TRAVELLING TO ZOROASTRISM REMNANTS IN PERSIA BY PERSEAS THE HELLEEN

ΖΩΡΟΑΣΤΡΙΣΜΟΣ: Η ΑΡΧΑΙΑ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΣΙΑΣ – ZOROASTRIANISM: THE ANCIENT RELIGION OF PERSIA

Οι Ιρανοί, ακόμη και εκείνοι που ασκούν τη μουσουλμανική θρησκεία, έχουν ένα μεγάλο σεβασμό προς την αρχαία θρησκείας τους,τον Ζωροαστρισμό. Ο Ζωροαστρισμός είναι η αρχαιότερη μονοθεϊστική θρησκεία στο κόσμο και πήρε το όνομά της από τις διδασκαλίες του προφήτη, Ζαρατούστρα (εξελληνισμένο το όνομα του είναι Ζωροάστρης). Ο Ζαρατούστρα αποκάλυψε ότι υπήρχε μόνο ένας Θεός με το όνομα «Αχούρα Μάζδα» και ότι είναι ο Ένας και μοναδικός Θεός, ο δημιουργός των πάντων. Επίσης ότι η ζωή στο φυσικό κόσμο είναι μια μάχη μεταξύ καλού και κακού. Ο Ζωροαστρισμός άκμασε στη Περσία, γνωστή τώρα ως Ιράν, για περισσότερο από 3.000 χρόνια, επηρεάζοντας πολύ τον Ιουδαϊσμό, τον Χριστιανισμό, και το Ισλάμ με έννοιες όπως οι άγγελοι, η παράδεισος και η κόλαση, ο καλός Θεός και ο κακός αντίπαλος του, ο διάβολος (ahriman), ο ερχομός του λυτρωτή ή του Saoshyant γεννημένου από παρθένα, το τέλος του κόσμου από φωτιά που ακολουθείται από την ανάσταση των νεκρών (Ristakhiz) , η αναγέννηση του κόσμου (Frashogard) και η τελική μάχη μεταξύ του καλού και του κακού που οδηγεί στην τελική ήττα του κακού. Αυτές οι πεποιθήσεις φιλτράρονται στον Ιουδαϊσμό κατά τη διάρκεια της βασιλείας του βασιλιά Κύρου (Khushru) της Περσίας και έπειτα στο Χριστιανισμό.
Ο Ζωροαστρισμός αποδεκατίστηκε από την αραβική εισβολή της Περσίας το 651. Κάτω από την ισλαμική αυτοκρατορία, η πλειοψηφία του πληθυσμού της Περσίας της μετατράπηκε βαθμιαία από τον Ζωροαστρισμό στο Ισλάμ, μια διαδικασία που ολοκληρώθηκε πιθανώς μέχρι το δέκατο αιώνα. Κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Καντζάρ (1781- 1925), υπήρξε ιδιαίτερη προκατάληψη ενάντια στους Ζωροάστρες. Στα μέσα του δέκατου έννατου αιώνα, αρκετές χιλιάδες Ζωροαστρών μετανάστευσαν από το Ιράν στις Ινδίες που ήταν τότε κάτω από τη Βρετανία για μια καλύτερη οικονομική και κοινωνική θέση. Σήμερα περίπου 200.000 Ζωροάστρες ζουν στις Ινδίες όπου είναι γνωστοί ως Πάρσες.
Οι ισλαμιστές ηγέτες του Ιράν έχουν προσπαθήσει για αιώνες να εξαφανίσουν κάθε ίχνος του Ζωροαστρισμού από τη χώρα, αλλά αυτή η αρχαία θρησκεία έχει κατορθώσει να διαβιώσει μέχρι σήμερα όχι μόνο στις Ινδίες όπου πολλοί Ζωροάστρες έχουν διαφύγει αλλά και στο Ιράν το ίδιο όπου περίπου 30.000 άνθρωποι ακόμα την εξασκούν, με 6.000 από αυτούς να ζουν στη πόλη του Γιάζντ. Σήμερα όλο και περισσότεροι Ιρανοί ειδικά η νεώτερη γενεά και οι τάξεις των διανοούμενων επιθυμούν να ανακαλύψουν πάλι αυτή την ακόμα ζωντανή πίστη των προγόνων τους, και να ασκήσουν την παλαιά τους θρησκεία τον Ζωροαστρισμό. Όμως αυτό γίνεται στα μυστικά γιατί το Ισλάμ απαγορεύει τους πιστούς του να αλλάξουν θρησκεία, και ένας μουσουλμάνος στο Ιράν που αρνείται την πίστη του μπορεί να αντιμετωπίσει ποινή θανάτου. Πιασμένοι ανάμεσα μιας θρησκείας που δεν τους επιτρέπει να βγουν έξω από αυτή και συνάμα που δεν τους αφήνει μέσα, πιστεύεται ότι πολλοί Ιρανοί ασκούν τον Ζωροαστρισμό στα κρυφά. Ο κόσμος είναι κουρασμένος από τους μουλάδες και εάν οι Ιρανοί μπορούσαν να αλλαξοπιστήσουν, εκατομμύρια θα γίνονταν Ζωροάστρες αφού για τους Ιρανούς, το Ισλάμ δεν είναι η δική τους θρησκεία, αλλά των Αράβων που τους την επέβαλαν.
Υπάρχουν επίσης στοιχεία ότι οι λαοί στο Τατζικιστάν, το Ουζμπεκιστάν, και μερικές κουρδικές περιοχές ανακαλύπτουν και πάλι τον Ζωροαστρισμό και τις περσικές τους ρίζες. Το Νορούζ, το παραδοσιακό νέο έτος του Ζωροαστρισμού, γιορτάζεται όλο και περισσότερο σε αυτή τη περιοχή. Αυτές οι δονήσεις της αλλαγής χαροποιούν πολύ τους Ζωραάστρες, οι οποίοι παρά τις αποθαρρυντικές εκτιμήσεις των δημογράφων τους, πιστεύουν ότι η θρησκεία τους είναι στα πρόθυρα μιας αναγέννησης. Αλλά μια τέτοια αλλαγή κάνει επίσης πολλούς ανήσυχους. Οι θρησκευτικοί ηγέτες των Ζωροαστρών δεν έχουν τα μέσα να αντεπεξέλθουν οποιαδήποτε κίνηση πολιτικής ανάφλεξης από τους φανατικούς Ισλαμιστές του Ιράν ή τους Ινδούς εθνικιστές της Ινδίας, οι οποίοι αντιτάσσονται επίσης τις θρησκευτικές μετατροπές.

Iranians, even those who are practicing Muslims, hold a great veneration of their ancient religion, Zoroastrianism. Zoroastrianism is the world’s oldest monotheistic religion and it takes its name after the teachings of the prophet, Zarathushtra. He revealed that there was only one God, Ahura Mazda and that life in the physical world was a battle between good and evil. Zoroastrianism flourished in Persia, now called Iran, for more than 3,000 years, greatly influencing Judaism, Christianity, and Islam. Concepts such as heaven and hell, God and the evil adversary ahriman, the coming of the Saviour or Saoshyant born of a virgin, the end-time purge of the world by Fire followed by the resurrection of the dead (Ristakhiz), the making fresh of the world (Frashogard) and the final battle between good and evil leading to the final defeat of evil. These beliefs filtered down to Judaism during the reign of King Khushru (Cyrus) of Iran and then on to Christianity. Zoroastrianism was decimated by the Arab invasion of Persia in 651. After Iran’s incorporation into the Islamic empire, the majority of its population was gradually converted from Zoroastrianism to Islam, a process that was probably completed by the tenth century. During the Qajar era (1781- 1925), there was considerable prejudice against Zoroastrians. In the mid-nineteenth century, several thousand Zoroastrians emigrated from Iran to British-ruled India to improvetheir economic and social status. Today about 200,000 Zoroasterians live in India where they are known as Parsees.
Iran’s Islamic leaders have tried for centuries to sweep away all trace of Zoroastrianism from the country, but it has managed to survive to this day not only in India where many Zoroastrians have fled but also in Iran itself where about 30,000 people still practice it, with 6,000 in the city of Yazd.
Today more and more Iranians especially the younger generation and the intellectual classes desire to rediscover the faith of their forefathers, and are practicing their old religion Zoroastrianism, however this is done in secret. Islam bans its adherents from converting, and a Muslim in Iran who renounces his faith can face a death sentence.
Caught between a religion that will not allow them out and one that will not let them in, many Iranians are thought to practice Zoroastrianism in secret. People are tired of the mullahs If Iranians were allowed to convert, millions would convert to Zoroastrianism because many Iranians believe that Islam is a religion that does not belong to them but to Arabs who imposed it on them..
There is also evidence that people in Tajikistan, Uzbekistan, and some Kurdish regions are rediscovering their Zoroastrian and Persian roots. A secularized version of Nowruz, the traditional Zoroastrian New Year, is increasingly being celebrated across the region.
These tremors of change excite many Zoroastrians, who despite their demographers’ troubling estimates, think their religion is poised to witness a renaissance. But such change also makes many uncomfortable. Zoroastrian religious leaders do not have the ability to deal with any political backlash from Iran’s radical Islamists or India’s Hindu nationalists, who also oppose religious conversions.

