄχαν βάλη εἰς τ᾿ Ἀνάπλι νὰ μὲ γιατρέψουν. Τριάντα ὀχτὼ ῾μερόνυχτα δὲν ἔκλεισα μάτι. Μ᾿ ἑτοίμασαν εἰς θάνατον· ἔφερε ὅλα τὰ σύνεργα ὁ γιατρὸς νὰ μοῦ τὸ κόψη. Πῆρα τὸ γιαταγάνι καὶ γκρεμίστη κάτου ἀπὸ τὴν σκάλα καὶ γλύτωσε· εἰδὲ θὰ τὸν πάστρευα. Καὶ σηκώθηκα καὶ πῆγα εἰς τὴν Ἀθήνα εἰς τὸν γιατρό, καὶ μὲ γιάτρεψε. Ὅμως σακατεύτηκα ἐξ αἰτίας ἐκείνων τῶν γιατρῶν τοῦ Ἀναπλιοῦ· βήκαν τὰ κόκκαλα ἀδίκως. Κι᾿ ἂν δὲν πήγαινα εἰς τὴν Ἀθήνα ἤμουν χαμένος.

Ὅταν ἤμουν ἀκόμα εἰς τὴν Ἀθήνα, ὁποῦ γιατρεύομουν, τὴ Νύδρα τὴν φοβέριζε ὁ Μπραΐμης νὰ πάγη μ᾿ ὅλον τὸν στόλον νὰ τὴν χαλάση. Οἱ Νυδραῖοι γύρεψαν εἰς τὴν Κυβέρνηση δύναμη στρατιωτικὴ καὶ τῆς ἔλεγαν: «Νὰ διορίσετε δύναμη, ὅμως ὁ Μακρυγιάννης νὰ μὴν λείψη καὶ τὸν γιατρεύομεν ἐδῶ. Ὅτι ὅταν πῆγα εἰς Ἀθήνα, πέρασα πρῶτα ἀπὸ τὴ Νύδρα καὶ βήκαν ὅλοι καὶ μὲ δέχτηκαν, καὶ δυὸ ἀπὸ τοὺς φίλους μὄρριξαν λαχνὸν ποιὸς νὰ μὲ πάρη εἰς τὸ σπίτι του, καὶ μὲ πῆρε ὁ Δημήτρης Λαζαρίμος· καὶ ξόδιασε ἀρκετὰ εἰς τοὺς φίλους ὁποῦ γιόμοζε τὸ σπίτι του νύχτα καὶ ἡμέρα. Δὲν μ᾿ ἄφιναν οἱ Νυδραῖοι νὰ φύγω, μὄφεραν γιατρὸν κι᾿ ὅλα μου τὰ χρειαζούμενα· καὶ στανικῶς ἔφυγα καὶ πῆγα εἰς τὴν Ἀθήνα. Ὕστερα στείλαν ἐπίτηδες ἄνθρωπον οἱ Νυδραῖγοι ῾στὴν Ἀθήνα καὶ γράμμα ἀπὸ τοὺς νοικοκυραίους καὶ διαταγὴ τῆς Κυβέρνησης καὶ καΐκι νὰ πάγω. Τότε πῆρα τὸ σῶμα μου καὶ πῆγα. Καὶ μὄκαμαν τόσες ἐπίδειξες.

Ἦρθαν κι᾿ ὁ Καρατάσιος μὲ τὸ σῶμα του, οἱ Γριβαῖγοι, ὁ Κατζικογιάννης κι᾿ ἄλλοι. Καθίσαμεν καμπόσον καιρόν. Μᾶς δίναν οἱ ἄνθρωποι τὸ ταΐνι μας, γεμεκλίκια. Τὰ σώματα θέλαν καὶ τοὺς μιστοὺς – ἡ Κυβέρνηση δὲν εἶχε. Γύρευαν ν᾿ ἀλιμουργιάσουμεν τὰ σπίτια τῶν προκρίτων, νὰ τοὺς πιάσουμεν στανικῶς, νὰ τοὺς γυμνώσουμεν. Τότε ἐγὼ ῾σ αὐτὸ δὲν ἔκλινα κ᾿ ἔβγαλα ἐξ ἰδίων μου καὶ πλέρωσα τοὺς ἀνθρώπους· καὶ τοὺς εἶπα νὰ λένε καὶ τῶν ἀλλουνῶν νὰ πιάσουν τοὺς καπεταναίους τους νὰ τοὺς πλερώσουνε ἐξ ἰδίων τους, ὅτι οἱ Νυδραῖγοι δὲν μᾶς χρωστοῦν τίποτας. Ἐκεῖνοι πᾶνε μὲ τὰ καράβια καὶ σκοτώνονται διὰ τὴν πατρίδα, κ᾿ ἐμεῖς – μᾶς ἔστειλε ἡ Κυβέρνηση νὰ φυλάξωμεν τὸ νησὶ καὶ μᾶς δίνουν παστρικὸ ψωμὶ καὶ γεμεκλίκια· τοὺς μιστοὺς θὰ τοὺς λάβωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἂν γυμνώσουμεν τοὺς προκρίτους, τότε τί τοὺς φυλάμεν ἐμεῖς; Κ᾿ ἐμεῖς τούρκικες πράξες θὰ τοὺς κάμωμεν· καὶ τότε κιντυνεύομεν νὰ χαθοῦμεν. Τότε πιάνουν ὅλους τους ἀρχηγούς τους καὶ τοὺς πλερώνουν ἐξ ἰδίων τους, καθὼς ἐγώ. Ὅλοι αὐτεῖνοι φοβέριζαν νὰ μὲ σκοτώσουνε δι᾿ αὐτό. Περισσότερον ζοῦνε οἱ φοβερισμένοι ἀπὸ τοὺς ἀφοβέριγους. Καθίσαμεν καμπόσο εἰς τὴ Νύδρα. Μὄδωσαν ἕνα καλὸ ἀποδειχτικὸν κι᾿ ἄλλο διὰ τὰ χρήματά μου, πῆρα κι᾿ ἀπ᾿ οὕλους τοὺς στρατιῶτες ὁποῦ τἄλαβαν ἐξ ἰδίων μου καὶ σηκώθηκα καὶ πῆγα εἰς τὴν Διοίκηση καὶ τῆς εἶπα ὅτι θὰ διαλύσω τὸ σῶμα μου καὶ θὰ μπῶ εἰς τὸ ταχτικὸν ἁπλὸς στρατιώτης (μ᾿ εἶχαν κάμη καὶ στρατηγόν). Τοὺς εἶπα: «Ἡ πατρὶς χωρὶς ταχτικὸν δὲν πάγει ὀμπρὸς καὶ θὰ μπῶ ῾σ αὐτό». Πάσκισαν, δὲν μπόρεσαν νὰ μὲ βαστήξουν. Πέταξα τὸν βαθμό μου καὶ διάλυσα τὸ σῶμα μου· πῆρα καμπόσους ἀξιωματικούς μου νὰ πάγω εἰς τὴν Ἀθήνα, ὁποὖναι ὁ Φαβγές, νὰ γυμναστῶ ὡς ἁπλὸς στρατιώτης. Μαθαίνει αὐτὸ ὁ Γκούρας, θέλει νὰ μπῆ κι᾿ αὐτὸς εἰς τὸ ταχτικὸν – νὰ τοῦ πλερώσουνε πρῶτα ὅλους τους μιστοὺς κι᾿ ὅσα τοῦ χρωστοῦν παλιά, ὀχτακόσες χιλιάδες γρόσια. Τοῦ ὑποσκέθηκαν καὶ μπῆκε. Ὅμως αὐτὸ τόκαμεν νὰ πάρη τὰ χρήματα καὶ ὕστερα πίσω τὴν δουλειά του. Πῆγα ἐγὼ εἰς τὴν Ἀθήνα, μόφκειασαν ἕνα ξύλινο ντουφέκι, ὅτι ῾στὸ χέρι μου ἀκόμα δούλευε ἡ πληγή, καὶ γυμναζόμουν μὲ τοὺς στρατιώτες· καὶ μὄδωσαν καὶ δάσκαλον χωριστά. Ὕστερα μπῆκε κι᾿ ὁ Γκούρας καὶ γυμνάζονταν κι᾿ αὐτός· καὶ κοντὰ ῾σ ἐμᾶς ἐμπήκαν κι᾿ ἄλλοι πολλοί. Κ᾿ ἔγινε τὸ σῶμα περίτου ἀπὸ πέντε χιλιάδες. Ἀρχηγὸς τοῦ σωμάτου ἦταν ὁ γενναῖος καὶ φιλέλληνας Φαβγὲς Γάλλος κι᾿ ἄλλοι πολλοὶ μ᾿ αὐτὸν γενναῖγοι ἀξιωματικοὶ Γάλλοι κι᾿ ὁμογενεῖς. Χάριτες χρωστάγει ἡ πατρίδα σὲ ὅλους τους φιλανθρώπους εὐεργέτες μας ὅλων τῶν ἐθνῶν καὶ καταξοχὴ εἰς αὐτοὺς τοὺς γενναίους Γάλλους, ὁποῦ θυσίασαν κόπους καὶ βάσανα κι᾿ ἀγωνίζονταν νὰ μᾶς συμμορφώσουν μὲ τὴν καλὴ τάξη κι᾿ ἁρμονία.

Μπῆκαν εἰς τὸ ταχτικὸν κι᾿ ὅλοι οἱ φιλόπατροι Ἀθηναῖγοι, τὰ νοικοκυρόπουλα, κι᾿ ἀγωνίζονταν ὡς σολντάτοι.1 Ἀφοῦ μπῆκε ὁ Γκούρας εἰς τὸ ταχτικόν, εἰς τὴν Διοίκηση εἶχε τὸν συμπέθερό του Γιαννάκο Βλάχο καὶ τοὺς ἄλλους φίλους του. Κι᾿ ὅλοι αὐτεῖνοι συνφώνησαν νὰ στείλουν μίαν ἐπιτροπὴ εἰς τὴν Ἀθήνα δική τους, ἀπὸ φίλους, νὰ πουλήσουνε τὴν ἐθνικὴ γῆς καὶ νὰ τὴν πάρη ὁ Γκούρας κι᾿ αὐτείνη ὅλη ἡ συντροφιά, γῆς, ἐλιές, σπίτια, ἀργαστήρια καὶ τὰ ἑξῆς. Στέλνουν ἐπιτροπὴ τὸν Γιάννη τὸν Κουντουμά, τὸν Θανάση Λιδορίκη, τὸν Γιωργάκη Μόστρα. Ἀφοῦ ἦρθαν, βγάζουν μίαν προκήρυξη δι᾿ αὐτά, νὰ τὰ πουλήσουνε. Μιὰ ἡμέρα πήγαινα μὲ τὸν Γκούρα σεργιάνι καβάλλα. Μὲ κολάκευε· ἤθελε νὰ μοῦ δώση μίαν ἀνιψιὰ τοῦ γυναίκα. Μοῦ λέγει: «Τοῦ Χασεκῆ τὰ ὑποστατικά, ἐλιές, περιβόλι κι᾿ ὅλη τὴν περιφέρεια θὰ τὴν πάρω ἐγὼ δι᾿ ὅσα μου χρωστάει τὸ Ἔθνος. – Τοῦ λέγω, ἐσὺ πῆρες θησαυροὺς ἀπὸ αὐτὸ τὸ δυστυχισμένο Ἔθνος ῾στὰ στρατόπεδα, εἰς τὴν Ἀθήνα, εἰς τὴν Πελοπόννησο. Πόσο φουσάτο ἔχεις εἰς τὴν ὁδηγίαν σου; Ποτὲ δὲν βγαίνουν τρακόσοι ἄνθρωποι· καὶ πλερώνει ὅλη ἡ Ἀνατολικὴ Ἑλλὰς καὶ ἡ Κυβέρνηση δι᾿ αὐτούς. Κι᾿ ὅλον τὸν κόσμο τὸν γύμνωσες· καὶ δόντια ἔβγαλες ἐσὺ κι᾿ ὁ Μαμούρης σου καὶ μὲ τὸ τζεκούρι σκοτώσετε ἀνθρώπους. Τὸ Σαρρὴ τὸν σκοτώσετε· πενήντα χιλιάδες γρόσια ὁποὖχε ἀπάνου του, εἰς γρόσια καὶ τζιβαϊρκά, τὰ πῆρε ὁ Μαμούρης καὶ τὰ μεράσατε. Τέλος πάντων ἐσὺ γυρεύεις ἀκόμα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ πάρης καὶ ὀχτακόσες χιλιάδες γρόσια· καὶ κατὰ τὴν ἐπιτροπή, ὁποὖναι διορισμένοι ὅλοι φίλοι σου, θὰ πάρης ὑποστατικὸ ὁποῦ ν᾿ ἀξίζη πενήντα διὰ δέκα· αὐτείνη ἡ ἐπιτροπὴ θὰ τὸ ξετιμήση τοιούτως. Οἱ φίλοι σου καὶ οἱ συγγενεῖς σου κυβερνῆτες ταπικυρώνουν. Τέλος πάντων ἐσὺ κι᾿ ὁ Μαμούρης σου θὰ γίνης Μεμεταλῆς, ἐσύ, κι᾿ αὐτὸς Μπραΐμης· κ᾿ ἐμᾶς θὰ μᾶς πάρετε εἵλωτες! Νὰ τὴν χέσω τέτοια λευτεριά, ὁποῦ θὰ κάμω ἐγὼ ἐσένα πασιᾶ! – Τί κουβεντιάζεις ἔτζι; μοῦ λέγει. – Ἔτζι κουβεντιάζω! Ὅταν τὰ πάρης ἐσὺ αὐτὰ καὶ οἱ φίλοι σου, νὰ μὲ φτύσης!» Σηκώθηκα κι᾿ ἀναχώρησα κατ᾿ τὸ κονάκι μου.

Τὴν αὐγὴ βγάζει ἡ ῾πιτροπή προκήρυξη. Πήγαμεν καὶ τὴν ἀλείψαμεν μαγαρσές. Κι᾿ ὅσες βολὲς ματάβγαλε, τὰ ἴδια ἔπαθε. Μοῦ μίλησαν αὐτεῖνοι ὅλοι καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι ὅσα μου χρωστάγει τὸ Ἔθνος – νὰ μοῦ δώσουνε ὅ,τι θέλω. «Δὲν θέλω ἐγὼ τίποτας», τοὺς εἶπα. Τότε ἔμειναν ὅλα τὰ σκέδια τοῦ Γκούρα καὶ τῆς ῾πιτροπής νεκρωμένα. Βγαίνει ὁ Γκούρας ἀπὸ τὸ ταχτικόν. Κάνει πλῆθος ἀντενέργειες αὐτὸς καὶ οἱ συντρόφοι του, Ἀθηναῖγοι καὶ κυβερνῆτες, νὰ τὸ διαλύσουνε τὸ ταχτικόν. Ὁ καϊμένος ὁ Φαβγὲς ἔτρεξε εἰς τὴν προκομμένη Διοίκηση διὰ νὰ δώση τὰ μέσα. Εἰς τὴν Ἀθήνα ἦταν σκουτιὰ τοῦ ταχτικοῦ κι᾿ ἄλλα ἀναγκαῖα. Πολεμοῦσαν νὰ τὰ κάμουν οἱ καλοὶ πατριῶτες πλιάτζικα. Ὁ Φαβγὲς μὲ βάνει μέλος μιᾶς ἐπιτροπῆς, ὁποῦ συστήθη ἀπ᾿ οὖλο τὸ ταχτικόν, νὰ προφυλάξωμεν αὐτά, νὰ μὴν τ᾿ ἀδράξουν οἱ ἄλλοι. Ἦταν ῾πιτροπή ὁ Σκαρβέλης, ὁ Σταυρὴς ὁ Βλάχος, ἄλλοι ἀξιωματικοὶ κ᾿ ἐγώ. Καὶ τὰ προφυλάξαμεν ὅσο νὰ ρθῆ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ σώματος. Τότε ὁ Γκούρας, ὁ Ζαχαρίτζας, ὁ Βαρελάς, ὁ Σουρμελὴς κι᾿ ἄλλοι συντρόφοι τοὺς Ἀθηναῖγοι, κι᾿ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν οἱ φίλοι τους κι᾿ ὁ Γιαννάκος Βλάχος, ὁ συγγενής του Γκούρα, ὁποῦ τὸν εἶχε μέλος τῆς Κυβερνήσεως, κάνουν χιλιάδες ἀντενέργειες νὰ χαλάσουν τὸ ταχτικὸν καὶ τοῦ κόβουν ὅλα τὰ μέσα, νὰ διαλυθῆ χωρὶς ἄλλο. Ὅτι ἡ τάξη δὲν εἶχε κλεψὲς καὶ βία εἰς τοὺς κατοίκους. Οἱ καϊμένοι οἱ Ἀθηναῖγοι ἔβγαζαν τὴν χαψιὰ ἀπὸ τὸ στόμα τους καὶ τὴ δίναν τῶν ταχτικῶν. Κι᾿ ὅλη ῾μέρα συνεισφορὲς κάναν νὰ τὸ νταγιαντήσουνε, ὅτι καθὼς ἦρθε ὁ Φαβγὲς μὲ τὸ σῶμα εἰς τὴν Ἀθήνα, γνώρισαν τὰ σπίτια τους. Ἀφοῦ βλέπουν οἱ Ἀθηναῖγοι ὅτι τὸ ταχτικὸν κιντυνεύει καὶ τότε θὰ πάθουν τὰ πρῶτα ἀπὸ τὴν δικαιοσύνη τοῦ ἀρχηγοῦ, μαζώνονται ὅλοι, κάνουν μίαν συνέλεψη καὶ διορίζουν χίλιους Ἀθηναίους, ὅλα τὰ νοικοκυρόπουλα, κι᾿ ἀρχηγὸν αὐτεινῶν διορίζουν ἐμένα, νὰ προσέχωμεν διὰ τὴν εὐταξίαν τῆς πόλεως κι᾿ ἂν κάμη χρεία καὶ διὰ τὸν ὀχτρό, νὰ κινηθοῦμεν. Ἔγινε ἡ συνέλεψη· διόρισαν τ᾿ ἀναγκαῖα ὅλα. Τότε αὐτὸ τόμαθε ὁ Γκούρας, δὲν τοῦρθε καλὰ οὔτε αὐτεινοῦ, οὔτε τῶν φίλωνέ του, οὔτε τῆς Κυβέρνησης, οὔτε τῆς σεβαστῆς ἐπιτροπῆς ὁποὖταν εἰς τὴν Ἀθήνα. Γράφουν αὐτὰ τῆς Κυβέρνησης, ἡ Κυβέρνηση στέλνει εἰς τὴν ῾πιτροπούλα διαταγὴ καὶ μὲ φωνάζει, ἡ ῾πιτροπούλα, καὶ μοῦ λέγει ὅτ᾿ εἶμαι ἀξιωματικός της Κυβερνήσεως κι᾿ αὐτοῦ ὁποῦ μὲ διόρισαν οἱ Ἀθηναῖοι, νὰ τραβήσω χέρι ἀπὸ αὐτείνη τὴν ἀρχηγίαν. Τῆς λέγω· «Ὅ,τι μου δίνουν οἱ πατριῶτες δὲν τ᾿ ἀφίνω μόνος μου· ἂν δὲν μὲ θελήσουν οἱ ἴδιγοι, τότε τ᾿ ἀφίνω. Κυβέρνηση ὡς ἀξιωματικὸς δὲν τὴν γνωρίζω, ὅτ᾿ εἶμαι ἀπαρατημένος· ἤμουν στρατηγὸς καὶ εἶμαι ἁπλὸς στρατιώτης τοῦ ταχτικοῦ· κι᾿ ἀρχηγὸν ἔχω τὸν Φαβγέ. Κι᾿ ἂν φταίξω, αὐτὸς θὰ μὲ παιδέψη. ῾Σ αὐτὸν ὁρκίστηκα ὡς ἁπλὸς στρατιώτης. Ἡ Κυβέρνηση δὲν ἔχει νὰ κάμη εἰς τὸ ἑξῆς μ᾿ ἐμένα, οὔτε οἱ ῾πιτροπούλες της.

