Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΟΝ 21o ΑΙΩΝΑ (VI)

( συνεχεια απο  02/12/11 )

3. Η ενανθρώπιση του Λόγου του Θεού: νέα δύναμη «κοινωνίας».

Για να προσφέρουν όμως οι χριστιανοί την ουσιαστική τους συμβολή στην ενότητα της ανθρωπότητας, είναι υποχρε­ωμένοι να μιλήσουν απερίφραστα για το κατ’ εξοχήν γεγονός, το οποίο έδωσε νέο βάθος και περιεχόμενο στις σχέσεις μεταξύ Θεού και ανθρώπων και αποτελεί το βασικό κέντρο ενότητος του σύμπαντος, τον απο­φασιστικό παράγοντα επαναφοράς της θείας κοινωνίας αγά­πης. Πρόκειται επιγραμματικά για το ότι «ο Λόγος σαρξ εγένετο». Ένας ωραιότατος ύμνος της Μ. Πέμπτης σημειώνει: Ήπλωσας τας παλάμας και ήνωσας τα το πριν διεστώτα.

Λόγω του ενιαίου της ανθρώπινης φύσεως οι επιπτώσεις της Σαρκώσεως, του Πάθους, της Αναστάσεως του Χριστού, καθίστανται παγκόσμιες μέσα στον χώρο και τον χρόνο, και η παρουσία Του λυτρώνει τον κόσμο με τη συνεχή ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Το ανθρώπινο γένος αποκτά νέα δύναμη κατανοήσεως και προσεγγίσεως του Θεού, η οποία συγχρόνως είναι και η πηγή ενότητος των ανθρώπων. Εν τω Χριστώ πραγματοποιείται μια συμφιλίωση, μια «καταλλαγή» παγκοσμίων διαστάσεων, «ότι εν Αυτω ευδόκη­σε πάν το πλήρωμα κατοικήσαι και δι’ Αυτού αποκαταλλάξαι τα πάντα εις Αυτόν» (Κολ. 1, 20). Ύστερα από την ολοκλη­ρωτική καταλλαγή των όντων με τον Θεό, πραγματοποιείται και η συμφιλίωση μεταξύ τους. Ο χριστιανός υποχρεούται να διατηρεί ζωηρή την αίσθηση της πανανθρώπινης τραγικής δι­χοστασίας και να συνεχίζει, με ακτίνα οράσεως και δράσεως την οικουμένη, το διακόνημα της καταλλαγής (Β’ Κορ. 5, 18-21). Δεν επιτρέπεται να κλεισθεί σε οποιοδήποτε είδος αυτάρ­κειας ούτε να εκλάβει την εν Χριστώ λύτρωση ως αποκλειστι­κή σωτηρία του μικρού του εγώ. Η βασιλεία του Θεού, την οποία ανήγγειλε ο Ιησούς, είναι προς όλους ανοικτή.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναγνωρίζουμε τη μεγάλη πλάνη του ευρωπαϊκού Πολιτισμού, όπου ισχύει το κριτήριο μέτρον πάντων (ο θνητός και κατακερματισμένος) άνθρωπος. Σύμφωνα με τον π. Ιουστίνο Πόποβιτς[1], όλοι οι ευρωπαϊκοί ουμανισμοί από το Διαφωτισμό και μετά επεδίωκαν εν γνώσει ή αγνοία, και επιδιώκουν μέχρι σήμερα, ένα πράγμα: να αντικαταστήσουν την πίστη στο Θεάνθρωπο με την πίστη στον άνθρωπο… Στην ανθρώπινη ιστορία υπάρχουν τρεις πτώσεις του Αδάμ, του Ιούδα, του πάπα, ο οποίος διακήρυξε στην α΄ Βατικάνεια  Σύνοδο το αλάθητό του…Στην Ορθοδοξία ισχύει το μέτρο πάντων ο Θεάνθρωπος. Τι είναι εκείνο το μοναδικό, το οποίο ο Θεάνθρωπος δίνει στον άνθρωπο; Είναι η νίκη εναντίον του θανάτου, της αμαρτίας, του διαβόλου, η Αιώνια Ζωή, η Αιώνια Αλήθεια… Εκείνος που δεν είναι υπέρ του Θεανθρώπου, είναι κατά του ανθρώπου και είναι ως εκ τούτου δολοφόνος του ανθρώπου και ακόμη είναι και αυτόχειρας. Διότι αφήνει τον άνθρωπο στην πλήρη εξουσία της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου, εκ των οποίων μόνο ο Θεάνθρωπος μπορεί να τον σώσει και κανένας άλλος υπό τον ουρανό. Μόνο εν τω Θεανθρώπω είδε ο άνθρωπος για πρώτη φορά τον εαυτό του τέλειο και αιώνιο. Εκτός του θεανθρώπου δεν υπάρχει άνθρωπος, άλλα πάντο­τε υπάνθρωπος ή ημιάνθρωπος/μη άνθρωπος… Μόνον δια του Θεανθρώπου φθάνει ο άνθρωπος εις τον υπό του Θεού τεθέντα προορισμόν του: γίνεται «Θεός κατά χάριν» και ούτω φθάνει εις την τελείαν πληρότητα της υπάρξεώς του και της προσωπικότητός του. Φθάνει εις την θείαν του αιωνιότητα δια της θεανθρωπότητος. Ζων εν τω θεανθρωπίνω σώματι της Εκκλη­σίας «συν πασι τοις αγίοις» ο άνθρωπος θεανθρωποποιείται βαθμηδόν δια των αγίων μυστηρίων και των αγίων αρε­τών. Και τον γεμίζει η χαρά εκείνου του αγίου μηνύμα­τος και της ουρανίου εντολής του αγίου Βασιλείου του Με­γάλου: «Θεοῦ τε κτίσμα τυγχάνων καὶ Θεός εἶναι κεκελευσμένος» (P.G. 36,506) . Δημιουργηθείς ως δυνάμει θεάνθρωπος ο άνθρωπος προσπαθεί μέσα εις το θεανθρώπινον σώμα της Εκκλησίας να ομοιώση τον νουν του προς τον Θεόν, να τον μεταμόρφωση εις Θεό-νουν («ημείς νουν Χριστού έχομεν» — Α΄ Κορ. 2, 16),… να ομοιώσει και το σώμα του προς το σώμα του Θεανθρώ­που, να το μεταμόρφωση είς Θεό – σώμα («το σώμα τω Κυρίω, και ο Κύριος τω σώματι» – Α΄ Κορ, 6, 13). Τελικά σύμφωνα με τον Ιωάννη το Δαμασκηνό ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι το μόνον καινόν υπό τον ήλιον(PG 94, 984).

4. Η Εκκλησία ως κίνηση πανανθρώπινης ενότητος.

Με το γεγονός της σάρκωσης, αρχίζει μια νέα κίνηση προς ενότητα μέσα στην ανθρώπινη Ιστορία, μια άλλης τάξεως και ποιότητος «κοινωνία». Για τον σκοπό αυτό συγκαλείται εν Χριστώ η Εκκλησία, δια του Αγίου Πνεύματος, «εις κοινωνίαν αγάπης», καταργουμένων όλων των συνόρων: φυλών, γλωσσών, φύλων, τάξεων, πολιτιστικών προϋποθέσεων. Η αληθινή χριστιανική Εκκλησία δεν νοείται εντούτοις σαν μια νέα, κλειστή στον εαυτό της κοινότητα, σαν εταιρεία η οποία ζητεί τη δική της αύξηση προς ενίσχυση των δυνάμεων της, αλλά ως σύμβολο, ως σημείο της ποθητής παγκοσμίου ενότητος. Η Εκκλησία ενεργεί ως «μυστήριον», ως ζωτικός πυρήνας της βασιλείας του Θεού, η οποία εκτείνεται πέραν των αισθητών ορίων των εκκλησιαστικών κοινοτήτων. Καθετί πού κατέχει, καθετί πού πράττει, ανήκει στον κόσμο ολόκληρο· γίνεται -πρέπει να γίνεται-προς χάριν ολόκληρης της οικουμένης. Πρόκειται ακόμη για ενότητα πού δεν στηρίζεται στην ισοπέδωση και δεν οδηγεί στη δημιουργία μάζας, σε σύμφυρμα. Είναι η ενότητα ενός οργανισμού και όχι ενός βράχου. Ο πιστός αποτελεί ζωντανό κύτταρο του σώματος της Εκκλη­σίας. Κάθε πρόσωπο και κάθε σύνολο προσώπων καλείται να πραγματοποιήσει τον ιδιαίτερο εαυτό του, να αναπτύξει τις υπάρχουσες μέσα του δυνάμεις σε αρμονία προς το όλον, εν αγάπη η οποία αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό της «θεί­ας εικόνος». Η καθολικότητα της Εκκλησίας δεν σημαίνει αποκλειστικότητα αλλά περιεκτικότητα.

Στις δύο τελευταίες δεκαετίες προβλήθηκε ιδίως από το Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ιερόθεο Βλάχο η εικόνα της Εκκλησίας ως του Πανδοχείου (πρβλ. παραβολή Καλού Σαμαρείτη), ως της θεραπευτικής κοινότητας εκείνης η οποία προσφέρει στον τραυματισμένο άνθρωπο Λογο-θεραπεία, σωτηρία (ήτοι ακεραιότητα). Τα μυστήρια, ιδίως αυτά του Βαπτίσματος και της θείας Ευχαριστίας λειτουργούν ως φάρμακα αθανασίας. Φυσικά αυτά δε δρουν μαγικά.

Προϋποθέτουν την άσκηση του ανθρώπου, ο οποίος μέσω της νηστείας και της προσευχής (ιδίως της νοεράς Ευχής, Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με) μεταμορφώνει τη φιλαυτία σε φιλανθρωπία, σε «κάψιμο της καρδιάς» υπέρ πάσης της κτίσεως υπέρ των ανθρώπων και των ορνέων και των ζώων και των δαιμόνων και υπέρ παντός κτίσματος και εκ της μνήμης αυτών και εκ της θεωρίας αυτών ρέουσιν οι οφθαλμοί αυτού δάκρυα. Εκ της πολλής και σφοδρός ελεημοσύνης της συνεχούσης την καρδίαν και εκ πολλής καρτερίας σμικρύνεται η καρδία αυτού και ου δύναται βαστάξαι ή ακούσαι ή ιδείν βλάβην τινά ή λύπην μικράν εν τη κτίσει γινομένη. Και δια τούτο και υπέρ των αλόγων και υπέρ των εχθρών της αλήθειας και υπέρ των βλαπτόντων αυτού εν πάση ώρα ευχήν μετά δακρύων προσφέρει του φυλαχθήναι αυτούς και ιλασθήναι αυτοίς ομοίως και υπέρ της φύσεως των ερπετών εκ της πολλής αυτού ελεημοσύνης της κινούμενης εν τη καρδία αυτού αμέτρως καθ’ ομοιότητα του θεού (αββάς Ισαάκ ο Σύρος). Παραδείγματα τέτοιων καθολικών οικουμενικών ανθρώπων είχαμε στον αιώνα που πέρασε αυτά του π. Σωφρονίου στο Essex της Αγγλίας και του π. Πορφυρίου στην Αθήνα. Έκλαιγαν και παρακαλούσαν το Θεό για τα τεκταινόμενα στον πλανήτη. Όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι δε θεολογούν αριστοτελικώς-φιλοσοφικώς, αλλά αλιευτικώς- ποιμαντικώς, αντιμετωπίζουν την αμαρτία όχι ως ποινικό αδίκημα που προσβάλλει τη δικαιοσύνη του τιμωρού Θεού, αλλά ως ασθένεια προς θάνατον, καθώς ο αποστάτης από το Θεό–Πατέρα άνθρωπος τελικά γίνεται ή κτηνώδης ή δαιμονιώδης. Ο ίδιος ο Ιησούς προσέλαβε την ανθρώπινη σάρκα για να τη θεραπεύσει: το απρόσληπτον και αθεράπευτον. Η ορθόδοξη τέχνη και μάλιστα η (τόσο επίκαιρη) εικόνα, αποτελούν τους καρπούς αυτής της θεραπευτικής αγωγής. Παρουσιάζουν έναν κόσμο ρεαλιστικό, αλλά όχι εξαχρειωμένο αλλά μεταμορφωμένο από το άκτιστο φως των θείων ενεργειών.

Η εμπειρία της τριαδικότητας του Θεού, του ιερού μυστηρίου της φύσης, της συγ-χώρεσης του άλλου ως προσώπου – Εικόνας του Χριστού, της Εκκλησίας ως Σώματος του Χριστού, που νίκησε το θάνατο, θα δώσει ψυχή και ελπίδα, συνεπώς καθολικότητα, στη σάρκα του παγκοσμιοποιημένου πολιτισμού, που υποσυνείδητα αναζητά με τα επιτεύγματά του (και ιδίως αυτά της Γενετικής) να νικήσει το χρόνο και το χώρο και να απαλλαγεί από το βασανιστικό τρίπτυχο: πόνος-ενοχές-θάνατος.

Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ.

Αρχιμ.Βασιλείου, Εἰσοδικόν, Ἃγιον Ὂρος 1974, 29 κε.: Σε κάθε λόγος υπάρχει αντίλογος. Σε κάθε άποψη υπάρχει μια άλλη. Αλλά ποιος αντίλογος μπορεί να σταθεί μπροστά στη ζωή που ξεπερνά τον άνθρωπο; Πριν από την εμπειρία του θανάτου χωρούν οι συζητήσεις. Μετά από το πέρασμα του βαπτίσματος εν Πνεύματι Αγίω και πυρί, σιγά πάσα σαρξ βροτεία. Η πατερική θεολογία είναι χώρος σιγής, είναι μια ουράνια κατάφαση. Δεν είναι αφορμή διαπληκτισμών και λογομαχίας. Είναι το Ναι και το Αμήν της αιωνιότητας. Και αυτό το ίδιο λέγεται εξίσου καθαρά με την παρουσία και την απουσία τους, με τη ζωή και το θάνατο τους. Ο θάνατος νικήθηκε.