 

ΓΙΑΖΝΤ: ΤΟ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙ ΤΗΣ ΠΕΡΣΙΚΗΣ ΕΡΗΜΟΥ – YAZD: THE PEARL OF THE PERSIAN DESERT

Η πόλη της Γιαζντ βρίσκεται στο ανατολικό μέρος του κεντρικού Ιράν τοποθετημένη στο υψηλό οροπέδιο της ερήμου που διαμορφώνει ένα μεγάλο μέρος της χώρας. Στη μέση της απέραντης ερήμου, η Γιαζντ διατηρεί σε εξαιρετικό βαθμό το παλαιό στη θρησκεία, τις παραδόσεις και την αρχιτεκτονική. Η Γιαζντ είναι αναγνωρισμένη από την ΟΥΝΕΣΚΟ ως μια από τις πόλεις που διακατέχουν την αρχαιότερη αρχιτεκτονική σε όλο τον κόσμο. Η λέξη Γιαζντ σημαίνει γιορτή η και λατρεία. Η Γιαζντ έχει αντισταθεί στις σύγχρονες αλλαγές αστικοποίησης και έχει διατηρήσει τη παραδοσιακή της δομή. Τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής της περιοχής έχουν κάνει τους ανθρώπους να αναπτύξουν ειδικές αρχιτεκτονικές μορφές. Για αυτό τον λόγο, στο παλαιότερο μέρος της πόλης τα περισσότερα σπίτια χτίζονται με πλίνθινα τούβλα και καλύπτουν τις στέγες με θόλο. Αυτά τα υλικά χρησιμεύουν ως μόνωση που αποτρέπει τη θερμότητα να διαβεί στο μέσα χώρο. Οι ανεμόπυργοι (βαντγκίρς) της Γιαζντ είναι παγκόσμια η παλαιότερη εφεύρεση φυσικού κλιματισμού. Οποιοσδήποτε το καλοκαίρι στη Γιαζντ μπορεί μετά βίας να αποτύχει να εκτιμήσει την ανάγκη για δροσερό αέρα και τη ικανότητα των ανεμόπυργων που είναι κατασκευασμένοι πάνω από τα σπίτια για να εκπληρώσουν ακριβώς αυτή την ανάγκη. Αυτά τα αρχαία συστήματα φυσικού κλιματισμού, είναι ικανά να πάρουν ακόμη και τον πιο ασθενή άνεμο και να τον κατευθύνουν στα κάτω δωμάτια. Εάν σταθείτε ακριβός κάτω από ένα βαντγκίρ, ο αέρας είναι πράγματι ευχάριστα πιο δροσερός, και ενώ δεν είναι όσο δροσερός όσο ο σύγχρονος κλιματισμός, είναι πολύ περισσότερο υγιέστερος.
Οι Ζωροάστρες ήταν πάντα πολυάριθμοι στη Γιαζντ. Ακόμη και σήμερα περίπου 10% του πληθυσμού της πόλης εμμένη σε αυτή την αρχαία θρησκεία, και αν και ο Ατασκαντέχ τους (ναός της φωτιάς) μετατράπηκε σε μουσουλμανικό τέμενος όταν οι Άραβες εισέβαλαν στο Ιράν, ένας αξιοπρεπής νέος ναός της φωτιάς κτίστηκε 1.300 χρόνια αργότερα.
Η πρωτεύουσα της επαρχίας Γιαζντ, είναι μια χαλαρωτική πόλη που περιβάλλεται από την έρημο. Η πρώτη αναφορά της πόλης Γιαζντ από ιστορικά αρχεία προηγείται χρονικά πίσω περίπου 3.000 χρόνια π.Χ. όταν είχε το όνομα Υσάτης, και ήταν έπειτα μέρος της περιοχής των Μήδων, ένας αρχαίος λαός αποίκων του Ιράν.
Κατά τη διάρκεια της ιστορίας λόγω της απόστασης της από σημαντικές πρωτεύουσες και τη σκληρή φυσική γεωγραφία στα περίχωρα της, η πόλη της Γιαζντ παρέμεινε ανέπαφη στις μετακινήσεις σημαντικών στρατευμάτων και την καταστροφή από τους πολέμους, επομένως κράτησε πολλές από τις παραδόσεις, τις μορφές της πόλεως και την αρχιτεκτονική της μέχρι τους πρόσφατους χρόνους. Κατά τη διάρκεια της εισβολής του Τζένγκις Χαν στο Ιράν στις αρχές του 1.200 μ.Χ. η Γιαζντ έγινε ένα ασφαλές λιμάνι και σπίτι για πολλούς καλλιτέχνες, διανοούμενους και επιστήμονες που έφυγαν από τις ερημωμένες από τον πόλεμο πόλεις τους γύρω από την Περσία.
Τη Γιαζντ επισκέφτηκε ο Μάρκο Πόλο το 1.272, την οποία περιέγραψε ως καλή και ευγενή πόλη και παρατήρησε την παραγωγή μεταξιού της. Απομονωμένη από οποιαδήποτε προσέγγιση από ένα τεράστιο κομμάτι της μονότονης ερήμου, η ζωντάνια της Γιαζντ είναι αμετάβλητα μια έκπληξη. Σήμερα η πόλη είναι ένας κύριος πόλος έλξης για τους τουρίστες.

The city of Yazd is located in the eastern part of central Iran situated on the high, desert plateau that forms much of the country. Amidst the immense desert, Yazd retains its sterling of old in religion, traditions and architecture. Recognized by UNESCO as holding one of the oldest architecture all over the world. The word Yazd means, feast and worship. The city of Yazd has resisted the modern urbanization changes and maintained its traditional structure. The geographical features of this region have made people developed special architectural styles. For this reason, in the older part of the city most houses are built of mud-bricks and have domed roofs. These materials served as insulation preventing heat from passing through.The Badgirs of Yazd are the world’s oldest invetion of natural airconditioning. Any summer in Yard can hardly fail to appreciate the need for cool air and the prolification of the badgirs, or windtowers, constracted on top of the houses to fulfil just that need. These ancient systems on natural air-conditioning, are disighned to catch even the lightest breeze and direct it to the rooms below. If you stand directly beneath a badgir,the air is indeed appriciably cooler, and while not as cold as modern air-conditioning, they are a whole lot healthier.
Zoroastrians have always been populous in Yazd. Even now roughly ten percent of the town’s population adhere to this ancient religion, and though their Atashkadeh (Fire Temple) was turned into a mosque when the Arabs invaded Iran, a dignified new fire temple was inaugurated thirteen hundred years later.
The capital of Yazd province is a relaxed city surrounded by desert. The city of Yazd’s first mention in historic records predate it back to around 3000 years B.C. when it was related to by the name of Ysatis, and was then part of the domain of Medes, an ancient settler people of Iran. In the course of history due to its distance from important capitals and its harsh natural surroundings, Yazd remained immune to major troops’ movements and destruction from wars, therefore it kept many of its traditions, city forms and architecture until recent times. During the invasion of Genghis Khan in the early 1200’s A.D. Yazd became a safe haven and home for many artists, intellectuals and scientists fleeing their war ravaged cities around Persia. Yazd was visited by Marco Polo in 1272, who described it as a good and noble city and remarked its silk production. Isolated from any approach by a huge tract of monotonous desert, the vibrancy of Yard is invariably a surprise. Today Yazd is a major atraction to tourists.