Μάθαμεν ὅτι ὁ Κιτάγιας ἑτοιμάζεται διὰ τὴν Ἀθήνα. Λέγει τῶν Ἀθηναίων ὁ καϊμένος ὁ Φαβγὲς νὰ ἐπιστατήση μόνος του, νὰ βάλη ὅλο τὸ ταχτικὸν νὰ δουλέψουν νὰ κόψουν νησὶ τὸν Φαληρέα, καὶ οἱ Ἀθηναῖοι νὰ μὴν τρέχουν εἰς τὰ νησιά, νὰ εἶναι ἀπάνου εἰς τὴν πατρίδα τους· καὶ νὰ μὴν ξαναπουληθῆ ἡ Ἀθήνα. Ὁ Γκούρας ἀκούγοντας αὐτὸ ἐνέκρωσε, ὅτι τ᾿ ἀργαστήρι τοῦ αὐτεινοῦ κι᾿ ὅλης του τῆς συντροφιᾶς νεκρώνει, τὸ κάστρο τῆς Ἀθήνας, τὸ βυζὶ τοῦ Γκούρα καὶ συντροφιᾶς του. Αὐτὸ τρώγει τὰ χρήματα, τὸ ταμεῖον τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος, ὅλα τὰ εἰσοδήματα. Διὰ νὰ μὴν γένη αὐτὸ τὸ κακό, νὰ κοπῆ ὁ Περαίας, πολέμησαν ὅλοι τὸν Φαβιὲ καὶ πῆρε τὸ ταχτικὸν καὶ πῆγε εἰς τὰ Μέθενα, ῾σ ἕναν ἔρημον καὶ νοσώδη τόπον, κ᾿ ἔφκειασε ἐκεῖ κάστρο καὶ σπίτια. Κι᾿ ὡς νοσώδης ὁ τόπος, ἀφανίστηκαν οἱ ἄνθρωποι καὶ χάθηκαν κακῶς κακοῦ. Κι᾿ ἀπὸ τόσα ἄρματα, κανόνια, σκουτιὰ κι᾿ ἄλλα ἀναγκαῖα του πολέμου, ὁποῦ θὰ ἦταν τὸ ταχτικὸ διπλό, δὲν ἔμεινε τίποτας. Κι᾿ αὐτὰ ὅλα δὲν χάνονταν, οὔτε τὴν Ἀθήνα νὰ τὴν ξανακυργέψουν οἱ Τοῦρκοι καὶ νὰ μᾶς τὴν πουλήσουνε ὀπίσου· καὶ νὰ πάρουν ἄνθρωποι χωρὶς ἀγῶνες καὶ θυσίες ἀπόνα γρόσι τὸ στρέμμα τὴν γῆς, ἄγρια γῆς καὶ καλῆ, καὶ νὰ βάλουν κ᾿ ἐμᾶς νὰ τὴν γιωργοῦμεν ὡς εἵλωτες αὐτεινών· καὶ τὸ γενὶ νὰ βγάζη τῶν ἀδελφῶν μας καὶ συγγενῶν μας τὰ κόκκαλα. Καὶ λευτερωθήκαμεν ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ σκλαβωθήκαμεν εἰς ἀνθρώπους κακοροίζικους, ὁποῦ ἦταν ἡ ἀκαθαρσία τῆς Εὐρώπης.

Ὁ Κιτάγιας ἦρθε μὲ μεγάλη δύναμη ἀνθρώπων, μὲ καβαλλαρία, μὲ κανόνια, μ᾿ ὅλα τ᾿ ἀναγκαῖα τοῦ πολέμου. Ἔπιασε τὰ Πατήσια. Τὰ χωριὰ τὰ περισσότερά της Ἀθήνας προσκύνησαν, ὅτι ἀπὸ τὴν δικαιοσύνην μας πολλοὺς κατοίκους τοὺς ηὕρανε φορτωμένους πέτρες καὶ τοὺς ξεφόρτωσαν κι᾿ ἄλλους τοὺς λευτέρωσαν, ὁποῦ τοὺς παιδεύαμεν διὰ χρήματα. Ἀφοῦ μάθαν οἱ Ἀθηναῖοι ὅτι ἔρχεται ὁ Κιτάγιας, μὲ ζήτησαν εἰς τὸν Φαβιέ, ὅτ᾿ ἤμουν εἰς τὴν ὁδηγίαν του, καὶ μὄδωσε τὴν ἄδεια κ᾿ ἔμεινα ἅμα πῆγε εἰς τὰ Μέθενα μὲ τὸ σῶμα. Καὶ μὲ διόρισαν μ᾿ ἄλλους δυὸ Ἀθηναίους τὸν Συμεὼν Ζαχαρίτζα καὶ Νεροῦτζον Μετζέλο καὶ ἤμαστε μ᾿ ἀνθρώπους εἰς τὰ τείχη τῆς πόλεως· καὶ πολεμούσαμεν νύχτα καὶ ἡμέρα τριάντα τέσσερες ἡμέρες. Ὁ Κιτάγιας χάλαγε τὰ τείχη μὲ τὰ κανόνια κ᾿ ἐμεῖς φκειάναμεν. Καὶ καταφανιστήκαμεν εἰς τὸν σκοτωμὸν καὶ πληγωμόν. Μίαν αὐγή, μίαν ὥρα νὰ φέξη, ἀφοῦ γκρέμισε σὲ πολλὰ μέρη τῆς πόλεως τὰ τείχη καὶ δὲν μᾶς ἄφιναν τὰ κανόνια τ᾿ ἀκατάπαυτα νὰ μερεμετίσουμεν τὰ τείχη, τότε μπῆκαν οἱ Τοῦρκοι – τοὺς μέθυσε πρῶτα μὲ ρούμι καὶ μπῆκαν ἀπὸ τρεῖς μεριές. Κι᾿ ἀνακατωμένοι μὲ τοὺς Τούρκους πήγαμεν πολεμώντας ὡς τὸ κάστρον. Εἰς τὰ μπροστινὰ τείχη τὰ μακρύτερα, ὁποὖναι πρόσωπον τῶν Πατησιῶν, φυλάγαμεν οἱ Ἀθηναῖοι κι᾿ ὁ γενναῖος κι᾿ ἀγαθὸς πατριώτης ὁ Μορφόπουλος· ἀπὸ τὴν Μπουμπουνίστρα κι᾿ ὡς τὸ ριζὸ τοῦ κάστρου ὁ Μαμούρης μ᾿ ἀνθρώπους τοῦ Γκούρα καὶ χωργιάτες· ἀπὸ τῆς Κολῶνες, τὸν Ἁγιώργη, ὡς τὸ ριζὸ τοῦ κάστρου ὁ Στάθης Κατζικογιάννης. Ὅλοι ἀγωνίστηκαν γενναίως καὶ πατριωτικῶς. Ἡ πατρὶς χάριτες τοὺς χρωστάγει. Ὁ Γκούρας ἦταν εἰς τὸ κάστρον κι᾿ οὖθεν ἔκανε ἀνάγκη, ὁποῦ ἦταν πολὺς πόλεμος, πρόφτανε. Καὶ γενικῶς ὅλοι ἀγωνιστήκανε πατριωτικῶς καὶ γενναίως. Οἱ Τοῦρκοι ὁλόγυρα τὴν χώρα εἶχαν κανονοστάσια, τάμπιες, καὶ βαροῦσαν μὲ κανόνια, μπόμπες καὶ γρανέτες καὶ λιανοντούφεκον. Αὐτεῖνοι πλῆθος κ᾿ ἐμεῖς ὀλίγοι ὡς πεντακόσοι ἄνθρωποι, κάτου ὄχι ἀπάνου. Οἱ θέσες ἐκτεταμένες.

Πήγαμεν εἰς τὸ φρούριον. Ἦταν ἡ νίλα ἐκεῖ· γυναικόπαιδα, ζῶα. Γιόμωσε ὁ Σερπετζές. Ἡ θεία πρόνοια, ἀδελφοὶ ἀναγνῶστες, εἶναι μεγάλη καὶ δίκια. Οἱ Τοῦρκοι – πιασμένες ὅλες οἱ θέσες ὁλόγυρα εἰς τὴν χώρα καὶ κάστρο. Ἐβήκαν οἱ ἄνθρωποι, γυναικόπαιδα, κλαίγοντας, μὲ τόσα ζῶα, καὶ οἱ Τοῦρκοι δὲν τοὺς πῆραν χαμπέρι τελείως· καὶ σωθήκανε ὅλοι χωρὶς νὰ ματώση μύτη κανενοῦ καὶ πῆγαν εἰς Ἀμπελάκι καὶ Κούλουρη.

Τὴν χώρα τὴν βαστήσαμεν τριάντα τέσσερες ἡμέρες. Κολλήσαμεν εἰς τὸ κάστρο Ἀγούστου 3, τὰ 1826. Ὅταν μπήκαμεν εἰς τὸ κάστρο, ἦταν πλῆθος ἐκεῖ βόιδια. Ὁ Γκούρας, ἀμαθὴς ἀπὸ μπλόκους, τάβγαλε καὶ τ᾿ ἀπόλυσε ὅλα ἔξω, καὶ τὰ πῆραν οἱ Τοῦρκοι. Τοῦ λέγω: «Τί κάνεις, ἀδελφέ; ἐδῶ εἶναι πολιορκία. – Λέγει, λίγον καιρὸ θὰ κάμωμεν». Ἔτζι τόλεγαν οἱ Εὐρωπαῖγοι, ὁποὔρχονταν εἰς τὸ κάστρο, καὶ τοὺς πίστευε. Ὅταν δὲν εἴχαμεν οὔτε ψωμί, βάρειε τὸ κεφάλι του. Τὰ βόιδια τάφαγαν οἱ Τοῦρκοι κ᾿ εὐκιώνταν τὴν ἀνοησίαν τοῦ Γκούρα. Ἐγὼ ἤμουν καμένος ἀπὸ τὸ κάστρο τῆς Ἄρτας, ὁποῦ καθόμουν νηστικός, κι᾿ ἀπὸ τὸ Νιόκαστρο, ὁποῦ δὲν εἴχαμεν οὔτε νερό. Ἔβαλα τὸ κρασὶ τῶν συγγενῶν τῆς γυναικός μου κι᾿ ὅλους τους ζαϊρέδες, ἀγόρασα ρύζι ἑξακόσες ὀκάδες, ὄσπρια κι᾿ ὅλα τ᾿ ἀναγκαῖα· κι᾿ ἁλάτισα τόσα βόιδια καὶ γουρούνια. Κ᾿ ἔτρωγαν ὅσους ἀνθρώπους εἶχα μαζί μου, κι᾿ ἀχώρια οἱ λαβωμένοι καὶ οἱ ἄλλοι, ὅταν ἦρθε ὁ Κριτζώτης καὶ τὸ ταχτικόν, ὁποῦ κατήντησε ἑκατὸ γρόσια ἡ ὀκὰ τὸ βούτυρον καὶ τ᾿ ἄλλα τ᾿ ἀναγκαῖα καὶ δὲν βρίσκονταν.

Ἀφοῦ κολλήσαμεν εἰς τὸ κάστρο, μεράσαμεν καὶ πῆρε ὁ καθεὶς τὰ πόστα του. Ὁ Παπὰ Κώστας, ὁ Ἐμορφόπουλος κ᾿ ἐγὼ εἰς τὴν Χρυσοσπηλιώτισσα, ὁποὖναι ἡ σπηλιὰ καὶ οἱ δυὸ κολῶνες ἀπὸ πάνου. Ἀφανιστήκαμεν εἰς τὸν σκοτωμὸν καὶ πλήγωμα, ὅτ᾿ ἦταν καρσὶ ὁ Σέτζος καὶ τὸ Κολωνάκι ὁποὖταν τὰ κανόνια τῶν Τούρκων· ἀπὸ μέσα εἰς τὸν Σερπετζὲ οἱ Ἀθηναῖγοι ὁ Συμιός, ὁ Νεροῦτζος, ὁ Μῆτρο Λίτζος, ὁ Ντάβαρης ὡς τὴν ἔξω πόρτα τοῦ κάστρου· ῾στὴν τάπια τοῦ Δυσσέως, ἀπὸ ῾κεῖ καὶ κάτου, ἄνθρωποι τοῦ Γκούρα· εἰς τοῦ Λιονταριοῦ τὴ ντάπια Ἀθηναῖοι, ὁποῦ ἦταν κιντυνῶδες μέρος. Αὐτεῖνοι οἱ καϊμένοι ἦταν γυμνοὶ καὶ δυστυχισμένοι, ὅτι οἱ ἄνθρωποι τοῦ Γκούρα τοὺς γύμνωσαν. Κι᾿ ὁ καϊμένος ὁ Ντάβαρης ὁ Ἀναγνώστης μὲ τόσους πατριῶτες του κι᾿ ὁ Γερολίτζος ἦρθαν νὰ σκοτωθοῦν μὲ τοὺς χωργιανοὺς τοὺς κ᾿ ἤφεραν κι᾿ ὅλα τους τὰ βόιδια καὶ σκουτιὰ τῶν σπιτιῶν τοὺς κ᾿ ἕντυναν κ᾿ ἔθρεφαν τοὺς συνπολίτες τοὺς τοὺς δυστυχισμένους Ἀθηναίους, ὁποῦ συναγωνίζονταν ἐξ ἀρχῆς εἰς τὰ δεινά της πατρίδος. Καὶ τότε ὡς ἀδελφοὶ μέραζαν τὸ ἐδικόν τους. Ἀφοῦ γύμνωσαν τὴν Ἀθήνα οἱ ἄνθρωποι τοῦ Γκούρα καὶ δὲν ἄφιναν τοὺς Ἀθηναίους νὰ βγάλουν τίποτας ἔξω, εἰς τὸ κάστρο τοὺς πουλοῦσαν τὸ πράμα τοὺς τὸ ἴδιον, τῶν Ἀθηναίων, κι᾿ ἀπ᾿ αὐτὰ ἔτρωγαν καὶ ντύνονταν, ὁποῦ δούλευαν οἱ περισσότεροι μέσα εἰς τὰ χαντάκια καὶ λαγούμια νύχτα καὶ ἡμέρα. Ἦταν μαζὶ μ᾿ ἐμένα οἱ Ἀθηναῖοι καὶ μὲ τὸν Κώστα Λαγουμιτζή, καὶ χωρὶς ν᾿ ἀγωνιζόμαστε ἐμεῖς, τὸ κάστρο θὰ κιντύνευε καὶ θὰ παραδόνεταν πρὸ καιροῦ. Εἰς τὸ Σερπετζὲ ἀπὸ πάνου, εἰς τὸ θέατρο, φύλαγε ὁ Κατζικογιάννης. Ὕστερα μὲ διόρισαν ὅλοι οἱ πολιορκημένοι πολιτάρχη τοῦ κάστρου, νὰ φέρνω γύρα ὅλο τὸ κάστρο μέσα διὰ τὴν εὐταξίαν κ᾿ ἔξω σὲ ὅλα τὰ πόστα νὰ τρέχω ὅθεν ἀκολουθήση ντουφέκι, νὰ προφτάνωμεν. Καὶ φύλαγαν ἀνθρῶποι μου εἰς τὴ ντάπια τοῦ Δυσσέως καὶ τὴν ἄλλη· καὶ τοὺς μέραζα καὶ τὸ νερὸν ὁλουνῶν εἰς τὸ κάστρον.

Ἀπόξω τὸν Σερπετζὲ καρσὶ τοῦ Σέτζου ἦταν ἕνας γαμπρὸς τοῦ Γκούρα ὁ Ντεντούσης, τίμιος πατριώτης καὶ γενναίος· κιντυνώδης ἡ θέση αὐτείνη – ἐσκοτώθη. Καὶ διόρισαν καὶ σήκωσα τοὺς ἀνθρώπους μου ἀπὸ τὴν Χρυσοσπηλιώτισσα καὶ τὴν πιάσαμεν κ᾿ ἐκείνη τὴν θέση ἐμεῖς. Τέσσερες ἀδρασκελιὲς μακρυὰ καὶ λιγώτερον ἦταν τὰ χαρακώματα τῶν Τούρκων, βαθιὰ χαντάκια καὶ εἰς τὰ χείλια τοὺς κοφίνια. Εἶχα κ᾿ ἐγὼ φκειασμένες δυὸ ντάπιες· καὶ τρυπήσαμεν τὸ κάστρο καὶ στεκόμαστε ἐκεῖ. Τὴν νύχτα φκειάναμεν τῆς ντάπιες καὶ τὴν ἡμέρα μας τῆς χάλαγαν μὲ τὰ κανόνια ἀπὸ τὸ Σέτζος. Ὅτ᾿ ἦταν καρσὶ καὶ πολλὰ κοντά. Κι᾿ ἀφανιστήκαμεν εἰς τὸν σκοτωμόν. Τὸ ἴδιον πάθαιναν κι᾿ ἀπάνου εἰς τὸ κάστρο. Ὅτ᾿ ἦταν πέτρες· κι᾿ ἀφανίστηκαν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὰ κανόνια καὶ μπόμπες. Γιόμωσε τάφους ἀπάνου τὸ κάστρο καὶ τοὺς χώναμεν ῾στὸν Σερπετζέ.

