ΑΝΤΙΓΝΩΣΗ Η ΚΑΚΙΑ ΤΟΥ ΩΧΑΔΕΛΦΙΣΜΟΥ Κ ΤΗΣ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΣΕΒΑΣΜΟΥ,ΥΠΕΡΕΓΩ ΥΠΕΡ-ΕΧΟΝΤΟΣ (VII)

(BEING CONTINUED FROM 13/05/12)

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Posted in Books | Tagged , , | Leave a comment

Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΤΑΣ ΑΠΑΤΗΛΑΣ ΙΔΕΑΣ ΚΡΑΖΩΣΙΝ ,ΜΕΤΑ ΑΡΓΥΡΙΟΥ ΒΟΗΘΕΙΑΣ

 

image

 

image

image

image

image

image

image

image

EUCHARSTOOMEN PROSELEENIE

Posted in News and politics | Tagged , | Leave a comment

RHIGAS VELESTINLIS PHERAIOS – A HERO DEVOTED TO LIBERTY (C)

(being continued from  11/01/12)

MORE ABOUT THE ENGLISH VERSION CAN BE READ SOMEWHERE AT http://spacezilotes.wordpress.com/category/ideologic-matters/

image

image

image

image

image

image

image

(to be continued)

SOURCE  ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ 

Posted in Books | Tagged , , , , , , | Leave a comment

ΕΝ ΤΗ ΡΩΜΗ ΤΗ ΕΛΛΗΝΙΔΙ ΠΟΛΕΙ,ΡΩΜΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΕΣΜΕΝ (Α)

Η  ΠΑΡΑΧΑΡΑΞΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Κι απ’ τη Χρυσή την Πύλη σαν αρχάγγελος,

Τρανός αφέντης, ρήγας, αυτοκράτορας,

Εμπήκε μεσ’ ‘ς την Πόλι, ‘ς την Αγιά Σοφιά˙

Και χύνεται ο ήλιος της κορώνας του,

Κι’ ανθίζ’ η Ρωμιοσύνη, σαν τα λούλουδα,

Και χάνεται ο Φράγκος σαν την καταχνιά

(Κ. Παλαμά)

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒYΤΕΡΟΥ  ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ  ΚΟΣΜHΤΟΡΑ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠ. ΑΘΗΝΏΝ

Μέ χαρά ἀποδέχθηκα τήν πρόταση τοῦ φίλου καί συναγωνιστοῦ κ. Θωμᾶ Δρίτσα νά προλογίσω αὐτήν ἐδῶ τή μελέτη του. Ὁ Πρόλογός μου ἤ καλύτερα τό προλογικό σημείωμά μου δέν ἔχει τόν χαρακτήρα κριτικῆς ἤ ἀξιολογήσεως, ἀλλά καταθέσεως μιᾶς μαρτυρίας καί δηλώσεως τῆς καρδιακῆς ἀποδοχῆς της. Ὁ κ. Δρίτσας εἶναι ἀγωνιστής καί ἐρευνητής τῆς Ἀλήθειας. Μέ ἄριστη κατάρτιση καί ἀγάπη στό θέμα του δίνει μιάν απάντηση στήν παραχάραξη τῆς ἱστορίας, πού δέν γίνεται μάλιστα ἀπό ἄγνοια (αὐτό θά ἦταν συγχωρητέο), ἀλλά ἀπό σκοπιμότητα. Στόχος της εἶναι ἡ καταπολέμηση τοῦ Χριστιανισμοῦ ὡς Ὀρθοδοξίας καί Πατερικότητας, γιά τήν ἀποσύνδεση τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπό τήν ὀρθόδοξη ἁγιοπατερική παράδοση, κάτι πού ὁδηγεῖ στήν δολοφονία τοῦ Ἑλληνισμοῦ, πού μόνο στήν ἕνωση του μέ τήν Ὀρθοδοξία ζεῖ καί μεγαλουργεῖ δύο χιλιάδες χρόνια τώρα. Δέν σώζει ὁ Ἑλληνισμός τήν Ὀρθοδοξία, ἀλλά ἡ Ὀρθοδοξία τόν Ἑλληνισμό, ὅπως πολλές φορές ἔχουμε διακηρύξει.

Ὁ κ. Δρίτσας ἀγαπᾶ τόν Ἑλληνισμό, διότι ἀγαπᾶ τήν Ὁρθοδοξία. Γνωρίζει καλά τήν συμβολή τῶν Ἁγίων Πατέρων (Βασιλείου, Γρηγορίου, Φωτίου, Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης κ.α.) στή διάσωση καί τοῦ γράμματος ἀκόμη τῆς ἀρχαιοελληνικῆς παραδόσεως, στά στοιχεῖα της ἐκεῖνα, πού ἀντέχουν στόν χρόνο καί καθαγιάσθηκαν ὡς ἀνθρώπινη σάρκα τῆς θεανθρώπινης ἕνωσής της μέ τόν Χριστιανισμό, το θεῖο καί αἰώνιο στοιχεῖο σ’αὐτή τήν ἕνωση. Μέ καλή γνώση τῆς βιβλιογραφίας, δείχνει τήν ταυτότητα τῆς Ρωμηοσύνης καί ἀπαντά διορθωτικά σέ ἀσύστολα ψευδολογήματα, πού προβάλλονται ὡς ἀλήθεια. Ἔτσι, καταρρίπτει συκοφαντικές θέσεις, ἐλέγχει σκόπιμες ἀνακρίβειες, κονιορτοποιεῖ ἀστήρικτα καί ἕωλα ἐπιχειρήματα. Τό σπουδαιότερο: ἔμμεσα προκαλεῖ τούς ψευδολόγους καί εἶμαι βέβαιος, ὅτι δέν θά μπορέσουν ποτέ νά τόν ἀντικρούσουν ἐπιστημονικά καί τεκμηριωμένα. Ξέρω, ὅτι θά συνεχίσουν τή λασπολογία τους οἱ ἐπαγγελματίες καί κυρίως ξενοκίνητοι ἤ ξενόδουλοι παραχαράκτες τῆς ἱστορίας. Δέν θά μπορέσουν ὅμως ποτέ νά τόν ἀντιμετωπίσουν κατά πρόσωπον, ὅπως ἀπαιτεῖ ἡ ἑλληνική μεγαλωσύνη, πού δυστυχῶς δέν τήν διαθέτουν.

Θέλω ἀκόμη νά ἐξάρω τόν ὡραῖο καί ἁρμονικό λόγο τοῦ κ. Δρίτσα, δεῖγμα ἑλληνικότητος καί πατερικότητος, τό ἑλκυστικό ὕφος του, τήν δωρικότητα τῆς ἔκφρασής του. Τοῦ εὔχομαι νά συνεχίσει τήν σημαντική αὐτή προσπάθειά του καί να ὠφελεῖ συνεχῶς ἐκείνους, πού ἀγαποῦν τήν Ἀλήθεια, ὅπως αὐτός.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η σημερινή εποχή είναι μια εποχή έντονης αμφισβήτησης. Αμφισβήτησης αξιών, αμφισβήτησης γεγονότων, αμφισβήτησης θεσμών και ιστορίας. Μέσα σε αυτό το ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο, η γόνιμη έρευνα ανακαλύπτει ξανά, όψεις της (σύγχρονης και αρχαίας) ιστορίας που είναι ξεχασμένες, θαμμένες κάτω από ένα πέπλο πολιτικών σχεδίων και διπλωματίας. Φέρνει στο φως κομμάτια της ιστορίας πλαστογραφημένα λόγω γεωπολιτικών συμφερόντων της δύσεως, που εδώ και αιώνες καπηλεύεται πολιτισμικά στοιχεία ξένα προς αυτήν. Το σίγουρο είναι πως δεν υπάρχει αντικειμενική ιστορία. Αλλά γιατί να επιλέξουμε αυτό που μας σερβίρουν και να μην ψάξουμε; Γιατί να μην ερευνήσουμε; Γιατί η δυτική / φράγκικη ιστορία, είναι φτιαγμένη ώστε να εξυπηρετεί αλλότρια συμφέροντα και σίγουρα όχι τα δικά μας.