ΣΩΤΗΡΙΟΣ Σ.ΔΕΣΠΟΤΗΣ Δρ . ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΠΑΝ/ΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

(ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΝ)

 


[1]Αρχιμ. Ιουστίνου Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, Αθήνα: Παπαδημητρίου 1987, 145 κε.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

 

Posted in News and politics | Tagged , | Leave a comment

CITOYENNETE DEMOCRATIQUE, LANGUES, DIVERSITE ET DROITS DE L’HOMME (ii)

(SUITE  DE 27/10/11)

3. Droits linguistiques
La langue compte parmi les marqueurs d’identité sociale et culturelle les plus
importants et la collectivité internationale est par essence multilingue. Bien que les
relations entre les communautés linguistiques puissent être la source de tensions
aussi bien au sein des nations qu’entre les nations, on peut considérer que la
réalisation de l’égalité entre les citoyens dans les communautés multilingues, qui
témoigne des possibilités de succès de la démocratie, est un exemple de l’essence
même de la démocratie. Bien que la langue soit parfois perçue comme marqueur de
différence, les capacités linguistiques des êtres humains sont une caractéristique
unifiante qui leur permet de se distinguer des autres espèces et qui en elle-même
leur octroie un droit automatique aux droits de l’homme.
L’article 2 de la Déclaration universelle des droits de l’homme (1948) et le Pacte
international sur les droits civils et politiques (1966) ainsi que l’article 4 de la
Convention européenne sur les droits de l’homme (1950) protègent les individus de
la discrimination dans leur droit aux droits et mentionnent spécifiquement la langue
à cet égard. L’article 27 du Pacte international renvoie aux minorités linguistiques
au sein des États en ces termes :
« Les personnes appartenant à ces minorités, ne peuvent être privées du droit
d’avoir, en commun avec les autres membres de leur groupe, leur propre vie
culturelle, de professer et de pratiquer leur propre religion et d’employer leur
propre langue. »
Bien que les droits de l’homme s’appliquent aux individus, cette formulation aborde
aussi le concept des droits des groupes. La communication entre les individus est
par définition un phénomène de groupe. Les langues meurent s’il n’existe plus
suffisamment de contextes dans lesquels elles peuvent être utilisées. L’usage
d’une langue minoritaire est quelquefois perçu comme une menace par des
membres d’autres groupes linguistiques. Comme le Conseil européen pour les
langues le remarque dans son document directif sur le « Multilinguisme et les
langues les moins diffusées et les moins enseignées », c’est l’incapacité éventuelle
des autres à comprendre, voire l’hostilité éventuelle à laquelle sont confrontés les
locuteurs des langues minoritaires, qui constitue l’obstacle le plus probable au
droit de communiquer dans sa propre langue. L’éducation au pluralisme
linguistique et à la tolérance peut commencer à lever ces obstacles pour que les
individus des diverses communautés linguistiques puissent pleinement participer à
la démocratie. (http://www.fu-berlin.de/elc/PolicyPapers/multplen.htm )

Dans le cadre du droit international, le principal instrument de l’Europe est la Charte
européenne pour les langues régionales ou minoritaires de 1992. Son but est en
partie de protéger les langues minoritaires dans le cadre des « richesses et traditions
culturelles de l’Europe ». Sur une note plus positive, cette charte souligne « la
valeur de l’interculturel et du plurilinguisme », éléments essentiels du projet du
Conseil de l’Europe qui est de constituer un espace démocratique à l’échelle du
continent.
« La protection et la promotion des langues régionales ou minoritaires dans les
différents pays et régions d’Europe représentent une importante contribution à
la construction d’une Europe fondée sur les principes de démocratie et de
diversité culturelle dans le cadre de la souveraineté nationale et de l’intégrité
territoriale. »
Cette charte confirme que :
« la protection et l’encouragement des langues régionales ou minoritaires ne
doivent pas se faire au détriment des langues officielles et de la nécessité de
les apprendre. »
De plus amples détails et l’intégralité du texte de cette charte sont disponibles à
l’adresse suivante : http://www.coe.fr/eng/legaltxt/148e.htm
Sur le plan mondial, la Fédération internationale des professeurs de langues
vivantes (FIPLV) et le Comité Linguapax de l’UNESCO ont participé activement à la
préparation de nouveaux instruments et recommandations tels que les principes
Pecs (FIPLV, 1991) dont s’inspire la Déclaration universelle des droits linguistiques.
Cette déclaration a été adoptée lors de la Conférence mondiale sur les droits
linguistiques qui s’est tenue à Barcelone du 6 au 8 juin 1996. Comprenant plus de 50
articles, ce document complet repose sur le concept de l’égalité entre les langues et
par conséquent évite d’employer les expressions « langues régionales » ou «
langues minoritaires » dont on s’est servi par le passé pour restreindre les droits de
certaines communautés linguistiques. Actuellement, cette déclaration n’a aucune
force exécutoire, mais prévoit un ordre du jour politique et juridique. De plus amples
détails et l’intégralité du texte de cette déclaration sont disponibles à l’adresse
suivante : http://www.troc.es/mercator/main-gb.htm
Cette déclaration part du principe que « les droits linguistiques sont à la fois
individuels et collectifs ». Y sont répertoriés cinq « droits personnels inaliénables
utilisables à toute occasion» à savoir :
- le droit d’être reconnu comme membre d’une communauté linguistique ;
- le droit à l’usage privé et public de la langue ;

- le droit à l’usage de son propre nom;
- le droit de relation et d’association avec d’autres membres de la
communauté linguistique d’origine ;
- le droit de maintenir et développer sa propre culture.
Viennent ensuite les quatre « droits collectifs des groupes linguistiques » suivants
:
- l’enseignement de sa propre langue et culture ;
- l’accès à des services culturels ;
- une présence équitable de sa langue et culture dans les moyens de
communication ;
- être accueilli dans sa langue dans les organismes officiels et les relations
socio-économiques.
Parmi ces droits, certains sont déjà couverts par la CEDH. Toutefois, les
responsables qui décident des politiques en matière d’enseignement et
d’apprentissage des langues souhaiteront prendre en considération toutes ces
revendications, même s’ils ne sont pas en mesure de garantir l’intégralité des droits
linguistiques.
L’usage de son propre nom, qui fait l’objet des articles 31 – 34 de cette déclaration,
est un droit particulièrement pertinent du point de vue des enseignants. Le droit à
un nom est également entériné par la Convention des Nations Unies sur les droits
de l’enfant. Les établissements scolaires ne respectent pas toujo urs le nom de leurs
élèves, particulièrement si les conventions ou la prononciation des noms ne sont
pas familières aux enseignants. On sait également que les employeurs eux aussi, au
sein de l’Europe, demandent parfois à leurs employés, surtout s’ils sont
musulmans, de changer de nom. La connaissance des noms, leur importance dans
la formation de l’identité de l’individu et leur sens culturel devraient être inscrits au
programme d’études aussi bien pour les enseignants que pour les élèves.
Le droit d’être informé dans sa propre langue par les entités gouvernementales
implique d’une part le recrutement de membres de divers groupes linguistiques
dans les services gouvernementaux et d’autre part le recrutement de certains
employés gouvernementaux sur la base de leurs compétences linguistiques.
Les articles 23 – 30 ont trait à l’éducation. L’article 23.3 est particulièrement
approprié à la citoyenneté :
« L’éducation doit toujours être au service de la diversité linguistique et
culturelle et des relations harmonieuses entre les différentes communautés
linguistiques dans le monde entier.»

L’éducation linguistique en particulier doit s’engager à contribuer à surmonter les
préjugés liés à la valeur relative des langues.

4. Langues et antiracisme
L’éducation à la citoyenneté démocratique et aux droits de l’homme est une priorité
politique en Europe. La déclaration du Comité des ministres de mai 1999 insiste sur:
« l’impérieuse nécessité de renforcer la conscience et la compréhension, chez
les individus, de leurs droits et de leurs responsabilités afin qu’ils deviennent
capables d’exercer ces droits et de respecter ceux des autres. »
Cette déclaration est faite dans le contexte de la présence permanente en Europe
d’idéologies et de partis politiques qui ne respectent pas la diversité. Les ministres
se déclarent :
« préoccupés par le développement de la violence, de la xénophobie, du
racisme, du nationalisme agressif et de l’intolérance religieuse, qui constitue
une menace majeure pour le renforcement de la paix et de la démocratie, tant
au plan national qu’international » (Conseil de l’Europe, CM (99)76).
L’enseignement et l’apprentissage des langues ont un rôle important à jouer dans le
cadre d’une démarche interdisciplinaire pour une culture positive de l’antiracisme.
L’apprentissage des langues ne diminue pas ou ne fait pas disparaître les préjugés
à lui tout seul, mais associé à des expériences pédagogiques bien conçues, il peut
fortement contribuer à une culture des droits de l’homme et de l’équité. Cette
perspective sous-tend le Cadre européen commun de référence pour les langues.
« Les stéréotypes peuvent être exploités sans scrupules, les craintes et les
haines intercommunautaires dangereusement exacerbées en une réaction
brutale contre une coopération européenne et globale plus étroite. La meilleure
protection contre toute forme de racisme et de xénophobie est assurée par la
connaissance et l’expérience directe de la réalité de l’autre et par l’amélioration
des capacités de communication.
Le besoin de mobilité et d’accès à l’information ainsi que l’importance de la
tolérance et de la compréhension mutuelles font des capacités réelles à
communiquer au travers des frontières linguistiques un élément indispensable
de l’équipement du citoyen de demain face aux défis et aux possibilités d’une
société européenne nouvelle » (Trim, 1998:6).
L’éducation pour les droits de l’homme et aux droits de l’homme et son corollaire, le
refus d’accepter le racisme, s’avèrent dès lors être potentiellement de puissants  instruments pour renforcer la démocratie. Une telle éducation peut contribuer en  grande partie à l’élimination des obstacles à la participation démocratique des
citoyens.
« La réduction des obstacles à la participation, notamment socio -
économiques, fait partie intégrante de toute stratégie visant au renforcement
de la citoyenneté démocratique » (Audigier, 1998:7).
L’apprentissage des langues peut aider les apprenants à comprendre les
mécanismes, souvent subtils, du racisme sous réserve de deux conditions : la
première est la préparation et la production de documents appropriés ; la deuxième
consiste à soumettre des textes authentiques à un examen critique. La combinaison
de ces deux mécanismes pourrait s’avérer particulièrement effective.
Ceux qui élaborent les documents destinés à l’apprentissage des langues tentent
souvent d’engager les étudiants dans l’étude et le débat sur des questions
politiques et sociales portant à controverse. De nombreuses formations
contiennent un module sur les questions ayant trait à la diversité démographique,
y compris l’immigration. Les lignes directrices suivantes peuvent aider les auteurs
de documents à éviter de renforcer les stéréotypes et à promouvoir des
perspectives interculturelles positives :

• Admettre que le racisme est un facteur explicatif de la situation des minorités
linguistiques en Europe et en explorer le concept.
• Inclure des documents oraux et écrits produits par les membres des
communautés minoritaires ainsi que des documents publiés dans des sources
institutionnelles telles que la presse.
• S’assurer que la perspective minoritaire comprend la dimension politique de
l’organisation et de la lutte pour la citoyenneté, ainsi qu’une dimension
culturelle.
• Dépeindre les témoins des groupes minoritaires comme des êtres humains
dignes, justifiant d’identités complexes.
• Inclure, outre les modules sur l’immigration, des voix et des experts des
minorités ethniques dans plusieurs modules (par exemple politique, médias,
histoire, environnement, sciences).
• Adopter une démarche interdisciplinaire d’équipe pour produire des
documents. Travailler avec des sociologues, des spécialistes des sciences
politiques, des experts pédagogues.

• Intégrer spécifiquement des exercices de langues pour renforcer plutôt que
vicier la perspective de l’antiracisme et des droits de l’homme (Osler & Starkey,
2000, 2001 ; Starkey et Osler, 2001).

Principalement axée sur la manière dont l’abus de pouvoir social, la domination et
l’inégalité sont promulgués, reproduits et opposés par le texte et la parole dans le
contexte social et politique, la recherche analytique sur le discours qu’est
l’analyse critique du discours (ACD) constitue également un développement
prometteur (van Dijk, 1997).
L’ACD peut fournir un ensemble de principes directeurs permettant d’interroger un
texte authentique afin que les étudiants en abordent le contenu de manière critique
tout en tentant de comprendre certains autres aspects, plus formels, du texte. Les
étudiants peuvent ainsi aborder des textes d’une nature potentiellement xénophobe
pour explorer les mécanismes du racisme dans le discours.
Par exemple, des étudiants d’espagnol d’une université irlandaise ont étudié des
articles de journaux sur le thème de l’immigration. Ils ont analysé les textes de près
pour identifier des caractéristiques du discours telles que : sources, perspectives,
arguments ; des figures rhétoriques telles que métaphores et comparaisons
(‘Forteresse Europe’, une ‘avalanche d’immigrants’). Après cette analyse critique
des caractéristiques linguistiques et stylistiques de la couverture de presse sur
l’immigration, les étudiants se sentaient assez sûrs pour discuter du problème et
faire des comparaisons avec les reportages dans la presse irlandaise. On leur a
ensuite demandé de consigner les résultats de leur enquête et leurs impressions
sous forme de compte-rendu (Ramos, 2001a,b). Une approche similaire, Eveil
critique aux cultures (Critical cultural awareness, Byram 1997), est décrite dans
la partie 10 ci-après.

(continue)

Hugh STARKEY
The Open University, Milton Keynes

Guide pour l’élaboration des politiques linguistiques éducatives en
Europe – De la diversité linguistique à l’éducation plurilingue

Division des politiques linguistiques
DG IV – Direction de l’éducation scolaire, extra-scolaire
et de l’enseignement supérieur

Conseil de l’Europe, Strasbourg  2002

Les vues exprimées dans la présente publication sont celles de l’auteur ; elles
ne reflètent pas nécessairement celles du Conseil de l’Europe.
Toute correspondance relative à cette publication ainsi que toute demande de
reproduction ou de traduction de tout ou d’une partie du document doivent être
adressées au Directeur de l’éducation scolaire, extrascolaire et de
l’enseignement supérieur du Conseil de l’Europe (F-67075 Strasbourg  Cedex).
La reproduction d’extraits est autorisée, sauf à des fins commerciales, à
condition que la source soit mentionnée.