Τὸ κάστρο τώρα θέλει νὰ φάγη ἐκείνους ὁποῦ τότρωγαν τόσα χρόνια καὶ τοὺς ἔθρεφε σὰν μανάρια, καὶ σκοτώνονταν καθεμερινῶς. Ὁ Γκούρας ἔφκειασε ἕναν περίφημον ναόν, τὸν γιόμωσε ἀπὸ πάνου χῶμα νὰ μὴν περνάγη ἡ μπόμπα, κ᾿ ἔβαλε τὴν φαμελιὰ τοῦ μέσα καὶ κάθονταν κι᾿ ὁ ἴδιος. Πῆρε εἰς τὸ κάστρο τὸν συμπέθερό του τὸν Σταυρὴ Βλάχο, τὸν Καρώρη, τὸν Βαρελά, τὸν Ζαχαρίτζα, ὅλο του τὸ παρτίδο, τὴν συντροφιά του καὶ τοὺς ἔδωσε κ᾿ ἕνα καλὸ ὑπόγειον. Καὶ τοὺς σύστησε δημογεροντία· καὶ τοὺς ἔβαλε καὶ γραμματέα τὸν Διονύση Σουρμελή, ὁποῦ τὸν θυμιατοῦσε γράφοντας ὅταν ἦταν εἰς τὴν χώρα αὐτὸς κι᾿ ὅλη αὐτείνη ἡ συντροφιά. Τοὺς πῆρε καὶ εἰς τὸ κάστρο, τοὺς ἔβαλε εἰς τὸ ὑπόγειον, τρῶνε καὶ πίνουν χωρὶς νὰ πατήση κανένας ἀπὸ αὐτοὺς ὄξω ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ ὑπόγειου. Ὅτι ὄξω ἦταν μπόμπες καὶ γρανάτες καὶ κανόνια καὶ κιντύνευε ὁ καθείς, καὶ εἰς τὸ ὑπόγειο ἦταν σιγουριτά· ὄξω ἀπὸ τὸν Ζαχαρίτζα τὸν Νικολάκη. Αὐτὸς ὁ καϊμένος ἔβγαινε κι᾿ ἀγωνίζονταν, καθὼς καὶ οἱ ἄλλοι οἱ πατριῶτες, καὶ κιντύνευε μαζί μας. Οἱ ἄλλοι ὅλοι εἰς τὸ ὑπόγειον· κι᾿ ὁ Γκούρας εἰς τὸν ναὸν κάθεταν μὲ τὴν φαμελιάν του. Πηγαίναμεν ἐμεῖς σκοτωνόμαστε μὲ τοὺς Τούρκους ἔξω ἀπὸ τὸ κάστρο – ἔγραφε ἡ δημογεροντία κι᾿ ὁ Σουρμελὴς ἔξω εἰς τὴν Διοίκηση καὶ εἰς τοὺς καπεταναίους καὶ εἰς τῆς ῾φημερίδες· «Σήμερα ἐβῆκε ὁ ἀρχηγὸς Γκούρας ἔξω ἀναντίον τῶν Τούρκων κ᾿ ἔκαμεν ἐκείνη τὴν νίκη, ἐκείνη». Κάθε ὀλίγον ὅσοι ἦταν εἰς τὰ ὑπόγεια ἐγκώμιαζαν ἐκείνους ὁποῦ ἦταν εἰς τὸν ναόν. Τὰ εἴδαμεν αὐτὰ γραμμένα εἰς τῆς ῾φημερίδες, ὅτι τάστελναν ἀπόξω τοῦ Ἀναστάση Λιδωρίκη καὶ Βλάχου, γυναικάδελφου καὶ συμπέθερου τοῦ Γκούρα.

Σὰν τὰ εἴδαμεν αὐτά, πιαστήκαμεν καὶ μαλλώσαμεν· καὶ τοὺς εἴπα· «Χωρὶς νὰ βλέπωμεν ὅλα τὰ γράμματα καὶ νὰ τὰ ὑπογράφωμεν ὅλοι, πεζοδρόμον ἀπὸ τὸ κάστρο ἄλλη φορᾶ δὲν βγαίνομεν». Κι᾿ ἔτζι ἀκολουθήσαμεν εἰς τὸ ἑξῆς. Τότε τοῦ εἶπα τοῦ Γκούρα· «Νὰ πιάσης πόστο ἔξω ἀπὸ τὸ κάστρο, καὶ τότε κατὰ τ᾿ ἀνδραγαθήματά σου γράψε». Παληκάρι γενναῖον, φιλότιμον ἐβῆκε κ᾿ ἐκεῖ σκοτώθη, καὶ εἶπαν ὅτι τὸν σκότωσα ἐγώ. Τοῦ Θεοῦ ψυχῆ νὰ μὴν δώσω ἂν ἀκολούθησα τοιοῦτο ἤ μου πέρασε ἀπὸ τὴν ἰδέα μου. Ὕστερα γκρέμισε καὶ τὸ κανόνι ἐκεῖνον τὸν περίφημον ναὸν καὶ χάθη καὶ ἡ φαμελιὰ τοῦ Γκούρα καὶ τόσες ἄλλες ψυχές. Ἐγλύτωσε ζωντανὸ ἀπ᾿ οὔλους αὐτοὺς ἕνα ἀθῶον παιδί, καὶ οἱ ἄλλοι σκοτώθηκαν ὅλοι.

Εἰς τὴν ντάπια τοῦ Δυσσέα ἀπόξω ὡς τὴ ντάπια τοῦ Λιονταριοῦ ἐκεῖ εἴχαμεν δεμένο λαγούμι· εἴχαμεν βάλη μπαρούτι καὶ τὸ φτίλι ἀπὸ κεῖ τὸ εἴχαμεν ὡς μέσα εἰς τὸ χαντάκι. Κ᾿ ἐκείνη τὴν θέση τοῦ Λιονταριοῦ τὴν φύλαγαν οἱ Ἀθηναῖγοι οἱ γυμνοί. Κεφαλὴ αὐτεινῶν ἦταν ὁ Δανίλης, γενναῖος ἄνθρωπος καὶ τίμιος πατριώτης. Τὸν πιάσαν ὕστερα ζωντανὸν αὐτὸν καὶ τὸν Μῆτρο Λέκκα, τοὺς ἀγαθοὺς πατριῶτες, καὶ τοὺς παλούκωσαν εἰς τὴν Ἔγριπον οἱ Τοῦρκοι. Τὸ φτίλι τοῦ λαγουμιοῦ ἦταν ἀπὸ πανί. Οἱ ἄνθρωποι κατουροῦσαν εἰς τὸ χαντάκι, ὅτι δὲν μποροῦσαν νὰ πᾶνε ἀλλοῦ, ὅτι τοὺς βαροῦσαν οἱ Τοῦρκοι ἀπὸ τὸ Καράσουι κι᾿ ἀπ᾿ ἄλλα μέρη· καὶ τοὺς κατασκότωναν καθημερινῶς. Οἱ Τοῦρκοι ἀποφάσισαν νὰ κάμουν γιρούσι δι᾿ αὐτὸ τὸ μέρος, καὶ εἰς τὴ ντάπια, ὁποὖταν τὸ λαγούμι δεμένο ἐκεῖ συνάχτηκαν πλῆθος ἀπὸ αὐτούς. Βάλαμεν τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὴν τάξη, βήκαμε καμπόσοι καὶ στεκόμαστε μὲ τὰ μαχαίρια εἰς τὸ χέρι. Βάλαμεν φωτιὰ εἰς τὸ φτίλι, ἦταν βρεμένο, δὲν ἔπιασε· πῆγε σὲ καμπόσο διάστημα ἡ φωτιὰ καὶ κόπη. Τότε εἶδα ἕναν πατριωτικὸν ἐνθουσιασμόν. Ἕνας Ἀθηναῖος παίρνει μὲ τὴν χούφτα τοῦ φωτιὰ καὶ πῆγε καὶ τὴν ἔρριξε εἰς τὸ φτίλι – διὰ τὴν πατρίδα τὴν φωτιὰ τὴν ἔκαμεν νερό, ἀλλὰ δὲν ἔπιασε. Μᾶς ρίχτηκαν οἱ Τοῦρκοι ἀπάνου – τοὺς δώσαμεν ἕνα πελεκίδι καὶ τοὺς πήγαμεν κυνηγώντα ὡς τὴν ἄκρη εἰς τὰ σπίτια· κι᾿ ἀποτύχαμεν τὸ λαγούμι, ὁποῦ θὰ τοὺς ἀφάνιζε. Σκοτώσαμεν καμπόσους κ᾿ ἕναν σημαντικόν. Καὶ λυπήθη πολὺ ὁ Κιτάγιας δι᾿ αὐτόν, ὅτ᾿ ἦτο πολὺ γενναῖος. Ὅταν βαστούσαμεν τὴν χώρα, μιὰ ῾μέρα εἶχα βγῆ ἐγὼ ἀπὸ τὰ τείχη τῆς χώρας μὲ καμμιὰ δεκαριὰ ἀνθρώπους καὶ μᾶς ρίχτηκαν ἡ καβαλλαρία ἀπάνου μας καὶ θὰ χανόμαστε. Βαστήσαμεν καὶ σκοτώσαμεν τὸν ἀρχηγόν τους κι᾿ ἄλλον ἕναν καὶ κρύωσαν οἱ Τούρκοι· καὶ ἤβραμεν καιρὸν καὶ σωθήκαμεν· καὶ τὸν ἔκλαψε κι᾿ αὐτὸν ὁ Κιτάγιας, ὅτ᾿ ἦταν πολὺ ἀγαπημένος του.

Ὅταν κολλήσαμεν εἰς τὸ κάστρο, βαστούσαμεν καὶ τὸν μαχαλὰ τῆς Πλάκας ὡς τὴν Ἀρβανίτικη πόρτα. Ἀπὸ κάτου τὸ κάστρο εἰς τὰ σπίτια ἦταν μία ἐκκλησία καὶ τῆς ἔδεσε λαγούμι ὁ ἀθάνατος περίφημος Κώστας Λαγουμιτζής, γενναῖος καὶ τίμιος πατριώτης – καὶ μὲ τὴν τέχνη του καὶ μὲ τὸ ντουφέκι τοῦ ὡς λιοντάρι πολέμαγε διὰ τὴν πατρίδα. Ἤμαστε μαζὶ κι᾿ ἀγωνιζόμαστε ὡς ἀδελφοὶ νύχτα καὶ ἡμέρα καὶ δουλεύαμεν μὲ τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ἀγαθοὺς Ἀθηναίους καὶ φκειάναμεν τὰ λαγούμια· καὶ ἤμαστε ὅλοι πάντα ἀγαπημένοι κ᾿ ἑνωμένοι. Εἰς τὸ Μισολόγγι καὶ παντοῦ αὐτὸς ὁ γενναῖος ἄντρας θάματα ἔχει κάμη. Πατρίδα, τοῦ χρωστᾶς πολὺ αὐτεινοῦ τοῦ ἀγωνιστῆ. Θησαυροὺς τοῦ δίνει ὁ Κιτάγιας νὰ γυρίση· διὰ σένα, πατρίδα, ὅλα τὰ καταφρονεῖ. Ἔβαλε λαγούμι εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Πλάκωσε ἕνα πλῆθος Τούρκων· ἀρχίσαμεν τὸν πόλεμον· κάμαμεν ὅτι τζακιστήκαμεν. (Θέλαμεν νὰ τὸν ἀφήσουμεν τὸν μαχαλά, ὅτ᾿ ἤμαστε ὀλίγοι καὶ οἱ θέσες ἐκτεταμένες). Τότε οἱ Τοῦρκοι μας πῆραν ῾στὸ κοντό. Εἴχαμεν τὴν Χρυσοσπηλιώτισσα πιασμένη καὶ τὸ ριζὸ τοῦ κάστρου, εἴχαμεν ταμπούρια, καὶ πιάσαμεν ἐκεῖ. Ἀφοῦ γιόμωσε ἡ ἐκκλησιὰ μέσα κι᾿ ὡς ἀπάνου, στάθηκαν δυὸ γενναῖα παληκάρια ὁ Μιχάλης Κουνέλης Ἀθηναῖος κι᾿ ὁ Θωμὰς Ἀργυροκαστρίτης ἢ Χορμοβίτης, αὐτεῖνοι οἱ δυὸ γενναῖοι καὶ οἱ ἀθάνατοι, καὶ βάλαν φωτιά· καὶ πολέμησαν ἀντρεία καὶ σώθηκαν. Καὶ πῆγε εἰς τὸν ἀγέρα ἡ ἐκκλησιὰ καὶ οἱ Τοῦρκοι ὅλοι. Ὕστερα οἱ ἄλλοι Τοῦρκοι ὁποῦ ἦταν πλησίον ἐκεῖ τζακίστηκαν· κι ἀπὸ πάνου τὸ κάστρο κι᾿ ἀπὸ κάτου βαρούσαμεν εἰς τὸ κρέας καὶ τοὺς ἀφανίσαμεν. Ἔγινε μεγάλος ὁ σκοτωμὸς τῶν Τούρκων.

Εἰς τὸ Σερπετζὲ ἀπόξω, ὁποῦ φυλάγαμεν, ἤφερναν τὰ λαγούμια τοὺς οἱ Τοῦρκοι ἀναντίον μας· ἐκεῖ ἦταν καὶ τοῦ κάστρου, τρία στόματα. Οἱ Τοῦρκοι ἦταν πάρα πολλὰ πλησίον μας καὶ ἦρθε κ᾿ ἕνας πασιᾶς νέος μὲ καλὸ ἀσκέρι. Καὶ ἦρθαν ἐκεῖ εἰς τὰ χαρακώματά τους πολλὰ πλησίον μας καὶ μᾶς βρίζαν καὶ μᾶς λέγαν ἄναντρους κι᾿ Ὀβραίους· καὶ εἰς τὸ Μισολόγγι ἦταν παληκάρια κ᾿ ἐμεῖς καντιποτένιοι· καὶ ῾σ ἕνα δυὸ ἡμέρες μας κλείνουν μὲ τὰ χαρακώματα τους· καὶ μᾶς πιάνουν ζωντανοὺς ὕστερα καὶ μᾶς περνοῦν ἀπὸ τὸ σπαθί τους. Ἐγὼ κι᾿ ὁ Κώστα Λαγουμιτζὴς ἤμαστε ἀποσταμένοι, ὅτι φκειάναμεν νύχτα καὶ ἡμέρα τὰ λαγούμια νὰ τοὺς χαλάσουμεν τῶν Τούρκων τὰ δικά τους. Κ᾿ ἐγὼ ἤμουν πάντοτες ὁποῦ σύναζα τοὺς Ἀθηναίους (τους ἀγαποῦσα, κι᾿ αὐτοὶ τὸ ἴδιον) καὶ τοὺς ὁδηγοῦσα εἰς αὐτὰ κ᾿ ἐργαζόμαστε. Εἶχα κι᾿ ὅλα τὰ νοικοκυρόπουλα μαζί μου καὶ τὰ προφύλαγα ἀπὸ τοὺς ἀνθρωποφάγους, ὁποὔθελαν νὰ τοὺς γυμνώνουν ὡς καὶ εἰς τὸ κάστρο, ὅπου τοὺς ἔμεινε ὀλίγον πράμα – νὰ τοὺς τὸ πάρουν κι᾿ αὐτό. Ἀφοῦ ἤμαστε ἀποσταμένοι, ὁληνύχτα καὶ ἡμέρα ὁποῦ ἐργαζόμαστε, τοὺς εἶπα κ᾿ ἔσφαξαν ἕνα βόιδι ὁποὖχα ζωντανό, νὰ πάρουν οἱ ἄνθρωποι ὀλίγον κρέας. Καὶ μᾶς μαγείρεψαν νὰ φᾶμε. Τότε κάλεσα καὶ τὸν Λαγουμιτζὴ καὶ τὸν Παπὰ τοῦ Κριτζώτη τὸν ἀδελφόν, ὁποῦ ἦταν μέσα καὶ φύλαγε μὲ τὸν Στάθη Κατζικογιάννη εἰς τὴν ἴδια βέργα τοῦ τείχους τοῦ Σερπετζέ, κι᾿ ἀπόξω ἐμεῖς. Εἶχα καλεσμένον καὶ τὸν Παπακώστα, γενναῖον παληκάρι, ἀγαθὸς πατριώτης, συγγενής του Γκούρα. (Μὲ τὸν Γκούρα ἤμουν ῾γγισμένος, μὲ τὸν Παπακώστα ἤμαστε φίλοι στενοί, ὅτι γνώριζε ποιὸς ἔφταιγε καὶ ποιὸς εἶχε δίκιον). Ἐκεῖ ὁποῦ τρώγαμε ὅλοι ψωμί, οἱ Τοῦρκοι ἀπόξω, τὴν νύχτα, μᾶς βρίζαν· εἶχα τὴν μάγκα μου, ὁποῦ τρώγαμεν ὅλοι μαζὶ μὲ τοὺς μουσαφιραίγους· τοὺς λέγω: «Ἀδελφοί, ἐδῶ σας ἔχω ζαϊρέδες ὁποῦ τρῶτε, κρασί, ρακὶ κι᾿ ὅλα σας τὰ συγύρια. Οἱ ἄλλοι τοῦ κάστρου τρῶνε ξερὸ ψωμί. Τὸ λοιπὸν ἐμεῖς νὰ τρῶμεν, καὶ οἱ Τοῦρκοι νὰ μᾶς διατιμοῦν δὲν βαστιέται. Θέλω κοφίνια τούρκικα ἀπὸ τὰ χαρακώματά τους!» Μοῦ λένε οἱ γενναῖοι ἄντρες – ἦταν ὅλο νοικοκυρόπουλα Ἀθηναῖγοι κι᾿ ὀλίγοι Φηβαῖγοι, ὁποῦ τοὺς εἶχα πάντοτες μαζί μου. Ἀφοῦ τοὺς ἔκαμα αὐτείνη τὴν ὁμιλίαν, φιλοτιμία καὶ πατριωτισμὸν γιομάτοι ὅλοι, (ἄλλη βολὰ δὲν εἴχαμεν βγῆ ῾στὰ τούρκικα χαρακώματα· αὐτὸ ἦταν τὸ πρῶτο) μοῦ λένε: «Δός μας μίαν φορᾶ κρασὶ νὰ πιοῦμεν ἀπὸ τὸ χέρι σου». Τοὺς ἔδωσα. Μοῦ εἶπαν: «Δῶσε μας καὶ τὴν εὐκή σου. – Τοὺς εἶπα, ἔχετε πρῶτα τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ παντὸς τὴν εὐκὴ καὶ τῆς πατρίδος». Σηκώθηκαν ὅλοι καὶ βγαίνουν ἀναντίον τῶν Τούρκων εἰς τὰ χαρακώματά τους καὶ τοὺς τζακίζουν: καὶ σκότωσαν πεντέξι Τούρκους, τοὺς πῆραν καὶ καμπόσα κοφίνια. Τοὺς πισωδρόμησαν οἱ Τοῦρκοι. Τότε δὲν ἦταν καλὸ αὐτό, ὅτ᾿ εἶναι πρῶτο κίνημα κι᾿ ὅποιος λάβη θάρρος, θὰ λάβη διὰ πάντα. Μοῦ λένε: «Ἔβγα κ᾿ ἐσύ, καπετᾶνε». Ἐγὼ εἶμαι φιλόζωγος, ὅμως μου πειράζεταν καὶ ἡ φιλοτιμία, ὅτι ἐγὼ ἤμουν ὁ αἴτιος νὰ τοὺς εἰπῶ αὐτό. Τότε μὲ τοὺς ἴδιους ἐβήκαμεν ἀντάμα, χαλάσαμεν τοὺς Τούρκους. ῾Σ ὀλίγον μας πῆραν μὲ τὰ μαχαίρια, μᾶς ἤφεραν κυνηγώντας ὡς τὸ πόστο μας· λάβωσαν κι᾿ ἀπὸ ῾μάς κάνα δυό. Τοὺς δίνομεν ἄλλο τζάκισμα: μᾶς πισωδρόμησαν. Ἐκεῖ ὁποῦ τοὺς τζακίσαμεν, τοὺς πήραμεν καμπόσα πλιάτζικα, τοὺς πήραμεν κ᾿ ἕνα πανουφόρεμα μακρύ. Εἶχα ἕναν μαζί μου, γραμματικόν του Κατζικογιάννη, Ἀλεξαντρῆ τὸν λένε, νοικοκυρόπουλον, φιλότιμος νέος καὶ μὲ νοῦ κι᾿ ἀρετή. Τοῦ λέγω: «Ὅ,τι θὰ κάνω ἐγὼ ἐσὺ θὰ τὸ ἐπιστηρίζης ὡς βέβαιον· θὰ κάμω ἕνα στρατήγημα. – Ὅ,τι μου εἰπῆς κάνω, μοῦ λέγει ὁ νέος». Γιομίζω τὸ φόρεμα τὸ τούρκικον χώματα καὶ τὸ πιάνομεν οἱ δυό μας καὶ τὸ πάγω εἰς τὰ πόστα μας, ὁποὖταν οἱ συντρόφοι κυνηγημένοι ἀπὸ τοὺς Τούρκους, καὶ φωνάζω τὸν Λαγουμιτζή, τὸν Παπὰ τοῦ Κριτζώτη καὶ τὸν Παπακώστα – καὶ φωνάζω νὰ μ᾿ ἀκούσουν οἱ Ἕλληνες· λέγω αὐτείνων τῶν τριῶν τὰ ὀνόματα τους· «Ἐλᾶτε νὰ σᾶς δώσω ἐσᾶς τῶν τριῶν τὸν χαζνὲ τῶν Τούρκων, ὁποῦ τοὺς πήραμεν, νὰ μοῦ τὸν φυλάξετε ἐσεῖς οἱ τρεῖς καὶ θὰ πάγω νὰ πάρω καὶ τὸν ἄλλον ὁποὖναι ἐκεῖ. Ὀπίσου στεκᾶτε νὰ τὸν βουλλώσω πρῶτα, νὰ μή μου τὸν κλέψετε». Ἔβγαλα τὴν τεζέδα μου ἀπὸ τὸ ποδάρι καὶ τὄδεσα κ᾿ ἔβγαλα καὶ τὴν βούλα μου νὰ τὰ βουλλώσω – κι᾿ ὁ Ἀλεξαντρὴς νὰ ψάχνη διὰ κερί. Ἀκούγοντας γρόσια οἱ Ἕλληνες καὶ βουλώματα, βγάνουν τὰ μαχαίρια καὶ σὰν λιοντάρια ρίχνονται εἰς τοὺς Τούρκους. Ἀλήθεια χαζνὲ πήραν· πῆραν ντουφέκια, πῆραν σπαθιά, σκότωσαν καὶ τόσους Τούρκους· κυργέψαμεν τρία λαγούμια, ὁποῦ μας φέρναν ἀναντίον μας νὰ μᾶς ἀφανίσουνε ἐμᾶς καὶ τὸ κάστρο· πιάσαμεν καμμίαν εἰκοσιπενταριὰ ζωντανούς, τοὺς λαγουμιτζῆδες τους κι᾿ ἄλλους· τοὺς καφφενέδες τους, ὁποὖχαν ἐκεῖ, κι᾿ ὅλα τους τὰ συγύρια· κρασιά, ρακιὰ καταδίκι· τοὺς πήγαμεν κυνηγώντας ὡς τὸ Καράσουι· ἐκεῖ ἦταν δύναμη μεγάλη τῶν Τούρκων καὶ τὰ ταμπούρια τους καὶ βαστάχτηκαν. Χαλάσαμεν ἀπὸ τὸ Καράσουι ὡς τὰ πόστα μας ὅλα τους τὰ χαντάκια καὶ τοὺς πήραμεν περίτου ἀπὸ δυὸ χιλιάδες κοφίνια.