 
ΤΣΑΚ-ΤΣΑΚ: ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΤΩΝ ΖΩΡΟΑΣΤΡΩΝ – CHAK-CHAK: A ZOROASTRIAN PILGRIMAGE
Το Τσακ-Τσακ είναι τοποθετημένο βαθιά μέσα στην έρημο στη μέση του πουθενά και κρυμμένο πίσω από τα βουνά, 72 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πόλης του Γιάζντ. Είναι το σημαντικότερο ιερό προσκύνημα των Ζωροαστρών στο Ιράν. Ο χώρος είναι πολύ αρχαίος, αλλά τα νέα κτήρια γύρω από το Ναό της φωτιάς κτίστηκαν τα τελευταία χρόνια για να φιλοξενούν τους χιλιάδες προσκυνητές που έρχονται κάθε χρόνο από όλο τον κόσμο κατά τη διάρκεια της πανήγυρις μεταξύ τις 14-18 Ιουνίου. Ο Ναός της Φωτιάς που κτίστηκε στον απότομο βράχο στη κορυφή έχει μια θαυμάσια πόρτα ορείχαλκου με την ομοιότητα του Ζαρατούστρα. Η θέση και η άποψη του τοπίου είναι θεαματική. Ο μύθος το έχει ότι μετά από την αραβική εισβολή στο Ιράν το 637 μ.Χ., η πριγκίπισσα Νικπανού, η δεύτερη κόρη του τελευταίου βασιλιά της προ-ισλαμικής Περσίας, του Γιαζντεγκέρτ ΙΙΙ , στριμώχτηκε από τον εισβάλλοντα αραβικό στρατό το 640 μ.Χ, που τράπηκε σε φυγή σε αυτή τη περιοχή. Φοβούμενη τη σύλληψή της, η Νικπανού προσευχήθηκε στο Θεό τον Αχούρα Μάζδα για να την προστατεύσει από τους εχθρούς της. Ως αποτέλεσμα των προσευχών της Νικπανού, το βουνό άνοιξε ως εκ θαύματος και την προφύλαξε από τους εισβολείς. Συγχρόνως ο απότομος βράχος άρχισε να στάζει νερό για να πιει η πριγκίπισσα. Για αυτό το λόγο ο χώρος ονομάζεται Τσακ-Τσακ, που σημαίνει σταλαγματιά, σταλαγματιά. Ο Βράχος στάζει νερό μέχρι σήμερα.

Chak Chak is situated deep in the desert in the middle of nowhere and hidden behind the mountains about 72 kilometers northwest of Yazd. It is the most important Zoroastrian pilgrimage site in Iran. The place is very ancient, but new buildings have been constracted around the Fire Temple in recent years to accomodate the thousands of pirglems comming each year during the anual festival between June14-18, from all over the world. The Fire Temple which is built into the cliff at the top has a wonderfull brass door that’s imbossed with the likeness of Zoroaster. The location and views are spectacular. Legend has it that after the Arab invation in 637 A.D., princess Nikbanu the second daughter of the last pre-Islamic Persian ruler, the Sassanian Emperor Yazdegerd III of Persia, was cornered by the invading Arab army in 640 CE who fled to this site. Fearing her capture, Nikbanu prayed to Ahura Mazda to protect her from her enemies. In response to Nikbanou’s pleadings, the mountain miraculously opened up and sheltered her from the invaders. At the same time the cliff began to drip out water in order for the princess to drink. For this reason the site is called Chak- Chak which means drip, drip. Τhe cliff drips water to this day.

ΟΙ ΠΥΡΓΟΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ – THE TOWERS OF SILENCE

Υπάρχουν δύο πύργοι της σιωπής κοντά στη πόλη του Γιάζντ στο Ιράν. Στα Φαρσί ονομάζονται Ντάχμε που σημαίνει “τόπος ευσέβειας”. Μέχρι την απαγόρευση της το 1970, υπήρχε η συνήθεια ανάμεσα στους Ζωροάστρες να αφήνουν τους νεκρούς τους εκτεθειμένους για να καταναλώνονται από γύπες στους πύργους της σιωπής. Η συνήθεια αυτή περιγράφεται από τον Έλληνα συγγραφέα Ηρόδοτο της Αλικαρνασσού, και επίσης από τον Ονησίκριτο, ο οποίος λέει ότι οι νεκροί εκθέτονταν “σε περιοχές που περιβάλλονταν από τοίχους”. Αυτή η πρακτική γινόταν προκειμένου να αποκλειστεί η ρύπανση της γης ή της φωτιάς. Προκειμένου να συντηρηθεί η αγνότητα των στοιχείων, οι Ζωροάστρες αρνούνταν είτε να θάψουν, είτε να αποτεφρώσουν τους νεκρούς τους. Αντ’ αυτού, τους αφήνονταν απλά στους πύργους της σιωπής. Οι ιερείς πρόσεχαν τα πτώματα για να δουν ποιο μάτι έβγαζαν έξω οι γύπες πρώτα δεδομένου ότι εθεωρείτο ως σημάδι για τη μετά θάνατον ζωή. Εάν οι γύπες έβγαζαν έξω το αριστερό μάτι πρώτα, εθεωρείτο ότι το νεκρό πρόσωπο θα πήγαινε στη κόλαση. Εάν το δεξί μάτι επιλεγόταν πρώτα, τότε η παράδεισος ήταν η θέση όπου θα πήγαινε. Οι ανοικτοί πύργοι διαιρούνται σε τρεις ομόκεντρους κύκλους: Τα πτώματα των ανδρών, τα έβαζαν γύρω από το εξωτερικό κύκλο, των γυναικών στο δεύτερο κύκλο, και τα παιδιά στο ενδότατο κύκλο. Αφού τα κόκαλα άσπριζαν από τον ήλιο και τον αέρα, τα οποία μπορούσαν να πάρουν μέχρι και ένα χρόνο, συλλέγονταν σε ένα κοίλωμα οστεοφυλακίων στο κέντρο του πύργου. Αν και αγανάχτησε και ταπείνωσε πάρα πολύ τη Ζωροαστική κοινότητα, η Ιρανική κυβέρνηση έβαλε τέρμα σε όλους τους πύργους της σιωπής στη χώρα δια νόμου. Στις Ινδίες όπου η κοινότητα των Ζωροαστρών είναι μεγάλη και πολύ ισχυρή, αυτή η συνήθεια συνεχίζεται ακόμη.

There are two Towers of silence near Yazd in Iran. In Farsi they are calledDakhme which means Godly Place. Until it was forbidden in 1970, one of the customs of the Zoroastrians was that they their dead were laid out to be consumed by vultures in the Towers of Silence. The custom is described by the Greek author Herodotus of Halicarnassus, and also by Onesicritus, who says that the dead were exposed in “areas surrounded by walls”. This practice was done in order to preclude the pollution of earth or fire. In order to preserve the purity of the elements, the Zoroastrians refused to either bury or cremate their dead. Instead, they were simply left in the Towers of Silence. Priests watched over the bodies, to see which eye is plucked out by the vultures first since it is believed to be a sign for the afterlife. If the vultures plucked out the left eye first, it was believed that the dead person would go to hell. If the right eye was chosen first, then heaven was the place where he/she would go. The roof is divided into three concentric rings: The bodies of men were arranged around the outer ring, women in the second circle, and children in the innermost ring. Once the bones had been bleached by the sun and wind, which can take as long as a year, they were collected in an ossuary pit at the center of the tower. Much to the dismay and humiliation of the Zoroastrian community, the Iranian government shut down all the Towers of Silence in the country by law. In India were a very large and powerful Zoroastrian community lives, this practice is still carried on.