Posted in News and politics | Tagged , , , , | Leave a comment

OM-((I)-(A))-OY TA FAGAME (c)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ  ΑΠΟ 5/3/12)

a)Aντίσταση στην ψυχική καταστροφή

Tου Χρηστου Γιανναρα

H στέρηση, η φτώχεια, το φάσμα της πείνας δύσκολα συμβιβάζονται με τη νηφαλιότητα, την ορθοβουλία, τις ψύχραιμες αξιολογήσεις. Oταν δεν υπάρχει πια μισθός ή ο μισθός εξαντλείται σε ελάχιστες μέρες και οι υπόλοιπες του μήνα ξημερώνουν σαν απειλή, δεν υπάρχει μυαλό για διαφορετικά ενδιαφέροντα, για ποιοτικές ενασχολήσεις. Tο μαρτύριο του άνεργου, του χαμηλόμισθου, του βάναυσα τσακισμένου συνταξιούχου είναι η τέλεια ανημπόρια του να ασχοληθεί με ό, τι ομορφαίνει τη ζωή – να διαβάσει, να ακούσει μουσική, να χαρεί τον περίπατο, να κουβεντιάσει ξέγνοιαστος για ό, τι αγαπάει. Aνημπόρια ψυχική, λογικά μη ελεγχόμενη, παραλυτική.

H στέρηση, η φτώχεια, το φάσμα της πείνας είναι κάτεργο. Aπό τα βαθιά χαράματα που θα σε ξυπνήσει ο πανικός, το μυαλό δεν έχει άλλη έγνοια παρά μόνο τον πνιγμό των χειροπιαστών απειλών: Tους απλήρωτους λογαριασμούς, τα άδεια ερμάρια, το άδειο ψυγείο, την παγωνιά στο σπίτι με το καταργημένο καλοριφέρ. Aν κάποιοι από τους πολιτικούς υπαίτιους και αυτουργούς του εξωφρενικού υπερδανεισμού της χώρας έφταναν στο εδώλιο του κακουργοδικείου, οι αναίτια καθηλωμένοι στο κάτεργο θα ένιωθαν ανασασμό. Oχι γιατί θα έπαιρναν εκδίκηση, αλλά για το κουράγιο και την ελπίδα που θα τους χάριζε η αίσθηση ότι ανήκουν σε κοινωνία, μοιράζονται τη συμφορά με συνανθρώπους, μπορούν να εμπιστεύονται θεσμούς απονομής δικαιοσύνης.

H ψυχική καταστροφή που συντελείται στην Eλλάδα σήμερα είναι ανήκεστη και μοιάζει να βάζει τέλος στη μακραίωνη ιστορία των Eλληνόφωνων του βαλκανικού νότου. Yπερβολή; Mακάρι. Πάντως πρόκειται για διάλυση και αποσύνθεση κάθε στοιχείου συνεκτικού της ελληνικής συλλογικότητας. H γλώσσα, το άλλοτε καύχημα των Eλλήνων, έχει προ πολλού εξουδετερωθεί στο λίκνο της εκπαιδευτικής παρακαταθήκης, στην επίσημη δημόσια εκφορά της, στη ριζικά αλλοτριωμένη με το μονοτονικό γραφή της. H ιστορική συνείδηση, το ίδιο. H μεταφυσική βιωματική παράδοση, ένσαρκη στο λαϊκό σώμα και μήτρα παραγωγής πολιτισμού, μεταποιημένη σήμερα σε παιδαριώδη ιδεολογήματα «επικρατούσας θρησκείας». Kαι οι ξιπασμένες ελπίδες δύο αιώνων για μεταμόρφωση της «Ψωροκώσταινας» σε «κράτος ευρωπαϊκόν» ή «εκσυγχρονισμένο», εξευτελισμένες πια, με το ελληνικό όνομα περίγελο του πλανήτη.

Στο κάτεργο της φτώχειας, της στέρησης, του φάσματος της πείνας δεν έχουμε σε τίποτα να στηριχθούμε, πουθενά να ελπίσουμε. H κρατική μας οργάνωση, στην κάθε παραμικρή πτυχή της, απροκάλυπτος εμπαιγμός, ξεδιάντροπος. Παραμένουν ακόμα, ακόμα σήμερα, σε θώκους υπουργών, με εξουσίες και χλιδάτες προνομίες, με δημόσια προβολή και αγέρωχη ιταμότητα, οι ένοχοι της κακουργηματικής ανικανότητας ή της θρασύτατης φαυλότητας, αυτοί που μας οδήγησαν, εκατομμύρια ανθρώπους, στο κάτεργο. Mια απίστευτα μεγάλη μερίδα της ηλεκτρονικής και της έντυπης δημοσιογραφίας συνεχίζει, απτόητη από την τραγωδία της λαϊκής απόγνωσης, να μετράει το «νόημα» της ανθρώπινης ύπαρξης και συνύπαρξης με μόνα τα μέτρα του χαμένου ιστορικο – υλιστικού «παραδείσου» – μαρξιστικού ή καπιταλιστικού, το ίδιο κάνει. Oι μεν διαφημίζουν σαν «σωτηρία» την εξαθλιωτική απομόνωση, κατά το πρότυπο άλλοτε της Aλβανίας και της Kούβας, οι δε το ραγιαδισμό της αδιαπραγμάτευτης υποταγής στην αδίστακτη ανθρωποκτόνο τοκογλυφία.

Oι θαυμαστές του αχαλίνωτου καπιταλισμού ταυτίζονται απροκάλυπτα με τους θιασώτες των «οραμάτων» της κάποτε σταλινικής μονοτροπίας. Tο (αφελές ή αμειβόμενο) θάμβος για την υπέρτατη αυθεντία ιδιωτικών «οίκων αξιολόγησης» κρατών και κοινωνιών, καταδίκης λαών στο κάτεργο της πείνας και του απελπισμού, εξομοιώνεται απολύτως με τις παραισθησιογόνες ιδεοληψίες της Παπαρήγα και του Tσίπρα. Tι διαφέρουν οι σημερινές «θεραπείες σοκ» μεθοδικά οργανωμένες σε αόρατα κέντρα αποφάσεων των «αγορών», από τις μεθοδικές σφαγές εκατομμυρίων κουλάκων προκειμένου να εφαρμοστεί η Nέα Aγροτική Πολιτική του Λένιν, ή το Πρόγραμμα Eκβιομηχάνισης του Στάλιν;

Kάποτε οι Nαπολέοντες και οι Oυέλλινγκτον μετράγανε τη σημασία των λαών με το πόσα κεφάλια διαθέτανε για μακέλεμα. Σήμερα η Moody’ s, η Standard and Poor’ s ή η Fitch τη μετράνε με το πόσα κεφάλια διαθέτουν για «κινεζοποίηση» της παραγωγής, για φτηνή εξαθλιωτική δουλειά στο κάτεργο της απόγνωσης. Kαι όπως τότε υπήρχαν γραφίδες που εξωράιζαν και εξυμνούσαν το μακέλεμα σαν «πατριωτισμό», έτσι και σήμερα υπάρχει δημοσιογραφία που διαφημίζει τους όποιους όρους γενοκτονίας επιβάλλει η Διεθνής των πολιτικά ανεξέλεγκτων τοκογλύφων σαν μεγαλόψυχη προσφορά σωτηρίας.

Aπό το κάτεργο δεν μπορούν να μας λυτρώσουν γενικές συνταγές σωτηρίας, «πρωτοβουλίες» αγαθών προθέσεων παγιδευμένες στο ίδιο γήπεδο όπου παίζουν δεξιοτέχνες οι βασανιστές μας. Mέσα σε μια μόλις χρονιά είδαμε να εκφυλίζονται νομοτελειακά ο ειρηνικός ξεσηκωμός των «αγανακτισμένων», η «Σπίθα» του Θεοδωράκη, ο «Kοινωνικός Σύνδεσμος» και πλήθος ανυστερόβουλες ομαδοποιήσεις έντιμων πολιτών. Aναπότρεπτα θα επανέλθουν, όπου να ’ναι, διεκδικητές της ψήφου μας οι ίδιοι, γνωστοί και μη εξαιρετέοι, υπαίτιοι της σημερινής μας κόλασης, οι κραυγαλέα ανίκανοι και φαύλοι. Mε ιλιγγιώδη αδιαντροπιά, ανακατεύοντας την ίδια αηδιαστική τράπουλα των ψηφοδελτίων τους, διανθισμένη με τάχα καινούργιους αρχηγούς, αυτουργούς των εγκλημάτων που οδήγησαν στο εφιαλτικό αδιέξοδο.

Xρειάζονται πολλές γενιές για να ξαναγεννηθεί Eλληνισμός στην καμένη ελλαδική γη. Nαι, θα ψηφίσουμε για άλλη μια φορά ολότελα απελπισμένοι, για άλλη μια φορά το σιχαμερό μη χείρον. Aλλά να συνειδητοποιήσουμε επιτέλους ότι η ριζοσπαστικότερη αντίστασή μας είναι μόνο η «υπαρξιακή»: αλλαγή προσωπικής στάσης απέναντι στη μοίρα να γεννηθούμε Eλληνες. Mη χάνουμε πολύτιμα της προσωπικής ζωής μας χρόνια δίχως την επίγνωση, ότι η ελληνικότητα είναι προσωπική ανακάλυψη, είναι έρωτας, όχι δεδομένη καταγωγή. Oτι αξίζει να τη ζήσεις, όποιος ηλίθιος ή απατεώνας κι αν σε κυβερνάει, μεθώντας με τη γλώσσα της, αφομοιώνοντας την αρχοντιά της ιστορίας της, έκθαμβος συνεχώς με το αποκαλυπτικό κάλλος της Tέχνης της, ερωτευμένος ακατάπαυστα με τη σοφία που ενηλικίωσε την ανθρώπινη αναζήτηση.

Δεν είναι φυγή η προσωπική ανακάλυψη της ελληνικότητας. Eίναι δρομοδείχτης.

peegee katheemerini.gr

 

b)Ελλαδάρα

Μεσημέρι, Κολωνάκι, καφέ στην πλατεία.

Είναι αποκλεισμένο περιμετρικά, μπράβοι σε σχήμα Π, περαστικοί κοιτάζουν περίεργοι το θέαμα.

Στη μέση αυτός, μαύρο κοστούμι, μαύρο πουκάμισο, όρθιος μιλάει στο κινητό. Πίσω του άλλος μπράβος, κρατάει στα χέρια ευλαβικά το  πούρο.

Γυρνάει, τραβάει μια ρουφηξιά, συνεχίζει, ο κολαούζος το κρατάει, περιμένει την επόμενη ρουφηξιά. Μπράβος πούρου, επαγγέλματα του μέλλοντος.

Φθινοπωρινό μεσημέρι στο κέντρο της πόλης, η δημόσια επίδειξη της αήττητης ηλιθιότητας. Είναι πλούσιος. Έχει πολλά λεφτά, από πού, απροσδιόριστο.

Οι πλούσιοι αυτής της χώρας δεν κάνουν, έχουν.

Κάτι γενικώς, καράβια, προμήθειες, λαθρεμπόριο πετρελαίου, πλαστά τιμολόγια, ποδοσφαιρικές ομάδες-πλυντήρια, αγοραπωλησίες παικτών, εικονικά συμβόλαια, πουλάει φάρμακα στα νοσοκομεία στην τριπλάσια τιμή, εισαγωγή από την Κύπρο, εκμεταλλεύεται εμπορικά ακίνητα της εκκλησίας, καταπατάει δημόσιες εκτάσεις, χτίζει στη Μύκονο συγκρότημα κατοικιών με συνέταιρο γνωστό πολιτικό, αλλαγές συντελεστή δόμησης μόνο για την περίπτωσή του, έχει αναλάβει τη διαφημιστική καμπάνια υπουργείων, διαχειρίζεται τα λεφτά των ασφαλιστικών ταμείων, πουλάει τηλεοπτικά κανάλια που του χαρίζει το κράτος, αύξηση κεφαλαίου, τραπεζική εγγύηση, δάνεια, offshore εταιρείες, κωδικοί, μπράβοι. Πούρα. Χοντρός σβέρκος.

Οι περαστικοί απολαμβάνουν το θέαμα. Κουνάνε το κεφάλι ειρωνικά.

Το θέμα είναι τα λεφτά, αυτό μου είπε κι ο μπαμπάς.

Μια χώρα που δεν παράγει τίποτα και έχει τόσους πολλούς πλούσιους.

Δεν δημιουργούν αλλά έχουν διασυνδέσεις. Σωστοί άνθρωποι στις σωστές θέσεις. Βιτρίνες. Ταμίες. Μεταφορά χρήματος, όχι δημιουργία πλούτου.

Δεν βγάζουν χρήματα, υπεξαιρούν.

Οι πλούσιοι ξέρουν πολύ καλά από πού προέρχονται τα χρήματά τους.

Τα αντιμετωπίζουν και οι ίδιοι ως προϊόν εγκλήματος.

Τα τρώνε γρήγορα και επιδεικτικά. Όπως οι γκάνγκστερ.

Σε ολόκληρο τον κόσμο μόνο δύο άρχουσες τάξεις έχουν υιοθετήσει ως τρόπο ζωής το lifestyle της κολομβιάνικης μαφίας.

Οι Ρώσοι ολιγάρχες και οι Έλληνες πλούσιοι.

Θηριώδη τζιπ στα στενά δρομάκια, παρκαρισμένες πόρσε στα κλαμπ, αστυνομική προστασία, γουόκι τόκι, μπράβοι, ημίγυμνες ξανθιές, χοντροί σβέρκοι.

ΚΔΟΑ. Κτηνώδης δύναμη ογκώδης άγνοια.

Στον υπόλοιπο κόσμο οι πραγματικοί πλούσιοι μοιάζουν με φοιτητές στα Εξάρχεια. Σνίκερς, φούτερ και κουκούλες.

Ανακάλυψαν ένα τσιπάκι, έστησαν τη Microsoft, την Apple, έφτιαξαν ένα πρόγραμμα, φαντάστηκαν μια κοινότητα, το FaceBook, βάζουν την εταιρεία τους στο χρηματιστήριο έναντι 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων φορώντας τζιν, στο υπόγειο γκαράζ παίζουν ακόμα Nirvana με τις φοιτητικές τους κιθάρες.

Εδώ δεν υπάρχουν κιθάρες.

Ούτε πανεπιστήμια. Ελληνικός ληστρικός μικροκαπιταλισμός, κλοπιμαία.

Ξαπλώστρες 3.000 ευρώ[τον μηνα] στην παραλία [Mυκονος] , ο ένας δίπλα στον άλλον..

Πάνω στον άλλον. Όλοι μαζί.

Δεν θέλουν να κρυφτούν, θέλουν να φανούν.

Ποιος έχει το πιο μεγάλο, σπίτι, το πιο μεγάλο, κότερο.

Αγωνιούν  για  μια  φωτογραφία  τους  σε  φτηνές  κίτρινες  φυλλάδες  που λερώνεσαι άμα τις ξεφυλλίσεις.