Τότε πιάσαμεν τὸν τόπον ὁ Γκούρας, ὁ Παπακώστας, ὁ γενναῖος καὶ καλὸς πατριώτης ὁ Θωμὰς Ἀργυροκαστρίτης· βαστούσαμεν ἐμεῖς ὅλοι τους Τούρκους μὲ τὸν πόλεμον – καὶ τὰ τρία λαγούμια τῶν Τούρκων τάκαμεν ὁ Λαγουμιτζὴς ἕνα καὶ τόβαλε εἰς τὸ δικό μας λαγούμι· καὶ πήραμεν ἐμεῖς τὸ μάκρο του καὶ δέσαμεν ἕνα λαγούμι τῶν Τούρκων ῾σ ἕνα πόστο τους, ὁποὖταν σὰν πιάτζα καὶ συνάζονταν ὅλοι οἱ Τοῦρκοι καὶ κουβέντιαζαν καὶ πίναν καφφέ, ἐκεῖ ἀπὸ κάτου τὸ γιομίσαμεν μπαρούτι χωρὶς οἱ Τοῦρκοι νὰ ξέρουνε τίποτας. Συνάξαμεν ὅλα τὰ κοφίνια καὶ φκειάσαμεν τὸ πόστο, τῆς δυὸ ντάπιες μου κι᾿ οὖθεν ἀλλοῦ ἔκανε χρεία. Μοῦ σκοτώθη ἕνα παληκάρι τότε ὁποῦ ἦταν ἀπὸ τὰ σπάνια, ὁ Στάμος Πέτρου Θοδωρῆς Ἀθηναίος· τὸν εἶχα μπαγιραχτάρη· τίμιος ἄνθρωπος πολύ, ἀγαθὸς καὶ γενναῖος. Ἀφοῦ τζακίσαμεν τοὺς Τούρκους, ὤρμησε εἰς τὸ Καράσουι καὶ τὸν σκότωσε αὐτὸν καὶ τὸν Πράπα ἀδελφόν του Παγώνα. Τοὺς ἔκλαψε ὅλο τὸ κάστρο· κ᾿ ἐγὼ φαρμακώθηκα, ὅτι τὸν εἶχα τόσα χρόνια μαζί μου.

Ἄρχισαν οἱ Τοῦρκοι κ᾿ ἔφκειασαν τὰ χαρακώματά τους καὶ τάφεραν ὡς τὸ πόστο τους, ὁποῦ τοὺς εἴχαμεν τὸ μπαρούτι κρυφίως. Τότε συνάχτηκαν τ᾿ ἀσκέρια εἰς τὸ πόστο μου καὶ πιάσαμεν κουβέντα μὲ τοὺς Τούρκους φιλικὴ διὰ νὰ συναχτοῦνε πολλοὶ καὶ νὰ τοὺς κυβερνήσωμεν ὅλους ὅταν βάλωμεν φωτιὰ εἰς τὸ λαγούμι. Μπῆκαν οἱ δικοί μας εἰς τὴν λίνια· τοὺς μέρασα κάθε δέκα ἀνθρώπων μίαν μποτίλλια ρούμη· ἕνας, τὄδωσα τὴν ρούμη, δὲν τὴν ἔδωσε νὰ πιοῦνε οἱ συντρόφοι του, ὁποὖταν μάγκατζης, τὴν ἔπγε μόνος του ὅλη καὶ μέθυσε. Ἀφοῦ ἑτοιμαστήκαμεν, καὶ οἱ Τοῦρκοι γιόμωσε ὁ τόπος, καὶ τότε θὰ τοὺς ἀφανίζαμεν βαίνοντας τὴν φωτιὰ– τὸ λαγούμι τοῦ κάνουν τρύπες νὰ ξεθυμαίνη. Ἡ κακὴ τύχη ῾σ ἐκείνη τὴν τρύπα εἶχε χυθῆ μπαρούτι. Πηγαίνοντας ἡ φωτιὰ ἐκεῖ, πῆρε φωτιὰ ἐκεῖνο τὸ μπαρούτι. Ἐμεῖς δὲν ξέραμεν ἀπὸ λαγούμια· ἐλέγαμεν ὅτι αὐτείνη ἡ φωτιὰ εἶναι τὸ λαγούμι. Ἐκεῖνος ὁ μεθυσμένος τράβησε τὸ μαχαίρι κ᾿ ἔβαλε τῆς φωνές. Οἱ Τοῦρκοι πῆραν χαμπέρι. Ἐμεῖς κινηθήκαμεν ἄταχτα· οἱ Τοῦρκοι τραβήχτηκαν ἀπὸ ῾κεῖ. Τότε ὠρμήσαμεν ἀπάνου τους καὶ κόντεψε νὰ πάθωμεν ἐμεῖς ἐκεῖνο ὁποῦ θὰ κάναμεν τῶν Τούρκων. Ἔκαμε ὁ Θεὸς καὶ πῆρε φωτιὰ πρὶν νὰ ζυγώσουμεν καὶ σήκωσε εἰς τὸν ἀγέρα λιθάρια ριζιμιά. Καὶ δὲν βλάφτη κανένας ἀπὸ ῾μάς, οὔτε οἱ Τοῦρκοι. Τότε μας ρίχτηκαν οἱ Τοῦρκοι μὲ τὰ μαχαίρια καὶ μᾶς ἔβαλαν ὀμπρός. Κι᾿ ἄρχισαν τὰ λιανοντούφεκα βροχὴ τῶν Τούρκων καὶ οἱ μπόμπες καὶ τὰ κανόνια καὶ οἱ γρανέτες. Λαβώθηκαν κάμποσοι ἀπὸ ῾μάς καὶ μοῦ σκοτώθη κ᾿ ἒν᾿ Ἀθηνιωτόπουλο, νοικοκυρόπουλο, Νέστορα Κοπίδη τόλεγαν, ὁ σύντροφος τοῦ μπαγιραχτάρη μου, πολὺ γενναῖος. Τότε τάχαμεν κακά· μας φέραν οἱ Τοῦρκοι ὡς ἀπόξω καὶ μποροῦσαν νὰ μᾶς βάλουν καὶ μέσα εἰς τὸ κάστρο. Τότε μὲ φωτίζει ὁ Θεὸς καὶ παίρνω ἕνα δαβλὶ μὲ φωτιὰ εἰς τὸ χέρι καὶ φωνάζω· «Βάλτε φωτιὰ εἰς τὸ τρανὸ λαγούμι, τώρα ὁποῦ ζύγωσαν οἱ Τοῦρκοι, νὰ τοὺς ἀφανίσουμεν!» Ἀκοῦνε οἱ Τοῦρκοι, βλέπουν καὶ τὴν φωτιά, τζακίζουν ὀπίσου καὶ τοὺς παίρνουν εἰς τὸ κοντὸ οἱ ἀθάνατοι Ἕλληνες· καὶ τρῶνε ἕνα σπαθὶ καλό. Τοὺς χαλάσαμεν πίσου τὰ χαρακώματα τους· τοὺς πήραμεν τόσα κεφάλια καὶ λάφυρα πλῆθος, ντουφέκια, σπαθιά, καπότες. Οὔτε ἄλλο λαγούμι εἴχαμεν, οὔτε φωτιὰ ν᾿ ἀνάψη. Ἀπὸ τότε μάθαν πολλὴ γνώση οἱ Τούρκοι· οὔτε μας βρίζαν, οὔτε μας πλησιάζαν. Τοὺς πήραμεν τὸν ἀγέρα τους. Πέντε δέκα βγαίναν οἱ Ἕλληνες, τοὺς ἀφάνιζαν. Εἶχα ἕνα παληκάρι, Χατζὴ Μελέτη τὸ λένε, Ἀθηναίος· ὅποτε ἔβγαινε ἔξω, ἢ ἕνα κεφάλι ἢ δυὸ θάφερνε μέσα εἰς τὸ πόστο· γενναῖον καὶ τίμιον παληκάρι. Μᾶς φέρναν οἱ Τοῦρκοι ἕνα λαγούμι ἀπὸ κάτου τὸ κάστρο καὶ τοῦ τάξαμεν δέκα χιλιάδες γρόσια καὶ τὸν κρεμάσαμεν μόνον τοῦ ἀπὸ τὸ κάστρο καὶ εἶδε αὐτὸ τὸ λαγούμι· καὶ γλύτωσε τὸ κάστρο. (Τὸ ξεθυμάναμεν ἀπὸ πάνου). Καὶ κιντύνεψε νὰ σωθῆ, ὁποῦ τὸν πλάκωσαν τόση Τουρκιά. Καὶ τοῦ δώσαμεν δέκα παράδες.2

Ὅταν μέρασα τὸ ρούμι τῶν ἀνθρώπων διὰ νὰ κάμωμεν τὸ γιρούσι διὰ τὸ λαγούμι, ἦταν ἐκεῖ κ᾿ ἕνας ἀξιωματικός του Γκούρα, ἀγαπημένος του· καὶ τὸν καζάντησε τόσα χρήματα αὐτόν, τὸν λένε Γιάννη Μπαλωμένον – ὁ τρισκατάρατος τὸν ἔχει μπαλωμένον καὶ βουλλωμένον, τὸν ἀναθεματισμένον τῆς πατρίδας. Αὐτὸς ὁ ἄτιμος μὲ καμπόσους συντρόφους του, ὅταν εἴχαμεν τὸν πόλεμο καὶ πετζοκοβόμαστε μὲ τοὺς Τούρκους, πῆρε τοὺς συντρόφους του καὶ φύγαν καὶ πῆγαν εἰς τὴν Κούλουρη· καὶ πολεμοῦσαν μὲ τῆς ἄτιμες γυναίκες· κι᾿ ἄφησαν τὸ πόστο τοὺς ἐμπροστὰ εἰς τὸ μάτι τῶν Τούρκων, παραπάνου ἀπὸ τὸ δικό μου πόστο, ἄδειον. Καὶ τότε ὁ δυστυχὴς Γκούρας –(ἤμουν πολὺ ῾γγιμένος μ᾿ αὐτὸν ἐξ αἰτίας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δολεροὺς ἀνθρώπους, ὁποῦ τὸν τρογύριζαν, αὐτεῖνοι κ᾿ ἡ συντροφιά του ἢ Ἀθηναίικη, καὶ τὸν συβούλευαν μπερμπάντικα· καὶ τὸν ἀφάνισαν τὸν γενναῖον ἀγωνιστή· κ᾿ ἐξ αἰτίας ἀπὸ αὐτὰ δὲν τόκρενα)– καὶ τότε ἦρθε εἰς τὸ πόστο μου λυπημένος καὶ κάηκε ἡ ψυχή μου ὁποῦ τὸν εἶδα τοιούτως. Μοῦ παραπονεύτη πολύ. Τοῦ εἶπα: «Ἀδελφέ, ἀπὸ τὴν σήμερον κι᾿ ὀμπρὸς νὰ μὲ γνωρίζης καθὼς ἤμαστε καὶ πρῶτα καὶ καλύτερα. Ἐγὼ ἀγωνίζομαι, τοῦ λέγω, νύχτα καὶ ἡμέρα, καθὼς βλέπεις. Κι᾿ ὅσο εἴμαστε ἐδῶ, εἶμαι ἀδελφός σου· τελειώνοντας ὁ πόλεμος αὐτός, δὲν θέλω τὴν φιλίαν σου. (Μ᾿ εἶχε καὶ στεφανωμένον). – Μοῦ λέγει, ἐγὼ σ᾿ ἔχω ἀδελφὸν τόσα χρόνια, σ᾿ ἔκαμα καὶ συγγενή· διατὶ δὲν θέλεις τὴν φιλίαν μου; – διατί, τοῦ λέγω, σοῦ εἶπα, ὅταν ἤρθαμεν εἰς τὴν Ἀθήνα, μὴν τηράξης νὰ πλουτήνης, ὅτι θὰ διατιμηθῆς καὶ ἡ Ἀθήνα θὰ κιντυνέψη ἐξ αἰτίας σου. Ὅτι δὲν εἶσαι μικρὸς ἄνθρωπος νὰ τὴν βλάψης ὀλίγον. Τί τὸ θέλω τώρα; Πλούτηνες καὶ ρήμαξες καὶ τὴν Ἀθήνα γυμνώνοντας. Αὐτεῖνοι οἱ ἄτιμοι ὁποὖχες μαζί σου, τὸν Ἄγουστον κολλήσαμεν εἰς τὸ φρούριον, καὶ τὸν ἴδιον μήνα γύρευαν νὰ σ᾿ ἀφήσουνε νὰ φύγουν, καθὼς τοὺς εἶδες. Ἐμεῖς σκοτωνόμαστε μὲ τοὺς Τούρκους, κι᾿ ὁ Μπαλωμένος κι᾿ ἄλλοι σηκώθηκαν καὶ φύγαν. Καὶ μὲ τοὺς Ἀθηναίους σ᾿ ἔβαλαν καὶ πιάστης ὀχτρός, ὅτι τοὺς γύμνωσαν. Αὐτεῖνοι εἶναι ἄναντροι, χασάπικα σκυλιά. Τί τὰ θέλεις τὰ πλούτη, ὁποῦ τάκαμες καὶ γιόμωσες τόσους τενεκέδες καὶ τοὺς ἔχωσες; Δὲν πλέρωνες ἀνθρώπους νάχης διὰ τὸ κεφάλι σου, κ᾿ ἐσὺ νὰ δοξαστῆς καὶ τὴν πατρίδα νὰ τὴν ὠφελήσης; Ὄχι ῾σ ἕνα μήνα νὰ σὲ βιάζουν νὰ φύγουν. Σοῦ βάλαν ὑποψίες οἱ ἀπατεῶνες ὅτι θὰ σὲ σκοτώσω μ᾿ ἀπιστιὰ ἐξ αἰτίας τοῦ Δυσσέα, ὁποῦ τὸν σκότωσες. Ἀδελφέ, δὲν ἔπρεπε νὰ γένη αὐτὸ εἰς τὸν εὐεργέτη σου καὶ ναρθῆ ἀπὸ σένα. Τώρα ἔγινε. Θυμήσου πόσα σου εἶπα εἰς τὴν Ἀγόργιανη· ὅτι θὰ μᾶς βάλουν νὰ σκοτώνωμεν ἕνας τὸν ἄλλον. Τότε μ᾿ ἄκουσες, δὲν τόκαμες· ὕστερα ἔγινε. Τώρα ὅμως νὰ γνωρίσης τοὺς φίλους σου καὶ τοὺς ἀπατεῶνες. Δὲν πλουταίνει ὁ ἄνθρωπος μὲ χρήματα μοναχά, πλουταίνει κι᾿ ἀπὸ τὰ καλὰ τοῦ ἔργα.