PAGAN NOCTOC

Posted in Travel | Tagged , , , , , , | Leave a comment

HELLEENES ROUM PROCHOOROOMEN EN HARMONIA META TOON ALLOON FRATRIOON KATA TA PROSTAGMATA TEES AGAPEES,HENOTEETOS ,EIREENEES TE

Ο πράκτορας του Ναπολέοντα Κοραής κατά της Ρωμηοσύνης, και η “Ελληνική Νομαρχία”

Πώς προκύψαμε από Ρωμηοί: “Έλληνες”; Γιατί σήμερα μερικοί ανιστόρητοι λένε ότι οι Έλληνες είναι “υπόδουλοι” στην Κωνσταντινούπολη; Από πού “εισήχθη” στη χώρα μας ο ξενόφερτος “Διαφωτισμός”; Τι ρόλο έπαιξαν κατά της χώρας μας και της Εκκλησίας ο Κοραής και ο Ναπολέων; Τι παραμύθι έχουν καταπιεί οι σημερινοί “Εκσυγχρονιστές” και “Διαφωτιστές” που παπαγαλίζουν ανιστόρητες και αφιλοσόφητες Δυτικές ανοησίες;

Όταν γραφόταν η παρούσα μελέτη, δεν ήταν ακόμα αισθητό, ότι στα ξένα κέντρα αποφάσεων, σχεδιάσθηκε όχι μόνο η κατάργηση της Ρωμηοσύνης, αλλά και η αλλοίωση της Ορθοδοξίας κατά τα πρότυπα των δυτικών. Σήμερα παραδόξως, η έρευνα οδηγεί στον Ναπολέοντα και το επιτελείο του, ως αρχιτέκτονες των ενεργηθέντων.

Αυτός είχε στο επιτελείο του μεταξύ άλλων τον Ρήγα Βελεστινλή και τον Αδαμάντιο Κοραή. Ο Ρήγας πρόσφερε σχέδιο Επαναστάσεως και ιδρύσεως ελεύθερης Ρούμελης/Ρωμανίας, που θα είχε την Κωνσταντινούπολη ως πρωτεύουσα όλων των Ορθοδόξων Χριστιανών, που αποτελούσαν το μιλιέτ των Ρωμαίων, αλλά και των Μουσουλμάνων. Κατ’ εντολήν όμως του Ναπολέοντα, ο Κοραής εργάσθηκε για την ανατροπή των σχεδίων του Ρήγα, έργο που συντελέσθηκε δια ψηφίσματος της Γ΄ Εθνικής Συνελεύσεως του 1927. Με αυτό, αναγνωρίζονταν ως θεμελιώδη τα “άριστα συγγράμματα”, οι “λόγοι” και οι “παραγγελίες” του Κοραή. Ασφαλώς οι πληρεξούσιοι που γνώριζαν τις παραγγελίες αυτές ήταν λίγοι, επειδή ψήφισαν:

α) ότι το Έθνος ήταν υπόδουλο στην Κωνσταντινούπολη από την εποχή του Μεγάλου Κωσταντίνου ως του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, και στη συνέχεια στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Και

β) ότι οφείλουν να μεταβάλουν θρησκεία χωρίς όμως αλλαγή των δογμάτων. Είναι εμφανές πλέον ότι το επιτελείο του Ναπολέοντα μερίμνησε για την έκδοση του βιβλίου “Ελληνική Νομαρχία ήτη Λόγος περί ελευθερίας” το έτος 1806, του οποίου ο συντάκτης αναφέρει ότι “κράζομαι ανώνυμος Έλλην”. Αφιερώνει το βιβλίο στον “Ρίγα” κατά Γαλλική ορθογραφία), κατ’ ουσίαν όμως ανατρέπει το σχέδιο του Ρήγα με σχέδιο του Ναπολέοντα, το οποίο αργότερα φέρεται ως σχέδιο του Κοραή. Προς συγκάλυψη της πηγής του σχεδίου, ο συντάκτης επιτίθεται κατά του δυνάστη της Γαλλίας και κατά των θρόνων, υποστηρίζοντας όμως την αριστοκρατία και την φυσική ανισότητα των ανθρώπων που αποτελούν τα θεμέλια των θρόνων. Παραγγέλλεται μάλιστα στο υπό ίδρυσιν Ελληνικό έθνος, να δεχθεί τον Κοραή ως έναν των διαδόχων του Ρήγα και νέο Ιπποκράτη και φιλόσοφο, αν και αυτός κατά την εποχή αυτή ήταν αφοσιωμένος στον Ναπολέοντα και στα σχέδιά του. Επιπλέον παραγγέλλει στους μη γνωρίζοντες ακόμα ότι είναι Έλληνες, να ελευθερώσουν τους εαυτούς τους, επειδή εάν ελευθερωθούν από άλλους, απλώς θα αλλάξουν δυνάστη. Το τελευταίο φανερώνει ότι ο συντάκτης είναι ζηλωτής της απόλυτης και άνευ όρων ανεξαρτησίας, δηλαδή ότι δεν είναι πράκτορας ουδενός. Εύλογο λοιπόν δημιουργείται το ερώτημα, γιατί δεν αποκαλύπτει το όνομά του να τον ακολουθήσουμε, αλλά συνιστά τον πράκτορα Κοραή, ενώ ο ίδιος δεν είναι πράκτορας κανενός, ώστε να τον ακολουθήσουμε.

Το ότι η συγγραφή και έκδοση του βιβλίου αυτού είναι έργο του επιτελείου του Ναπολέοντα, ξεσκεπάζεται σαφώς από την πολεμική την οποία επιχειρεί ο “συγγραφέας” εναντίον της ισότητας των ανθρώπων, υποστηρίζοντας ότι και στην αυτοκρατορία μπορεί να υπάρχει ελευθερία: «επειδή και εις τας δύο αυτάς διοικήσεις, δημοκρατίαν και αριστοκρατίαν σώζεται η ελευθερία. Αδιάφορος είναι η εκλογή». Κατά τον συντάκτη, η ελευθερία, δηλαδή η Νομαρχία, «χωρίς να θελήση ματαίως να κάμη όλους δυνατούς , όλους πεπαιδευμένους ,όλους πλουσίους, ή τουναντίων, εμετρίασε μόνον με τους νόμους την φυσικήν ανομοιότητα, και τόσον καλώς εξίσωσε τας λοιπάς, ώστε οπού έκαμε να χαίρονται οι άνθρωποι μίαν εντελή ομοιότητα, αγκαλά και κατά φύσιν ανόμοιοι». Η ομοιότητα λοιπόν όλων, επιτυχάνεται με την υπακοή στους νόμους, που κάνει εξ ίσου ελεύθερους και τον αριστοκράτη και τον μη αριστοκράτη, αν και υφίστανται μεταξύ των ανθρώπων ανομοιότητες: «Οι άνθρωποι διαφέρουσι αναμεταξύ των κατά φυσικόν τρόπον». Ουσιαστικά πρόκειται περί ανατροπής των θεμελίων της δημοκρατίας και ελευθερίας και σαφούς επιστροφής στην μεσαιωνική ρατσιστική φιλοσοφία-θεολογία της τευτονικής ευγένειας της Ευρώπης. Αυτής που γέννησε τον Καρλομάγνο, τον Ναπολέοντα και τον Χίτλερ.