Αγοράζουν   παρέα,   δημοσιότητα,   σεξ,   σταρ,   μις,  θεές,  απόλυτες, υπέρλαμπρες, δίμετρες. Ξανθιές με μαύρη ρίζα.

Από  τη  μαζική  παραγωγή των καλλιστείων. Μια δυο γυμνές φωτογραφίες και μετά στον αγώνα.

Στο ανελέητο κυνήγι στη σκληρή ζούγκλα της ζωής.

Η ανεργία στις νεαρές γυναίκες μέχρι τα 30 φτάνει στο 40%.

Πιράνχας,  κόβουν  βόλτες  από  φωτογράφιση  σε  κότερα,  από πασαρέλα σε επισκέψεις κατ’ οίκον.

Το ίδιο παμπάλαιο συγκινητικό όνειρο. Μια μέρα ο πελάτης θα ερωτευτεί και θα την κάνει κυρία.

Ένας  γάμος,  τώρα  πριν  να  ‘ναι  αργά,  τα χρόνια περνάνε γρήγορα, νέο εμπόρευμα βγαίνει στην αγορά κάθε σεζόν.

Τα πούρα διαλέγουν. Επιλέγουν την επόμενη trophy wife.

Επιλέγουν  και  επιλέγονται. Ε9 κυκλοφορούν σε φωτοτυπίες, αγοραπωλησίες, ντιλ κλείνονται..

Τα κοσμικά περιοδικά γράφουν για πανέμορφα μοντέλα που φωτογραφίζονται σε ακριβά μαγαζιά με νεαρούς ζεν πρεμιέ της αθηναϊκής νύχτας. Εννοούν escort συναντάνε  γιους  πλουσίων με την ελπίδα να «κατακτηθούν». Νέες ιδιότητεςτης κοσμικής ζωής. Κληρονόμοι.

Γιοι εισηγμένων. Πολύφερνοι γαμπροί με πολλές κατακτήσεις. Οι βίζιτες της πρώτης σελίδας.

Ο  πλανήτης  μπαίνει  στον τρίτο χρόνο της οικονομικής κρίσης. Ο δύσκολος χειμώνας.  Οι  ελληνικές  πολιτικές εφημερίδες, αυτιστικές πάντα, στο πιο βαθύ τούνελ της κρίσης, εισάγουν στην ύλη τους κοσμικά ένθετα.

Χρώματα  πολύχρωμα,  γυαλιστερές  φωτογραφίες.  Δες  το 16χρονο ζάπλουτο ξέκωλο πώς διασκεδάζει στα μπουζούκια.

Ζηλεύεις;  Δες  το  νεαρό  πάμπλουτο  κληρονόμο  αγκαλιά  με  τη θεά, την προκλητική miss young. Θα κάνουν προγαμιαίο συμβόλαιο;

Η  Ελένη ρίχνει με νάζι το τιραντάκι να φανεί η ρόγα, πέφτει η τηλεθέαση.

5.000 άτομα στο γάμο, τραγούδησε ο Ρέμος, εσύ δεν ήσουν εκεί;

Εσένα ο μπαμπάς σου δεν έκανε λαθρεμπόριο πετρελαίου; Η μαμά σου δεν ήταν συμβολαιογράφος στα μεγάλα ντιλ ακίνητης περιουσίας;

Δεν  ξέρεις  ούτε  ένα  γενικό  γραμματέα υπουργείου, έναν ταμία κόμματος έστω; Τι άτυχος που ήσουν.

Όλα  διορθώνονται  όμως,  άρχισε  τώρα, κάνε κοιλιακούς, κάνε προσθετικές στήθους, κάνε κάτι. Αν δεν είσαι αγοραστής, γίνε τουλάχιστον εμπόρευμα. Η  Ελλάδα, αδιόριστη πτυχιούχος, κλείνει τα μάτια, πέφτει στο κρεβάτι για μια μονιμοποίηση στο δημόσιο, υπέρβαρη πηδάει απ? το μπαλκόνι.

Γυρνάει  το  ρολόι  μια ώρα πίσω μεσάνυχτα Κυριακής, ετοιμάζεται για τον πιο  βαρύ  χειμώνα.  Μπερδεμένη,  πεινασμένη, εν πλήρει συγχύσει, δηλώνει αθώα.

Ήταν  ωραίο  το  έργο,  εύκολο,  χωρίς κόπο, θεαματικό σαν μεταμεσονύχτια κολομβιάνικη  σαπουνόπερα  του  Άλφα  με  βαρόνους κοκαΐνης, μπράβους και μικρά  κοριτσάκια που πάνε στον πλαστικό χειρούργο με παιδιάστικη αφέλεια για να πιάσουν την καλή, να τις διαλέξει ο αρχηγός της συμμορίας. Κρατάει 45 λεπτά.

Μετά ακολουθεί τελεμάρκετινγκ.

Κατσαρόλες, στρώματα και όργανα γυμναστικής, 29,99 ευρώ σε 6 δόσεις.

Συμπληρώνω:

Πού  είναι  η  άλλη  Έλλάδα;  Η  Ελλάδα  του 5%. Η Ελλάδα της γνώσης, της επιστήμης  και  της  έρευνας. Η Ελλάδα της τέχνης, του πολιτισμού και του πνεύματος.  Η Ελλάδα του  (αντοπάριστου (βλέπετε χρειαζόμαστε επεξηγήσεις γιατί κινδυνεύουμε να παρεξηγηθούμε!!!)) αθλητισμού, της ευγενούς αμίλλης και  του θαυμασμού του καλού καγαθού. Η Ελλάδα της δουλειάς, της προκοπής και  της  εξέλιξης.  Η  Ελλάδα  του  μέτρου.  της  μετριοφροσύνης και της σύνεσης. Κι όμως υπάρχει η Ελλάδα αυτή, υπάρχει, αναπνέει και λειτουργεί.

Μόνο  που  είναι  χαμένη  στο υπόλοιπο 95% όπως περιγράφεται στο παραπάνω κείμενο.  Αυτό  το  95% χρεωκόπησε την Ελλάδα. Η διάσωσή της είναι το 5%.

Ανακαλύψτε  το,  αποκαλύψτε το, διαδόστε το, ενισχύστε το, συμπληρώστε το….

Ίσως τότε φανεί η αρχή της ελπίδας…….

Αφιερωμένο στους φίλους μου

 

c)Βρετανία: Στη φυλακή στέλεχος της DePuy που ομολόγησε δωροδοκίες Ελλήνων γιατρών

Σε ποινή φυλάκισης ενός έτους καταδικάστηκε πρώην στέλεχος της DePuy International, πρώην θυγατρικής της J&J, μετά την ομολογία του ότι έλαβε μέρος σε δωροδοκίες ύψους 4,5 εκατ. στερλινών προς Έλληνες γιατρούς
Ο 44χρονος Robert John Dougall, πρώην επικεφαλής marketing της βρετανικής DePuy, ομολόγησε σε δικαστήριο του Λονδίνου χθες ότι κατέβαλε προμήθειες ως αντάλλαγμα για τις πωλήσεις που έκανε η Medec SA, η ελληνική εταιρεία διάθεσης των ορθοπεδικών της προϊόντων. Κάποια απ’ τα χρήματα πήγαν σε Έλληνες χειρούργους ώστε να «πειστούν» να χρησιμοποιήσουν τα προϊόντα της DePuy, αναφέρει ανακοινωθέν των Αρχών (U.K. Serious Fraud Office)
Οι «επιδοτήσεις» δεν ήταν τίποτα άλλο από χρηματισμός, αναφέρει το ανακοινωθέν.
Τα χρήματα για τις πληρωμές στέλνονταν στην Madison Management Ltd.,  μία εταιρεία με έδρα το νησί Man, της οποίας ιδιοκτήτριας ήταν η μητρική της Medec.
Η υπόθεση είναι μόνο η πρώτη από μέρος μίας «μεγάλης έρευνας της SFΟ κατά της διαφθοράς», ανακοίνωσε η Αρχή. Η έρευνα για το ρόλο και την εμπλοκή άλλων, συνεχίζεται.

peegee  http://www.isotimia.gr/  / apr2010

eucharistoomen epeie panopea

 

d)Όταν εκλέγονται, θεωρούν την Ελλάδα “τσιφλίκι του παππού τους”

Το κονδύλι επέστρεψε στο υπ. Παιδείας. Του ζητάνε να τα πληρώσει τώρα, από την τσέπη του…
Ο σπουδαίος πολιτικός άνδρας, Άρης ψώνισε από τον “Παγώνη” στο Κολωνάκι, γραβάτες, μαντήλια και φουλάρια αξίας 72.000 ευρώ! Με τα λεφτά τα δικά μας, των φορολογουμένων. Όταν όμως το κονδύλι πήγε στην… υπηρεσία ελέγχου κρατικών Δαπανών, δεν ενεκρίθη. Το στείλαν πίσω στο υπουργείο Παιδείας.Ο Παγώνης κυνηγάει τώρα τον Αρούλη να πληρώσει από την τσέπη του. Και που να τον βρει! Τελευταία και για το λόγο αυτόν, αποφεύγει και τα καφέ του Κολωνακίου..

23.3.10

 

e) O DIORISMOS

Έτσι  δεν διορθώνεται η κατάστασης και ούτε δυστυχώς πρόκειται ποτέ να
ξελασπώσει η Ελλαδίτσα μας .
  Η Ευφροσύνη Αργυρίου – Σαρτζετάκη, σύζυγος του πρώην Προέδρου της
Δημοκρατίας, Χρήστου Σαρτζετάκη, ιστορικός – αρχαιολόγος, αν και
συνταξιοδοτήθηκε τον Δεκέμβριο του 2007 σε ηλικία 60 ετών από τη θέση της
(ως υπαλλήλου του κλάδου Π.Ε. Επιμελητών Εκδόσεων της Ακαδημίας Αθηνών, με
βαθμό Α’) φρόντισε να επαναπροσληφθεί στο Δημόσιο – με συνοπτικές
διαδικασίες – αλλά, αυτήν τη φορά, ως υπάλληλος του συζύγου της και στον
εργασιακό χώρο του φιλόξενου γραφείου του!
Ήταν Ιανουάριος του 2008, όταν επί προεδρίας Κάρολου Παπούλια, η κ.
Σαρτζετάκη ενημερώθηκε για τον διορισμό της, ενώ είχε μόλις απολυθεί λόγω
συνταξιοδότησης, μετά από εργασία 35 ετών ως επιμελήτρια εκδόσεων. Στο
έγγραφο της Προεδρίας της Δημοκρατίας (με αριθμό πρωτοκόλλου 1606/70 και
ημερομηνία 15 Ιανουαρίου 2008), που μπορείτε να δείτε εδώ:
η Αικατερίνη Φλώρου, διευθύντρια του Γραφείου Διοικητικών Υποθέσεων της
Προεδρίας αναφέρει «Σας ανακοινώνουμε ευχαρίστως ότι, με το από 11
Ιανουαρίου 2008 Π.Δ., περίληψη του οποίου δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 15/15-01-2008
ΥΟΔΔ, διοριστήκατε σε θέση μετακλητού υπαλλήλου της Προεδρίας της
Δημοκρατίας με μισθολογικό κλιμάκιο 1ο και βαθμό Α’ της κατηγορίας ΠΕ.
Κατόπιν αυτού, παρακαλείσθε να παρουσιασθείτε την 16η- 01η-2008 ημέρα
Παρασκευή και ώρα 12η π.μ. ενώπιον της Διευθύντριας του Γραφείου Διοικητικών
Υποθέσεων της Δημοκρατίας προκειμένου να δώσετε τον καθορισμένο για την Υπηρ
εσία όρκο. (Αριθμός βεβαίωσης ΥΔΕ στην Προεδρία της Δημοκρατίας
58/14-01-08)».
Μια μέρα μετά το πρώτο έγγραφο, σε δεύτερο έγγραφο της Προεδρίας της
Δημοκρατίας (με αριθμό πρωτοκόλλου 1621/72 και ημερομηνία 16 Ιανουαρίου
2008), που μπορείτε να δείτε εδώ:
ο Κωνσταντίνος Α. Γεωργίου, γενικός γραμματέας του Γραφείου Διοικητικών
Υποθέσεων της Προεδρίας, δημοσιοποιεί την απόφαση τοποθέτησης της κ.
Ευφροσύνης Αργυρίου – Σαρτζετάκη, ως μετακλητής υπαλλήλου, «με μισθολογικό
κλιμάκιο 1ο και βαθμό Α’ της κατηγορίας ΠΕ στο Γραφείο του τέως προέδρου της
Δημοκρατίας, κ. Χρήστου Σαρτζετάκη». Το αν τέτοιος διορισμός είναι νόμιμος ή
ηθικός δεν χρειάζεται καν να το ρωτήσουμε. Αλλά αναρωτιέται ο κάθε εχέφρων
κάτοικος αυτής της χώρας, που καλείται εν μέσω κρίσης να ζήσει με μισθούς
και συντάξεις πείνας, τι ανάγκη (οικονομική ή άλλη) είχε η κ. Σαρτζετάκη να
επιστρέψει στην εργασία, ενώ μόλις είχε συνταξιοδοτηθεί; Γιατί το ελληνικό
κράτος υποχρεώνεται να χρεώνεται με υπαλλήλους που εργάζονται στα γραφεία
των πρώην Προέδρων της Δημοκρατίας; Αν, όντως, ο κ. Σαρτζετάκης είχε ανάγκη
από προσωπικό, και αφού αυτό είναι νόμιμο, γιατί
δεν δόθηκε η δυνατότητα σε έναν νέο άνθρωπο ή σε κάποιον που πραγματικά έχει
ανάγκη να ασκήσει αυτά τα καθήκοντα;
Η σύζυγος του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας, προφανώς, δεν αρκέστηκε στα
χρήματα που θα έπαιρνε ως συνταξιούχος (μηνιαία καταβολή και ΕΦΑΠΑΞ), γι’
αυτό και θέλησε να μπει και πάλι στην ενεργό δράση, δουλεύοντας πλάι στον
άνδρα της. Αλήθεια, πόσο μεγάλη είναι η οικονομική διαφορά μεταξύ της
σύνταξης που θα λάμβανε από την Ακαδημία Αθηνών και στον μισθό που
απολαμβάνει ως υπάλληλος της προεδρίας;
Ο κ. Παπούλιας, πριν από μερικές μέρες, εμφανίστηκε να δηλώνει ενώπιον του
πρωθυπουργού, Γιώργου Παπανδρέου, ότι «Πρέπει να υπάρξει δικαιοσύνη και να
παταχθεί η φοροδιαφυγή». Στην ίδια συνάντηση ζήτησε να τιμωρηθούν οι
υπαίτιοι της σημερινής κατάστασης στην οποία βρίσκεται η χώρα. Γνώριζε ο
Πρόεδρος της Δημοκρατίας τι έχει συμβεί και κατά τη διάρκεια της δική του
προεδρίας; Δεν είναι και αυτό άλλο ένα παράδειγμα του πώς λειτουργεί ο
κύκλος των ημετέρων; Δεν είναι φανερό ότι οι περισσότεροι που κάνουν τώρα
κριτική αφ’ υψηλού έχουν… βουτήξει το δάχτυλο στο βάζο με το μέλι του
δημόσιου χρήματος ποικιλοτρόπως;
Δεν είναι φανερό ότι πολλοί ήταν αυτοί που διόρισαν, διορίστηκαν, βόλεψαν
παιδιά, συζύγους, βαφτιστήρια και τώρα το παίζουν δημόσιοι τιμωροί και
εκφραστές της λαϊκής δυσαρέσκειας; Πώς μπορεί να σηκώνεις το δάχτυλο, για να
δείξεις τον φταίχτη, ενώ και εσύ ο ίδιος είσαι μπλεγμένος σε αυτό το
παιχνίδι του πλουτισμού (στο μέτρο του δυνατού για τον καθένα) και του
βολέματος;
Γιατί, κ. Σαρτζετάκη, φροντίσατε να διοριστεί η σύζυγός σας ως υπάλληλος στο
γραφείο σας, ενώ ήταν ήδη συνταξιούχος υπάλληλος της Ακαδημίας Αθηνών;
Γιατί, κ. Παπούλια, δεχθήκατε να υπάρξει αυτή η τόσο προνομιακή μεταχείριση,
που ούτε ουσιαστικά νόμιμη είναι ούτε φυσικά ηθική; Αν δεν γνωρίζατε και
αγνοείτε το τι συνέβη, και πάλι δικό σας είναι το σφάλμα.
Ως πότε θα συνεχίζεται ο εμπαιγμός του ελληνικού λαού; Την κρίση, που
προήλθε και εξαιτίας της κατασπατάλησης του δημόσιου χρήματος, θα  πληρώσουν
αυτοί που δεν φταίνε. Οι υπόλοιποι που ξέρουν πώς να συμπεριφερθούν σε
καταστάσεις κρίσης, προφανώς, θα τη γλυτώσουν.