Δάκρυσαν τὰ μάτια τοῦ τοῦ καϊμένου· τὸν ἔτυπτε ἡ συνείδησή του διὰ τὸ κάμωμα ὁποὔκαμεν εἰς τὸν Δυσσέα. Μοῦ εἶπε: «Ἂν ζήσω κ᾿ ἔβγω ἔξω, δὲν θέλω ματαξέρη ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς μπερμπάντες. Καὶ τὰ χρήματα, μοῦ εἶπε, – καταγίνομαι νὰ φκειάσω τὴν διαθήκη μου καὶ θὰ κάμω σκολειὰ κι᾿ ἄλλα καλὰ διὰ τὴν πατρίδα. Καὶ θ᾿ ἀφήσω ὅλων ἐσᾶς τὸ μερίδιόν σας. – Νὰ ζήσης νὰ τὰ χαρῆς, ἀδελφέ, καὶ νὰ κάμης καλὰ πράματα διὰ τὴν πατρίδα, νὰ βγάλης αὐτὸν τὸν λεκὲ ἀπὸ πάνου σου, ὅτι ὅποιος σ᾿ ἔχει φίλο λυπᾶται. Ἐγὼ δὲν θέλω ἀπὸ μέρος μου τίποτας. Κι᾿ ἂν μ᾿ ἀκούσης κ᾿ ἐμένα εἰς τὸ ἑξῆς ὅ,τι μου κόβη τὸ κεφάλι μου νὰ σοῦ λέγω, εἴμαστε ἀδελφοὶ καὶ φίλοι καθὼς ἤμαστε· εἰδέ, τηράγει καθένας τὴν δουλειά του. Καὶ μ᾿ αὐτοὺς τοὺς φίλους ὁποὔχεις φιλίαν δὲν θέλω, ὅτι τοὺς γνωρίζω ἐγὼ τί ἔκαμαν ῾σ ἐσένα καὶ εἰς τὴν πατρίδα. Κ᾿ ἐδῶ μέσα ὁποῦ τοὺς ἔχεις δημογεροντία – ὄξω σου σκάβουν τὸ λαγούμι σου μὲ τοὺς ἄλλους τοὺς ψεῦτες. – Τὰ ξέρω ὅλα, μοῦ εἶπε, πὼς μ᾿ ἔχουν ὅλοι αὐτεῖνοι τυλιμένον. Ὅμως δὲν εἶναι περίσταση τώρα». Φιληθήκαμεν κι᾿ ὁρκιστήκαμεν νὰ εἴμαστε εἰς τὸ ἑξῆς καλύτερα ἀπὸ τὰ πρῶτα.

Ἀφοῦ μείναμεν σύνφωνοι, τόμαθαν ἡ γυναίκα του, οἱ συγγενεῖς του, ἐχάρηκαν. Πῆγα κ᾿ ἐγὼ τοὺς εἶδα εἰς τὸν ναόν. Μείναμεν σύνφωνοι τὸ βράδυ ναρθοῦνε μὲ τὸν Παπακώστα καὶ τὸν Κατζικογιάννη νὰ φάμεν εἰς τὸ πόστο μου ψωμί· ὅτ᾿ ἔχω ταζέτικον κρέας κι᾿ ἄλλα. Ἦταν λυπημένος ὁ καϊμένος ὁ Κατζικογιάννης. Τοῦ σκοτώθηκαν τόσοι συγγενεῖς του κ᾿ ἕνας ἀνιψιὸς τοῦ τότε. Ἦταν καλὸς πατριώτης ὁ Κατζικοστάθης, ἀγαθὸς ἄνθρωπος. Κι᾿ ἀφανίστηκαν εἰς τὸ κάστρο ὅλοι αὐτεῖνοι οἱ συγγενεῖς του. Ἀφοῦ ἑτοιμάζαμεν τὸ φαγί, μιλοῦνε τοῦ Γκούρα ὅλοι του οἱ συντρόφοι θὰ φύγουν, καθὼς ἔφυγε ὁ Μπαλωμένος. Τότε ὁ δυστυχὴς ὁ Γκούρας φαρμακώθη. Τοῦ λέγω: «Μὴν πικραίνεσαι. Πὲς τοὺς μίαν προθεσμίαν διὰ ὀχτὼ ἡμέρες καὶ νὰ γράψωμεν αὐτὰ εἰς τὴν Διοίκησιν νὰ στείλη νέους ἀνθρώπους· κι᾿ αὐτὲς τῆς ῾μέρες ὁποῦ θὰ μείνουν νὰ μᾶς βοηθήσουνε νὰ φκειάσωμεν τὰ λαγούμια γύρα τὸν Σερπετζὲ καὶ σὲ ὅλες της πόρτες τοῦ κάστρου κι᾿ οὖθεν κάνει ἀνάγκη. Καὶ δουλεύομεν κ᾿ ἐμεῖς καὶ φκειάνομεν παντοῦ τὰ λαγούμια κ᾿ ἑτοιμάζομεν ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη, ὅτι θέλουν πολλὴ δουλειά. Καὶ δι᾿ αὐτὸ νὰ βαστήξουμεν τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ συνχρόνως γράφομεν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς στείλη νέα φρουρά. Καὶ νὰ εἰποῦμεν αὐτεινῶν ὁποῦ θέλουν νὰ φύγουν νὰ φκειάσουνε καὶ μίαν ἀναφορὰ νὰ τὴν στείλωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ σὲ ὀχτὼ ἡμέρες μας ἔρχεται ἀπάντηση, ἢ στείλη ἡ Κυβέρνηση ἀνθρώπους νέους ἢ ὄχι· τότε αὐτεῖνοι ἂς φύγουν. Ἂν ἔρθουν νέοι ἄνθρωποι, τὰ λαγούμια δὲν μᾶς χρειάζονται· εἰδὲ καὶ δὲν μᾶς ἔρθουν, θὰ μείνουμεν πολλὰ ὀλίγοι καὶ θὰ περγιοριστοῦμεν ἀπὸ μέσα τὸ Σερπετζέ. Κι᾿ ὅταν ἔρθουν οἱ Τοῦρκοι καὶ δὲν μποροῦμεν ν᾿ ἀνθέξωμεν, βάνομεν φωτιὰ καὶ τὸν Σερπετζὲ στέλνομεν εἰς τὸν ἀγέρα καὶ τοὺς Τούρκους ὁποῦ θανάναι ἐκεῖ. Καὶ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον πηγαίνομεν πολεμώντας ὡς μέσα εἰς τὸν ναόν· κ᾿ ἐκεῖ κάνομεν γενικὸν λαγούμι καὶ πάμεν ῾στὸν ἀγέρα κ᾿ ἐμεῖς καὶ οἱ Τοῦρκοι καὶ ὁ ναός. Ὅτι ἂν δὲν μᾶς στείλη ἀνθρώπους νέους ἡ Κυβέρνηση – δὲν θελήσουνε ναρθοῦνε – θ᾿ ἀφήσουμε ἀπολέμητο τὸ κάστρο νὰ φύγωμεν μ᾿ ἐνάμισυ μήνα πόλεμον; Καὶ ποὺ θὰ ζήσουμεν ἀπὸ τὴ ντροπὴ τοῦ κόσμου καὶ καταξοχὴ ἐσύ, ὁποὔλεγες ὅλων τῶν ξένων περιηγητῶν καὶ ντόπιων ὅτι μπορεῖς νὰ πολεμήσης εἰς τὸ κάστρο δυὸ καὶ τρία χρόνια;». Τοῦ ἄρεσε ἡ παρατήρησή μου καὶ μιλήσαμεν τῶν ἀνθρώπωνέ του αὐτὰ ὅλα· καὶ νὰ δουλέψωμεν ὅλοι νὰ φκειάσουμεν τὰ λαγούμια.

Καὶ τοιούτως φκειάσαμεν τὰ γράμματα διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ προσμέναμεν τὸ φεγγάρι νὰ βασιλέψη νὰ βγάλω τὸν πεζοδρόμον διὰ τὴν Κυβέρνησιν (ὅτι ἔβγαιναν ἀπὸ τὸ πόστο μου). Λυπημένος ὁ δυστυχὴς Γκούρας διὰ τοὺς ἀχάριστους συντρόφους του, ὁποῦ ἔγιναν φιλόζωοι εἰς τὸν κίντυνον τῆς πατρίδος κι᾿ ἀνώτερού τους. Καὶ εἰς τ᾿ ἀγαθὰ αὐτεινοῦ τοῦ κάστρου ἦταν γενναῖοι κι᾿ ἀτρόμητοι. Καὶ τρώγαν τοὺς δυστυχεῖς Ἀθηναίους. Ἀφοῦ εἶδα τὴν λύπη του, μίλησα καμποσουνῶν σημαντικῶν Ἀθηναίων καὶ πῆγαν καὶ τοῦ εἶπαν: «Μὴν πικραίνεσαι ὅτι θέλουν νὰ φύγουν αὐτεῖνοι. Αὐτὸ τὸ κάστρο τὸ φυλάμεν ἐμεῖς, ὁποῦ τὸ κυργέψαμεν ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Καὶ τώρα δὲν τοὺς τὸ δίνομεν, ἂν δὲν μᾶς πεθάνουν».

Τότε ἔκατζε ὁ Γκούρας καὶ οἱ ἄλλοι καὶ φάγαμεν ψωμί· τραγουδήσαμεν κ᾿ ἐγλεντήσαμεν. Μὲ περικάλεσε ὁ Γκούρας κι᾿ ὁ Παπακώστας νὰ τραγουδήσω· ὅτ᾿ εἴχαμεν τόσον καιρὸν ὁποῦ δὲν εἴχαμεν τραγουδήση – τόσον καιρόν, ὁποῦ μας ἔβαλαν οἱ ῾διοτελεῖς καὶ γγιχτήκαμεν διὰ νὰ κάνουν τοὺς κακούς τους σκοπούς. Τραγουδοῦσα καλά. Τότε λέγω ἕνα τραγούδι·

Ὁ Ἥλιος ἐβασίλεψε,
Ἕλληνά μου, βασίλεψε
καὶ τὸ Φεγγάρι ἐχάθη
κι᾿ ὁ καθαρὸς Αὐγερινὸς
ποὺ πάει κοντὰ τὴν Πούλια,
τὰ τέσσερα κουβέντιαζαν
καὶ κρυφοκουβεντιάζουν.
Γυρίζει ὁ Ἥλιος καὶ τοὺς λέει,
γυρίζει καὶ τοὺς κρένει·
«Ἐψὲς ὁποῦ βασίλεψα
πίσου ἀπὸ μία ραχούλα,
ἄκ᾿σα γυναίκεια κλάματα
κι᾿ ἀντρῶν τὰ μυργιολόγια
γι᾿ αὐτὰ τὰ ῾ρωικά κορμιὰ
῾στὸν κάμπο ξαπλωμένα,
καὶ μέσ᾿ τὸ αἷμα τὸ πολὺ
εἶν᾿ ὅλα βουτημένα.
Γιὰ τὴν πατρίδα πήγανε
῾στὸν Ἅδη, τὰ καϊμένα.

Ὁ μαῦρος ὁ Γκούρας ἀναστέναξε καὶ μοῦ λέγει: «Ἀδελφὲ Μακρυγιάννη, σὲ καλὸ νὰ τὸ κάμῃ ὁ Θεός, ἄλλη φορὰ δὲν τραγούδησες τόσο παραπονεμένα. Αὐτὸ τὸ τραγούδι σὲ καλὸ νὰ μᾶς βγῇ. – Εἶχα κέφι, τοῦ εἶπα, ὁποῦ δὲν τραγουδήσαμεν τόσον καιρόν». Ὅτι εἰς ταρδιὰ πάντοτες γλεντούσαμεν.

Ἄρχισε ὁ πόλεμος κι᾿ ἄναψε ὁ ντουφεκισμὸς πολύ. Πῆρα τοὺς ἀνθρώπους μου, πῆγα ἐκεῖ, καθὼς ἤμουν διορισμένος· καὶ στάθηκα καμπόσο καὶ πολεμήσαμεν. Ἤφερα ἀπόξω γύρα τὰ πόστα. Πῆγα εἰς τὸ κονάκι μου ὅ,τι ἔπαιρνε νὰ βασιλέψη τὸ φεγγάρι, νὰ βγάλω τὸν πεζὸ διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Ἔρχονται μοῦ λένε· «Τρέξε, σκοτώθη ὁ Γκούρας εἰς τὸ πόστο του. Ἔρριξε ἀναντίον τῶν Τούρκων· ἀπάνου εἰς τὴν φωτιὰ τὸν βάρεσαν εἰς τὸν ἀμήλιγγα καὶ δὲν μίλησε τελείως᾿. Πῆγα, τὸν πήραμεν εἰς τὸ νῶμο καὶ τὸν βάλαμε ῾σ ἕνα μπουντρούμι. Τὸν συγύρισε ἡ φαμελιά του καὶ τὸν χώσαμεν.

Τότε συναχτήκαμεν ὅλοι κ᾿ ἔβαλα μίαν ὁμιλία εἰς τοὺς ἀχάριστους τοὺς στρατιῶτες καὶ τοὺς εἶπα ἐξ αἰτίας τους ἐσκοτώθη, ὅτι ἄφησαν τὰ πόστα τους, καὶ πῆγε μόνος του· «καὶ τὸν βιάζετε κάθε στιμὴ νὰ φύγετε». Διόρισαν μίαν ἐπιτροπὴ οἱ πολιορκημένοι τὴν γυναίκα του, τὸν Παπακώστα, τὸν Κατζικογιάννη, τὸν Ὀμορφόπουλο κ᾿ ἐμένα νὰ φυλάξωμεν τὴν τάξη ὅσο ἡ Κυβέρνηση νὰ στείλῃ νέους ἀνθρώπους. Τῆς γράψαμεν τὸν σκοτωμὸν τοῦ Γκούρα καὶ στείλαμεν καὶ τ᾿ ἄλλα γράμματα. Ὁ Γκούρας σκοτώθη τὸν Ὀκτώβριον μπαίνοντας εἰς τὴν ἀπάνου πόρτα, ἀπόξω τὸ κάστρο.