Μάλιστα είναι κωμική η αγανάκτηση του αριστοκράτη συντάκτη του βιβλίου, επειδή ένας τιποτένιος γεωργικής προέλευσης νέος μπορεί να φθάσει μέχρι του αξιώματος του Πατριάρχη. Κωμικά αλλά και ουσιώδη είναι επίσης τα λάθη που διατυπώνονται περί της οργάνωσης και λειτουργίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας (την οποία αντιλαμβάνεται σαν όμοια με την Παπική), μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Αγνοώντας το συνοδικό μας σύστημα, θεωρεί ότι οι Πατριάρχες Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων “υπόκεινται” στον Οικουμενικό Πατριάρχη, γι’ αυτό γράφει: «ο γελοιώδης τίτλος οικουμενικός φανερώνει, ότι οι άλλοι τρεις Πατριάρχαι υπόκεινται εις αυτόν. Αυτός λοιπόν διαμοιράζει εις όλας τας επαρχίας του Οθωμανικού κράτους». Καθόλου δεν υποπτεύεται ο συντάκτης ότι στον χώρο της εν λόγω Αυτοκρατορίας υπάρχουν αυτοκέφαλες και αυτόνομες Εκκλησίες, η κάθε μία των οποίων έχει τη δική της σύνοδο προεδρευομένη από του Πατριάρχη, Μητροπολίτη ή Αρχιεπισκόπου, και ότι εκλέγει τους επισκόπους της αυτόνομα. Ισχυρίζεται ακόμα ο συντάκτης του βιβλίου, ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης «πολλάκις πέμπει εις όλην την Οθωμανικήν επικράτειαν και εκεί που δεν είναι Χριστιανοί τόσας εκατοντάδας αρχιεπισκόπους, εξ ων ο καθείς έχει τέσσαρες ή πέντε επισκοπάς, εις τας οποίας πέμπει και αυτός τόσους επισκόπους». Ο Φράγκος νομίζει ότι μόνο η Κωνσταντινούπολις έχει σύνοδο, στην οποία ο Πατριάρχης είναι δέσμιος, όπως ακριβώς στην Curia ο Πάπας της Ρώμης. Μία φορά αναφέρει το όνομα “μητρόπολις” αλλά ουδέποτε “μητροπολίτες”, ενώ είναι γνωστό ότι κατά την εποχή εκείνη, ο Μητροπολίτης προήδρευε συνήθως συνόδου. Ο δε Αρχιεπίσκοπος ως μέλος αυτής της συνόδου, ήταν ο πρώτος κατά πρεσβεία επίσκοπος, όπως ο Αρχιδιάκονος μεταξύ των διακόνων.

Η σύγχυση του συντάκτη όσον αφορά θέματα οργάνωσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ασφαλώς οφείλεται στις πηγές από τις οποίες αντλεί τις πληροφορίες του, που βρίσκονταν στα αρχεία κατασκοπίας. Στα αρχεία αυτά, βρίσκονταν κατατεθειμένες οι αναφορές των “περιηγητών”, οι οποίοι συνέλεγαν πληροφορίες κατά τη διάρκεια των ταξιδιών τους, μη μπορώντας όμως να κατανοήσουν ορθά όσα έβλεπαν και άκουγαν. Είναι χαρακτηριστικό το ότι μιλάει ο συντάκτης για «κλάσιν της ιερωσύνης», ακριβώς επειδή έχει υπ’ όψιν του τη δική του Φράγκικη παράδοση, κατά την οποία ο κλήρος αποτελούσε ιδιαίτερη τάξη (classe). Σε αυτή ηγούνταν οι Φράγκοι επίσκοποι, και ήταν διαφορετική από την classe των ευγενών στην οποία ανήκαν οι Φράγκοι, και της τρίτης κατάστασης στην οποία ανήκαν οι Γαλλορωμαίοι.

Ισχυρίζεται επίσης ότι ο ιερέας του χωριού, που φέρει «φόρεμα ιερωσύνης», αναγορεύεται σε αρχιμανδρίτη «με γρόσια», και με τον ίδιο τρόπο μπορεί να ανέλθει μέχρι τον πατριαρχικό θρόνο. Αγνοεί εμφανώς ότι οι Ιερείς των χωριών, (όπως μέχρι σήμερα), ήταν έγγαμοι και επομένως δεν προβιβάζονταν σε αυτούς τους βαθμούς. Φανταζόταν εσφαλμένα ότι οι Ιερείς και οι Επίσκοποι όλων των βαθμίδων άρχιζαν τη σταδιοδρομία τους ως Ιερείς χωριών, λόγω των πληροφοριών του περί χωρικής προελεύσεως. Συγχέει τους Ιερείς των χωριών με τους άγαμους κληρικούς και αγνοεί ότι μόνο οι άγαμοι αποκτούν τα ανωτέρω οφφίκια. Η προέλευση των μοναχών από τα χωριά, που ανέβαιναν μέχρι τη θέση του Πατριάρχη, τον οδηγεί στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι αυτοί είναι απαίδευτοι. Και αυτό επειδή στη δική του πατρίδα μόνο οι αριστοκράτες σπουδάζουν στις ανώτερες σχολές για να αποκτήσουν νευραλγικές θέσεις στην Εκκλησία. Και είναι γνωστό ότι εκεί η “Εκκλησία” κυβερινόταν κυρίως από Φράγκους ευγενείς, όπως ακριβώς και το κράτος. Αγνοεί ο συντάκτης ότι από αυτούς τους χωρικούς αναδείχθηκαν μέγιστες φυσιογνωμίες της Ορθόδοξης Θεολογίας, λόγω ακριβώς της σπουδής χειρογράφων των ιερών μονών, μέσα στις τεράστιες βιβλιοθήκες. Γι’ αυτό ακριβώς γνώριζαν καλύτερα από τους Λατίνους τους πατέρες και την ιστορία της αυτοκρατορίας. Γιατί οι Λατίνοι τους μελετούσαν με κλειδί ερμηνείας μόνο τον Αυγουστίνο και τους σχολαστικούς. Είναι γνωστό ότι ο εκ γενετής αριστοκράτης δεν μπορεί να αποκρύψει την απέχθειά του για όσους γίνονταν ηγέτες χωρίς να είναι αριστοκράτες. Γι’ αυτό και ο συντάκτης της “Ελληνικής Νομαρχίας” γράφει: «όθεν όλοι οι αρχηγοί της Εκκλησίας κατάγονται από την ιδίαν ποταπότητα και οι περισσότεροι είναι αμαθέστατοι». Φαίνεται μάλιστα να αγνοεί ο αριστοκράτης αυτός, ότι οι Απόστολοι ήταν “ποταποί” και ο κορυφαίος Πέτρος “αγράμματος”.

Επαναλαμβάνοντας ο συντάκτης τις θέσεις του Ναπολέοντα και του Κοραή, διατείνεται ότι οι Ελλαδικοί, μετά από τόσους αιώνες δουλειάς στην Κωνσταντινούπολη, λησμόνησαν ότι είναι Έλληνες και έλαβαν το όνομα Ρωμαίοι. Γιατί όμως ο συντάκτης χρησιμοποιεί το όνομα: “Έλλην”; Στη Δύση μας γνώριζαν ως «Greci», ενώ στην ανατολή το όνομα σήμαινε “ειδωλολάτρης”. Οι Χριστιανοί κάτοικοι του ελλαδικού θέματος λέγονταν “Ελλαδικοί”, ενώ πολλοί Ρωμαίοι είχαν συνηθίσει από την εποχή της Φραγκοκρατίας να ονομάζονται Greci από τους Φράγκους. Το 1801 ο Ναπολέων έστειλε στο Ελλαδικό το “Σάλπισμα πολεμιστήριον” του οποίου συντάκτης ήταν ο Κοραής, για να προκαλέσει επανάσταση κατά των Τούρκων και να πετύχει την αποστολή επανδρωμένου στόλου στην Αίγυπτο για βοήθεια του στρατού του εναντίον των Τούρκων και των Άγγλων. Μέσω του “Σαλπίσματος” προσπαθεί πρώτα να πείσει τους Ελλαδικούς ότι δεν είναι Ρωμαίοι αλλά Έλληνες, οι οποίοι ξέχασαν το όνομά τους μετά τόσους αιώνες δουλείας στην Κωνσταντινούπολη. 

Ήδη στις 5.2.1801, σαράντα έξι μήνες πριν από τη στέψη του Ναπολέοντα, ως  imperator, o Κοραής δηλώνει σε επιστολή του το κωδικό όνομα του κυρίου του: “Ο «Καραοσμάνογλου» (= Carolus Magnus, κατά τουρκική εκφορά του ονόματος), έχει την ελπίδα να κατακτήση την Ιωνία και να καταστρέψει το θρόνο του Βυζαντίου, γενόμενος βασιλεύς δηλαδή imperator”.