peegee   http://www.babylonia.gr

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Posted in News and politics | Tagged , , , , | Leave a comment

UTOPIAN SOCIETIES (I)–THE HELIOS ISLANDS

Iambulus Islands of the Sun and Hellenistic Literary Utopias

The original of Iambulus narrative (written sometime between 165 and 50BC)1 has perished, and were it not for the excerpts made by Diodorus Siculus in his Bibliotheke (2:55-60) we should have to rely on two meagre references in Lucian and Tzetzes. In introducing his parody of imaginary-voyage literature, True Histories, Lucian singles out Ctesias and Iambulus as representative. The latter, says Lucian, wrote much that was incredible about the lands in the great sea, but though obviously fabulous, it was not an unpleasing story. Ionnes Tzetzes (Chiliades 727-30) noted that Iambulus wrote of round animals found in the islands of the Ethiopians, of double-tongued men who could converse with two different people simultaneously, and numerous other things. From Diodorus excerpt, we may, in spite of its disorder, reconstruct the form and content of the work in some detail.

1. Iambulus  Narrative. Entitled Islands of the Sun or possibly The Adventures of Iambulus in the Southern Ocean, it probably contained chapters in a sequence similar to the following: 1) Birth and Education of Iambulus; 2) Incidents Leading to his Discovery of the Islands of the Sun; 3) Geographical and Astronomical Description of the Islands; 4) Constitution and Customs of the Islanders; 5) Religion of the Islanders; 6) Language and Learning of the Islanders; 7) The Animals of the Islands; 8) Sojourn of Iambulus at Palibothra and his Return to Greece or Asia Minor. These headings will be followed in my account of Iambulus story, which in Diodorus is narrated in the third person.

Chapters 1-2. There was a certain Iambulus who had an early passion for learning, but who upon the death of his merchant father, plunged into commercial enterprise. On the way through Arabia to the spice-bearing country (i.e. the Somali coast), he was seized by brigands and ultimately carried off to the Ethiopian coast where he was compelled to participate in a ritual for the purification of that land: A boat containing a six-month food supply was rigged for him and a companion, and they were ordered to put to sea and to steer south until they arrived at a blessed isle inhabited by virtuous folk. If they reached the island safely, they would not only secure personal bliss but also confer peace and prosperity upon the Ethiopians for six hundred years. But if they should grow afraid and turn back, they would incur the sharpest penalties and bring disaster on the whole nation. After sailing over a vast and tempestuous sea for four months, they put in at the island foretold them, where some of the natives met them and drew their boat to shore. The islanders, crowding around, were amazed at the strangers, but behaved decently toward them, and shared with them whatever they had.

Chapter 3. The island was circular in form, with a circumference of about five thousand stades (1000 kilometers). It was part of an archipelago consisting of seven islands, all of about equal size, equidistant from each other, and following the same laws and customs. Although at the equator, the natives enjoyed a most temperate climate; moreover, the fruits there ripened the year through, even as the poet writes: “Pear upon pear grows old, and apple on apple, yea, and clustered grapes on grapes, and fig upon fig” (Odyssey7:120-21). Day and night are of equal length, and at noon nothing casts a shadow, since the sun is directly overhead. Of the constellations known to us, the Bears and many others are entirely invisible.

The natives spend their time in the meadows, the land supplying many things for sustenance. For by reason of the islands productivity and the mild climate, foods are produced of themselves in greater quantities than necessary. A certain reed growing there in great plenty, a span broad, bears abundant fruit resembling white vetch; it waxes and wanes with the moon. After gathering this reed, the natives steep it in warm water, until it becomes the size of a pigeons egg: then, having crushed it and kneaded it skillfully with their hands, they mould it into loaves which when baked are of excellent sweetness. The island also has abundant streams, the warm ones good for bathing and overcoming fatigue, while the cold ones are deliciously sweet and healthful. Even the sea about the island, which has violent currents and ebbs, is sweet to the taste. Fruit trees grow there abundantly and spontaneously, including the olive tree and vine. The natives catch many varieties of fish and birds. The immense snakes are harmless to man, and have deliciously sweet flesh. Clothing is made from certain reeds having a bright velvety down in the center, which they gather and mix with pounded oyster shells, thus making wonderful purple garments.

Chapter 4. The inhabitants of this island are very different from those who live in our part of the inhabited world, both in the peculiar nature of their bodies and in their way of life. They are over six feet tall, and their bones flex to a certain extent and straighten out again like the sinewy parts. Their bodies are very soft to the touch, yet far more vigorous than ours; if they lay hold of any object with their hands, no one can force it from their grip. They have hair on the head, eyebrows, eyelids, and chin, but on the other parts of the body not even the slightest down is visible. They are remarkably handsome and well-proportioned in their body contours. The openings of their ears [or nostrils?] are much wider than ours and have valve-like coverings. Their tongues are two-pronged up to a point, and they cut up the inner portion even further so that it is doubled up to the root. Their phonetic potential is accordingly very diversified, for they can reproduce not only every articulate language used by man, but even the multi-toned warbling of birds, and in general every phoneme. But the most incredible feat of all is their ability to carry on conversation simultaneously with two people, responding to the questions of one with one fork of the tongue, while conversing familiarly about current events with the other fork.2

They live in clan groupings, not more than four hundred to a group. Each grouping is ruled by its oldest member, who is something like a king, and obeyed by all. On completion of his one hundred and fiftieth year the ruler puts an end to his life in accordance with the law, and the next oldest succeeds to the rule. They alternately serve one another, some of them fishing, others working at the crafts, others occupying themselves in other useful matters, and still others except for the very aged performing public duties in cyclic rotation. They do not marry, but possess their women in common, and raising the children as communal wards they love them equally. While still infants, they are frequently exchanged by their nurses, so that not even the mothers will recognize their own. Since there is thus no rivalry among them, they live free from partisan strife, placing the highest value upon inner harmony. Each grouping maintains a peculiar large bird, whereby a test is made to determine the psychic state of the infant children. They mount the babies upon the birds, and those who endure the aerial flight they rear, but those who get airsick and panicky they cast out as of an undeserving temperament and unlikely to live long.

Although everything is abundantly and spontaneously supplied to them, the islanders nevertheless do not indulge their pleasures without restraint, but practice simplicity and eat only to sufficiency. They prepare meats and all roasted or boiled foods, but they do not know other dishes, such as the numerous condiments and sauces concocted by cooks. Their whole way of life follows a prescribed order: not that they eat in a public area or the same foods, but specified days have been constituted for eating sometimes fish, sometimes fowl, at other times the flesh of land animals, and at others olives with the simplest side dishes.

They are extremely long-lived and mostly free from disease. Anyone maimed or with any bodily defect is compelled by an irrevocable law to do away with himself. When they reach the age of one hundred and fifty, it is their custom to voluntarily remove themselves by using a strange plant: whoever lies upon it falls imperceptibly and gently asleep and dies. They bury their dead at low tide, covering them with sand; when the tide comes in a mound is formed.

Chapter 5. As gods they revere the all-encompassing heavens, the Sun, and in general, all the celestial bodies. At their feasts and festivals, hymns and songs of praise to the gods are recited and sung, but especially to the Sun, after whom they name both the islands and themselves.

Chapter 6. Every branch of learning is diligently pursued by them, but their chief concern is with astrology. They employ an alphabet representing twenty-eight different phonetic values but comprising only seven characters, each of which can assume four different forms. They do not write their lines horizontally as we do, but vertically downward.

Chapter 7. They have a very odd sort of small animal: it is round and very similar to a tortoise, and its skin is crossed by two yellow diagonal lines, at each end of which it has an eye and a mouth. Though seeing with four eyes and using four mouths, it collects all its food through one gullet into one intestine. All its inner organs are similarly single; but all around its underbelly there are many feet enabling it to walk in any direction it pleases.3The blood of this animal has a wondrous property: it immediately glues together any living member that has been severed; even if a hand or a similar organ is severed, by means of this blood it can be glued on again while the cut is fresh. The same is true of any other part of the body excepting the vital regions.

Chapter 8. After a seven-year stay, Iambulus and his friend were shipwrecked in shoals off India, and while his companion perished, Iambulus was taken up from the coast by native villagers to the king at Palibothra, a distance of many days from the sea. Since the king was fond of the Greeks and a supporter of learning, he regarded Iambulus with great favor. Finally, after receiving safe conduct, Iambulus traveled first to Persia and later safely home to Greece [or a Greek-speaking country]. Iambulus considered his adventures worth recording, and added a good deal of information about India unknown to his contemporaries.

2. Extraordinary Voyages and Utopian Themes in Greek Literature. The Hellenistic age witnessed an extraordinary flowering of geographical and travel literature, very striking in its profuseness and variety. This kind of literature was not, to be sure, a new interest with the Greeks. To appreciate the fascination such writings had always had for the Greek mind, one need only recall the epic adventures of Odysseus, the Arimaspeia of Aristeas of Proconnesus, the almost painful elaboration on Io s peregrinations in Aeschylus  Prometheus, and the texts of the Ionian pioneers of historical-geographical writing culminating in Herodotus� medley. With the conquests of Alexander, however, this literature attained new dimensions. Eyewitness accounts of Greek generals, admirals, roving ambassadors and special envoys followed each other in rapid succession. A bare enumeration of their names would suffice to indicate the magnitude of a vast literature which has almost totally disappeared.4This Hellenistic overflow may well be compared to a similar phenomenon which occurred in 16th-17th century Europe.

By a very natural development, there sprang up from the main branch of travel literature two considerable offshoots, the travel fantasy  a frankly fictive account of exotic travel adventures with no attempt to lend an air of reality to the narrative  and the voyage extraordinaire. Though the travel fantasy has perished, the name of Antiphanes of Berge and his famed tall tale survive to testify to the many travel yarns which flourished in this age.5Our chief concern, however, is with the “extraordinary voyage,” since it was this form that Iambulus chose for his utopian narratives. The choice was a logical one, for unlike the travel fantasy, the mark of authenticity carefully contrived by its author commends the extraordinary voyage to a wider audience and lends its imaginary contents the prestige of the real and concrete: the utopian community it described is not a wild dream which can be shrugged off, but a cold, hard fact. Before proceeding to examine Iambulus methods of authentication, let us observe the similar methods employed by the extraordinary voyages before him.

The earliest known utopian composition written in the form of an extraordinary voyage is the Peri Hyperboreonof Hecataeus of Abdera, a contemporary of Alexander the Great. Painting an elaborately idealized picture of the mythical Hyperboreans, Hecataeus added much geographical and astronomical data, which were sufficiently striking in their simulated authenticity to cause geographers to make detailed attempts at identification with specific sites. Combining the various fragments, we get the following geographical-astronomical picture: in the northern Amalchian sea, there lies opposite the land of the Celts an island not smaller than Sicily, called Helixoia. It is inhabited by the Hyperboreans, i.e. people who live beyond the point whence the north wind (Boreas) blows. The island is very fertile and productive, and owing to its extremely temperate climate it yields two crops a year. It is said that the Moon appears from this island to be only a very short distance from the Earth, so that its Earth-like prominences are visible, and that Apollo visits the island every nineteen years, the period in which the stars complete their heavenly movements returning to their former positions. The Hyperboreans speak a language peculiar to themselves, and are very friendly to the Greeks, especially the Athenians and Delians, who inherited this good will from the most ancient times. In fact, certain Greeks are said to have visited the Hyperboreans, leaving behind them costly votive offerings with Greek inscriptions.