Χριστιανὸς καλὸς ἦρθε καὶ μᾶς εἶπε κρυφίως ὅτι οἱ Τοῦρκοι θὰ κινηθοῦν μία μεγάλη δύναμη ἀναντίον εἰς τὸ πόστο μου καὶ θὰ πιάσουνε καὶ τῆς καμάρες ἀπὸ κάτου τὸ Σερπετζέ, ὁποὖναι εἰς τὸ πόστο μου…3 καὶ νὰ μποῦνε εἰς τὸ κάστρο. Ὅτι ῾σ ἐκεῖνο τὸ μέρος εἶναι καὶ τὰ στόματα τῶν λαγουμιῶν τῶν Τούρκων καὶ τὰ δικά μας. Εἴχαμεν κ᾿ ἐμεῖς ἕνα λαγούμι ἕτοιμο ἀναντίον τους καὶ δὲν τοὔχαμεν βαλμένο τὸ μπαρούτι μέσα. Τότε, ἀφοῦ μάθαμεν τὸ κίνημα τῶν Τούρκων, βιάσαμεν τὸν Λαγουμιτζῆ νὰ πάγῃ νὰ τὸ δέσῃ, νὰ βάλῃ τὸ μπαρούτι. Ὁ Λαγουμιτζῆς μοῦ λέγει: «Τὸ λαγούμι εἶναι ἀπὸ κάτου ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ θὰ βροντήσω, ὅταν θὰ τὸ δέσω, καὶ θὰ μ᾿ ἀκούσουνε οἱ Τοῦρκοι καὶ κιντυνεύω. Ἂν μὲ φυλᾶς, μοῦ λέγει, μπαίνω· ἀλλοιῶς δὲν μπαίνω, ὅτι κιντυνεύω. – Ἔμπα κᾶμε τὴν δουλειάν σου κ᾿ ἐγὼ σὲ φυλάγω. Κι᾿ ἂν πεθάνω, τότε παθαίνεις ἐσύ». Μπῆκε ὁ Λαγουμιτζὴς μέσα. Ἐγὼ ἤμουν ἄγυπνος τόσες βραδειές· νύχτα καὶ ἡμέρα δουλεύαμεν καὶ φκειάναμεν κάτι χαντάκια· κ᾿ ἔφκειανα καὶ τὴ ντάπια μου. Ἀποκοιμήθηκα. Οἱ Τοῦρκοι ἀκούγοντας τὸν χτύπον τοῦ Λαγουμιτζῆ, συνάζονται πλῆθος καὶ κάνουν γιρούσι καὶ μπαίνουν εἰς τὴν ντάπια μου τὴν ὄξω (ὅτι τὴν εἶχα μερασμένη σὲ δυὸ καὶ εἶχα μίαν καμάρα ὁποῦ διάβαινα. Τότε οἱ ἄνθρωποί μου ἀνακατώθηκαν μὲ τοὺς Τούρκους. Σηκώνομαι ἄξαφνα ἐκεῖ ὁποῦ ἤμουν γερμένος, κόλλησα εἰς τὴ ντάπια. Μὲ ντουφέκισαν οἱ Τοῦρκοι, τοὺς ντουφέκισα κ᾿ ἐγὼ εἰς τὸν σωρό. Μοῦ δίνουν ἕνα ντουφέκι καὶ μὲ πληγώνουν εἰς τὸν λαιμόν. Τότε κάνω τὸ ποδάρι μου νὰ κατεβῶ ἀπὸ τὴ ντάπια, ἔπεσα. Ὁ τόπος ἦταν στενός· οἱ ἄνθρωποι τζακίστηκαν ἀπὸ τὴν ὄξω ντάπια. Πατοῦσαν ἀπάνου μου καὶ διάβαιναν καί, στενὸς ὁ τόπος, μ᾿ ἀφάνισαν. Ἔβλεπαν καὶ τὰ αἵματα, ἔλπιζαν ὅτ᾿ εἶμαι σκοτωμένος. Ἀφοῦ πέρασαν ὅλοι καὶ μείναν ὀλίγοι κ᾿ ἔμπαιναν κι᾿ αὐτοὶ μέσα εἰς τὸ κάστρο, τότε θἄμπαιναν καὶ οἱ Τοῦρκοι συνχρόνως μ᾿ αὐτούς. Ὁ Κατζικοστάθης ἦταν ἀπὸ μέσα· ἄφησε τὸ πόστο του κ᾿ ἔφυγε καὶ πῆγε εἰς τὴν πόρτα τοῦ κάστρου ἀπὸ μέσα εἰς τὸν θόλον· καὶ τοὺς Τούρκους δὲν τοὺς πολεμοῦσε κανένας. Τότε σηκώνομαι μισοντραλισμένος καὶ βαστῶ καμμιὰ δεκαριὰ ἔξω μὲ τὸ μαχαίρι· δὲν τοὺς ἄφινα νὰ μποῦνε μέσα. Καὶ τράβησα τὴν πόρτα ὁποὔχαμεν ἀνοιχτῆ καὶ πιάσαμεν τὸν πόλεμον καὶ πολεμούσαμεν μὲ τῆς πιστιόλες. Μήτε οἱ Τοῦρκοι μποροῦσαν νὰ ρίξουνε ντουφέκι, μήτε ἐμεῖς· καὶ πολεμούσαμεν περίτου ἀπὸ τρεῖς ὧρες ἐκεῖ. ῾Ὠρμησαν οἱ Τοῦρκοι μὲ ξαναπλήγωσαν εἰς τὸ κεφάλι, εἰς τὴν κορφή. Γιόμωσε τὸ σῶμα μου αἷμα. Γυρεύουν οἱ ἄνθρωποι νὰ μὲ πάρουν νὰ μποῦμεν μέσα· τότε τοὺς λέγω: «Ἀδελφοί, καὶ μέσα νὰ μποῦμε κι᾿ ὄξω νὰ μείνωμεν χαμένοι εἴμαστε, ἂν δὲν βαστήξωμεν τοὺς Τούρκους καὶ νὰ λευτερώσουμεν τὸν Λαγουμιτζῆ. (Ὅτι τὰ στόματα τῶν λαγουμιῶν καὶ τὸν Λαγουμιτζῆ τὸν εἶχαν οἱ Τοῦρκοι εἰς τὴν διάκρισίν τους). Τοὺς λέγω, ἂν δὲν βαστήσουμεν καὶ μᾶς πάρουν τὸν Λαγουμιτζῆ, τὸ κάστρο εἶναι χαμένο κ᾿ ἐμεῖς μαζί. Ὅμως νὰ βαστήξωμεν». Τότε οἱ γενναῖοι Ἕλληνες βάστησαν σὰν λιοντάρια. Μᾶς ἦρθε κ᾿ ἕνα γενναῖον παληκάρι τοῦ Κατζικογιάννη, Νταλαμάγκα τὸν ἔλεγαν, κι᾿ ὁ Ἀράπης του κι᾿ ἄλλοι καμμία δεκαριὰ δικοί μου καὶ πιάσαμεν τὸν πόλεμον καὶ πολεμούσαμεν. Παίρνοντας τὸ δειλινό, μέρασα φυσέκια τῶν ἀνθρώπων· ἦρθαν κι᾿ ἄλλοι ἀκόμα συντρόφοι. Ἦρθαν καὶ Τοῦρκοι νέον μιντάτι· μᾶς ρίχτηκαν μ᾿ ὁρμή, μπῆκαν εἰς τῆς καμάρες, τῆς κυργέψαν ὅλες κι᾿ ἄνοιξαν μασγάλια καὶ ντουφεκιοῦσαν μέσα εἰς τὸ κάστρο. Ρίχτηκαν μ᾿ ὁρμὴ νὰ μᾶς πάρουν καὶ τὴ ντάπια μας. Ἐκεῖ σκότωσαν τὸν Νταλαμάγκα κι᾿ ἄλλους πεντέξι. Ξαναλαβώνομαι κ᾿ ἐγὼ πίσου εἰς τὸ κεφάλι πολὺ κακά· μπῆκε τοῦ φεσιοῦ τὸ μπάλωμα εἰς τὰ κόκκαλα, εἰς τὴν πέτζα τοῦ μυαλοῦ. Ἔπεσα κάτου πεθαμένος. Μὲ τράβησαν οἱ ἄνθρωποι μέσα· τότε ἔνοιωσα. Τοὺς εἴπα· «Ἀφῆτε με νὰ μὲ τελειώσουνε ἐδῶ, νὰ μὴν ἰδῶ τοὺς Τούρκους ζωντανὸς νὰ μοῦ πατήσουνε τὸ πόστο μου». Τότε οἱ καϊμένοι οἱ Ἕλληνες μὲ λυπήθηκαν πολύ· πολέμησαν γενναίως, διῶξαν τοὺς Τούρκους ἀπὸ τὴ ντάπια μας καὶ τοὺς ἔβαλαν ὅλους εἰς τῆς καμάρες· καὶ ντουφεκοῦσαν εἰς τὸ κάστρο. Τότε βῆκε ὁ Λαγουμιτζῆς καὶ ἦρθε ῾σ ἐμᾶς· μὲ ηὖρε ῾σ αὐτείνη τὴν κατάστασιν. Μοῦ εἶπε νὰ μείνῃ αὐτὸς ἐκεῖ, νὰ κολλήσω ἐγὼ εἰς τὸ κάστρο νὰ μὲ δέσῃ ὁ γιατρός. Τοῦ εἶπα: «Σύρε μέσα. Ἂν πεθάνω ἐγώ, τὸ κάστρο δὲν χάνεται· ἂν πεθάνῃς ἐσύ, χάνεται». Κόλλησαν ἀπὸ πάνου τὸν Σερπετζὲ οἱ ἐδικοί μας καὶ ρίξαν παλιόσκουτα ἀναμμένα καὶ χορτάρια εἰς τῆς καμάρες. Μπούκωσε ὁ καπνὸς τοὺς Τούρκους· βαστοῦσε κι᾿ ὅλο τὸ στράτεμα τὰ ντουφέκια τους ἕτοιμα. Κοντὰ τὸ βράδυ ἔκαμαν νὰ φύγουν, ἔρριξαν οἱ δικοί μας εἰς τὸν σωρὸ καὶ σκοτώθηκαν ἀρκετοὶ Τοῦρκοι.

Τέτοιος πόλεμος καὶ σκοτωμὸς ἀπὸ τεμᾶς δὲν ἔγινε ἄλλη μέρα. Σκοτώθηκαν ἀπὸ ῾μᾶς καὶ πολλοὶ ἀξιωματικοὶ κι᾿ ὁ καλὸς πατριώτης Νεροῦτζος Μετζέλος. Τὰ κανόνια καὶ οἱ μπόμπες καὶ οἱ γρανέτες καὶ τὰ λιανοντούφεκα βροχή. Τὴν αὐγὴ πιάστη ὁ πόλεμος, τελείωσε τὸ βράδυ. Μὲ πῆραν καὶ μὲ πῆγαν ἀπάνου εἰς τὸ κάστρο. Δὲν ἤθελε νὰ μὲ ῾πιχειριστῇ ὁ Κούρταλης ὁ γιατρός, ὅτ᾿ ἤμουν βαριὰ καὶ στράγγιξε καὶ τὸ αἷμα μου ὅλο. Τότε τὄδωσαν ἐνγράφως ὅσοι ἦταν μέσα εἰς τὸ κάστρο ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ὑποψίαν (ὅτι φοβῶνταν νὰ μὴν πεθάνω καὶ τοῦ εἰποῦν ὅτι μὲ φόνεψε αὐτός). Τότε μὲ ῾πιχειρίστη· καὶ κιντύνεψα νὰ πεθάνω ἀπὸ τοὺς πόνους τοῦ κεφαλιοῦ καὶ τὸ πάτημα ὁποῦ μὄκαναν εἰς τὸ σῶμα μου, ῾στὴν μέση μου.4

Ὁ πόλεμος ἔγινε τὸν Ὀκτώβριον μήνα, ἕξι ἡμέρες ὑστερνότερα ὁποῦ χάθη ὁ Γκούρας. Ἀφοῦ ἔγινε ὁ πόλεμος αὐτός, ἔστειλαν εἰς τὴν Διοίκησιν οἱ πολιορκημένοι καὶ εἰς τὸν Καραϊσκάκη, ὁποὖταν ἀρχηγὸς ἔξω, κ᾿ ἔστειλε τὸν Κριτζώτη καὶ Μαμούρη μέσα εἰς τὸ κάστρο μ᾿ ἀνθρώπους. Τότε ὁ Μαμούρης γύρευε νὰ φρουραρχέψη – ἂν λευτερωθῇ τὸ κάστρο, νἄχῃ τοὺς Ἀθηναίους σκλάβους πάλε. Κι᾿ ὁ γυναικάδελφος τοῦ Μαμούρη ὁ Γιαννάκο Βλάχος, ὁποῦ τὸν εἶχαν μέλος τῆς Διοικήσεως, αὐτὲς τῆς ὁδηγίες ἔδωσε τοῦ Μαμούρη καὶ ν᾿ ἀγροικηθῇ καὶ μὲ τὸν Σταυρὴ Βλάχο, τὸν ἀδελφόν του, νὰ βάλουν αὐτὸ ῾σ ἐνέργειαν. Ἀφοῦ εἴδαμεν τὴν θέλησιν τοῦ Μαμούρη, ὅτι γυρεύει φρουραρχίαν, διὰ νὰ βυζαίνει τοὺς δυστυχεῖς Ἀθηναίους αὐτείνη ἡ «φάμπρικα ντὶ κογιόν», τότε διὰ νὰ τοὺς λευτερώσουμεν, ὅτ᾿ εἶναι κρίμα ἀπὸ τὸν Θεόν, ἀγροικιῶμαι μὲ τὸν Κριτζώτη, μὲ τοῦ Λεκκαίους, μὲ τοὺς Φωκᾶδες, μὲ τὸν Ὀμορφόπουλον καὶ μ᾿ ὅσους ἀξιωματικοὺς Ἀθηναίους ἦταν εἰς τὸ κάστρο καὶ μετριώμαστε ἐμεῖς καὶ ἤμαστε ὅλοι εἴκοσι· ὅσ᾿ ἦταν μὲ τὸν Μαμούρη συντρόφοι ἦταν τέσσεροι. Τοὺς εἶπα εἰς τὰ πόστα ἀπόξω τοῦ κάστρου νὰ διορίζωμεν ἀνθρώπους κατὰ τὴν ποσότη τῶν ἀνθρώπων ὁποὔχει ὁ κάθε ἀρχηγός, νὰ φυλάγη τὸ πόστο τοῦ μ᾿ ὅσους ἀνθρώπους χρειάζεται ἡ κάθε θέση. Εἰς τὴν Κούλια τοῦ κάστρου καὶ μαγαζειά, ὁποὖναι ἡ δύναμη τοῦ κάστρου – κι᾿ ὅταν ἔχης αὐτὲς τὶς θέσες, ἔχεις τὸ κάστρο εἰς τὸ χέρι σου – ῾σ αὐτὲς τῆς δυὸ θέσες νὰ βάνη κι᾿ ὁ μικρότερος ὁ ἀρχηγὸς κι᾿ ὁ μεγάλος ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπον. (Καὶ εἰς τὴν κάθε θέση θὰ πήγαιναν ἀναλογία εἴκοσι δικοί μας καὶ τέσσεροι αὐτεινῶν). Πιάσαμεν πρωτύτερα αὐτὲς τῆς δυὸ θέσες μὲ περισσότερους δικούς μας ἀνθρώπους, ἂν γένη καμμία φιλονικία, νὰ τῆς ἔχωμεν εἰς τὸ χέρι νὰ μὴν πάθωμεν. Ἔγινε αὐτείνη ἡ μυστική μας ἕνωση ἐνγράφως. Ἀφοῦ κάμαμεν αὐτοὺς τοὺς δεσμούς, πῆρα τὸν Μαμούρη μὲ τοὺς δικούς του καὶ τοὺς ἄλλους εἰς τὸ κονάκι μου νὰ φᾶνε, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔτρωγα, ὅτ᾿ ἤμουν πληγωμένος, ἀκόμα ἀστενής. Ἀφοῦ φάγανε, τοὺς πρόβαλα αὐτό. Τοὺς ἦρθε αὐτεινῶν πικρό. Τοὺς εἴπαμε ὅτι καθείς μας ἔχει τὸ κεφάλι τοῦ μέσα καὶ δὲν μπορεῖ νὰ γένη ἀλλοιῶς. Νὰ γένη αὐτὸ καὶ μία ῾πιτροπή νὰ διοικάη τὸ κάστρο ὅσο νὰ λευτερωθῆ, καὶ ἡ Κυβέρνηση ἅς σας διορίση πίσου». Μὲ κάναν τρόπον δὲν θέλαν. Μοῦ μίλησαν πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς νὰ τραβήσω χέρι ἐγώ. Μοῦ μίλησε καὶ ἡ Γκούραινα. Τοὺς εἶπα: «Αὐτὸ εἶναι τὸ δίκιον νὰ γένη· ἂν θέλετε αὐτό, καλά· εἰδὲ φεύγομεν ὅλοι ἐμεῖς καὶ καθίστε ἐσεῖς καὶ πολεμᾶτε. Κ᾿ ἔχετε τὸ κάστρον δικόν σας. Εἰδέ, φευγάτε ἐσεῖς καὶ πολεμοῦμεν ἐμεῖς». Τὸ φιλονικήσαμεν πολὺ κ᾿ ἔγινε ἐκεῖνο ὁποῦ θέλαμεν, τὸ δίκιον.5

Οἱ Τοῦρκοι φέρναν ἕνα λαγούμι εἰς τὴ ντάπια τοῦ Δυσσέα καὶ προχώρεσε εἰς τὸ κάστρο ἀπὸ κάτου· κ᾿ ἐμεῖς τὸ ξεθυμάναμεν μὲ πηγάδια βαθιὰ ὁλόγυρα. Ὁ μάστορης τῶν Τούρκων ὁ λαγουμιτζὴς δὲν ἤξερε νὰ τὸ δέση καλά. Εἶχε βάλη μέσα μπαρούτι τρεῖς χιλιάδες ὀκάδες. Ἔβαλε φωτιὰ καὶ ταράχτη ὅλο τὸ κάστρο. Τὸ κακὸ τὸ δέσιμον καὶ τὸ ξεθύμασμα τὸ δικό μας – κλώτζησε ὀπίσου καὶ σκότωσε τόσους Τούρκους. Ἀπὸ ῾μάς, θέλησε ὁ Θεός, δὲν πειράχτη κανένας.

Ἀπόξω μαθαίναμεν ὅτι διαλύθηκαν· τοὺς κυρίεψε ὁ Μπραΐμης κι᾿ ὁ Κιτάγιας. Αὐτὸ μαθαίναμεν ἀπὸ τοὺς Τούρκους· ὅτι μας κλείσαν στενά. Ἀφοῦ μπῆκε ὁ Κριτζώτης κι᾿ ὁ Μαμούρης, μᾶς ζῶσαν ὁλόγυρα τὸ κάστρο μὲ χαρακώματα κι᾿ ἀσκέρια πολλὰ μέσα ῾σ αὐτά. Τὸ κάστρο πολεμοφόδια δὲν εἶχε, οὔτε ἄλλον ζαϊρὲ ὄξω ἀπὸ κριθάρι μόνον. Χάθηκε ὁ ζαϊρὲς ἐξ αἰτίας τῆς ἀκαταστασίας τῶν ἀνόητων. Κι᾿ ἀλοιφὴ καὶ ξανθὰ δὲν εἴχαμε τελείως. Κι᾿ ὅσοι πληγώνονταν πέθαιναν οἱ περισσότεροι, ὅτι βρωμούσαν· καὶ μάλλωνε ἡ ψείρα μὲ τὸ σκουλήκι. Τὴ βρῶμα νὰ ὑπόφερνε ὁ πληγωμένος, τὴν ψείρα καὶ πόνους ἢ τὴν πείνα; Κι᾿ ἀπὸ αὐτὰ πέθαιναν οἱ περισσότεροι. Ἐγὼ τοὺς ἔδινα ὀλίγον ζαϊρὲ καὶ κρασὶ νὰ πλένουν τοὺς γεράδες. Κι᾿ ἀπολπίστηκαν ὅλοι.

Τότε εἶπαν νὰ πάγη ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς ἔξω νὰ μιλήση τὰ δεινά του κάστρου· κι᾿ ἂν δὲν ὑπάρχη Διοίκηση, νὰ μιλήση μὲ τοὺς ξένους ναυάρχους νὰ σωθοῦμεν. Αὐτὸ τὸ φιλονικοῦσαν καμπόσες ἡμέρες καὶ δὲν ἤθελε κανένας νὰ ἔβγει. Τότε ἔρχονται ὅλοι εἰς τὸ κονάκι μου καὶ μὲ περικαλοῦν νὰ ἔβγω ἐγώ. Τοὺς λέγω: «Ἐσεῖς μὲ βλέπετε σὲ τί ἄχλιαν κατάστασιν εἶμαι. Οἱ πληγές μου τρέχουν καὶ φωνάζω ὁληνύχτα καὶ ἡμέρα· καὶ ἡ μέση μου μισοτζακισμένη. Ποῦ μπορῶ νὰ σταθῶ εἰς ἄλογον;» Ντράπηκαν, ἔφυγαν, ὅτι μ᾿ ἤλεπαν κι᾿ αὐτεῖνοι ὁποῦ δὲν ἤμουν σὲ κατάστασιν. Πέρασαν ὀλίες ἡμέρες, ξανάρθαν αὐτεῖνοι κι᾿ ὅλοι οἱ Ἀθηναῖοι. Τοὺς λυπήθηκα καὶ τὸ ἀποφάσισα – νὰ μοῦ δώσουνε πέντε καβαλλαραίους καὶ νὰ βγοῦνε ὅλοι νὰ πολεμήσουνε νὰ μᾶς βγάλουν ἀπὸ τὰ χαρακώματα τῶν Τούρκων. Φκειάσαν τὸ ῾πιτροπικόν τους καὶ μὲ κατασταίνουν πληρεξούσιόν τους νὰ κάμω ὁμιλίαν μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἂν εἶναι καὶ δὲν χάλασε, ἢ μὲ τοὺς ναυάρχους ὁμιλίαν νὰ σωθοῦνε· κι᾿ ἂν ὑπάρχη ἡ Κυβέρνηση, νὰ στείλη τ᾿ ἀναγκαῖα τοῦ φρουρίου· καὶ σὲ δέκα πέντε ἡμέρες νὰ πιάσω τὸν Φαληρέα, νὰ τραβηχτοῦν ἐκεῖ καμπόση δύναμη τῶν Τούρκων ν᾿ ἀνασάνη τὸ κάστρο, ὅτι στενεύτηκε πολὺ τελευταῖα.