Βεβαίως, δεν μιλάμε για «συνομωσιολογία». Αυτός ο τομέας είναι ειδικότητα μυαλών αρρωστημένων , που προσπαθούν να παριστάνουν τους «ήρωες» και χρησιμοποιούν τις προλήψεις και τον ρατσισμό ανθρώπων για να κρύψουν τα συμπλέγματα κατωτερότητας τους. Μιλάμε , όμως, για γεωπολιτικά συμφέροντα και πολιτικές. Είναι γνωστό πως η ιστορία παραχαράσσεται, πολλές φορές, για να εξυπηρετήσει αλλότρια συμφέροντα. Όμως, όσο και αν κάτι τέτοιο γίνει , η πραγματικότητα δεν μπορεί να σβηστεί. Κανένα γεωπολιτικό σχέδιο δεν είναι αρκετό, για να σβήσει το ιστορικό αρχείο, πλήρως. Σε αυτό το σημείο, βεβαίως, μπαίνει και το θέμα της ερμηνείας των ιστορικών στοιχείων. Ένα ποτήρι , γεμάτο μέχρι την  μέση, μπορεί να περιγραφεί από δύο διαφορετικά άτομα είτε ως «μισογεμάτο» είτε ως «μισοάδειο». Και οι δύο που περιγράφουν το γεγονός, έχουν, από την δική τους σκοπιά, δίκαιο.

Εμείς οι νεοέλληνες, έχουμε πέσει θύματα προπαγάνδας ξένων συμφερόντων, ιστορικών και διπλωματών που ήθελαν να σφετεριστούν τον πολιτισμό και την λαμπρότητα της ελληνικής Ρώμης. Έχουμε παραδοθεί άνευ όρων, στα συμφέροντα τους. Δυστυχώς, ορισμένες ομάδες «Αρχαιολατρών» και «Ελλαδέμπορων» , σήμερα, ακολουθούν τα χνάρια τους. Οι ομάδες αυτές , έχουν γνωρίσει ιδιαίτερη ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια, με αποκορύφωμα την αναβίωση των νεοπαγανιστικών κινημάτων με την λατρεία του 12θεου. Αν και δεν είναι όλοι νεοπαγανιστές, ωστόσο έχουν ένα κοινό σημείο: Την εξιδανίκευση ενός (μικρού) μέρους της ιστορίας , με σκοπό την αναβίωση των εθίμων, της Αρχαίας εποχής, αλλά και απόρριψη των τελευταίων 2.000 ετών ιστορίας! Συνηθίζουν να εκθειάζουν τον Αυτοκράτορα Ιουλιανό, και να αποκαλούν τους Ορθόδοξους υποτιμητικά «Ιουδαιοχριστιανούς» (sic) , φανερώνοντας πέρα από την αμάθεια και τον ρατσισμό τους. Το απίθανο είναι πως αυτές οι ομάδες, είναι έτοιμες να αποδεχτούν την ελληνικότητα ιθαγενών και λαών υπανάπτυκτων, στηριζόμενοι σε ελάχιστα / ατεκμηρίωτα (αν όχι ανύπαρκτα…) στοιχεία, [ http://www.oodegr.com/neopaganismos/ellinikotita/kalas1.htm ] αλλά δεν είναι διατεθειμένοι να παραδεχτούν την ελληνικότητα ενός λαμπρότατου Κράτους, που διαφώτισε την οικουμένη με τον ελληνικό πολιτισμό, παρά τα αδιάσειστα στοιχεία.

Απόσπασμα από την κεντρική ιστοσελίδα του Ύπατου Συμβουλίου Eλλήνων Εθνικών (ΥΣΕΕ), κεντρικής συντονιστικής οργάνωσης 12θεϊστών στην Ελλάδα. Η έμφαση στο κείμενο,   είναι δική μας.

Τόσο το Δυτικό όσο και το Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος (=Ρωμανία / Βυζάντιο) ήταν ελληνικά. Τόσο ελληνικά, όσο και η ελληνιστική Μακεδονική Αυτοκρατορία. Το μας αποκαλεί κάποιος Ρωμηούς είναι τόσο προσβλητικό, όσο το να μας αποκαλούν «Μακεδόνες» η «Σπαρτιάτες»! Πως θεωρούν οι «Αρχαιολάτρες» το «Ρωμαίος/ Ρωμηός» μη ελληνικό, τη στιγμή που το ίνδαλμά τους, ο Αυτοκράτορας Ιουλιανός γράφει αυτά εδώ: «Άλλωστε οι Ρωμαίοι ανήκουν στο γένος των Ελλήνων» [Ιουλιανός, επιστολή «Εις τον βασιλέαν Ήλιον προς Σαλούστιον», 153a]. και «(..) παρόλο που γνωρίζω ότι κι εσείς[οι Ρωμαίοι] από αυτους [Έλληνες] κατάγεστε» [Ιουλιανού, «Συμπόσιον ή Κρονιάς» 324a] . Στα ίδια, ο Ιουλιανός γράφει: «Θεωρώ ότι ο ίδιος ο Ήλιος αναγνώρισε την πόλη μας (Ρώμη) Ελληνίδα, τόσο στην καταγωγή όσο και στο πολίτευμα». Είναι ανεξήγητο, λοιπόν, οι «Αρχαιόπληκτοι» ,  να αντιτίθεντε στο όνομα «Ρωμαίος-Ρωμηός» αφού το ίνδαλμά τους, ο Ιουλιανός, θεωρεί τους Ρωμαίους Έλληνες στην καταγωγή και στα πάντα. Πως είναι δυνατόν οι Νεοπαγανιστές/Εθνικοί, να ισχυρίζονται ότι «η Ελλάδα ήταν «υπόδουλη (146π.Χ.-1453μ.Χ.) στους Ρωμαίους» (sic) , αφού τους διαψεύδει ένας Εθνικός Ρωμαίος που αποκαλούνταν Έλλην; Είναι θλιβερό να διαβάζει κανείς τέτοιες αντεθνικές απόψεις στις ιστοσελίδες τους και στα έντυπα τους.

Πολύ πριν την κατάκτηση της υπόλοιπης Ελλάδας από την Ρώμη , υπήρχε στην Αθήνα ναός της “θεάς Ρώμης“.[Περισσότερα: Mellor, R., «THEA ROMA: The Worship of the Goddess Rome in the Greek World» , Gottingen: Vandenhoeck & Ruprecht, 1975] Να υπενθυμίσω το ότι ο Αρχαίος Έλληνας συγγραφέας Ηρακλείδης ο Ποντικός, μαθητής του Πλάτωνα, του 4ου π. Χ. αιώνα αποκαλεί τη Ρώμη “πόλιν Ελληνίδα” [ J. Τοynbee, A Study of History, Abridgement by D. C. Somervell, London, 1962, σελ. 408.]  ή ότι η Ρώμη είχε από πολύ παλιά -το 228π.Χ.- δικαίωμα συμμετοχής στους Ολυμπιακούς αγώνες, δικαίωμα που δινόταν μόνο σε Έλληνες το γένος.

Τέλος να υπενθυμίσω το ότι το όνομα “Ρωμαίος” έπαψε να είναι δηλωτικό μόνο των κατοίκων του Λατίου πολύ πριν γίνει ο Χριστιανισμός επίσημη θρησκεία. Ήδη από το 212μ.Χ. όλοι οι κάτοικοι της Αυτοκρατορίας απέκτησαν την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη. Και πιο πριν όμως από το 212μ.Χ. πολλοί από τους υπόλοιπους Έλληνες είχαν γίνει Ρωμαίοι πολίτες. Στην πραγματικότητα, ολόκληρη η πολιτικοοικονομική και πολιτισμική ηγεσία της υπόλοιπης Ελλάδος, είχε αποκτήσει την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη αρκετά νωρίτερα από το 212. Η δε Μεγάλη Ελλάδα (Ν. Ιταλία), είχε αποκτήσει δικαιώματα Ρωμαίου πολίτη, από τον 1οπ.Χ αι. Το όραμα ενός οικουμενικού ελληνιστικού κράτους, του οποίου τις βάσεις έθεσε ο Μ Αλέξανδρος, άνθισε υπό την εποπτεία της ελληνικότατης Ρώμης. Όπως το πάνε, ορισμένοι,  τελικά από την Ελλάδα θα μείνει μόνο η Αθήνα. Με την φόρα που έχουν πάρει, μειοδοτούν κομμάτια του Ελληνικού πολιτισμού, και μάλιστα για λόγους…εθνικούς.

ΑΣ ΘΥΜΗΘΟΥΜΕ ΛΙΓΟ

ΤΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΘΕΑΣ ΡΩΜΗΣ

ΑΚΡΟΠΟΛΗ, ΑΘΗΝΑ

Από τον Πελασγό και την Δηιάνειρα γεννιέται ο Λυκάων, Ο οποίος  παίρνει για γυναίκα την Κυλλήνη, Νηίδα Νύμφη. (εξ’ου και βουνό Κυλλήνη). Απo αυτούς γεννήθηκαν o Οίνωτρος και Πευκέτιος. Οινωτροι καλούνται οι κατοικούντες την Ιταλική χερσόνησο και Πευκέτιοι οι κατοικούντες στο Ιόνιο. Οι πρώτοι κάτοικοι της Ιταλίας ήσαν Σικελοί. “Βάρβαρον έθνος αυτογενές” .Ονομάστηκε δε Ιταλία απ τον βασιλιά Ιταλό.