So turn now6 to the Hiera Anagraphe of Euhemerus of Messana (ca. 300 BC), an extraordinary voyage with a special philosophical-religious theory as its purpose. It seems to have been an elaborately detailed work in at least three books, and exhibits every mark of a careful effort at authentication. Euhemerus speaks of his many voyages in his official capacity on behalf of King Cassander of Macedonia (301-297 BC) and specifically of a long southerly ocean-voyage he once made from the eastern coast of Arabia Eudaemon (i.e. from that NE part of Arabia lying opposite the modern Baluchistan), which took him to the Panchaean isles. A detailed description of three of these islands follows, including the names of the notable cities Hyracia, Dalis, Oceanis, and especially Panara, whose citizens are called “Suppliants of Zeus Triphylius” (Zeus of the three tribes). Whenever he can, Euhemerus gives exact dimensions and distances on and between the three islands; from Panchaea�s eastern promontory one can catch a glimpse of India through the misty distance. Another realistic touch is the elaborate description of the nature of frankincense and its preparation on the island of Hiera, to which may also be added that there is nothing very strange or incredible in Euhemerus account of the political setup of the Panchaeans. Finally, perhaps following the lead of Hecataeus, Euhemerus provides scientific documentation for his religious theory that the gods were nothing more than great rulers from the remote past deified for their admirable deeds on behalf of men, by referring all his information in this area aside from supposed conversations with the priests to various inscriptions, and especially to a gold stele in the sanctuary of Zeus Triphylius on which are inscribed in summary fashion, in the writing employed by the Panchaeans (apparently Egyptian hieroglyphics), the deeds of Uranus, Cronus and Zeus. Combining geographical and botanical detail with sober political narrative, Euhemerus produced a most persuasive voyage extraordinaire, which easily deceived Diodorus into taking it as straight history.

Iambulus  extraordinary voyage can now be seen in its proper setting. Uniting all the techniques of his predecessors, he uses astronomical, geographical, botanical, zoological and anthropological data of all sorts to authenticate his narrative. It should be noted that one of the most accurate and influential of the genuine voyage narratives, the Paraplous of Nearchus, was especially rich in scientific information, above all astronomy, meteorology, and botany. Iambulus   marked use of such data, therefore, is clearly understandable. The scientific charlatan employs an abundant scientific terminology to convince the audience that he is rigorously scientific;7 similarly, Iambulus affects the best scientific-voyage terminology of the age in an effort to win the confidence of his audience. His unusual success can today be measured only by the long list of geographers who have taken him in full earnest and have bravely defended him against his defamers.8

In general, Greek literary genres are sharply defined, and each has a set of themes (topoi) peculiar to itself. Conforming to this usage, Iambulus  work exhibits themes frequently found in the Greek utopia. The Sun-islands are circular in form, the favorite geometrical pattern for a utopian country. So, for example, Plato s Atlantis is composed of a series of concentric circles of land and sea, and Hecataeus  temple of Apollo on the island of the Hyperboreans is spheroid. Similarly, the utopian climate is always pleasant, there is always an abundance of sweet and healthful spring water, and a super-abundant food supply. Further, utopians are usually tall and well-built. Iambulus Sun-men are also long-lived and free from disease, but most utopians outstrip them in this matter: the Uttarakuru of Sanskrit sources live one thousand (or 10,000) years, and so too the Hyperboreans; according to Herodotus the Ethiopians live to 120 years or more, and Onesicritus in Pos Alexandros ekhthe (in Strabo, Geography 15:1:34) attributes 130 years to the people of Musicanus; the Meropes of Theopompus live twice as long as ordinary mortals, and never know disease. Utopians, however, not only live pleasantly, but also die pleasantly. On the island paradise of Syria (Odyssey 15:403-14), Apollo of the silver bow and Artemis slay the happy natives with their gentle shafts; in Hesiods Golden Age men die as overcome with sleep (Works and Days116); the inhabitants of Theopompus Eusebes die laughing. Similarly, Iambulus Sun-men have a magical plant which induces the sleep of death.

Finally, most utopians expel their visitors as evil-doers. After a stay of seven years, Iambulus and his comrade are cast out as incorrigibly prone to evil ways. Homers Phaeacians similarly send strangers back where they came from (Odyssey7:32-33). Examples from later, 18th century utopias are Swifts Gulliver and Foignys Sadeur, ultimately ejected as unfit for a perfect, rational society.

Iambulus Sun symbolism is especially understandable when we realize its specific connection with justice and righteousness. The prophet Malachi (3:20) spoke of “the Sun of Justice,” a figure of speech then current in the Near East, from the ancient Babylonian literature to the Orphic hymns.9

Summing up, Iambulus main source beside travel narratives on India was the Greek utopian tradition of extraordinary voyages which preceded him (as well as various philosophical works). Shaped by his imaginative genius, however, these varied elements blended into a distinct utopian art-form, which found a permanent place in European literature.

3. Cockayne Utopianism. The earliest detailed analysis of Iambulus was that of Rohde, who remarks that Iambulus basic theme was that the perfect condition of man lies in the simplest and most primitive state of nature. This was in accord with the doctrines of the elder Stoics, who described the rawest state of nature as the ideal arrangement of human society.10 Farrington is equally convinced that Iambulus Sun-isle is a Stoic utopia and adds that “it exhibits in the most unmistakable way the intimate connection between Stoic and Chaldean conceptions of the universe and society.” The seven islands correspond with the Sun, Moon and five planets (already noted by Phlmann). The reed which waxes and wanes with the Moon illustrates the sympathy imagined to exist in Chaldean astrology between heaven and earth. It is because the inhabitants are Sun-men that their society is based on egalitarian communism, and the islands location on the equator is a symbol of the equality which prevails there.11

The most penetrating appraisal of Iambulus utopia, though somewhat distorted by an overpowering zeal for socialist theory, is that of Phlmann, who notes that Iambulus narrative is the first political romance known to us, and represents the high-water mark of the Greek poetic utopia. Its author is in fact a socio-economic Jules Verne. Diodorus has unfortunately emphasized the fantastic element, giving little of the social and economic. It is abundantly clear, however that the whole Sun-state is one large communist association (or unification of such associations: “systemata”), whose aim is nothing less than a fully communist regulation of the entire economic and social life possibly under the influence of Aristonicus  uprising. The collectivism of the Sun-state is strongly authoritarian, with a ruling “hegemon” in each group whose power is life-long, and who is not elected. But what might have been an irksome collectivism is softened considerably by the richness of the earth�s productivity, which diminishes the necessity of human labour and leaves a maximum amount of leisure for intellectual pursuits. The fantastic element, Phlmann further argues, was necessary if Iambulus wanted to satisfy his audience, who expected it in this genre of literature. Moreover, just as much of his novelistic framework was drawn from the current literature, so do his ideas correspond to current streams of thought, reminiscent of Platonic, Cynic, and Stoic ideas, which were then, so to speak, in the air.12

The first to deny that Iambulus  utopia is stoic was Richter, who agrees with Rohde that the Sun-men are a people in their pristine power and beauty, living in blissful peace, in the simplest sort of organization, based on primal natural rights, but argues that there was nothing specifically Stoic or Cynic in that.13 Tarn points out that Iambulus work is a patchwork of ideas typical for the Hellenistic age (true or quasi-scientific details, speculation on the ideal state, travel story, romance, desire for the simple life). Like H.G. Wells, Iambulus was a vivid story-teller, and his utopia is reminiscent of Wells Men Like Gods.14 Similarly, Africa writes: “Like Montaignes cannibals, Iambulus happy Indians are a romanticized composite of travellers tales, held up as an existent ideal to mortify corrupt Europeans, and The Isles of the Sun are closer to Melvilles Typee than to Mores Utopia.”15

This multiplicity of opinion, at first sight baffling, is essentially the result of a lack of precision in defining the various kinds of utopianism and of an adequate terminology in this area. I propose to designate the utopianism which is unwilling to confine its program to a transformation of social and political patterns, but beguilingly seeks to overhaul the very structure of the natural world, as Cockayne utopianism borrowing a word from a widespread folk motif, the Land of Cockayne, with which it shares its peculiar flight into fantasy. In Cockayne, Nature is refashioned to the author s liking, and her beneficence charms our anxieties away. While Cockayne utopianism is an unrestrained expression of man�s hidden desires, utopianism proper is an expression of the reflective mind and in accord with philosophical ideals.16 The utopists mood is one of rebellion against the given. His utopian dream is an explosion of the poetic spirit, and beneath the glowing colors lies concealed his quarrel with the Lord: “If only God had plied his craft better!…” I shall now endeavor to show that Iambulus Island of the Sunis an unmistakable example of Cockayne utopianism.

The distinguishing mark of Cockayne utopianism is not its vision of a new social order, but of a new natural order which necessarily entails the former.17 It says, in effect, that what we need is a new Heaven and a new Earth and a new race of men. This is exactly what Iambulus has conjured up before our eyes. His island enjoys perfect climatic conditions, and its automatic productivity yields an overabundance of everything. All foods (including snake-meat) and all liquids (including the seawater) are deliciously sweet and healthful. The islanders themselves are physically no ordinary mortals. They are all well over six feet, built like football players, with an inimitable hand-grip, and a wonderfully pliable bone structure. Severed limbs they glue right back on by means of a potent blood-extract, while their natural resistance makes them practically immune to disease. Ear valves keep out unnecessary noise and a two-forked tongue both speeds up their work and adds an unusual variety and zest to their conversation. Everything, in fact, exemplifies beauty, symmetry, and vigour. The islands form perfect circles (symbols of perfection), are seven in number (a number loaded with every conceivable form of symbolism), are all of about equal size, are equidistant from each other, and follow the same laws and customs. The people, perfectly alike physically and mentally, are divided into groupings, each numbering about four hundred members, who enjoy a life-span of 150 years (though they apparently could live much longer if they had so wished) whereupon they freely and pleasantly take their exit of life. This passion for symmetry, sometimes called the geometrical spirit, is an unfailing characteristic of our genre.18Though pleasingly held within bounds in Iambulus, it is sometimes carried to enormous extremes.

To sum up, a super-race lives on a super-island, where all is beauty and symmetry. No philosopher, grappling with the complexities of reality and seeking the way to a new and better life in spite of them, would deny that Iambulus solution is much simpler and more effective. He would insist, however, that the Cockayne element removes Iambulus� vision from the realm of serious philosophical speculation. This is not to deny, of course, that Iambulus may genuinely reflect many philosophical ideas. But for him they form part of an imaginative matrix from which he draws the various elements of his utopian construction. Thus his narrative seems shaped by opposed designs. At one end Iambulus seeks to approach the real as best he knows, at the other he seeks to escape it as completely as he can. That is why his techniques of authentication wrought such havoc among later geographic commentators. But his tendency to evade reality in the solution of social problems has been equally mischievous. Some see in his utopia the ideal of primitive simplicity, while others find in it an authoritarian collectivism. Both are wrong. There is nothing primitive about multilingual people, expert in every branch of learning, clad in beautiful purple, and enjoying a varied diet of all sorts of roasts and an abundance of oil and wine. On the other hand, there is nothing authoritarian about collectives which operate without the aid of a judiciary or central government, where every office or duty (however menial) is constantly rotated, and where labour is at a minimum. A most difficult paradox of real life has thus been resolved with the aid of Cockayne, which has graciously bestowed on the Sun-children the boon of natural virtue and absolute equality. These incorruptible utopians walk amid abundance, yet practice moderation and simplicity. Their well-oiled organization, thoroughly communist and all-regulating, operates, nevertheless, through separate and uncoordinated units, without coercion or central control. Everybody loves everybody. All hail to Iambulus!

David Winston

NOTES

1. The grounds for this dating may be found in my dissertation, “Iambulus: A Literary Study in Greek Utopianism,” Columbia University, 1956.

2. Cf John Ferguson, Utopias of the Classical World(US 1975), p 209, n 14: “The late Sir Richard Paget, owing to a peculiarity of the voice-box, could sound two notes simultaneously. His daughter inherited this capacity, and they used to sing quartets.”

3. A delightful sketch of this weird creature, with severed hands and legs strewn all about it, is in Leo Africanus, Description de lAfrique, ed. Jean Temporal (Lyon 1556), vol 2, La Navigation de Iambol, marchant Grec, p 116.

4. See Franz Susemihl, Geschichte der Grieschischen Literatur in der Alexandrinerzeit(Leipzig 1891), 1:649-701, who lists over forty authors.

5. Antiphanes spoke of a city so cold that human speech freezes there as it is uttered, and only on its melting in the summer can one hear what has been said. For the subsequent elaborations of this story in European and American literature, see Eugene S. McCartney, “Antiphanes� Cold-Weather Story and its Elaboration,” Classical Philology 48(1953):169-72. Lucian�s parody of the fantastic-voyage literature, his True Histories, indicates its extensive proportions and popularity.

6. 1 have omitted from this discussion Amometus book on the Attacorae, which was classified by Pliny with Hecataeus work on the Hyperboreans (Natural History 6:55) and was probably also written in the form of a voyage extraordinaire. Unfortunately, all we know about it is that the Attocorae were said to have dwelt on the bay of the same name, sheltered by sunbathed hills from every harmful wind, and enjoying the same kind of climate as the Hyperboreans. Magasthenes seems to have referred to them when he mentioned “Indian Hyperboreans” (Strabo, Geography 15:1:57). Fragments of Amometus (lived during the reign of Ptolemy I or II) are in C. MIller, Fragmenta Historicorum Graecorum 2:396. For the Sanskrit sources describing the Uttarakuru, see C. Lassen, “Bertr�ge zur Kunde des Indischen Alterthums aus dem Mahabharata,” Zeitschrift fUr die Kunde des Morgenlandes 2(1839):62-70. These sources describe an Indian Cockayne: Uttara Kuru is the land of unbroken delights, not too cold or warm, free from disease, sadness, and worry. The earth is dust-free and aromatic, while the rivers flow along golden beds, rolling pearls and precious stones instead of pebbles. The trees always bear both fruits and all sorts of materials and multi-colored clothing, and every morning from their branches hang the most beautiful women, who, through a curse of Indra, must die again every evening. Cf Lucian, True Histories 1-8. See also Erwin Rohde, Der Griechische Roman and Seine Vorlufer, 3d edn (Leipzig 1914), pp 233-34, and Bimala C. Law, Geographical Essays(UK 1937), 1:29.

7. See, for example, the fascinating account of pseudo-science by Martin Gardner, In the Name of Science (US 1952). Two classics of pseudo-science are the 750-page Glazial-Kosmogonie by Hans Horbiger, “filled with photographs and elaborate diagrams, heavy with the thoroughness of German scholarship, and from beginning to end totally without value,” and The New Geologyby George M. Price, “disproving” evolution (Gardner, pp 37, 128). The analogy is, of course, inexact, since the pseudo-scientist usually believes he is truly scientific.

8. Gian Battista Ramusio, “Navigatione di Iambolo mercantate antichissimo,” in his Delle Navigationi et Viaggi (Venezia 1550), 1:188-90; also John Harris, Navigantium atque itinerantium Bibliotheca (London 1764), 1:383-85; E. Jacquet, “De la relation et de lalphabet indien dIamboule, ” Nouveau Jornal Asiatique 19, 2d ser., tome 8 (1831), pp 20-30; E. Stechow, “Kannte das Alterturn die Insel Madagascar?” Petermanns Geographische Mitteilungen (1944), pp 84-85; Christian Lassen, Indische Alterthumskunde(Leipzig 1858), 3:253-71.