Ἔφκειασαν τὸ πληρεξούσιον, μὄδωσαν καὶ τοὺς πέντε καβαλλαραίους· κάμαμε ῾σ τ᾿ ὄνομα τοῦ Θεοῦ νὰ κινηθοῦμεν. Κι᾿ ἀνοίξαμεν μίαν καμάρα καὶ βήκαμεν οἱ καβαλλαραῖγοι – καὶ οἱ ἄνθρωποι τοῦ κάστρου νὰ μᾶς περάσουνε ἀπὸ τὰ χαρακώματα τῶν Τούρκων. Ἀφοῦ βήκαμεν ἔξω εἰς τὸ πόστο μου, πῆραν χαμπέρι οἱ Τοῦρκοι καὶ μᾶς ἔβαλαν ἀπ᾿ ὁλοῦθε τὸ ντουφεκίδι καὶ κανόνια καὶ γρανέτες. Τ᾿ ἀσκέρι τὸ δικό μας τζακίζει καὶ μπαίνει πίσου εἰς τὸ κάστρο. Τότε τοὺς λέγω: «Καὶ πίσου νὰ μποῦμεν, χαμένοι εἴμαστε, ὅτι τὸ κάστρο δὲν ἔχει τ᾿ ἀναγκαῖα του, κ᾿ ἐμπρὸς νὰ πᾶμεν – ὁ Θεὸς βαίνει τὸ χέρι του καὶ ἴσως σωθοῦμεν κ᾿ ἐμεῖς κ᾿ ἐκεῖνοι ὁποῦ εἶναι μέσα᾿ . Κάμαμεν τὸν σταυρό μας, κινηθήκαμεν. Τὰ χαρακώματα τῶν Τούρκων ἦταν πλατιὰ καὶ γιομάτα. Ρίχτη ὁ πρῶτος, ἔπεσε μέσα. Ρίχτηκα κοντὰ ἐγὼ καὶ οἱ ἄλλοι συνχρόνως, περάσαμεν· ντουφεκιστήκαμεν μὲ τοὺς Τούρκους, πήραμεν καὶ τὸν σύντροφό μας. Ριχτήκαμεν, γιομάτα τ᾿ ἄλογα, μέσα τὶς ἐλιές, ὅτι μᾶς πῆρε κοντὰ ἡ καβαλλαρία τῶν Τούρκων. Ἐγὼ ἄρρωστος, μὲ πέταξε τ᾿ ἄλογον καὶ καταφανίστηκα· τὄπιασαν οἱ ἄνθρωποι, μ᾿ ἔβαλαν ἀπάνου του· καταχτυπημένος, θύμωσε τὸ κεφάλι μου, οἱ πληγές. Πάμεν ἀπὸ τὸ Δαφνὶ νὰ περάσουμεν, ἦταν γιομάτο Τοῦρκοι. Τοὺς φεύγομεν ἀπὸ ῾κεῖ καὶ μέσα τὰ γκρεμνὰ σωθήκαμεν εἰς τὴν Ἐλεψίνα κι᾿ ἀπὸ ῾κεῖ πήγαμεν εἰς τὴν Αἴγινα, εἰς τὴν Διοίκησιν.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Συγγραφέας: Ιωάννης Μακρυγιάννης

 

ΣHMEIΩΣEIΣ

1. Δὲν ἐμπήκαν ῾στὸ ταχτικὸν μὲ προθυμίαν ὅσοι ἐμπήκαν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα.

2. Ὕστερα τὸν παρουσίασα εἰς τὸν Ἀγουστίνο Καποδίστρια καὶ τὸν Βιάρο· «Δὲν ἔχει τὸ ταμεῖον!». Διὰ τοὺς σπιγούνους ἔχει, νὰ τοὺς πλερώνουν βαριὰ νὰ μαθαίνουν τί κάνει ὁ κάθε νοικοκύρης εἰς τὸ σπίτι του.

3. Λέξεις φθαρμένες.

4. Κάτι μοῦ χάλασε μέσα αὐτὸ τὸ πάτημα καὶ μὲ πάγει αἷμα ὡς σήμερα. Ὁ γιατρὸς μ᾿ ἄφησε καὶ τὰ κόκκαλα εἰς τὸ κεφάλι· ὅτι ἂν τὰ πείραζε, χάλαγε ἡ πέτζα τοῦ μυαλοῦ καὶ τότε ἔπρεπε νὰ τελειώσω.

5. Ἦταν ἄτυχη γενικῶς ἡ πατρίδα καὶ οἱ Ἀθηναῖγοι καὶ τὸ πῆραν οἱ Τοῦρκοι.

Posted in ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ | Tagged , , | Leave a comment

RIZIKOS – Ελληνίδες, Έλληνες – ΟΤΑΝ ΑΙ ΗΜΕΤΕΡΑΙ ΚΑΛΩΣ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΟΜΕΝΑΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΣΧΗΜΑΤΟΠΟΙΗΘΩΣΙΝ ΤΟΤΕ Η ΕΛΛΑΣ ΘΑ ΓΕΝΕΙ Ο ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΩΝ ΕΤΑΙΡΩΝ,ΑΦΟΥ ΚΑΤΑΡΕΥΣΕΙ ΠΑΝ ΠΑΛΑΙΟΝ

A)Ο ριζικός μετασχηματισμός της κοινωνίας

«Επανάσταση» δεν είναι μόνο η αντίδραση και ο ξεσηκωμός, αλλά το χτίσιμο εναλλακτικών αξιών στην κοινωνία που θα οδηγήσει σε θεσμούς λιγότερο ολοκληρωτικούς, πιο δημοκρατικούς, πιο συμμετοχικούς. Είναι – χρησιμοποιώντας τα λόγια του Καστοριάδη – μια διαρκής διαδικασία αυτό-θέσμισης που θα οδηγήσει στο ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Η συνεχής τρομοκρατία των πολιτικών και οικονομικών ελίτ και των κυρίαρχων μέσων μαζικής ενημέρωσης έχει βάλει για τα καλά την ελληνική κοινωνία σε μια περίοδο διαρκούς έκτακτης ανάγκης, με αποτέλεσμα την άκρα πόλωση και τον ακρωτηριασμό κάθε επιχειρήματος και κριτικής σκέψης.

Το επίπεδο του δημόσιου διαλόγου συνοψίζεται σε αφορισμούς του τύπου «μνημόνιο ή καταστροφή» που αρχικά ασπάζονταν «εκσυγχρονιστές» πολιτικοί και δημοσιογράφοι και πλέον αναπαράγεται από καλλιτέχνες, διανοούμενους και πολλούς άλλους που μην μπορώντας να εκφέρουν αντεπιχειρήματα υιοθετούν τη κυρίαρχη διαλεκτική ως τη μόνη εναλλακτική.

Η γραμμή που ακολουθούν τόσο τα κόμματα όσο και οι πολίτες ατομικά ορίζεται από την υποστήριξη ή απόρριψη του μνημονίου, γεγονός που τείνει να επισκιάσει σχεδόν κάθε προγενέστερη ιδεολογική αναφορά.

Από τη μία πλευρά έχουμε το ιδεολογικά συμπαγέστερο φιλομνημονιακό «μεταρρυθμιστικό» στρατόπεδο, που «καταδικάζοντας τη βία από όπου κι αν προέρχεται», αποκηρύσσει κάθε αντίδραση ως λαϊκισμό, και στο όνομα μιας ψευδούς κοινής λογικής προβάλλει τα νεοφιλελεύθερα μέτρα και πολιτικές ως ένα επώδυνο μεν αλλά αντικειμενικά αναγκαίο κακό.

Μια εμπεριστατωμένη κριτική πάνω στη χρόνια διαφθορά και την γραφειοκρατία ακολουθείται πάντοτε από έναν αστήρικτο συλλογισμό ότι η μόνη φυσική λύση των προαναφερθέντων προβλημάτων είναι ο «εκσυγχρονισμός» μέσω νεοφιλελεύθερων πολιτικών, ενώ κάθε αντίσταση στις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις ισοδυναμεί με την προάσπιση συμφερόντων.

Μολονότι η ανάγκη για αλλαγή νοοτροπίας σε πολλούς τομείς της δημόσιας ζωής είναι δεδομένη, η μονοδιάστατη υπεράσπιση των δήθεν αντικειμενικών και ιδεολογικά ουδέτερων δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων, έξω από το κοινωνικό και περιβαλλοντικό τους περίβλημα, είναι άκρως προβληματική.

Η συνεχής και μονομερής αναφορά από τα κεντρικά μέσα ενημέρωσης σε αδιανόητα χρηματικά ποσά, δυσνόητους χρηματοπιστωτικούς όρους και ανόητους οικονομικούς δείκτες περιορίζει και υποβαθμίζει την συζήτηση στην ανάλυση αριθμών, αφήνοντας να εννοηθεί ότι το πρόβλημα είναι μαθηματικό και ότι αν αυτό λυθεί, θα λυθούν αυτόματα και όλα τα υπόλοιπα ζητήματα της κοινωνίας.

Πέραν της κραυγαλέας διάψευσης της δήθεν αντικειμενικότητας και ανωτερότητας τέτοιου είδους συλλογισμών από την ίδια τη σύγχρονη ιστορία, η αποκλειστική χρήση οικονομικών επιχειρημάτων από τους υποστηρικτές του μνημονίου και την πλειοψηφία του πολιτικού κόσμου αναιρεί εξ ορισμού τη δυνατότητα διαλόγου πάνω σε πληθώρα ζητημάτων της καθημερινότητας και πτυχών της ζωής που δεν χωράνε σε οικονομικά μοντέλα.

Ο περιορισμός του δημόσιου διαλόγου σε μια οικονομικού τύπου διαλεκτική αφαιρεί το δικαίωμα από τους πολίτες να εκφέρουν άποψη πάνω σε ευρύτερες και ουσιαστικότερες έννοιες, όπως ο τρόπος της ζωής που θέλουν να ακολουθήσουν.

Ως αποτέλεσμα πολλά από τα πλέον ουσιώδη θέματα δεν τίθενται καν προς συζήτηση, γεγονός που δικαιολογημένα δημιουργεί υποβόσκουσες εντάσεις που καταλήγουν σε ξεσπάσματα έναντι του κράτους και των θεσμών του.

Απέναντι στους υποστηρικτές του μνημονίου βρίσκεται μια πολυπληθής αλλά ανομοιόμορφη ομάδα χωρίς κοινά κίνητρα και ιδεολογία. Μπορεί ορισμένες μειοψηφίες να βλέπουν την κατάσταση ως μια ευκαιρία αυτοθέσμισης της κοινωνίας με ευρύτερη συμμετοχή στα κοινά, μα ένα μεγάλο κομμάτι των μικροαστών αγανακτισμένων της μούντζας ουσιαστικά επιθυμεί την επιστροφή στην προ-κρίσης ευημερία, προβάλλοντας την εθνική ταυτότητα, λόγω έλλειψης άλλης ιδεολογίας.

Έτσι, οι συνεχείς και γενικευμένες αντιδράσεις που παρατηρούμε δεν προσφέρουν μια ουσιαστική αντί-πρόταση, μα έχουν βασικό σκοπό την εκδίκηση και τιμωρία των υπεύθυνων. Από τα βασικά αιτήματα, που συνοψίζονται στο «να φύγουν οι προδότες», απουσιάζει κάθε κοινωνιολογική κριτική και κάθε αναφορά στις δομικές ανισότητες του συστήματος, πόσο μάλλον μια εναλλακτική πρόταση για το χτίσιμο μιας πιο δίκαιης και βιώσιμης μελλοντικής κοινωνίας.

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πως αλλιώς θα μπορούσε να αντιδράσει η ελληνική κοινωνία. Η οργή και η αντίδραση ενάντια στην αδικία είναι ως ένα βαθμό δικαιολογημένη. Από εκεί και πέρα όμως χρειάζεται το χτίσιμο εναλλακτικών συλλογικών αξιών στην κοινωνία, η υγιής παιδεία, η κριτική σκέψη, η ορθή κρίση και η συνειδητή απόρριψη της παραπληροφόρησης.

Κάθε δήλωση για το «να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας» οφείλει να ακολουθείται και από το «τι θα την κάνουμε αυτήν τη ζωή;». Το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί εξορίζοντας τους προδότες, μειώνοντας το χρέος ή αλλάζοντας πολιτική ηγεσία στο υπάρχον σύστημα, μα αναθεωρώντας τις βασικές θεμελιακές αξίες και θεσμούς της κοινωνίας.

Όσο αυτές παραμένουν, τότε όσο και να αντιδράει ο κόσμος σε συγκεκριμένα πρόσωπα, αυτό που θα γεννηθεί ξανά θα εμπεριέχει πάλι την ίδια εκμετάλλευση, την ίδια αδικία.

Μια κοινωνία μπορεί να επαναπροσδιοριστεί μόνο αν οι πολίτες που την αποτελούν αποφασίσουν να ασχοληθούν ενεργά με τα κοινά και αρχίσουν να ορίζουν το μέλλον τους, συζητώντας, παίρνοντας ρίσκα, αλλάζοντας συνήθειες, ακυρώνοντας στην πράξη πρακτικές άδικες και απούσες νοήματος.

Η σημασία του προτάγματος της αυτονομίας και της άμεσης δημοκρατίας, ηκαστοριαδική έννοια της αυτονομίας που έχει επανέλθει στο προσκήνιο και μοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ, προτάσσει την ελευθερία να έχουμε διαύγεια απέναντι σε αυτό που σκεφτόμαστε και κάνουμε.

Σύμφωνα με το πρόταγμα αυτό, μια δίκαιη και ελεύθερη κοινωνία μπορεί να υπάρξει μόνο αν κάθε άτομο που την αποτελεί δρα και λειτουργεί αυτόνομα, άρα ελεύθερα, αλλιώς οι θεσμοί εκφυλίζονται και αυτό-αναιρούνται.

Η αυτονομία είναι έννοια συνυφασμένη με την άμεση δημοκρατία γιατί μόνο άτομα αυτόνομα είναι σε θέση να απεξαρτηθούν από τους «ειδικούς» της πολιτικής και να υποστηρίξουν τη θέση τους με βάση ένα όραμα για τη ζωή και την κοινωνία που επιθυμούν, συμμετέχοντας στα κοινά πέραν της μιας μέρας ψηφοφορίας στα τέσσερα χρόνια.

Σύμφωνα με αυτόν τον συλλογισμό, η δημοκρατία δεν περιορίζεται σε ένα σύνολο θεσμών αλλά αποτελεί μια μορφή κοινωνίας: ένα πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό καθεστώς σε μια ατέρμονη διαδικασία αμφισβήτησης και λήψης αποφάσεων. Μια αυτόνομη δημοκρατική κοινωνία λοιπόν οφείλει να κατασκευάσει μια δημοκρατική κουλτούρα και μια δημοκρατική ταυτότητα. Σε μια τέτοια κοινωνία δε λείπει φυσικά η αβεβαιότητα.

Ωστόσο, αυτή η μορφή της αβεβαιότητας είναι περισσότερο αποδεκτή από την κυριαρχία των ολιγαρχιών, διότι είναι βασισμένη σε συλλογικούς όρους και αποφάσεις και, ως εκ τούτου, οι συνέπειες της είναι ευκολότερο να αντιμετωπιστούν.

Η σημασία της συμμετοχικής και άμεσης δημοκρατίας σήμερα είναι τεράστιακαθώς, σε απόλυτη αντίθεση με την «από πάνω» επιβολή διαρθρωτικών αλλαγών από την τρόικα, μια εκτενής και ουσιαστική δημόσια διαβούλευση θα μπορούσε να συμβάλει καθοριστικά στη νομιμοποίηση επιλεγμένων μεταρρυθμίσεων.

Ποιό το όραμα για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας; Ένα από τα βασικά προβλήματα γενικόλογων αφορισμών όπως «αλλάζουμε ή βουλιάζουμε» που ακούγονται πλέον όλο και συχνότερα είναι ότι μέσω της τρομοκρατίας με την οποία προβάλλονται, αναγκάζουν την πλειοψηφία των πολιτών να κρατάει μια καθαρά αμυντική στάση απέναντι στο μέλλον τους.

Μια ριζικά αντίθετη θέση αποτελεί η κονστρουκτιβιστική οπτική του μέλλοντος, σύμφωνα με την οποία οι πολίτες καλούνται να δημιουργήσουν ένα συλλογικό όραμα για τη μελλοντική κοινωνία που επιθυμούν και μετά, μέσω της αντίστροφης επαγωγής, να συζητήσουν συγκεκριμένα βήματα που θα τους φέρουν κοντύτερα σε αυτό.

Μια τέτοια οπτική συνήθως απορρίπτεται χωρίς να εξεταστεί, με επιχείρημα ότι η κατάσταση είναι επείγουσα και άρα δεν υπάρχει ο χρόνος και η πολυτέλεια για μια τέτοια κριτική διαδικασία.

Ως αποτέλεσμα οι διοικούσες ολιγαρχίες καταφέρνουν να διατηρήσουν τοstatus quo των σχέσεων της εξουσίας και των συμφερόντων, ενώ αφαιρείται από τους πολίτες το δικαίωμα να εκφέρουν άποψη και να συν-διαμορφώσουν την κοινωνία έτσι όπως την οραματίζονται, εξαναγκάζοντας τους να αφήσουν την τύχη τους για μια ακόμα φορά στα χέρια των κάθε είδους ειδικών.

Η γενικευμένη αδυναμία του κόσμου να απορρίψει τέτοιου είδους πρακτικές και να αναλάβει έναν πιο ρυθμιστικό ρόλο μοιάζει ακόμα τραγικότερη αν αναλογιστεί κανείς ότι η παρούσα συγκυρία έχει υποδείξει μια πληθώρα δυσλειτουργιών του συστήματος και είναι εξαιρετικά γόνιμη για τέτοιου είδους ανθρωπολογικές και κοινωνιολογικές κριτικές.