Ο πρώτος που αποφάσισε να μεταναστεύσει σε άλλους τόπους (κατά τους αρχαίους Έλληνες) και να κτίσει αποικία, ήταν ,λοιπόν, ο Οίνωτρος, γιος του Λυκάονα. Στην Αρκαδία είχαν γίνει τόσο πολλοί, που δεν μπορούσε η γη να τους θρέψει. Με τις ευλογίες και τη βοήθεια του βασιλιά αδελφού του, Νύκτιμου, ο Οίνωτρος έφτιαξε πλοία, πήρε μαζί του πολλούς Αρκάδες και ανάμεσά τους τον αδελφό του τον Πευκέτιο, κι έβαλε πλώρη Δυτικά.

                Έπιασαν στην Απουλία (νοτιοανατολική Ιταλία), πρώτοι αυτοί, 17 γενιές πριν από τον πόλεμο της Τροίας, μετά τη λήξη του οποίου ο Αινείας έφυγε από την Τροία και έγινε οικιστής του Λατίου. Σύμφωνα με τις παραδόσεις, η ίδρυση της Τροίας ήταν έργο Κρητών που εγκατέλειψαν κάποτε την πατρίδα τους και εγκαταστάθηκαν στις υπώρειες της Ίδης, Αρχηγός τους ήταν ο Τευκρος , γυιός του Σκαμανδρου και της νύμφηςIδαίας. Πέρα από την παράδοση, υπάρχουν και άλλα στοιχεία που αποδεικνύουν την σύνδεση Κρήτης και Τροίας. Έχουμε την κοινή λατρεία του «θεού» Διονύσου, η οποία φαίνεται να είναι Κρητικής προελεύσεως (και πιο παλιά Αιγυπτιακής). Ο Διόνυσος αναφέρεται στη Γραμμική Β’ της Κνωσού με την ονομασία “di-o-nu-so” [Michael Ventris & John Chadwick, "Documents in Mycenaean Greek. Three hundred selected tablets from Knossos, Pylos and Mycenae with commentary and vocabulary" second ed. (Cambridge 1973)].  Σημαντική  επίσης είναι η αρχαιότατη και πρώτη αναφορά στον Διόνυσο από τον Όμηρο (Ιλ. 2 130 κ. Εξ.) στην οποία φαίνεται ότι ο θεός ή ήρωας Διόνυσος, προστατεύει τους Τρώες. Ο Όμηρος στο κατάλογο των νηών  (Ιλιάδα Β) μας εξηγεί πως όσοι  έλαβαν μέρος στο Τρωικό πόλεμο (και από τα δυο στρατόπεδα) πίστευαν στους ίδιους θεούς και μίλαγαν την ίδια γλώσσα. Υπήρχε η εξαίρεση των Κάρων, σύμμαχων των Τρώων, που ήσαν βαρβαρόφωνοι.

Διαβάζουμε:

«Μέχρι πρόσφατα οι ιστορικοί θεωρούσαν ελάχιστα αξιόπιστους τους μύθους που αφορούν την ίδρυση της Ρώμης, καθώς απουσίαζαν οι ανάλογες αρχαιολογικές ενδείξεις. Σήμερα, όμως, όλα αλλάζουν χάρη στις εξαιρετικές ανακαλύψεις μιας ομάδας αρχαιολόγων υπό τη διεύθυνση ενός από τους πιο σημαντικούς Ιταλούς αρχαιολόγους και ενός από τους μεγαλύτερους ειδικούς στη Ρωμαϊκή Αρχαιολογία παγκοσμίως, του Αντρέα Καραντίνι (Andrea Carandini), καθηγητή Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο «Λα Σαπιέντσα» (La Sapienza) της Ρώμης.» (…) «Μετά από εικοσαετείς και πλέον έρευνες που αφιέρωσα στις απαρχές της Ρώμης -επισημαίνει ο Αντρέα Καραντίνι- διαπιστώθηκε ότι πολλά αρχαιολογικά δεδομένα που αφορούσαν την ίδρυση της πόλης (Urbs) συνάδουν με τα στοιχεία που διασώζει η παράδοση». Το νέο πλαίσιο που προκύπτει από τις πρόσφατες ανακαλύψεις φαίνεται ότι ρίχνει επιτέλους φως στον μύθο της ίδρυσης της Ρώμης: τα νέα αυτά στοιχεία αποδεικνύουν ότι στη Ρώμη, περί τα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ., υπήρχε ήδη ένα βασιλικό ανάκτορο και μία αγορά, δηλαδή δημόσια κτήρια και δημόσιοι χώροι, τυπικά στοιχεία μιας πόλης. Συνεπώς -και επιτέλους- τα στοιχεία που μας κληροδοτεί η παράδοση ταυτίζονται με τα αρχαιολογικά δεδομένα: η Ρώμη πράγματι ιδρύθηκε τον 8ο αιώνα π.Χ., ίσως μάλιστα το έτος 753 π.Χ., όπως παραδίδουν οι ιστορικοί της αρχαιότητας.»

[Περιοδικό Corpus, Αρχαιολογικά Νέα, Τσάο Στέβολι (Tsao Cevoli) Αρχαιολόγος -Δημοσιογράφος. Απόδοση: Βιολέττα Ζεύκη Αρχαιολόγος - μεταφράστρια, τεύχος 70]

                Στην Απουλία , λοιπόν, εγκαταστάθηκε ο Πευκέτιος και έτσι ένα μεγάλο τμήμα της περιοχής ονομάστηκε Πευκετία. Κοντά του έσπευσαν τα αδέλφια του από την Αρκαδία, ο Ίαπυς που συγχέεται με τον Ιάπυγα, γιο του Δαίδαλου, και που έγινε επώνυμος της Ιαπυγίας (περιοχή της Καλαβρίας στη Νότια Ιταλία, απέναντι από τη Σικελία), και ο Δαύνος, οικιστής της Δαυνίας (της περιοχής γύρω από το σημερινό Μπάρι) 

Ο Οίνωτρος συνέχισε, διέσχισε τον πορθμό της Σικελίας κι έφτασε ως την Αυσονία («τότε» περιοχή ανάμεσα στον Πορθμό και τις εκβολές του Λείρι ποταμού, ανάμεσα στην Καμπανία και το Λάτιο). Η περιοχή ονομάστηκε Οινωτρία και από αυτήν, Οινωτρία ονομάστηκε ολόκληρη η χερσόνησος. Πολύ αργότερα, ο βασιλιάς Ιταλός, Πελασγός κι αυτός κατά μια εκδοχή (Σικελός κατά άλλη), ονόμασε τη χώρα Ιταλία.

Γράφει ο Αντίοχος Συρακούσιος από τους αρχαιότερους ιστορικούς πως:  “Ητις νυν Ιταλίη καλείται , το παλαιόν είχον Οινωτροί“. Διάφορες φυλές ελληνικής καταγωγής όπως Αβοριγίνες (πανάρχαια ελληνική φυλή από Αχαΐα) , πελασγοί απ τη Λάρισα κ.α. υπήρχαν στην Ιταλία. Απόδειξη ότι όλα τα ονόματα ανθρώπων και πόλεων που στην Οινωτρία ήσαν ελληνικότατα.

                Από τους Αρκάδες αυτούς αποίκους, οι Αβοριγίνες απλώθηκαν σε όλη την Ιταλία. Αβοριγίνες ονομάζονταν οι υπεράκριοι, αυτοί που κατά τοΑρκαδικό σύστημα κατοικούσαν στα άκρα, αλλά και οι αυτόχθονες (από το Λατινικό ab origine που σημαίνει γνήσιοι, πρωταρχικοί).

                Ο Μάρκος Πόρκιος Κάτων (ο πρεσβύτερος) καθώς και άλλοι Ρωμαίοι που έγραψαν γενεαλογίες, ανέφεραν ότι οι Αβοριγίνες ήτανΑρκάδες. Υπήρχαν όμως και άλλοι που έλεγαν ότι οι Αβοριγίνες ήταν Σαβίνοι (αρχαίος λαός που ζούσε στην Κεντρική Ιταλία και αντιστάθηκε σκληρά στους Ρωμαίους, οι οποίοι μόλις το 290 π.Χ. μπόρεσαν τελικά να τους υποτάξουν). Όμως ο επιφανής ιστορικός Μάρκος Τερέντιος Ρεατίνος Ουάρων (116 – 27 π.Χ.), ισχυριζόταν ότι οι Ρεατίνοι Σαβίνοι ονομάζονταν και ήταν Αρκάδες.