 

Πώς ο Ναπολέων ονόμασε τους Ρωμαίους: “Έλληνες”

Από πού ξεκίνησε ο ισχυρισμός, ότι δήθεν “οι Έλληνες ήταν υπόδουλοι στους Ρωμαίους για χιλιετηρίδες”; Πώς οι Ρωμαίοι ονομάσθηκαν “Έλληνες”; Ποια συμφέροντα ευγενών ικανοποίησε αυτή η ανιστόρητη ενέργεια; Τι δολοπλοκίες έγιναν για να επιτευχθεί αυτή η ψευδής ονομασία; Ποιος ο ρόλος του Ρήγα, του Κοραή και του Ναπολέοντα; Ποια η σχέση της Γαλλικής Επανάστασης με όλα αυτά; Σε ποια ανιστόρητη περιπέτεια ενεπλάκησαν οι Ρωμαίοι της Ελλάδος; Ποιων τα ξένα συμφέροντα εξυπηρετούν οι σημερινοί Νεοπαγανιστές που διαδίδουν αυτό το παραμύθι;

Πριν από το 794 οι Φράγκοι μας ονόμαζαν Romanos, δηλαδή Ρωμαίους, ενώ από το 794, μετά την καταδίκη μας ως αιρετικών στη σύνοδο της Φραγκφούρτης, άρχισαν να χρησιμοποιούν την ονομασία Grecos, προφασιζόμενοι ότι μόνο οι Ορθόδοξοι μπορούν να ονομάζονται Ρωμαίοι. Και έτσι τίθεται εύλογο το ερώτημα, γιατί μετά τόσους αιώνες χρήσεως του ονόματος “Γραικός” από τους Φράγκους, ο Ναπολέων αποφασίζει να αποκαλεί τους Ελλαδικούς με το όνομα “Έλληνες”.

Το 1805, ένα έτος πριν από την έκδοση της Ελληνικής Νομαρχίας, ο Κοραής εξέδωσε το έργο του “Διάλογος μεταξύ δύο Γραικών για τις νίκες του Ναπολέοντα”. Εκεί προσπαθεί να πείσει τον αναγνώστη για την ανάγκη της εγκατάλειψης της ονομασίας Ρωμαίος, και να προτιμάται στο εξής η ονομασία “Γραικός” ή “Έλληνας”. Ο ίδιος μάλιστα υπογραμμίζει την προτίμηση του ονόματος “Γραικός”, «διότι ούτως μας ονομάζουσι όλα τα φωτισμένα έθνη της Ευρώπης», αγνοώντας βεβαίως την αιτία, αλλά αδιαφορώντας για το γεγονός ότι όλοι οι μη Ευρωπαίοι μας ονόμαζαν Ρωμαίους.

Είναι φανερό ότι οι μόνοι που είχαν ειδικό λόγο να εξαλειφθούν τα ονόματα “Γραικός” και “Ρωμαίος” από την Ελλάδα, διατηρώντας τα όμως προσωρινά για τα υπόλοιπα μέλη του έθνους, ήταν οι βασιλιάδες και ευγενείς της Ευρώπης. Για να κατανοηθεί αυτό, το διευκρινίζουμε στη συνέχεια.
Ο Ρήγας γνώριζε ότι η Γαλλική επανάσταση του 1789 ήταν επανάσταση των υπόδουλων Ραλλο-Ρωμαίων εναντίον των Φράγκων, που αποτελούσαν την τάξη των ευγενών της Φραγκίας (η οποία μόνο στην Ελλάδα λέγεται Γαλλία). Αυτοί αντιπροσώπευαν μόλις το 2% του πληθυσμού. Αγνοούσε όμως ότι ο Ναπολέων, δεξιοτέχνης της πολιτικής και της προσποίησης, είχε άλλα ενδιαφέροντα. Ο Ναπολέων ενδιαφερόταν για την επικράτηση των συμφερόντων της τάξεως των Φράγκων, και όχι των Γαλλο-Ρωμαίων. Γιατί ο ίδιος ήταν Φράγκος της κατώτερης τάξης ευγενών της Τοσκάνης, με δικαίωμα εγγραφής σε στρατιωτική σχολή για να γίνει αξιωματικός.

Εννέα χιλιάδες Φράγκοι αξιωματικοί, κυρίως προερχόμενοι από τους κατώτερους ευγενείς, οι οποίοι ανήκαν σε είκοσι πέντε στρατιωτικές στοές της “φραγκικής (franc) μασονίας» έλαβαν μέρος στην Γαλλική επανάσταση στο πλευρό των Γαλλο-Ρωμαίων, απαιτώντας ισότητα με τους ανωτέρω ομοεθνείς τους. Ήταν αξιωματικοί που μισθοδοτούνταν με χρήματα από τη φορολογία που εισέπρεττε ο βασιλιάς από τη μεσαία κυρίως τάξη. Όχι με φέουδα, όπως συνέβαινε μέχρι τον 15ο αιώνα. Οι ανώτεροι ευγενείς ήταν εκείνοι οι οποίοι είχαν και κράτησαν από τότε τα φέουδα, αποτελώντας μαζί με τη βασιλική οικογένεια τους μεγάλους γεωκτήμονες. Καταδικασμένοι λοιπόν οι παραπάνω αξιωματικοί σε σχετική φτώχια, και αδυνατώντας να εξισωθούν με τους βαθύπλουτους ομοεθνείς τους, επαναστάτησαν στο πλευρό των Γαλλο-Ρωμαίων, και τους ακολούθησε ο Ναπολέων. Σημειωτέον ότι αρκετοί από αυτούς είχαν πολεμήσει στην Αμερικανική επανάσταση και επηρέασαν τους συναδέλφους τους με δημοκρατικές ιδέες.

Ύστερα όμως από την καταδίκη και εκτέλεση του Λουδοβίκου 16ου (21/1/1793), οι περισσότεροι από τους Φράγκους αξιωματικούς εγκατέλειψαν την επανάσταση, η οποία εξελίχθηκε σε πόλεμο Ρωμαίων εναντίον Φράγκων. Μέρος αυτού του πολέμου ήταν η “βασιλεία του τρόμου”, της οποίας ο ηγέτης Δαντών κατέσφαξε εκατό Φράγκους κληρικούς και αναζήτησε Ρωμαίο παπά να ευλογήσει τον γάμο του. Περίπου όμως τρεις χιλιάδες Φράγκοι αξιωματικοί παρέμειναν με τις δυνάμεις της επανάστασης, μερικοί ειλικρινά, όπως ο στρατηγός Barras, άλλοι όμως προσποιούμενοι, όπως ο Ναπολέων. Όλοι σχεδόν αυτοί που προσποιούνταν, συνδέθηκαν με τον Ναπολέοντα μέσω των αδελφών του και εκτός της μασονίας, και περίμεναν την ευκαιρία για να αρπάξουν την εξουσία και να ανατρέψουν την επανάσταση.

Αυτό επιτεύχθηκε όταν ο Ναπολέων επέστρεψε από την Αίγυπτο το 1799. Δέχθηκε να υποστηρίξει το νέο σύνταγμα που σχεδίασε, ο κύριος θεωρητικός της Γαλλικής επανάστασης αββάς Emmanouel Sieyes, και τον Roger Duco. Όταν όμως στερεώθηκε στη θέση αυτή, κατόρθωσε με την ανοχή ή τη συνεργασία του στρατού, να καταργήσει όλες τις εγγυήσεις δημοκρατίας τις οποίες προέβλεπε το σύνταγμα του αββά Sieyes και να γίνει μονοκράτορας μέσα στα πλαίσια  φαινομενικής δημοκρατίας.

Επιστρέφοντας στην περίπτωση του Ρήγα Βελεστινλή μετά την παραπάνω παρένθεση, (που ήταν απαραίτητη για να κατανοήσουμε τα σχέδια του Ναπολέοντα), επαναλαμβάνουμε ότι ο Ρήγας γνώριζε ότι η Γαλλική επανάσταση γινόταν από τους Γαλλο-Ρωμαίους εναντίον των Φράγκων. Γι’ αυτό μάλιστα και βρέθηκε στο επιτελείο του Ναπολέοντα, πιστεύοντας ότι αυτός ήταν γνήσιος εκφραστής του πνεύματος της επανάστασης. Δεν γνώριζε ασφαλώς ότι ο Ναπολέων προσποιόταν, έχοντας κατά νουν να επικρατήσει η Φράγκικη τάξη. Γι’ αυτό ο τελευταίος προσεταιρίσθηκε τον Ρήγα, προσποιούμενος ενδιαφέρον, προκειμένου να καταστήσει αποτελεσματικότερο το σχέδιό του, για καταστολή της επανάστασης των Ρωμαίων, και αφανισμό της Ρωμαιοσύνης στη δύση και την ανατολή.