«Επανάσταση» δεν είναι μόνο η αντίδραση και ο ξεσηκωμός, αλλά το χτίσιμο εναλλακτικών αξιών στην κοινωνία που θα οδηγήσει σε θεσμούς λιγότερο ολοκληρωτικούς, πιο δημοκρατικούς, πιο συμμετοχικούς. Είναι – χρησιμοποιώντας τα λόγια του Καστοριάδη – μια διαρκής διαδικασία αυτό-θέσμισης που θα οδηγήσει στο ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Αν οραματιζόμαστε μια πραγματικά δημοκρατική κοινωνία, οφείλουμε να αμφισβητήσουμε τους συλλογικούς θεσμούς και τις αξίες της κοινωνίας (το λεγόμενο κοινωνικό φαντασιακό) επαναπροσδιορίζοντας έννοιες όπως η εξουσία, η πρόοδος και η ανάπτυξη που από μέσον έχει εξελιχθεί σε αυτοσκοπός.

Η βασική δυσκολία του εγχειρήματος έγκειται στο ότι οι εκάστοτε ριζωμένοι θεσμοί παρουσιάζονται ως αντικειμενικοί και γενούν άτομα και συνειδήσεις που τείνουν να τους αναπαράγουν.

Ως αποτέλεσμα, μια κοινωνία με ατομιστικούς νέο-φιλελεύθερους θεσμούςδεν μπορεί παρά να δημιουργήσει ατομιστές νέο-φιλελεύθερους χαρακτήρες ανθρώπων. Η ακύρωση τέτοιων πρακτικών και η χειραφέτηση της κοινωνίας μπορεί και πρέπει να γίνει από μέσα.

Με το να επικεντρωνόμαστε στην οικονομική κρίση αγνοώντας τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές της συνιστώσες, περιορίζουμε τον διάλογο στο κατά πόσο τα μέτρα λιτότητας αποτελούν ή όχι μονόδρομο για να πετύχουμε κάποιον δημοσιονομικό στόχο. Έτσι ξεχνιέται το αυτονόητο: «είναι αυτός ο μοναδικός μας στόχος;»

Οι συζητήσεις πρέπει να στραφούν και πάλι γύρω από το ουσιώδες, δηλαδήτο νόημα που δίνει ο καθένας στην εργασία και τη ζωή του, δημιουργώντας ένα συλλογικό όραμα και οδεύοντας παράλληλα προς αυτό.

Μια τέτοια διαδικασία δεν μπορεί να περιμένει τις αποφάσεις των Ευρωπαϊκών κοινοβουλίων για το εκάστοτε πακέτο στήριξης που θα «σώσει» την οικονομία για να ξεκινήσει.

Αντιθέτως είναι οι συλλογικές αξίες της κοινωνίας που θα ορίσουν και θα νομιμοποιήσουν στην πράξη την όποια οικονομική πολιτική.

Πάνος Πετρίδης
Ινστιτούτο Κοινωνικής Οικολογίας της Βιέννης

pagan   tvxs.gr

B)Ελληνίδες, Έλληνες

Ίσως η ευτυχία μιας χώρας να μη συνεπάγεται πάντα την ευτυχία όλων της των πολιτών· είναι όμως βέβαιο ότι κανένας δεν μπορεί να είναι ευτυχής όταν η πατρίδα του δυστυχεί (1). Πιστεύω βαθύτατα πως αυτός ο ευλογημένος από το Θεό τόπος μπορεί να ευημερήσει. Και κάτι περισσότερο. Μπορεί να γίνει παράδειγμα για πολλούς άλλους λαούς. Φτάνει να το θελήσουμε. Φτάνει να παραμερίσουμε τα μικρά και να αποβλέψουμε στα μεγάλα· και από το παρόν να σκεφτόμαστε περισσότερο το μέλλον (2).

Δεν γνωρίζω τι πέτυχα και τι δεν πέτυχα στη σταδιοδρομία μου. Γνωρίζω όμως ότι ανέτρεψα την καθιερωμένη από μακρού αντίληψη ότι η αθλιότητα αποτελεί την αμετακίνητη μοίρα της Ελλάδας. Διότι απέδειξα εμπράκτως ότι μπορεί ο λαός μας, αν θέλει, να ευημερήσει (3). Στην Ελλάδα συντελέσθηκε ένα θαύμα πολιτικό, το οποίο υπήρξε έργο όλων μας – των κομμάτων και του λαού. Αλλά, το θαύμα αυτό ξύπνησε, όπως δεν έπρεπε να αναμένεται, το σαράκι της φυλής – τη μανία δηλαδή να καταστρέφουμε εκείνα τα οποία με μόχθους και θυσίες δημιουργούμε. Μανία που θυμίζει τον ψαρά του Σέιξπηρ, ο οποίος όταν βρήκε κάποτε ένα μαργαριτάρι και θαμπώθηκε από τη λάμψη του, το ξαναπέταξε στη θάλασσα. Αυτό σημαίνει ότι μη εκτιμώντας επαρκώς αυτό το οποίο μετά από πολλές σκληρές δοκιμασίες επιτεύχθηκε στον Τόπο μας απειλούμε να το πετάξουμε, μιμούμενοι τον ψαρά, στη θάλασσα (4).

Ο τόπος μας πάσχει από αθεράπευτη πολιτική ανεπάρκεια. Η ηγεσία μας έχασε σε τέτοια έκταση το αίσθημα του καθήκοντος, ώστε να θεωρείται επικίνδυνη για το μέλλον του τόπου, ενώ ο λαός μας, ένας λαός που αντιμετώπισε πάντοτε με νοσηρό συναισθηματισμό τα πολιτικά του προβλήματα, κατατρύχεται ήδη από ψυχώσεις. Είμαι βέβαιος πως ούτε η Δεξιά ούτε η Αριστερά –τι παρεξήγηση αλήθεια στον τόπο μας και μ’ αυτούς τους όρους– θα ήθελαν να είναι εκεί που βρίσκονται, αν μπορούσαν να καθορίσουν λογικά τη θέση τους (5).

Συμβαίνει να πιστεύω ταυτόχρονα και στη δύναμη της δημοκρατίας και στη δύναμη του ορθολογισμού (6). Στην πολιτική, κάθε απόφαση δεν αρκεί μόνο να είναι σωστή. Πρέπει να λαμβάνεται και στην κατάλληλη στιγμή (7). Δυστυχώς η πολιτική και ειδικότερα η κομματική πρακτική, αντί να καλλιεργεί τις αρετές του λαού μας, καλλιεργεί τις κακίες του. Με το να εξαίρουμε όλοι τα προσόντα του λαού μας, χωρίς να επισημαίνουμε και τα ελαττώματά του, τον διαφθείρουμε. Τον καθιστούμε ανίκανο να θεραπεύσει. Θα πρέπει κάποτε να συνειδητοποιήσει και ο λαός τις ευθύνες του. Να συνειδητοποιήσει δηλαδή το γεγονός ότι αυτός είναι εκείνος που με τις πολιτικές επιλογές του προσδιορίζει κάθε φορά την πορεία και συνεπώς τις τύχες του έθνους (8).

Κάποτε ένας Γάλλος ιστορικός με ρώτησε: «Πώς μπορείτε να αποδείξετε ότι οι σύγχρονοι Έλληνες είναι απόγονοι των αρχαίων;». «Πάρτε σαν παράδειγμα», του είπα, «την πολιτική μας ζωή. Τα πάθη τα πολιτικά, την αστάθεια, τη δημαγωγία…» (9). Η Πολιτεία δεν ανήκει στην Κυβέρνηση, η οποία είναι περαστική. Ανήκει σε εσάς, στους Έλληνες πολίτες. Και έχετε συμφέρον και καθήκον να την προστατεύσετε. (10)

Υπάρχει μία μεγάλη διαφορά μεταξύ Κυβέρνησης και Αντιπολίτευσης, στον πολιτικό διάλογο. Κατ’ αυτόν η Αντιπολίτευση διαθέτει μία μεγάλη υπεροχή, διότι κινείται μέσα στον απέραντο χώρο του επιθυμητού, ενώ η Κυβέρνηση κινείται μέσα στο στενό χώρο του εφικτού (11). Τα κόμματα πρέπει να μάθουν να συζητούν και να συνεργάζονται (12). Χωρίς γενναίο αίσθημα δεν γίνεται τίποτε το σημαντικό στη ζωή και προπαντός στην πολιτική, που αποτελεί την πληρέστερη έκφρασή της. (13)

Οι ξένοι δεν θα μπορούσαν να μας αδικούν, εάν δεν τούς διευκόλυναν τα σφάλματα τα δικά μας (14). Οι ακροβατισμοί στη διεθνή πολιτική, όταν μάλιστα εμπνέονται από συναισθηματικές παρορμήσεις, είναι πολύ επικίνδυνοι για κάθε χώρα (15). Οι Έλληνες φαντάζονται ότι η Ελλάδα είναι το επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος –ο ομφαλός της γης–, πράγμα που μας οδηγεί στην ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να υπαγορεύσουμε την πολιτική μας στους ξένους, φίλους και εχθρούς, μικρούς και μεγάλους. Κάποτε που οι αρχαιολόγοι στους Δελφούς μού παρουσίασαν το βράχο που ήταν γνωστός ως «ομφαλός της γης», τους συνέστησα να τον πετάξουν στη θάλασσα (16).

Γεωγραφικά, η Ελλάδα ανήκει στη Βαλκανική. Πολιτιστικά, όχι μόνο ανήκει στην Ευρώπη, αλλά είναι η πηγή του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ακόμη και το όνομα «Ευρώπη» είναι ελληνικό. Γι’ αυτό άλλωστε και όλοι οι πόλεμοι βρήκαν την Ελλάδα στο πλευρό της Δύσης, για τον απλούστατο λόγο ότι η ίδια ένιωθε ότι ανήκει στη Δύση (17). Αν ποτέ αποκοπεί η Ελλάδα από τη Δύση, θα οδηγηθεί σε οδυνηρές περιπέτειες. Γιατί θα βρεθεί μοναχή στον κόσμο, χωρίς την αλληλεγγύη κανενός και μάλιστα σε μία εποχή που η διεθνής κατάσταση επιβάλλει σε κάθε χώρα να επιδιώκει το μάξιμουμ των εγγυήσεων για την ασφάλειά της (18). Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι σαν λαός κάναμε τα μεγαλύτερα πολιτικά σφάλματα, στις πιο κρίσιμες στιγμές της ζωής του Έθνους. (19)

Κάθε τόσο αναζητούμε ένα Μεσσία, για να σώσει τον τόπο από τους κινδύνους, τους οποίους εμείς οι ίδιοι μέσα στην αφροσύνη μας προκαλούμε (20). Είναι καιρός να πραγματοποιήσουμε την αληθινή αλλαγή, για την οποία όλοι μιλούν, χωρίς ωστόσο να την έχουν συνειδητοποιήσει. Γιατί αλλαγή δεν σημαίνει απλή αλλαγή κυβερνήσεων. Σημαίνει αλλαγή του πολιτικού κλίματος του τόπου μας και προπαντός την αλλαγή της πολιτικής μας νοοτροπίας. (21)

Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής

Υ.Γ. Ένα μέγα μέρος της ευθύνης για τη δημιουργία ήπιου κλίματος, χωρίς το οποίο είναι αδύνατον να λειτουργήσει μια υγιής και υπεύθυνη Δημοκρατία, ανήκει στον Τύπο. Ζητώ απ’ όσους ενημερώνουν και κατευθύνουν την κοινή γνώμη να εξαρθούν στο ύψος των περιστάσεων και να δείξουν την πολιτική ωριμότητα και την φρόνηση που δείχνει ο ανώνυμος λαός. (22)

(Στο κείμενο αυτό, όλες οι φράσεις έχουν ειπωθεί από τον Κωνσταντίνο Γ. Καραμανλή).

Ο Γιώργος Κ. Ψάλτης είναι ποιητής.


(1) Πρωτοχρονιάτικο Μήνυμα, 31/12/1975

(2) Πρωτοχρονιάτικο Μήνυμα, 31/12/1978

(3) Επιστολή στον Κωνσταντίνο Τσάτσο, Οκτώβριος 1966

(4) Βουλή, 12/06/1976

(5) Επιστολή προς το φίλο του Γ. Αβτζή, 12/07/1945 όπως δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα «Βραδυνή», 02/11/1974

(6) Εγκαίνια ΔΕΘ, 30/08/1975

(7) Ομιλία στο Συνέδριο ΠΑΣΕΓΕΣ, 11/04/1978

(8) Τάκη Λαμπρία, «Καραμανλής o φίλος», Ποταμός, 1998

(9) Ροζέ Μασσίπ, «Καραμανλής, ο Έλληνας που ξεχώρισε», Σιδέρης, 1995

(10) Ομιλία στα μέλη της ΠΑΣΕΓΕΣ, 17/12/1976

(11) Βουλή, 12/12/1974

(12) Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», 16/01/1984

(13) Επιστολή προς το φίλο του Γ. Αβτζή, 12/07/1945 όπως δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα «Βραδυνή», 02/11/1974

(14) Προσφώνηση στον Πρόεδρο της Κύπρου Σπύρο Κυπριανού, 07/04/1983

(15) Βουλή, 20/05/1977

(16) Κρις Γουντχάουζ, «Καραμανλής, ο ανορθωτής της Ελληνικής Δημοκρατίας», Μορφωτική Εστία, 1982

(17) Ροζέ Μασσίπ, «Καραμανλής, ο Έλληνας που ξεχώρισε», Σιδέρης, 1995

(18) Βουλή, 11/01/1980

(19) Ομιλία στην Αθήνα, 18/11/1977

(20) Μωρίς Ζενεβουά, «Η Ελλάς του Καραμανλή», Σιδέρης, 1972

(21) Ομιλία στο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας, 05/05/1979

(22) Εγκαίνια ΔΕΘ, 31/08/1974

Σημ. 1 Ενοποιήθηκαν η ορθογραφία και η μορφή της γλώσσας.

Σημ. 2 Πηγές για τις φράσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή: «Οριοθετήσεις», Ροές, 1986, «Ο πολιτικός λόγος του Κωνσταντίνου Καραμανλή», Ινστιτούτο Δημοκρατίας «Κωνσταντίνος Καραμανλής», 2004, Κωνσταντίνου Σβολόπουλου «Καραμανλής», Ίκαρος, 2012.

ΠΗΓΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Γ)Tα 10 αναπάντητα ερωτήματα ενός καθηγητή του Αριστοτελείου

Ερωτήσεις που δεν απαντώνται:

Ερώτηση 1. Πως γίνεται και ενώ το Λουξεμβούργο, η Αγγλία, η Ελβετία,
το Βέλγιο, η Γαλλία, η Δανία και η Αυστρία έχουν ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ποσοστό
χρέους από εμάς, αυτοί να ΜΗΝ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ σώσιμο, αλλά αντίθετα
έρχονται να σώσουν εμάς;

Ερώτηση 2. Πως γίνεται το Αφγανιστάν με περίπου μισόν αιώνα συνεχείς
πολέμους να έχει μόνο 23% του ΑΕΠ του χρέος, την στιγμή που ξέρουμε
ότι ένας πόλεμος μερικών ημερών μπορεί να ” ξετινάξει” μία χώρα;

Ερώτηση 3. Πως γίνεται να χρωστάνε 29% το Κουβέιτ, 54% το Μπαχρέιν και
τα Αραβικά εμιράτα 56% την στιγμή που είναι παγκόσμιοι προμηθευτές
πετρελαίου;

Ερώτηση 4. Πως γίνεται στην Ελβετία με 271% χρέος, μία απλή
καθαρίστρια σε νοσοκομείο (περίπου το 2000) να πληρώνεται με 2000 ευρώ
μισθό όσα έπαιρνε την ίδια στιγμή (στα βρώμικα καρβουνο-εργοστάσια της
ΔΕΗ) ένας «υψηλόμισθος» τεχνικός, ανώτερης στάθμης εκπαίδευσης,
ενταγμένος στα υπερ-βαρέα/ανθυγιεινά με 25 χρόνια προϋπηρεσία;

Ερώτηση 5. Πως γίνεται η Νορβηγία με 143% χρέος να μην έχει πρόβλημα
και να μην χρειάζεται σώσιμο ή περικοπές;
Ένα πραγματικό παράδειγμα από εκεί: Γνωστός μου μετακόμισε στην
Νορβηγία πριν δύο χρόνια. Προσέξτε τώρα τι «έπαθε» εκεί:
α) Έπιασε δουλειά σε κουζίνα εστιατορίου σαν ανειδίκευτος και έπαιρνε
2.500 ευρώ τον μήνα μισθό!
β) Μετά τρεις μήνες στην δουλειά δήλωσε ότι ήταν «ψυχικά κουρασμένος»
και του έδωσαν αμέσως άδεια 15 ημερών!
γ) Με τις επιστροφές φόρων (κάτι σαν το δικό μας δώρο) πήγε μαζί με
την γυναίκα του στο Θιβέτ διακοπές.
δ) Τώρα είναι άνεργος (με την δικαιολογία ότι ΔΕΝ ΤΟΥ ΑΡΕΣΕ εκεί που
δούλευε!) και για δύο χρόνια παίρνει 1700 ευρώ τον μήνα!

Ερώτηση 6. Γιατί οι παγκόσμιοι δανειστές δεν ανησυχούν μήπως χάσουν τα
13, 5 τρις που χρωστάνε οι ΗΠΑ, τα 2 τρις που χρωστάει το
Λουξεμβούργο, τα 9 τρις που χρωστάει η Αγγλία (κλπ, κλπ) αλλά
ανησυχούν για τα 500 δις που χρωστάμε εμείς;

Ερώτηση 7. Πως γίνεται και ολόκληρος ο πληθυσμός της γης χρωστάει το
98% των χρημάτων του;

Ερώτηση 8. Ποιοι έχουν τόσα πολλά ώστε να «αντέχουν» να δανείσουν τόσο
πολύ χρήμα;

Ερώτηση 9. Πού τα βρήκαν τόσα χρήματα;

Ερώτηση 10. Γιατί τα χρήματά τους δεν συμμετέχουν στο ΑΕΠ της χώρας τους;
Τελικά μήπως τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η παγκόσμια οικονομία δεν
είναι παρά μία τεράστια φούσκα,ενώ το χρήμα είναι ψεύτικο, τυπωμένο
στα άδυτα των πολυεθνικών τραπεζών μόνο και μόνο για να επιτευχθεί
ένας παγκόσμιος έλεγχος ;

Prof. Konstantinos Tokmakidis
Aristotle University of Thessaloniki
Greece

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩΜΕΝ ΕΠΕΙΕ ΠΑΝΟΠΕΑ
Posted in News and politics | Tagged , , , , , | Leave a comment