                Οι Αρκάδες απλώθηκαν στην Ιταλία, εκδιώκοντας τους εκεί εγκατεστημένους Σικελούς, έναν από τους λαούς της θάλασσας που έγιναν αιτία να καταρρεύσει η Μυκηναϊκή οικονομία. Σύμφωνα με τους Αιγυπτιακούς παπύρους, ανάμεσα στο 1220 και στο 1193 π.Χ., (περίπου τότε έπεσε και η Τροία), βασίλευαν ο Ραμσής Γ΄ και ο γιος του Μενεφθά. Αυτή την εποχή η χώρα δέχθηκε την επίθεση των «λαών της θάλασσας». Οι Φαραώ τους αντιμετώπισαν και αυτοί στράφηκαν προς την Παλαιστίνη. Στα 1174 ξαναφάνηκαν στην Αίγυπτο, αποκρούστηκαν και σκόρπισαν. Ονομάζονταν Σαντάνα, Τούρσα, Σέκελες, Ρούκι, Νερντέν, Πλέστ κλπ. Από αυτούς, οι Σέκελες (Σικελοί), απλώθηκαν στην Ιταλία. Αυτούς έδιωξαν οι Αρκάδες όταν έφτασαν εκεί., και τους περιόρισαν στο νησί που ονομάστηκε Σικελία.

Από αυτές τις φυλές, τους Ρωμαίους και τους Σαβίνους (οι Σαβίνοι ήσαν άποικοι Λακεδαιμονίων) ,ο Θουκυδίδης μας πληροφορεί ότι “Ιταλίας και Σικελίας το πλείστον πελοποννήσιοι” [Πελοπ. Πόλεμος Α' 12, 4 ] Ιταλία εννοεί την εκτός Σικελίας χώρα. Λέει ο  Πλούταρχος για τους Σαβίνους:

«Τώρα οι Σαβίνοι ήταν ένας πολυπληθής και πολεμοχαρής λαός και ζούσαν σε ατείχιστες πόλεις, σκεπτόμενοι ότι τους άρμοζε, αφού ήταν άποικοι Λακεδαιμόνιοι να είναι θαρραλέοι και ατρόμητοι»

[«Βίοι» , Ρωμύλος, XIV]

                Οι Αβοριγίνες Αρκάδες κατοίκησαν σε μερικούς από τους λόφους στους οποίους αργότερα κτίστηκε η Ρώμη. Εξήντα χρόνια πριν από τα Τρωικά, όταν στην Αρκαδία βασίλευε ο Αγαμήδης (γιος του Στύμφαλου κατά τη μυθολογία), ο Εύανδρος (γιος του Ερμή και της Θέμιδος κατά τη μυθολογία) που ζούσε στην περιοχή του Παλλαντίου (στα όρια της σημερινής Τρίπολης), αρμάτωσε δύο καράβια και πήγε μετανάστης στην Ιταλία. Βρέθηκε κι αυτός στην περιοχή των λόφων όπου αργότερα κτίστηκε η Ρώμη.

                Στους εκεί Αβοριγίνες Αρκάδες βασίλευε ο Φαύνος (συνώνυμος του Ρωμαϊκού θεού των δασών και των κοπαδιών, που ταυτίζεται με τονΑρκαδικό Πάνα). Ο βασιλιάς Φαύνος επέτρεψε στους νεοφερμένους συμπατριώτες του να κατοικήσουν σε έναν από τους λόφους. Ο Εύανδρος τον οχύρωσε και τον ονόμασε Παλλαντίνο είτε σε ανάμνηση της μητρόπολης που ξεκίνησαν, είτε από το όνομα του γιου του, Πάλλαντα. Είναι ο Παλλαντίνος λόφος, ο κεντρικός από τους 7 λόφους της Ρώμης. Τιμώντας την Αρκαδική καταγωγή της ονομασίας του λόφου, ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων Αντωνίνος (138-161 μ.Χ.), επισκέφθηκε τοΠαλλάντιο της Αρκαδίας και τον εκεί οικισμό τον μετέτρεψε σε πόλη. Άλλο στοιχείο που αποδεικνύει την Αρκαδική καταγωγή των ρωμαίων, είναι οι κοινές εορτές. Μία από τις δημοφιλέστερες Ρωμαϊκές εορτές ήταν τα «Λουπερκάλια» (Lupus= λύκος), τα οποία ισως και να ήταν μεταφύτευση της εορτής των «Λύκαιων» από την Αρκαδία στην Ρώμη.

[περί καταγωγής της Ρώμης διαβάστε και:  περ. “Πατριδογνωσία” 21 Σεπτεμβρίου 2003, τεύχος 84, σελ. 3041-3043]

Ενδεικτικό της σχέσης των Ρωμαίων με τους υπόλοιπους Έλληνες, είναι και το εξής: Το 22 π.Χ. ο Οκτάβιος ρύθμισε την σχέσεις με την Σπάρτη με φιλικότερο τρόπο προς την τελευταία. Της παραχώρησε τη Καρδαμύλη, τις πόλεις των Μεσσηνίων Φαράς και Θουρία καθώς και την Δενθηλιάτη. Ο Τιβέριος αργότερα όρισε τα όρια Λακωνικής και Μεσσηνίας την Χοίρειον Νάπην-ποταμό Σάνταβα. Ευγνωμονούμενοι οι Σπαρτιάτες για τις δωρεές των Ρωμαίων αυτοκρατόρων τους έφτιαξαν ναούς για τον Οκταβιανό και τον Καίσαρα ,οι οποίοι και λατρεύονταν ως θεοί.[Παυσ. ΙΙΙ, 11,4]. Οι Έλληνες αποκαλούσαν τον αυτοκράτορα Αδριανό μεταξύ άλλων «νέον Διόνυσον» και «Πανελλήνιον αρχηγέτην» [«Ιστορία του ελληνικού έθνους» της εκδοτικής Αθηνών τομ. ΣΤ’, σ. 568]

Oι Έλληνες, μετά το 60 π.Χ, δεν έκαναν καμία εξέγερση εναντίον των Ρωμαίων, ενώ οι Χριστιανοί Έλληνες μετά το 1453 έκαναν πάνω από 70 εξεγέρσεις κατά των Τούρκων. Η «Ρωμαιοκρατία», με έννοια ανάλογη της «Τουρκοκρατίας» υπήρξε μόνο στα μυαλά των δυτικών ιστορικών, οι οποίοι προσπάθησαν, όπως θα δούμε και παρακάτω,  να προσεταιριστούν τον ελληνιστικό Ρωμαϊκό πολιτισμό. Οι Έλληνες ένοιωθαν αναπαυμένοι στο ελληνιστικό περιβάλλον της αυτοκρατορίας, το οποίο τους έδινε πάμπολλες ευκαιρίες ανάπτυξης. Και γι’ αυτό πολύ γρήγορα ολόκληρη η πολιτικοοικονομική και μορφωτική ηγετική τάξη της υπόλοιπης Ελλάδος είχε κατακτήσει και τα πολιτικά δικαιώματα του Ρωμαίου πολίτη, και μάλιστα αρκετά πριν από το 212 μ.Χ.

Tο 11 μ.Χ. ο Αύγουστος, ενοχλημένος από τις υπερβολικές εκδηλώσεις αγάπης των υπόλοιπων Ελλήνων προς τους Ρωμαίους διοικητές, αναγκάζεται να απαγορεύσει (!) την θέσπιση λατρείας για τους επαρχιακούς διοικητές. Επίσης περιόρισε την χρήση υπερβολικά τιμητικών επιθέτων, και όρισε  πως θα έπρεπε να περιοριστούν στο «ευεργέτης»[«Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της εκδοτικής Αθηνών, τομ. ΣΤ’ σελ 568] Προφανώς αυτά τα μέτρα ελήφθησαν για να «μην πάρουν αέρα» τα μυαλά των διοικητών.