9. See Franz Joseph Dlger, Die Sonne der Gerechtigkeit und der Schwarze, Liturgiegeschichtliche Forschungen, Heft 2 (Mnster 1918), pp 83-100; also the same author in Antike und Christentum 5(1936):138-40, and W.W. Tarn, “Alexander Helios and the Golden Age,” Journal of Roman Studies 22(1932):140+147-48.

10. Rohde (Note 6), pp 243-60.

11. Benjamin Farrington, Head and Hand in Ancient Greece (UK 1947), pp 55-87.

12. Robert von Phlmann, Geschichte der Sozialen Frage und des Sozialismus in der Antiken Welt, 3d edn (Munich 1925), 2:305-24. Upon the death of Attalus III (133 BC) and his deeding of the Pergamene kingdom to Rome, Aristonicus, illegitimate member of the royal family, claimed the throne for himself. Compelled to retire to the hinterland and recruit new forces, Aristonicus appealed to the dispossessed poor and slave populations, offering the latter liberty and the former, it seems, a sparkling social program. These new recruits were specifically designated Heliopolitae (Strabo, Geography 14:1:38 C646), a fact which in the opinion of PhImann (2:404-06) and W.W. Tarn (Alexander the Great[UK 1948], 2:411-14) suggests a definite relationship between Aristonicus social program and the Hellenistic utopian literature, especially Iambulus.

On the other hand, M. Rostovtzeff (Social and Economic History of the Hellenistic World [UK 1941], 2:808), soberly comments that “the evidence is slight and inconclusive,” and that “the name Heliopolitae may equally well be connected with the oriental belief in the Great Sun, the Supreme God of oriental solar henotheism, the God Justice and the protector of those who have suffered wrong.” So too writes J.W. Swain (“Antiochus Epiphanes and Egypt,” Classical Philology 39[1941]:78): “It seems more likely that the name was taken from some Anatolian cult with which the rebels would be more familiar than they were with Greek philosophy.” Rostovtzeffs explanation is also preferred by D.R. Dudley (“Blossiuis of Cumae,” J. of Roman Studies 31[1941]:98), V. Vavinek (La Revolte dAristonicos, Rozpravy eskoslovenske Akademie Ved 67 [Prague 1957], p 43), F. BUmer, Untersuchungen ber die Religion der Sklaven in Griechenland und Rom [1961], 3:165ff), T.W. Africa (“Aristonicus, Blossius and the City of the Sun,” Int. Rev. Soc. History 6[1961]110-24), J. Vogt (Sklaverie und Humanitt, Historia Einzelschr. 8 [Weisbaden 1965], p 43), and C. MossE (“Les Utopies Egalitaires a lEpoque hellInistique,” Revue Historique93[1969]:297-308).

But PEhlmann�s suggestion is accepted by Joseph Bidez (La CitE du Monde et la CitE du Soleil chez les Stoiciens [Paris 1932]), Hugh Last (Cambridge Ancient History, 9:104), G. Cardinale (“La Morte di Attalo III e la Rivolta di Aristonico,” Saggi di Storia Antica e di Archeologia [Rome 1910], pp 300-301), Benjamin Farrington (Note 11), Esther V. Hansen (The Attalids of Pergamon [US 1947]), and most recently John Ferguson (Utopias of the Classical World [US 1975], pp 124-29). Finally, it is regarded as perhaps valid by Julius Beloch (“Sozialismus und Kommunismus in Alterthum,” Zeitschr. f. Sozialwissenschaft 4[1901]:360) and Franz Altheim (Alexander und Asien[TEbingen 1953]).

13. Waldemar Richter, Iambulus(Beilage zum Osterprogramm des Gymnasiums Schaffhausen, 1888).

14. Tarn (Note 12, 1st par.); cf Elizabeth Visser, Iamboulos en de eilanden van de Zon(Groningen 1947).

15. Africa (Note 12, 2d par.).

16. These classifications have not been invented but simply introduced from other utopian literatures. The term “voyage extraordinaire” was introduced according to Geoffrey Atkinson, The Extraordinary Voyage in French Literature Before 1700 (US 1920), page xOby Gustave Lanson in his Manuel Bibliographique de la LittErature FranCHaise Moderne (Paris 1914). For a detailed discussion of the problems involved in the classification of the imaginary voyage and cautions about extensions of the classification “voyage extraordinaire” for general use, see P.B. Gove, The Imaginary Voyage in Prose Fiction(US 1941), especially pp 93-122.

17. See Paul Hazard, The European Mind (US 1953), pp 26-27. For its use in Indian and Japanese tradition, see Aware of Utopia, ed. David W. Plath (US 1971), pp 28-29.

18. It is almost certain that many other utopias imitating the style and technique of Iambulus were composed in the Greco-Roman age. The fact that Lucian singles out Iambulus for special mention in the opening pages of True Histories is a clear testimony to his popularity with Greco-Roman readers, and it is inconceivable that he was not imitated by other writers. Further, though Hellenistic utopian literature has for the most part disappeared, Iambulus seems to have had a distinct influence on the 17th-century utopias by Tommaso Campanella (Civitas Solis or CittE del Sole, 1623) and Gabriel Foigny (Terre australe connue or Les Aventures de Jacques Sadeur, 1676). Though Campanella lacks entirely the Cockayne concept, many elements of his City of the Sun are strikingly similar to those of Iambulus Islands of the Sun, as are many elements of Foignys Cockayne utopia and voyage extraordinaire. Iambulus was easily accessible to Campanella in the Italian translation of Ramusio (Note 8) and to Foigny in the French translation of Leo Africanus (Note 3). Although the loss of his work has made Iambulus a shadowy figure in the history of Greek literature, I hope this article has succeeded in restoring some of the flavor of his work and in indicating its importance in the utopian tradition.

ABSTRACT

The original of Iambulus’ narrative (written sometime between 165 and 50 BC) is not extant, and were it not for excerpts made by Diodorus Siculus in his Bibliotheke, we should have to rely on two meager references in Lucian and Tzetzes. In introducing True Histories, his parody of imaginary-voyage literature, Lucian singles out Ctesias and Iambulus as representative. The latter, says Lucian, wrote much that was incredible about the lands in the great sea, but, though obviously fabulous, his story was not unpleasing. Ionnes Tzetzes (Chiliades) noted that Iambulus wrote of round animals found in the islands of the Ethiopians, and of double-tongued men who could converse with two different people simultaneously. Finally, from Diodorus’ excerpt (in spite of its disorder) we may reconstruct in some detail the form and content of this early utopian work. In general, Greek literary genres are sharply defined, and each has a set of themes (topoi) peculiar to itself. Conforming to this usage, Iambulus’ work exhibits themes frequently found in Greek utopias. Indeed, Iambulus’ main source—besides travel narratives on India—was the Greek utopian tradition of extraordinary voyages. Shaped by his imaginative genius, however, these disparate traditional elements became a distinct utopian art-form that found a permanent place in European literature.

SOURCE  http://www.depauw.edu

(to be continued)

Posted in News and politics | Tagged , | 3 Comments

ΟΜΗΡΙΚΟΙ ΥΜΝΟΙ (c)

(CYNECHEIA APO   16/01/12)

Εις Δήμητρα

Δήμητρ’ ηΰκομον σεμνήν θεάν άρχομ’ αείδειν,
αυτήν ηδέ θύγατρα τανύσφυρον ήν ‘Αϊδωνεύς
ήρπαξεν, δώκεν δέ βαρύκτυπος ευρυόπα Ζεύς,
νόσφιν Δήμητρος χρυσαόρου αγλαοκάρπου
παίζουσαν κούρησι σύν ‘Ωκεανού βαθυκόλποις,
άνθεά τ’ αινυμένην ρόδα καί κρόκον ηδ’ ία καλά
λειμών’ άμ μαλακόν καί αγαλλίδας ηδ’ υάκινθον
νάρκισσόν θ’, όν φύσε δόλον καλυκώπιδι κούρη
Γαία Διός βουλήσι χαριζομένη πολυδέκτη
θαυμαστόν γανόωντα, σέβας τότε πάσιν ιδέσθαι
αθανάτοις τε θεοίς ηδέ θνητοίς ανθρώποις:
τού καί από ρίζης εκατόν κάρα εξεπεφύκει,
κώζ’ ήδιστ’ οδμή, πάς δ’ ουρανός ευρύς ύπερθε
γαίά τε πάσ’ εγέλασσε καί αλμυρόν οίδμα θαλάσσης.
η δ’ άρα θαμβήσασ’ ωρέξατο χερσίν άμ’ άμφω
καλόν άθυρμα λαβείν: χάνε δέ χθών ευρυάγυια
Νύσιον άμ πεδίον τή όρουσεν άναξ πολυδέγμων
ίπποις αθανάτοισι Κρόνου πολυώνυμος υιός.
αρπάξας δ’ αέκουσαν επί χρυσέοισιν όχοισιν
ήγ’ ολοφυρομένην: ιάχησε δ’ άρ’ όρθια φωνή
κεκλομένη πατέρα Κρονίδην ύπατον καί άριστον.
ουδέ τις αθανάτων ουδέ θνητών ανθρώπων
ήκουσεν φωνής, ουδ’ αγλαόκαρποι ελαίαι,
ει μή Περσαίου θυγάτηρ αταλά φρονέουσα
άϊεν εξ άντρου `Εκάτη λιπαροκρήδεμνος,
‘Ηέλιός τε άναξ `Υπερίονος αγλαός υιός,
κούρης κεκλομένης πατέρα Κρονίδην: ο δέ νόσφιν
ήστο θεών απάνευθε πολυλλίστω ενί νηώ
δέγμενος ιερά καλά παρά θνητών ανθρώπων.
τήν δ’ αεκαζομένην ήγεν Διός εννεσίησι
πατροκασίγνητος πολυσημάντωρ πολυδέγμων
ίπποις αθανάτοισι Κρόνου πολυώνυμος υιός.
όφρα μέν ούν γαίάν τε καί ουρανόν αστερόεντα
λεύσσε θεά καί πόντον αγάρροον ιχθυόεντα
αυγάς τ’ ηελίου, έτι δ’ ήλπετο μητέρα κεδνήν
όψεσθαι καί φύλα θεών αιειγενετάων,
τόφρα οι ελπίς έθελγε μέγαν νόον αχνυμένης περ:
ήχησαν δ’ ορέων κορυφαί καί βένθεα πόντου
φωνή υπ’ αθανάτη, τής δ’ έκλυε πότνια μήτηρ.
οξύ δέ μιν κραδίην άχος έλλαβεν, αμφί δέ χαίταις
αμβροσίαις κρήδεμνα δαΐζετο χερσί φίλησι,
κυάνεον δέ κάλυμμα κατ’ αμφοτέρων βάλετ’ ώμων,
σεύατο δ’ ώς τ’ οιωνός επί τραφερήν τε καί υγρήν
μαιομένη: τή δ’ ού τις ετήτυμα μυθήσασθαι
ήθελεν ούτε θεών ούτε θνητών ανθρώπων,
ούτ’ οιωνών τις τή ετήτυμος άγγελος ήλθεν.
εννήμαρ μέν έπειτα κατά χθόνα πότνια Δηώ
στρωφάτ’ αιθομένας δαΐδας μετά χερσίν έχουσα,
ουδέ ποτ’ αμβροσίης καί νέκταρος ηδυπότοιο
πάσσατ’ ακηχεμένη, ουδέ χρόα βάλλετο λουτροίς.
αλλ’ ότε δή δεκάτη οι επήλυθε φαινολίς ‘Ηώς
ήντετό οι `Εκάτη σέλας εν χείρεσσιν έχουσα,
καί ρά οι αγγελέουσα έπος φάτο φώνησέν τε:
πότνια Δημήτηρ ωρηφόρε αγλαόδωρε
τίς θεών ουρανίων ηέ θνητών ανθρώπων
ήρπασε Περσεφόνην καί σόν φίλον ήκαχε θυμόν;
φωνής γάρ ήκουσ’, ατάρ ουκ ίδον οφθαλμοίσιν
ός τις έην: σοί δ’ ώκα λέγω νημερτέα πάντα.
ώς άρ’ έφη `Εκάτη: τήν δ’ ουκ ημείβετο μύθω
`Ρείης ηϋκόμου θυγάτηρ, αλλ’ ώκα σύν αυτή
ήϊξ’ αιθομένας δαΐδας μετά χερσίν έχουσα.
‘Ηέλιον δ’ ίκοντο θεών σκοπόν ηδέ καί ανδρών,
στάν δ’ ίππων προπάροιθε καί είρετο δία θεάων:
‘Ηέλι’ αίδεσσαί με θεάν σύ περ, εί ποτε δή σευ
ή έπει ή έργω κραδίην καί θυμόν ίηνα.
κούρην τήν έτεκον γλυκερόν θάλος είδεϊ κυδρήν
τής αδινήν όπ’ άκουσα δι’ αιθέρος ατρυγέτοιο
ώς τε βιαζομένης, ατάρ ουκ ίδον οφθαλμοίσιν.
αλλά σύ γάρ δή πάσαν επί χθόνα καί κατά πόντον
αιθέρος εκ δίης καταδέρκεαι ακτίνεσσι,
νημερτέως μοι ένισπε φίλον τέκος εί που όπωπας
ός τις νόσφιν εμείο λαβών αέκουσαν ανάγκη
οίχεται ηέ θεών ή καί θνητών ανθρώπων.
‘`Ως φάτο, τήν δ’ `Υπεριονίδης ημείβετο μύθω:
`Ρείης ηϋκόμου θυγάτηρ Δήμητερ άνασσα
ειδήσεις: δή γάρ μέγα άζομαι ηδ’ ελεαίρω
αχνυμένην περί παιδί τανυσφύρω: ουδέ τις άλλος
αίτιος αθανάτων ει μή νεφεληγερέτα Ζεύς,
ός μιν έδωκ’ ‘Αΐδη θαλερήν κεκλήσθαι άκοιτιν
αυτοκασιγνήτω: ο δ’ υπό ζόφον ηερόεντα
αρπάξας ίπποισιν άγεν μεγάλα ιάχουσαν.

(SYNECHIZETAI)

Posted in religious themes | Tagged , | Leave a comment

orphic hymn LXXXV. TO THE DIVINITY OF DREAMS – Ὀνείρου

 

The FUMIGATION from AROMATICS.