Τα παραπάνω, δείχνουν πόσα μεγάλα συμφέροντα απαιτούσαν τον θάνατο του Ρήγα, προκειμένου να αντικατασταθεί πάση θυσία το σχέδιό του, με εκείνο το οποίο είχε κατά νουν ο Ναπολέων. Και τίθεται το ερώτημα: Τίνος πράκτορας ήταν ο Οικονόμου που τον πρόδωσε; (δεδομένου ότι ο θάνατος του Ρήγα δεν εξυπηρετούσε μόνο τα ύψιστα συμφέροντα της Αυστρίας και της Τουρκίας, αλλά και τα σχέδια του Ναπολέοντα και της τάξεως που αυτός εκπροσωπούσε). Χαρακτηριστικό της σκοπιμότητας απόκρυψης των πραγματικών αιτίων θανάτου του Ρήγα, είναι το γεγονός ότι ο συντάκτης της «Ελληνικής Νομαρχίας» αφιερώνει επτά παραγράφους στην προδοσία του, τονίζοντας σε κάθε μία από αυτές, ως αίτιο την τύχη. Φυσικά όμως, καθόλου δια της τύχης δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ένας θάνατος, ο οποίος εξυπηρετούσε τα ύψιστα συμφέροντα του Ναπολέοντα και των άλλων βασιλιάδων ευγενών της Ευρώπης όπως προαναφέραμε.

Όπως είναι γνωστό, για πολλούς αιώνες οι βασιλιάδες και ευγενείς της Ευρώπης, όπως και οι Οθωμανοί, κυβερνούσαν τεράστιους πληθυσμούς υπόδουλων Ρωμαίων, γι’ αυτό και φοβούνταν το ενδεχόμενο γενικής εξεγέρσεως της Ρωμαιοσύνης στη Δύση και την Ανατολή. Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο τέθηκαν ευνοϊκά απέναντι στη λεγόμενη “Ελληνική” επανάσταση, και αυτό, μόνο όταν εξασφάλισαν τον αρχαιοελληνικό προσανατολισμό της, και την αντίθεσή της στη Ρωμαιοσύνη και την πρωτεύουσά της Κωνσταντινούπολη. Άλλωστε και η ευνοϊκή στάση του τσάρου, εξηγείται από το γεγονός ότι δια της Ελληνικής επαναστάσεως δεν προσβάλλονταν οι διεκδικήσεις του επί της Κωνσταντινούπολης, και οι “Έλληνες” δεν αποτελούσαν εμπόδιο στα σχέδιά του. Εγκαίρως ο Ναπολέων είχε εξηγήσει σ’ αυτόν, ότι “οι αρχαίοι Έλληνες” επρόκειτο να επαναστατήσουν εναντίον των Τούρκων, αλλά και κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Μάλιστα, πολλοί από τους υπόδουλους, αφού πείσθηκαν ότι δεν πρόκειται ως Ρωμαίοι να τύχουν συμπαράστασης από τις μεγάλες δυνάμεις, και ότι μόνο παριστάνοντας τους αρχαίους Έλληνες μπορούν να ελπίζουν σε αυτή τη συμπαράσταση, αποφάσισαν να συμμορφωθούν. Αυτό άλλωστε εννοούσε ο Κωστής Παλαμάς γράφοντας: «Έλληνες για να ρίχνουμε στάχτη στα μάτια του κόσμου, πραγματικά, Ρωμιοί».

Ο Ναπολέων και το επιτελείο του, επέλεξαν το όνομα “Έλληνες” για το υπό ίδρυσιν έθνος, ήδη από το 1801, επιβεβαιώνοντάς το αυτό το 1806. Και αυτό για να παραμείνει το όνομα “Γραικός” (με το οποίο από το έτος 794 οι Φράγκοι ονόμαζαν τους ανατολικούς Ρωμαίους για να τους διακρίνουν από τους Δυτικούς), για το τμήμα εκείνο των Ρωμαίων το οποίο αποφασίσθηκε να διαδραματίσει τον ρόλο των τυράννων. Έτσι θα εμφανιζόταν ότι οι “Έλληνες” του υπό ίδρυσιν έθνους, ζητούσαν να ελευθερωθούν από τους Ρωμαίους της Κωνσταντινούπολης.

Ο Κοραής δεν κατανόησε τον πανούργο ελιγμό γύρω από την ορολογία των δύο ονομάτων, δι’ αυτό και συνεχίζει στο έργο του: «Διάλογος δύο Γραικών», να συζητάει για άλλα. Όσο για την προτίμησή του, να δεχθούν οι Ρωμαίοι να αλλάξουν το εθνικό τους όνομα και να λέγονται στο εξής Γραικοί, θα σήμαινε για τους Ευρωπαίους και για τις ευρωπαϊκές γλώσσες, δουλεία Γραικών σε Γραικούς, και δύο έθνη που θα είχαν το ίδιο όνομα. Γι’ αυτό η προτίμηση αυτή του Κοραή δεν υποστηρίχθηκε.

Τα ανωτερω κειμενα ειναι μεταφρασμένα από την καθαρεύουσα σε απλή γλώσσα, από τον πρόλογο της β΄ έκδοσης του βιβλίου: “ΤΟ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ” εκδόσεις Δομός δεύτερη έκδοση, του π. Ι. Ρωμανίδη, γραμμένο το Πάσχα του 1989 ως πρόλογος

 

ΠΑΓΑΝ  http://www.oodegr.com

Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , , , , , , | Leave a comment

THE PELASGIANS – The History of Etruria ,A Ture (1b)

(being continued from 6/7/11)

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

By Mrs Hamilton Gray  1839

from the foundation of tarqynia to the foundation of rome

PUBLISHED IN 1843 BY J.HATCHARD AND SON,LONDON ,PICCADILLY

(TO BE CONTINUED)

Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , , , , , , | Leave a comment

Ποιοι ήταν οι Κέλτες;

Οι μεγαλύτεροι εξαγωγείς όπλων και υποδημάτων της αρχαιότητας έπνιγαν στην μπίρα τους ανίκανους βασιλιάδες. Όμως εξαφανίστηκαν λόγω της θρυλικής φυλετικής τους υπερηφάνειας.

Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι τούς θεωρούσαν βάρβαρους και πολεμοχαρείς, σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελιώτη. Διόλου τυχαία, οι ιστορικές μαρτυρίες τούς παρουσιάζουν να ζουν από τις λεηλασίες. Ακόμα και την εμφάνισή τους περιέγραφαν ως τρομακτική: “Ψηλοί, ξανθοί και ρωμαλέοι, μοιάζουν με δαίμονες του δάσους”. Για μεγάλο χρονικό διάστημα όλοι οι λαοί θεωρούσαν τους Κέλτες φοβερούς και μυστηριώδεις, κυρίαρχη πίστη που εδραιώθηκε από τις προφορικές μαρτυρίες όσων έρχονταν σ’ επαφή μαζί τους. Κάποια στιγμή έγιναν και “ενδιαφέροντες”, δηλαδή επικίνδυνοι. Ωστόσο μνημεία αφιερωμένα στη νίκη των βασιλέων της Περγάμου έναντι των Κελτών, τα οποία υπάρχουν στην Πέργαμο και στη Στοά του Αττάλου, στην Αθήνα, αναδεικνύουν τη δύναμη και την αρχοντιά των πολεμιστών τους.

Σήμερα στη Βορειοδυτική Ευρώπη η φήμη των Κελτών έχει αποκατασταθεί. Θεωρούνται θαρραλέοι και εξυμνούνται για τους αγώνες του ενάντια στην παντοδυναμία του ρωμαϊκού πολιτισμού, αποτελώντας πρότυπο για τους καταπιεσμένους λαούς. Και όχι μόνο. Στοιχεία της κελτικής μουσικής διασώζονται μέχρι τις μέρες μας στις ιρλανδικές μπαλάντες και σε ορισμένα ποπ τραγούδια. Ακόμα και το ιρλανδικό κοινωνικό σύστημα βασίστηκε στο κελτικό Εθιμικό Δίκαιο.