Οι Ρωμαίοι, ήταν περήφανοι όταν ανελάμβαναν πολιτικά αξιώματα σε Ελληνικές πόλεις και κυρίως στην Αθήνα, για την οποία ο Κικέρων μας πληροφορεί, πως πολλοί Ρωμαίοι έγιναν Δικαστές και μέλη του Αρείου Πάγου , αγνοώντας (;) πως έτσι θα έχαναν τα πολιτικά τους δικαιώματα στην Ρώμη. Από διάφορες πηγές, μαθαίνουμε για Ρωμαίους που αναλαμβάνουν πολιτικά αξιώματα στην Αθήνα. Για παράδειγμα, γνωρίζουμε πως το 52-1 π.Χ. γραμματέας της βουλής και του δήμου, υπήρξε κάποιος Γάϊος Γαϊου Αλαιεύς. [«Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τομ. ΣΤ’ σελ 576-577 ]. Συνέβαινε δε και το αντίθετο:  ο περίφημος Ηρώδης ο Αττικός, ήταν Αθηναίος, και υπήρξε  «ύπατος» της Ρώμης. Ενώ σώζεται και το όνομα του Τιβέριου Ιουλίου Κέλσου, Έλληνα από την Έφεσο, που επίσης έγινε ύπατος. [«Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τομ. ΣΤ’ σελ 579]. Πολλές τέτοιες περιπτώσεις, αποδεικνύουν τους δεσμούς αίματος, ανάμεσα σε Ρωμαίους και την υπόλοιπη Ελλάδα. Υπενθυμίζουμε (και πάλι!) πως η λεγόμενη «Magna Grecia» , η «Μεγάλη Ελλάδα», ήταν ένα μεγάλο και ελληνικότατο τμήμα της Ιταλίας , του οποίου οι κάτοικοι απέκτησαν δικαιώματα Ρωμαίου πολίτη, ήδη από τον 1ο μ.Χ. αιώνα!

Όχι μονο οι πρόγονοι μας ουσιαστικά δεν επαναστατούσαν εναντίων της αυτοκρατορίας, αλλα και κληροδοτούσαν τα ελληνικά κράτη τους στην Ρώμη! (133 π.Χ. ο Ατταλος Γ’ την Πέργαμο, το 75 π.Χ. ο, Νικομήδης Δ΄ την Βιθυνία, ο Πτολεμαίος Απίων την Κυρρήνη και ο Αλέξανδρος Β΄ της Αιγύπτου κατέλειπαν τα βασίλεια τους στους Ρωμαίους) [Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ε', σ. 181] Οι ιστορικοί θεωρούν το φαινόμενο αυτό μοναδικό. Για να το ερμηνεύσουν κάνουν ένα σωρό «ερμηνευτικούς ακροβατισμούς» προκειμένου να δικαιολογήσουν τέτοιες κινήσεις, χωρίς όμως να μπορούν να κρύψουν το αυτονόητο: Πως οι άνθρωποι αυτοί κληροδότησαν τα κράτη τους, για να τα «προφυλάξουν», για να τα διασώσουν, κάτι που ουδέποτε θα γινόταν είτε επι Τουρκοκρατίας είτε αν πίστευαν πως οι Ρωμαίοι δεν ήταν «δικοί τους» άνθρωποι.

Αντι , λοιπόν, να συσσωρεύουμε «απίστευτα» φαινόμενα, μπορούμε να βρούμε το «ερμηνευτικό κλειδί» της ιστορίας, με το να παραδεχτούμε το εξής απλο : πως οι υπόλοιποι Ελληνες αναγνωριζαν τους Ρωμαίους ως πολιτισμικούς συγγενείς τους, ως αδέλφια τους! Μονο έτσι εξηγείται αυτό το φαινόμενο. Ξερετε πολλούς  που να κληροδότησαν κράτη στον κατακτητή του λαού τους; Απλά είχαν πεισθεί πως με αυτό τον τρόπο συνέβαλλαν στην οικουμενική ελληνιστική ενοποίηση. Για να μην παραδεχτούμε αυτό το απλό γεγονός, προσπαθούμε με ακροβατισμούς να δικαιολογήσουμε τέτοιες συμπεριφορές. Εκτός και αν θέλουν να πιστέψουμε πως παρανόησαν ομαδικά οι προγονοί μας, εντελώς ξαφνικά! Χαρακτηριστικό είναι πως σε μία από τις τελευταίες και όχι τόσο σημαντικές  «στάσεις» ενάντια στους Ρωμαίους, του κινήματος του Αριστόνικου που εκδηλώθηκε στα εδάφη του πρώην βασιλείου της Περγάμου, η οποία ουσιαστικά, βασίστηκε στους ΔΟΥΛΟΥΣ [Στράβων, Γεωγραφικά,, ΙΔ΄ Ι 38 (C.646)], και μπορεί να χαρακτηρισθεί περισσότερο κοινωνική παρά εθνική.

Κάποιοι , λένε πως τα παραπάνω, είναι απλά δείγμα δουλικότητας των Ελλήνων. Αυτοί, καλά θα κάνουν να θυμηθούν, πως στη μάχη στις Κυνός Κεφαλές, μεταξύ ελλήνων Ρωμαίων και ελλήνων Μακεδόνων, οι Ρωμαίοι παρέταξαν στρατό 26 χιλιάδων  εκ των οποίων 6000 ήταν Αιτωλοί, 1200 Αθαμάνες (Θεσσαλοί) και 500 Κρήτες (σταλμένοι εκ μέρους της Σπάρτης). [«Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τομ Ε', σ. 44]. Στις εορτές των Ισθμίων του 196 π.Χ. οι Έλληνες χειροκροτούσαν όταν ο Τίτος Κόιντος Φλαμινίνος ανακήρυξε την ελευθερία της Ελλάδας! [«Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τομ Ε', σ. 51] Ο στρατός των υπολοίπων Ελλήνων είχε ενωθεί με αυτόν της Ρώμης και πολεμούσαν κατά των Μακεδόνων. Τόσο ξένους, τους ένοιωθαν οι υπόλοιποι Έλληνες! Τα μικρά «κινήματα» ενάντια στους Ρωμαίους, ήταν μηδαμινά, και  θα ήταν περίεργο να μην υπήρχαν και καθόλου! Αλλωστε , επαναστάσεις εναντίων και των άλλων Ελλήνων, δεν ήταν σπάνιες.

Το 307 π.Χ. οι Αθηναίοι μετά την εκδίωξη τού Δημητρίου τού Φαληρέως, γκρέμισαν 360 αγάλματά του κατά τον Πλίνιο, και έλυωσαν τα μεταλλικά, και τα έκαναν ακόμα και δοχεία νυκτός (“κατέσπασαν και κατεχώνευσαν ένιοι δε και προστιθέασιν και εις αμίδας“) [Γεωγραφικά C398.Naturalis Historia, XXXIV, 12] Κατά τον Δίωνα τον Χρυσόστομο, οι ανδριάντες που καταστράφηκαν ήταν 1500. Την ίδια τύχη είχαν και οι ανδριάντες τούΦιλίππου τού Μακεδόνος, τού πατρός τού Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τους γκρέμισαν και με αυτούς έφτιαξαν ουροδοχεία. «Ετόλμησαν δε και Φιλίππου τής Μακεδονίας αμίδας κατασκευάσαι. Αθηναίοι μεν ουν τής εικόνος ούρον κατέχεον, εκείνοι δε τής πόλεως αίμα και τέφραν και κονίαν» [Κορινθιακά 41].

  Τελικά, ο Έλληνας κάτοικος των Αθηνών ονομαζόταν τότε Αθηναίος, ο Έλληνας της Κορίνθου Κορίνθιος, ο Έλληνας της Ρώμης και της Ιταλίας (Μεγ.Ελλάδα) Ρωμαίος. Όλοι μιλούσαν ελληνικά, είχαν την αρχαία ελληνική θρησκεία ,ήταν ελληνικές οι ονομασίες των πόλεων τους,  ήσαν Έλληνες.

Αν κυριαρχούσε η Αθήνα (που το προσπάθησε) θα ονομαζόμασταν Αθηναίοι. Αν κυριαρχούσε η Μακεδονία, θα λεγόμασταν Μακεδόνες. Τότε ποιος θα έπειθε τους (ξένους και εγχώριους) αρχαιόπληκτους και νεοπαγανιστές πως οι Αθηναίοι δεν ήταν Έλληνες; Μήπως δεν είχαν προσπαθήσει σκληρά και οι Αθηναίοι να κυριαρχήσουν σε άλλες πόλεις; Αφού επεκράτησε η Πόλη Ρώμη λεγόμασταν (για 1500 χρόνια!!) Ρωμαίοι / Ρωμηοί.

Καποιοι, βεβαίως, θα μας πουν πως και ο Μ. Αλέξανδρος δεν ήταν Έλληνας; Θα δούμε όμως, παρακάτω , πως η παραπληροφόρηση γι’ αυτά τα δύο ιστορικά θέματα, είναι από παλαιά συνδεδεμένη.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΤΟΥ ΘΩΜΑ Φ. ΔΡΙΤΣΑ

Αφιερώνω αυτή την μελέτη στον αείμνηστο πατέρα μου Φίλιππο,

που με έμαθε τι σημαίνει Ρωμηός. Επίσης στην μάνα μου Ζωή, 

στους πνευματικούς γονείς μου, στα αδέλφια μου, στους  αντιπάλους και φίλους μου που ακόμα με ανέχονται.

Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , , | Leave a comment

“Celtic” and Mediterranean Interaction-(ΚΕΛΗΤΕΣ-CELTS-PART CT)

(BEING   CONTINUED FROM    7/12/11)

Sex and Gender

Interpreting Iron Age finds requires the use of archaeological method. Two main types of evidence provide our data: excavated finds and literary sources from the classical Mediterranean. Both classes of evidence are incomplete, subject to the vagaries of preservation and transmission, fraught with possible errors and must be interpreted critically.

Nearly all the objects studied here were incorporated into funerary assemblages. A tomb assemblage presents the opportunity to try to explain the associations of objects and the interred, the choice of objects and the stylistic range of grave goods. Mortuary analysis  teaches us that sex, gender, age, cultural or ethnic identity, and various roles in the society help determine the type of burial, its associated ritual and the selection of objects buried with the dead. Age can be determined with a good degree of certainty — perhaps eighty percent — if a skeleton is preserved. The skull may often be identified as having predominantly the characteristics of a general racial type. DNA analysis, when undertaken, may reveal genetic groupings and anomalies. Physical anthropology may be extremely informative about an individual’s health, diet, growth pattern, cause of death, etc. However, bones cannot reveal how the individual felt or thought about any of those biological factors or how he or she was regarded by his/her social milieu. Race is only very generally identifiable on the basis of human remains; ethnic and cultural identity not at all, since those are matters of variable self-definition based on a complex of factors not represented in the archaeological record. In analogous fashion, sex can be read from bones, but gender, being a matter of social, cultural and individual subjectivity, requires examination of the the entire find complex, comparative study of other burials and consultation of the non-Celtic literary sources.

It is striking that a field of archaeology in which a large number of the most opulent and significant sites are female burials has concerned itself so little with the issues of sex and gender. To understand the choice, function and style of a work of art, we wish to know for and by whom it was created, what its original functional and symbolic purposes were, and why it came to rest in its final find spot. Together with age, sex and gender represent aspects of identity that are fundamental both to the individual’s social, political and religious roles while living and to how that individual is treated in death and thus enters the archaeological record. It is clear that our interpretations of a find complex as “elite,” “warrior,” “princely,” “priestly,” etc., will be strongly colored by the addition of “female” to any of these terms. The scenario envisioned surrounding the manufacture, use and deposition of the individual artifacts must in turn be influenced. Why, then, is so little attention paid to this crucial issue in “Celtic” archaeology?

This short treatment of the subject cannot resolve the problems of sex and gender in studies in the European Iron Age. The questions are laid out in an urgent plea for a reevaluation of the material and our approaches to it in respect to sex and gender analysis.


I. Sex

Biological sex is obvious — a person is either male or female. This common truism is called into question by phenomena of our modern existence. The popular press abounds with stories of transsexuals successfully living as members of the “opposite” sex, including cases in which sexual partners were thoroughly fooled, sometimes for years. DNA testing is considered necessary to determine sex in Olympic athletes. Like race, sex turns out to be much less obvious and easily determined than appears at first blush.

The history of the field shows further similarities to the history of the study of ethnicity and race. The sexual identity of “Celtic” archaeological remains has traditionally been established by male scholars or those working within the male-dominated anthropological and archaeological establishments. The questions posed by these researchers and their presuppositions will necessarily differ from those that would have informed their female counterparts, and the evidence would unquestionably have been interpreted quite differently; Aristotle’s wife no doubt knew how many teeth she had.

Human remains are very seldom preserved from antiquity with enough soft tissues intact to make a visual determination of sex. Sexing skeletons involves the comparison of pelvic and skull measurements. In the best-case scenario, where a skeleton is well preserved and there is a broad base of comparative data available, skeletal sexing in adults is accurate to around eighty percent. It is essential to stress that sexual differentiation varies markedly between populations — comparative measurements that would be quite useful in sexing modern Australian Aborigines may be entirely off the mark when applied to Iron Age Europeans (Renfrew and Bahn 1996, 404-406). That said, within a circumscribed population sample, female pelvises and skulls do reveal morphological differences from those of males that allow an individual adult specimen to be sexed relative to the population as a whole. This recognition of physical features as neither specifically male or female, but rather lying along a continuum of more-male to more-female, astonishes the scholar steeped in the Western tradition of an absolute male-female dichotomy. It also disconcerts the student of ancient art to finds that the confident assertions of sex as determined by archaeological means with which our literature is rife are by no means as infallible as we like to believe.

Very often, in the case of Iron Age Europe, it is not the skeleton at all that is sexed. The associated goods are still considered diagnostic, and even in cases where a skeleton is preserved, it is often not studied by physical or forensic anthropologists. The most famous of all ancient Celtic skeletons, the “lady ” from Vix, on the other hand, has been subjected to exhaustive anthropological study. The results are anything but reassuring. The skull’s cranial capacity of 1425 cc approaches the modern average European male minimum of 1450 much more closely than the female maximum of 1300. The long bones are less well preserved than the skull, but reconstruction of the left femur suggests a possible body height of between 1.58 and 1.67m (Sauter 1980, 99). Langlois‘s 1987 report reevaluates the findings that led Sauter, among others, to question the determinability of the “lady’s” sex, and concludes that they indicate that she was in fact female (212-214). A stumbling block has been the incontestably robust character of the “lady’s” skeleton; more recent study of the Hochdorf chieftain’s remains suggests that the elite among the ancient “Celts” were larger than has been thought in the past. I can see no reason other than modern prejudice that would lead us to expect “Celtic” women to be small and delicate; the classical sources certainly suggest quite otherwise.

It is painful to acknowledge that Hochdorf and Vix are the only properly studied and published elite “Celtic” skeletons of around 500 BCE of which I am aware. This is not an adequate database on which the build a model of “Celtic” dimorphism. Even if more skeletons were preserved, it is particularly disheartening to read in Brothwell that “there is a constant danger of incorrect sexing, and indeed … there is a 12 per cent bias in favour of males” (1981, 59). We may add that, in the case of Iron Age Europe, there is an almost overwhelming bias in favor of the particular scholar’s list artifactually-based criteria. This leads to such bizarre phenomena as the resexing of skeletons from female to male based solely on the presence of weapons in the tomb. Grave 116 in the non-elite cemetery at the Dürrnberg, for example, contains projectile points and other weapons; although the skeleton is clearly female according to anthropological criteria, it is considered male because of the weapons and counted as such in the demographic analyses of the site (Schwidetzky 1978, 562).

The biological sex of an individual is an essential, although not the only factor, in the determination of that person’s gender identification. Since the anthropological basis for the latter is demonstrably anything but solid in “Celtic” studies, we should not be astonished that some truly bizarre reconstructions have been proposed.


II. Gender

Gender is a cultural construct, part of the way an individual defines him/herself and is defined by others in the society. Gender is connected only in part to biological sex and issues of sexuality and reproduction; to a great extent, we study gender in the context of economic and power relations, of production and class, of ritual, belief and ideology (e.g., Wright 1996).

Iron Age Europe exposes, more clearly than perhaps any other field of archaeological inquiry, to what degree modern interpretations of ancient gender are the products of our modern-day constructs of the male and female. A simple example is the distress caused archaeologists by the inclusion of drinking vessels in apparently female burials. In 1934, Jacobsthal was horrified at the suggestion that theKleinaspergle burial might be female, thus exposing the ancient women of Swabia as lushes the equals of their Etruscan counterparts (1934, 19). It is in the same tone of horror that young scholars and excavators react today when asked about the possibility that a burial containing weapons might be female (oral communications, Spring 1995). Since the mere presence of weapons has led to the statistical resexing of anthropologically female skeletons as male [see I.], we should not be surprised by the attitude toward gender revealed in the preliminary publications of the ongoing Glauberg excavation. The first report, in 1995, was entitled “Celtic Princess with Rich Dowry” (note 2). When further X-ray examination revealed the presence of spear points, however, the very next report simply changed the identity of the occupant of the tomb to male (Herrmann 1995, 47-48). It will be extremely interesting to see what the skeleton will reveal, once the excavation has reached that point.

On the point of “Celtic” gender, archaeologists are notably influenced by neither the classical sources nor parallels in the archaeological record, such as the numerous Sauro-Sarmatian “warrior-women” tomb complexes (e.g., Davis-Kimball 1997). Instead, their constructs of what a “Celtic” woman could or could not be overrides all other considerations. Thus, “Celtic” women “couldn’t possibly ” be buried with weapons; ergo, even burials in which the skeleton is clearly anthropologically female are declared male [see I.]. What, then, to make of interpretations of burials with no preserved or sexed skeletons? Pauli(1972) and others have articulated the current list of excluded and included gender markers (see Arnold 1991, 368 ff.). When a burial appears to contain a female assemblage according to those criteria, and yet the very scholars who establish the categories find it impossible to declare the occupant female, how are we to account for this behavior, if not as “reluctance to accord women significant social status” (Arnold 1991, 372)? Both Pauli (1972, ) and Spindler (1983, 108) found their way out of the dilemma by attributing the problem assemblages to a hypothetical practice of ritual transvestism! The simple suggestion that burials containing typically female assemblages might in fact be female has refreshingly been made by Arnold (1991). How long it will take the prehistoric establishment to come to terms with this revolutionary possibility is yet to be seen.