THEE I invoke, blest pow’r of dreams divine,
Angel of future fates, swift wings are thine:
Great source of oracles to human kind,
When stealing soft, and whisp’ring to the mind,
Thro’ sleep’s sweet silence and the gloom of night, 5
Thy pow’r awakes th’ intellectual fight;
To silent souls the will of heav’n relates,
And silently reveals their future fates.
For ever friendly to the upright mind
Sacred and pure, to holy rites inclin’d; 10

p. 224

For these with pleasing hope thy dreams inspire,
Bliss to anticipate, which all desire.
Thy visions manifest of fate disclose,
What methods best may mitigate our woes;
Reveal what rites the Gods immortal please, 15
And what the means their anger to appease:
For ever tranquil is the good man’s end,
Whose life, thy dreams admonish and defend.
But from the wicked turn’d averse to bless,
Thy form unseen, the angel of distress; 20
No means to cheek approaching ill they find,
Pensive with fears, and to the future blind.
Come, blessed pow’r, the signatures reveal
Which heav’n’s decrees mysteriously conceal,
Signs only present to the worthy mind, 25
Nor omens ill disclose of monst’rous kind.

Translated from the Greek
And Demonstrated to Be the Invocations which were used in the Eleusian Mysteries
By Thomas Taylor
1824

 

Ὀνείρου, θυμίαμα ἀρώματα
Κικλήσκω σε, μάκαρ, τανυσίπτερε, οὖλε Ὄνειρε,
ἄγγελε μελλόντων, θνητοῖς χρησμῳδὲ μέγιστε
ἡσυχίαι γὰρ ὕπνου γλυκεροῦ σιγηλὸς ἐπελθών,
προσφωνῶν ψυχαῖς θνητῶν νόον αὐτὸς ἐγείρεις,
καὶ γνώμας μακάρων αὐτὸς καθ’ ὕπνους ὑποπέμπεις,
σιγῶν σιγώσαις ψυχαῖς μέλλοντα προφαίνων,
οἷσιν ἐπ’ εὐσεβίηισι θεῶν νόος ἐσθλὸς ὁδεύει,
ὡς ἂν ἀεὶ τὸ καλὸν μέλλον, γνώμηισι προληφθέν,
τερπωλαῖς ὑπάγῃ βίον ἀνθρώπων προχαρέντων,
τῶν δὲ κακῶν ἀνάπαυλαν, ὅπως θεὸς αὐτὸς ἐνίσπῃ
εὐχωλαῖς θυσίαις τε χόλον λύσαντες ἀνάκτων.
εὐσεβέσιν γὰρ ἀεὶ τὸ τέλος γλυκερώτερόν ἐστι,
τοῖς δὲ κακοῖς οὐδὲν φαίνει μέλλουσαν ἀνάγκην
ὄψις ὀνειρήεσσα, κακῶν ἐξάγγελος ἔργων,
ὄφρα μὴ εὕρωνται λύσιν ἄλγεος ἐρχομένοιο.
ἀλλά, μάκαρ, λίτομαί σε θεῶν μηνύματα φράζειν,
ὡς ἂν ἀεὶ γνώμαις ὀρθαῖς κατὰ πάντα πελάζῃς
μηδὲν ἐπ’ ἀλλοκότοισι κακῶν σημεῖα προφαίνων.

 

dream orfic

Nyx and Winged Morpheus Johannes Schilling 1868 Dresden, Germany

 

PROFUMO DEL SOGNO

aromi

Te invoco, beato, dalle ali spiegate, Sogno funesto,

nunzio del futuro, sommo indovino per i mortali;

infatti avvicinandoti silenzioso nella quiete del dolce sonno,

parlando alle anime dei mortali la mente tu risvegli,

e le intenzioni dei beati tu invii segretamente nel sonno,

silenzioso alle anime silenziose annunciando il futuro,

a quelli ai quali secondo atti di pietà va benigna la mente degli déi,

affinché il bel futuro, conosciuto prima nei pensieri, sempre

conduca ai godimenti la vita degli uomini che si sono prima rallegrati,

e, tregua dei mali, come il dio stesso dica,

con preghiere e sacrifici sciolgano l’ira dei sovrani.

Per i pii infatti il fine è sempre più dolce,

ai malvagi invece la visione onirica, messaggera di tristi opere,

non mostra la necessità futura,

affinché non trovino liberazione dal dolore che viene.

Ma, beato, ti supplico di riferire le indicazioni degli déi,

affinché ti avvicini sempre con pensieri retti in tutto

non mostrando presagi di mali verso cosa sfavorevoli.

Da Inni Orfici, ed Lorenzo Valla, trad. Gabriella Ricciardelli

Posted in religious themes | Tagged , , , , | Leave a comment

NEKRA THALATTA : IN THE CAVES OF QUMRAN A STEEP AND RUGGED ASCENT TO PLATO’S CAVE (B) – The War of the Sons of Light Against the Sons of Darkness i

(BEING CONTINUED FROM  15/01/12)

The Scroll of the War of the Sons of Light against the Sons of Darkness(1QM)

The War Scroll describes the plan for the War between the Sons of Light and the Sons of Darkness at the “End of Days.” Early Herodian script, ca. 30 B.C.E.-20 C.E. Y. Yadin, The Scroll of the War of the Sons of Light Against the Sons of Darkness (Oxford: University Press, 1962).

1QM Col.I.
1QM Col.X.

1QM Col.I. The first column of this manuscript has a large right margin used for handling and rolling the scroll.
1QM Col.X.Exhortation (X 1-8) and Prayer (X 9 ff.) during the eschatological war. The exhortation quotes Dt. 20.2-4 (1QM X 2-5) and Num.10.9 (1QM X 6-8).Column X lines 5-8 reads: 5. And your provosts shall speak to all those prepared for battle, the willinghearted, to hold fast through the might of God, to turn back all 6. the faint-hearted, and to hold fast together, all mighty men of valour. And as to that which Thou hast s[poken] by the hand of Moses, saying: “If there cometh a war 7. in your land against the enemy that oppresseth you, then ye shall blow an alarm with trumpets, and ye shall be remembered before your God, 8. and ye shall be saved from your enemies” (Num.10:9) (Yadin, Scroll of the War, 304).

The War Scroll (1QM), popularly known as “The War of the Sons of Light Against the Sons of Darkness,” is one of the seven original Dead Sea Scrolls discovered in Qumran in 1947. It contains 19 columns (originally there were at least twenty), of which the first 14–19 lines (out of at least 21–22) are preserved. The work is written in Hebrew in a square Herodian script and is dated to the late first century BCE or early first century CE. Seven additional fragments (4Q491-497) with similar contents have also been found, but the relationship between these texts to 1QM is not entirely clear; they may represent an earlier version of the War Scroll, or source materials on which the War Scroll was based.

Against the backdrop of a long biblical tradition concerning a final war at the End of Days (Ezekiel 38–39; Daniel 7–12), this scroll describes a seven stage, dualistic confrontation between the “Sons of Light” (the term used by Community members to refer to themselves), under the leadership of the “Prince of Light” (also called Michael, the Archangel) – and the “Sons of Darkness” (a nickname for the enemies of the Community, Jews and non-Jews alike), aided by a nation called the Kittim (Romans?), headed by Belial. The confrontation would last 49 years, terminating in the victory of the “Sons of Light” and the restoration of the Temple service and sacrifices. The War Scroll describes battle arrays, weaponry, the ages of the participants, and military maneuvers, recalling Hellenistic and Roman military manuals.

This work is not, strictly speaking, an apocalypse (namely, a heavenly revelation), and it lacks a “messianic” figure. Certain details, such as the advanced age of the combatants and the leadership of the priests, point to the idealistic nature of the war described in the work and impart a fictional quality to the treatise. Nonetheless, the War Scroll may indeed reflect genuine political tension in Judea between Romans and Jews, which would culminate in the outbreak of revolt in 66 CE. The scroll also sheds light on the New Testament Book of Revelation, in which a final war is also described between earthly and heavenly forces.

The War Scroll

This section of the scrolls presents the Essenes’ apocalyptic vision of the final battle between the Sons of Light and the Sons of Darkness. This kind of apocalyptic sensibility was a discernible strain of Jewish thought at the time of Jesus; some scholars detect this sensibility in Jesus’ message about the coming Kingdom of God.

The Dead Sea Scrolls: A New Translation
by: Michael Wise Martin Abegg, Jr. Edward Cook
HarperSanFrancisco
1996

1QM, 4Q491-496

Armageddon: the war to end all wars. These words stir up images of inevitable conflict, the final focus on the dark side of human nature, the ultimate catharsis that ushers in an age of peace. All of these issues come to a head in the War Scroll, a text that describes the eschatological last battle in gory detail as righteousness is fully victorious and evil is forever destroyed. This vivid account gives us insight into how, at about the time of Jesus, some Jews conceived of Armageddon.

The first lines of the scroll (1QM 1:1-7) lay the framework for a three-stage conflict between the Sons of Light–that is, members of the Yahad[1](see 1QS 3:13)–and the Sons of Darkness. The first battle finds the adversaries led by the Kittim of Assyria. (Although the name Kittim is often used in the scrolls as a reference to the Romans, its basic sense seems to have been “archetypical bad guys.”) The Kittim of Asshur come in alliance with the biblical enemies Edom, Moab, Ammon, and Philistia. Cooperating with this unholy alliance are the “violators of the covenant”: Jews who had spurned the message of the Yahad and in so doing aligned themselves with the Sons of Darkness. The second stage expands the war’s influence to the Kittim who dwelt in Egypt, and then finally to the Kings of the North.

Although this war is said to extend over forty years, the writer of the scroll was particularly concerned with the details of the very final day of battle. After six bloody engagements during this last battle, the Sons of Light and Sons of Darkness are deadlocked in a 3-3 tie. In the seventh and final confrontation “the great hand of God shall overcome [Belial and al]l the angels of his dominion, and all the men of [his forces shall be destroyed forever]” (IQM 1:14-15). Along the way, in true apocalyptic fashion, the scroll goes into elaborate detail Concerning the battle trumpets (2:15-3:11), banners (3:12-5-2), and operational matters (5:3-9:16). Priestly prayers for the various phases of the conflict are recorded next (9:17-l5:3). Finally, the seven savage engagements of the final day of battle are detailed (15:4-18:8), culminating in a ceremony of thanksgiving on the day following the victory (18:10-19:14).

As with biblical representatives of apocalyptic literature, Ezekiel 38-39 and the Revelation of John as pertinent examples, one can easily lose sight of the primary purpose of the work. It is not to be found in the intricate and often mysterious details of the text. Rather, the author was concerned with the tribulation and hopelessness that his readers were currently experiencing. He built his encouragement on a biblical theology of rescue: the defeat of Goliath at the hand of David (1QM 11:1-2), and Pharaoh and the officers of his chariots at the Red Sea (11:9-10). Coupled with this aspect was his understanding that great suffering was part of God’s will for the redeemed. Indeed, God’s crucible (17:9) was seen as a necessary component of man’s existence so long as evil continued to exist in the world. Ultimately, God’s purpose was to exalt the Sons of Light and to judge the Children of Darkness. The message is one of hope. In the face of such perverse evil, the Sons of Light are encouraged to persevere to the end. God was preparing to intervene and bring a permanent solution for the problem of evil.

The scroll itself is one of the first seven texts found by the Bedouin in 1947. Nineteen columns of text are preserved, lacking only a few lines at the bottom edge and the final page or pages of the composition….

The description of the eschatological war.

Col. 1

For the In[structor, the Rule of] the War. The first attack of the Sons of Light shall be undertaken against the forces of the Sons of Darkness, the army of Belial: the troops of Edom, Moab, the sons of Ammon, the [Amalekitesl, Philistia, and the troops of the Kittim of Asshur. Supporting them are those who have violated the covenant. The sons of Levi, the sons of Judah, and the sons of Benjamin, those exiled to the wilderness, shall fight against them with [ . . . ] against all their troops, when the exiles of the Sons of Light return from the Wilderness of the Peoples to camp in the Wilderness of Jerusalem. Then after the battle they shall go up from that place a[nd the king of] the Kittim [shall enter] into Egypt. In his time he shall go forth with great wrath to do battle against the kings of the north and in his anger he shall set out to destroy and eliminate the strength of I[srael. Then there shall be a time of salvation for the People of God, and a time of dominion for all the men of His forces, and eternal annihilation for all the forces of Belial.

There shall be g[reat] panic [among] the sons of Japheth. Assyria shall fall with no one to come to his aid, and the supremacy of the Kittim shall cease, that wickedness be overcome without a remnant. There shall be no survivors of [all the Sons of] Darkness.

Then [the Sons of Rig]hteousness shall shine to all ends of the world, continuing to shine forth until end of the appointed seasons of darkness. Then at the time appointed by God, His great excellence shall shine for all the times of e[ternity;] for peace and blessing, glory and joy, and long life for all Sons of Light. On the day when the Kittim fall there shall be a battle and horrible carnage before the God of Israel, for it is a day appointed by Him from ancient times as a battle of annihilation for the Sons of Darkness. On that day the congregation of the gods and the congregation of men shall engage one another, resulting in great carnage. The Sons of Light and the forces of Darkness shall fight together to show the strength of God with the roar of a great multitude and the shout of gods and men: a day of disaster. It is a time of distress fo[r al]l the people who are redeemed by God. In all their afflictions none exists that is like it, hastening to its completion as an eternal redemption. On the day of their batlle against the Kittim, they shall g[o forth for] carnage in battle. In three lots the Sons of Light shall stand firm so as to strike a blow at wickedness, and in three the army of Belial shall strengthen themselves so as to force the retreat of the forces [of Light. And when the] banners of the infantry cause their hearts to melt. then the strength of God will strengthen the he[arts of the Sons of Light.] In the seventh lot the great hand of God shall overcome [Belial and al]1 the angels of his dominion, and all the men of [his forces shall be destroyed forever].

[1]

This text does not merely reflect a small community living there. Since “community” usually implies a definite and restricted geographical location and thereby calls this mistaken notion to mind, it seems better to find a different word for the text’s users. To avoid the misleading connotations of various possible English semi-equivalents we have decided to use one of the association’s most common self-designations, Yahad, “unity “.

scroll1

scroll2

scrolc

scrolld

scrolleP103

(TO BE CONTINUED )

SOURCE  http://orion.mscc.huji.ac.il , http://dss.collections.imj.org.il , http://www.pbs.org ,

The Qumran Texts in English By Florentino García Martínez

Posted in religious themes | Tagged , , , , | Leave a comment