The prospect of any productive study of early “Celtic” gender issues thus remains frustratingly remote. Until large-scale comparative anthropological analyses of skeletal remains and comparative evaluations of known male and female burial complexes can be undertaken, conjecture and personal preference rule the day.

THE END

SOURCE  http://www2.iath.virginia.edu/

(TO BE CONTINUED)

Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , , , | Leave a comment

Ομιλία του Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου λίγο πριν από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Ὑμεῖς μέν, εὐγενέστατοι ἄρχοντες καὶ ἐκλαμπρότατοι δήμαρχοι καὶ στρατηγοὶ καὶ γενναιότατοι στρατιῶται καὶ πᾶς ὁ πιστὸς καὶ τίμιος λαός, καλῶς οἴδατε ὅτι ἔφθασεν ἡ ὥρα καὶ ὁ ἐχθρὸς τῆς πίστεως ἡμῶν βούλεται ἵνα μετὰ πάσης τέχνης καὶ μηχανῆς ἰσχυροτέρως στενοχωρήσῃ ἡμᾶς καὶ πόλεμον σφοδρὸν μετὰ συμπλοκῆς μεγάλης καὶ συρρήξεως ἐκ τῆς χέρσου καὶ θαλάσσης δώσῃ ἡμῖν μετὰ πάσης δυνάμεως, ἵνα, εἰ δυνατόν, ὡς ὄφις τὸν ἱὸν ἐκχύσῃ καὶ ὡς λέων ἀνήμερος καταπίῃ ἡμᾶς. Διὰ τοῦτο λέγω καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς ἵνα στῆτε ἀνδρείως καὶ μετὰ γενναίας ψυχῆς, ὡς πάντοτε ἕως τοῦ νῦν ἐποιήσατε, κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως ἡμῶν. Παραδίδωμι δὲ ὑμῖν τὴν ἐκλαμπροτάτην καὶ περίφημον ταύτην πόλιν καὶ πατρίδα ἡμῶν καὶ βασιλεύουσαν τῶν πόλεων. Καλῶς οὖν οἴδατε, ἀδελφοί, ὅτι διὰ τέσσερα τινὰ ὀφείλεται κοινῶς ἐσμεν πάντες ἵνα προτιμήσωμεν ἀποθανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν, πρῶτον μὲν ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν καὶ εὐσεβείας, δεύτερον δὲ ὑπὲρ πατρίδος, τρίτον ὑπὲρ τοῦ βασιλέως ὡς Χριστοῦ Κυρίου, καὶ τέταρτον ὑπὲρ συγγενῶν καὶ φίλων. Λοιπόν, ἀδελφοί, ἐὰν χρεῶσται ἐσμεν ὑπὲρ ἑνὸς ἐκ τῶν τεσσάρων ἀγωνίζεσθαι ἕως θανάτου πολλῷ μᾶλλον ὑπὲρ πάντων ἡμεῖς, ὡς βλέπετε προφανῶς, καὶ ἐκ πάντων μέλλομεν ζημιωθῆναι.

Ἐὰν διὰ τὰ ἐμὰ πλημμελήματα παραχωρήσῃ ὁ Θεὸς τὴν νίκην τοῖς ἀσεβέσιν, ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν τῆς ἁγίας, ἣν Χριστὸς ἐν τῷ οἰκείῳ αἵματι ἡμῖν ἐδωρήσατο, κινδυνεύομεν, ὃ ἐστι κεφάλαιον πάντων. Καὶ ἐὰν τὸν κόσμον ὄλον κερδίσῃ τις καὶ τὴν ψυχὴν ζημιωθῇ, τί τὸ ὄφελος; Δεύτερον πατρίδα περίφημον τοιούτως ὑστερούμεθα καὶ τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν. Τρίτον βασιλείαν τήν ποτε μὲν περιφανῆ, νῦν δὲ τεταπεινωμένην καὶ ἐξουθενωμένην ἀπωλέσαμεν, καὶ ὑπὸ τοῦ τυράννου καὶ ἀσεβοῦς ἄρχεται. Τέταρτον δὲ καὶ φιλτάτων τέκνων καὶ συμβίων καὶ συγγενῶν ὑστερούμεθα. Αὐτὸς δὲ ὁ ἀλιτήριος ὁ ἀμηρᾶς πεντήκοντα καὶ ἑπτὰ ἡμέρας ἄγει σήμερον ἀφ᾿ οὗ ἡμᾶς ἐλθὼν ἀπέκλεισεν καὶ μετὰ πάσης μηχανῆς καὶ ἰσχύος καθ᾿ ἡμέραν τὲ καὶ νύκτα οὐκ ἐπαύσατο πολιορκὼν ἡμᾶς καὶ χάριτι τοῦ παντεπόπτου Χριστοῦ Κυρίου ἡμῶν ἐκ τῶν τειχῶν μετὰ αἰσχύνης ἄχρι τοῦ νῦν πολλάκις κακῶς ἀπεπέμφθη.

Τὰ νῦν δὲ πάλιν, ἀδελφοί, μὴ δειλιάσητε, ἐὰν καὶ τοῖχος μακρόθεν ὀλίγον ἐκ τῶν κρότων καὶ τῶν πτωμάτων τῶν ἑλεπόλεων ἔπεσε, διότι, ὡς ὑμεῖς θεωρεῖτε, κατὰ τὸ δυνατὸν ἐδιορθώσαμεν πάλιν αὐτό. Ἡμεῖς πάσαν τὴν ἐλπίδα εἰς τὴν ἄμαχον δόξαν τοῦ Θεοῦ ἀνεθέμεθα, οὗτοι ἐν ἅρμασι καὶ οὗτοι ἐν ἵπποις καὶ δυνάμει καὶ πλήθει, ἡμεῖς δὲ ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν πεποίθαμεν, δεύτερον δὲ καὶ ἐν ταῖς ἡμετέραις χερσὶ καὶ ῥωμαλαιότητι, ἣν ἐδωρήσατο ἡμῖν ἡ θεία δύναμις. Γνωρίζω δὲ ὅτι αὕτη ἡ μυριαρίθμητος ἀγέλη τῶν ἀσεβῶν, καθῶς ἡ αὐτῶν συνήθεια, ἐλεύσονται καθ᾿ ἡμῶν μετὰ βαναύσου καὶ ἐπηρμένης ὀφρύος καὶ θάρσους πολλοῦ καὶ βίας, ἵνα διὰ τὴν ὀλιγότητα ἡμῶν θλίψωσι καὶ ἐκ τοῦ κόπου στενοχωρήσωσι, καὶ μετὰ φωνῶν μεγάλων καὶ ἀλαλαγμῶν ἀναριθμήτων, ἵνα ἡμᾶς φοβήσωσι. Τὰς τοιαύτας αὐτῶν φλυαρίας καλῶς οἴδατε, καὶ οὐ χρὴ λέγειν περὶ τούτων. Καὶ ὥρα ὀλίγοι τοιαῦτα ποιήσωσι, καὶ ἀναριθμήτους πέτρας καὶ ἕτερα βέλη καὶ ἐλεβολίσκους, ὡσεὶ ἄμμον θαλασσῶν ἄνωθεν ἡμῶν πτήσουσι, δι᾿ ὧν, ἐλπίζω γάρ, οὐ βλάψωσι, διότι ὑμᾶς θεωρῶ καὶ λίαν ἀγάλλομαι καὶ τοιαύταις ἐλπίσι τὸν λογισμὸν τρέφομαι, ὅτι εἰ καὶ ὀλίγοι πάνυ ἐσμέν, ἀλλὰ πάντες ἐπιδέξιοι καὶ ἐπιτήδειοι ῥωμαλέοι τὲ καὶ ἰσχυροὶ καὶ μεγαλήτορες καὶ καλῶς προπαρασκευασμένοι ὑπάρχετε. Ταῖς ἀσπίσιν ὑμῶν καλῶς τὴν κεφαλὴν σκέπεσθε ἐπὶ τῇ συμπλοκῇ καὶ συρρήξει. Ἡ δεξιὰ ὑμῶν ἣ τὴν ρομφαίαν ἔχουσα μακρὰν ἔστω πάντοτε. Αἱ περικεφαλαῖαι ὑμῶν καὶ οἱ θώρακες καὶ οἱ σιδηροὶ ἱματισμοὶ λίαν εἰσὶν ἱκανοὶ ἅμα καὶ τοῖς λοιποῖς ὅπλοις, καὶ ἐν τῇ συμπλοκῇ ἔσονται πάνυ ὠφέλιμα, ἃ οἱ ἐναντίοι οὐ χρῶνται, ἀλλ᾿ οὔτε κέκτηνται.

Καὶ ὑμεῖς ἔσωθεν τῶν τειχῶν ὑπάρχετε σκεπόμενοι, οἱ δὲ ἀσκεπεῖς μετὰ κόπου ἔρχονται. Διό, ὢ συστρατιῶται γίγνεσθε ἕτοιμοι καὶ στερεοὶ καὶ μεγαλόψυχοι διὰ τοὺς οἰκτιρμοὺς τοῦ Θεοῦ. Μιμηθῆτε τούς ποτε τῶν Καρχηδονίων ὀλίγους ἐλέφαντας, πῶς τοσούτον πλῆθος ἵππων Ῥωμαίων τῇ φωνῇ καὶ θέα ἐδίωξαν, καὶ ἐὰν ζῷον ἄλογον ἐδίωξε πόσον μᾶλλον ἡμεῖς ἡ τῶν ζῴων καὶ ἀλόγων ὑπάρχοντες κύριοι, καὶ οἱ καθ᾿ ἡμῶν ἐρχόμενοι ἵνα παράταξιν μεθ᾿ ἡμῶν ποιήσωσιν ὡς ζῶα ἄλογα καὶ χείρονές εἰσιν. Οἱ πέλται ὑμῶν καὶ ῥομφαῖοι καὶ τὰ τόξα καὶ ἀκόντια πρὸς αὐτοὺς πεμπέτωσαν παρ᾿ ἡμῶν. Καὶ οὕτως λογίσθητε ὡς ἐπὶ ἀγρίων χοίρων καὶ πληθὺν κυνήγιον, ἵνα γνώσωσιν οἱ ἀσεβεῖς ὅτι οὐ μετὰ ἀλόγων ζῴων ὡς αὐτοί, παράταξιν ἔχουσιν, ἀλλὰ μετὰ κυρίων καὶ αὐθεντῶν αὐτῶν καὶ ἀπογόνων Ἑλλήνων καὶ Ῥωμαίων. Οἴδατε καλῶς ὅτι ὁ δυσσεβὴς αὐτὸς ὁ ἀμηρᾶς καὶ ἐχθρὸς τῆς ἁγίας ἠμῶν πίστεως χωρὶς εὔλογον αἰτίας τινὸς τὴν ἀγάπην ἣν εἴχομεν ἔλυσεν, καὶ τοὺς ὅρκους αὐτοῦ τοὺς πολλοὺς ἠθέτησεν ἀντ᾿ οὐδενὸς λογιζόμενος καὶ ἐλθῶν αἰφνιδίως φρούριον ἐποίησεν ἐπὶ τὸ στενὸν τοῦ Ἀσωμάτου, ἵνα καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν δύνηται βλάπτειν ἡμᾶς. Τοὺς ἀγροὺς ἡμῶν καὶ κήπους καὶ παραδείσους καὶ οἴκους πυριαλώτους ἐποίησε, τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν τοὺς Χριστιανοὺς ὅσους εὗρεν, ἐθανάτωσε καὶ ἠχμαλώτευσε, τὴν φιλίαν ἡμῶν ἔλυσεν. Τοὺς δὲ τοῦ Γαλατά, ἐφιλίωσε, καὶ αὐτοὶ χαίρονται, μὴ εἰδότες καὶ αὐτοὶ οἱ ταλαίπωροι τὸν τοῦ γεωργοῦ παιδὸς μύθον, τοῦ ἐψήνοντος τοὺς κοχλίας καὶ εἰπόντος. Ὢ ἀνόητα ζῶα, καὶ τὰ ἑξῆς.

Ἐλθὼν οὖν ἀδελφοί, ἡμᾶς ἀπέκλεισε, καὶ καθ᾿ ἑκάστην τὸ ἀχανὲς αὐτοῦ στόμα χάσκων, πῶς εὓρη καιρὸν ἐπιτήδειον ἵνα καταπίῃ ἡμᾶς καὶ τὴν πόλιν ταύτην, ἣν ἀνήγειρεν ὁ τρισμακάριστος ἐκεῖνος καὶ τῇ πανάγνῳ δεσποίνῃ ἡμῶν θεοτόκῳ καὶ ἀειπαρθένω Μαρία ἀφιέρωσεν καὶ ἐχαρίσατο τοῦ κυρίαν εἶναι καὶ βοηθὸν καὶ σκέπην τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι καὶ καταφύγιον τῶν Χριστιανῶν, ἐλπίδα καὶ χαρὰν πάντων τῶν Ἑλλήνων τὸ καύχημα πάσι τοῖς ὦσιν ὑπὸ τὴν τοῦ ἡλίου ἀνατολήν. Καὶ οὗτος ὁ ἀσεβέστατος τήν ποτε περιφανῆ καὶ ὀμφακλίζουσαν ὡς ῥόδον τοῦ ἀγροῦ βούλεται ποιῆσαι ὑπ᾿ αὐτόν. Ἣ ἐδούλωσε σχεδόν, δύναμαι εἰπεῖν, πάσαν τὴν ὑφ᾿ ἥλιον καὶ ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτῆς Πόντον καὶ Ἀρμενίαν, Περσίαν καὶ Παμφλαγονίαν, Ἀμαζόνας καὶ Καππαδοκίαν, Γαλατίαν καὶ Μηδίαν Κολχοὺς καὶ Ἴβηρας, Βοσποριανοὺς καὶ Ἀλβάνους Συρίαν καὶ Κιλικίαν καὶ Μεσοποταμίαν, Φοινίκην, Βακτριανοὺς καὶ Σκύθας, Μακεδονίαν καὶ Θετταλίαν, Ἑλλάδα, Βοιωτία, Λοκροὺς καὶ Αἰτωλούς, Ἀκαρνανίαν, Ἀχαΐαν καὶ Πελοπόννησον, Ἤπειρον καὶ τὸ Ἰλλυρικὸν Λύχνιτας κατὰ τὸ Ἀνδριατικόν, Ἰταλίαν, Τουσκίνους, Κέλτους καὶ Κελτογαλάτας, Ἰβηρίαν τὲ καὶ ἕως τῶν Γαδείρων, Λιβύαν καὶ Μαυρητανίαν καὶ Μαυρουσίαν, Αἰθιοπίαν, Βελέδας, Σκούδην, Νουμιδίαν καὶ Ἀφρικὴν καὶ Αἴγυπτον αὐτὸς τὰ νῦν βούλεται δουλῶσαι καὶ τὴν κυριεύουσαν τῶν πόλεων, ζυγῶ ὑποβαλεῖν καὶ δουλεία καὶ τὰς ἁγίας ἐκκλησίας ἡμῶν, ἔνθα ἐπροσκυνεῖτο ἡ Ἁγία Τριὰς καὶ ἐδοξολογεῖτο τὸ πανάγιον, καὶ ὅπου οἱ ἄγγελοι ἠκούοντο ὑμνεῖν τὸ θεῖον καὶ τὴν ἔνσαρκον τοῦ Θεοῦ Λόγου οἰκονομίαν, βούλεται ποιῆσαι προσκύνημα τῆς αὐτοῦ βλασφημίας καὶ τοῦ φληναφοῦ ψευδοπροφήτου Μωάμεθ, καὶ κατοικητήριον ἀλόγων καὶ καμήλων. Λοιπὸν ἀδελφοὶ καὶ συστρατιῶται, κατὰ νοῦν ἐνθυμηθῆτε ἵνα τὸ μνημόσυνον ὑμῶν καὶ ἡ μνήμη καὶ ἡ φήμη καὶ ἡ ἐλευθερία αἰωνίως γενήσηται.

Ἀπὸ τὸ Χρονικὸν τοῦ Μεγάλου Λογοθέτη

Γεωργίου Σφραντζῆ ἢ Φραντζῆ

Ἐκδοθὲν ἐν Κερκύρᾳ ἔτει 1477

Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , | Leave a comment

THE PELASGIANS – The History of Etruria ,A Ture (1c)

(being continued from 17/12/11)

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

 

(TO BE CONTINUED)

By Mrs Hamilton Gray  1839

from the foundation of tarqynia to the foundation of rome

PUBLISHED IN 1843 BY J.HATCHARD AND SON,LONDON ,PICCADILLY

Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , , , , , , | Leave a comment