Πόσο βαθιά γνωρίζουμε αυτούς τους περήφανους πολεμιστές, οι οποίοι εξαπλώθηκαν από την Ιβηρική Χερσόνησο μέχρι τη Μικρά Ασία και τη Βρετανία;

Ξανά στη μόδα

Η ιστορία τους, που ξεκινά από την Εποχή του Σιδήρου για να φτάσει μέχρι τις ένδοξες μάχες ενάντια στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, και η επιβίωσή τους στα βρετανικά νησιά μέχρι τον εκχριστιανισμό τους στα χρόνια του Μεσαίωνα, ίσως φέρνει στο φως τις ρίζες μιας Ευρώπης που δεν επηρεάστηκε μόνο από τον αρχαίο ελληνικό και το ρωμαϊκό πολιτισμό. Ωστόσο υπάρχουν δύο βασικοί περιορισμοί για την απόδειξη της παραπάνω υπόθεσης. Όταν άλλοι λαοί της Ευρώπης είχαν ανακαλύψει προ πολλού τη γραφή, οι Κέλτες τη γνώρισαν μόλις τον 6ο αιώνα μ.Χ., με τη μεταστροφή τους στο χριστιανισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν άφησαν κανένα λογοτεχνικό κείμενο στον ηπειρωτικό χώρο. Επιπλέον ο πυρήνας της κυριαρχίας τους εντοπίστηκε στον κόσμο της περιφέρειας, στα απομακρυσμένα βρετανικά νησιά.

Διείσδυση στο Νότο

Σε αντίθεση με τις πληροφορίες που έχουν διασωθεί από αρχαιοελληνικές και ρωμαϊκές πηγές, τα εκλεπτυσμένα κελτικά χειροτεχνήματα του 5ου αιώνα π.Χ. αποδεικνύουν ότι οι Κέλτες δεν ήταν και τόσο βάρβαροι όσο ήθελαν να τους παρουσιάζουν οι μεσογειακοί λαοί.

Η καταγωγή τους προέρχεται από ινδοευρωπαϊκά φύλα. Κάποιοι απ’ αυτούς εγκαταστάθηκαν τη 2η χιλιετία π.Χ. στην περιοχή του άνω Δούναβη και στην Ανατολική Γαλλία. Μεταξύ του 7ου και 6ου αιώνα π.Χ., κατά την εποχή του λεγόμενου “πολιτισμού του Χάλστατ”, που πήρε το όνομά του από μια μικρή αυστριακή πόλη όπου ανακαλύφθηκε μια σημαντική νεκρόπολη, διέσχισαν το Ρήνο κι έφτασαν στην Κεντρική και Βόρεια Γαλλία καθώς και στο Βέλγιο. Ορμώμενοι από εκεί, εξαπλώθηκαν προς την Ισπανία, τη Βορειοδυτική Ιταλία και τα βρετανικά νησιά. Τον 5ο αιώνα π.Χ. δημιουργήθηκε μεταξύ του Ρήνου, της Καμπανίας και του Μάρνη ο πρώτος αμιγής κελτικός πολιτισμός, αυτός του Λα Τεν, ο οποίος μέχρι τον 1ο αιώνα π.Χ. κυριάρχησε σχεδόν σε όλη τη Δυτική Ευρώπη. Μέσα από τα αλπικά περάσματα ήρθαν σ’ επαφή με τους πολιτισμούς της Μεσογείου και γνώρισαν σημαντική άνθηση.

Μισθοφόροι

Στα τέλη του 400 π.Χ. οι Κέλτες -οι Ρωμαίοι τους αποκαλούσαν Γάλλους και οι Έλληνες Γαλάτες- μετακινήθηκαν μαζικά προς τις βόρειες και κεντρικές περιοχές της Ιταλίας. Στη συνέχεια εξαπλώθηκαν στα Βαλκάνια και στη Μικρά Ασία. Το 387 π.Χ. κατέλαβαν τη Ρώμη. Κατά την περίοδο των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Γαλάτες από τις παραδουνάβιες περιοχές εισέβαλαν στα Βαλκάνια. Το 279 π.Χ. νίκησαν τους Μακεδόνες και το 278 π.Χ. με αρχηγό τον Βρένο επιχείρησαν να λεηλατήσουν το Μαντείο των Δελφών. Τελικά ηττήθηκαν το 235 π.Χ. στη Μικρά Ασία από τον Άτταλο της Περγάμου. Εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της σημερινής Άγκυρας, την οποία ονόμασαν Γαλατία. Στα παράλια της Μεσογείου απέκτησαν τη φήμη των αήττητων πολεμιστών, με αποτέλεσμα οι Έλληνες της Σικελίας, οι Καρχηδόνιοι, οι Ετρούσκοι βασιλείς της Συρίας και οι Πτολεμαίοι της Αιγύπτου να τους χρησιμοποιήσουν ως μισθοφόρους για τουλάχιστον διακόσια χρόνια.

Άφθαρτοι δρυίδες

Στη βάση της κελτικής κοινωνίας δέσποζε η φυλή (tuath), που αποτελούνταν από οικογένειες. Κάθε tuath διοικούνταν από ένα βασιλιά ο οποίος εκλεγόταν από τους πολεμιστές. Η παρουσία του ήταν εγγύηση για την ομαλή συνύπαρξη των ανθρώπινων και των φυσικών δυνάμεων, ως εκ τούτου έπρεπε να είναι άξιος και χαρισματικός. Η εκλογή ενός δειλού και ανίκανου βασιλιά προκαλούσε λιμούς και επιδημίες, γι’ αυτό διωκόταν από το λαό, ο οποίος σε τέτοιες περιπτώσεις ήταν αμείλικτος: τον έπνιγε στην μπίρα ή στο μελόκρασο ή τον έκαιγε ζωντανό.

Οι “άντρες της τέχνης” ήταν κατώτεροι από τους πολεμιστές και τους δρυίδες, στους οποίους λογοδοτούσε ο βασιλιάς. Οι Κέλτες “καλλιτέχνες” ασχολούνταν με την ποίηση και τη μουσική˙ παράλληλα επιδίδονταν και στην τέχνη της επεξεργασίας των μετάλλων. Υπήρχαν και οι ελεύθεροι άντρες, καλλιεργητές ή κτηνοτρόφοι, οι οποίοι πλήρωναν φόρους στο βασιλιά και στους πολεμιστές ως αντάλλαγμα για την προστασία που τους πρόσφεραν. Στο κατώτατο σημείο της κοινωνικής διαστρωμάτωσης βρίσκονταν οι σκλάβοι, κυρίως αιχμάλωτοι πολέμου.

Χοιρομέρια και περικεφαλαίες

Η κελτική οικονομία στηριζόταν στη γεωργία και στην κτηνοτροφία. Τα χοιρομέρια, φημισμένα σε όλο τον αρχαίο κόσμο, συνόδευαν τους νεκρούς ακόμα και στον τάφο, καθώς οι Κέλτες πίστευαν στη μεταθανάτια ζωή. Αντίθετα, δεν έτρωγαν πουλιά, τα οποία θεωρούσαν ιερούς μεσάζοντες μεταξύ Ουρανού και Γης. Το κριθάρι, πρώτη ύλη για την παρασκευή της μπίρας, ήταν το σημαντικότερο δημητριακό που καλλιεργούσαν χρησιμοποιώντας αλέτρι με μεταλλικό υνί, άγνωστο στον κλασικό πολιτισμένο κόσμο.

Η επεξεργασία του σιδήρου ήταν η τέχνη στην οποία διακρίθηκαν. Ήταν οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν τον υδράργυρο για να επικασσιτερώσουν ή να επαργυρώσουν αντικείμενα από χαλκό. Επιπλέον εξήγαγαν αντικείμενα από σφυρήλατο σίδερο στους Έλληνες και στους Ρωμαίους. Όσο για τα όπλα, τμήματα του τυπικού οπλισμού των Ρωμαίων λεγεωνάριων, όπως η περικεφαλαία, είναι κελτικής προέλευσης.

Γυναικείο κουμάντο

Η κελτική οικογένεια ήταν πατριαρχική, ωστόσο η κοινωνία δεν ήταν ανδροκρατούμενη. Ακόμα και μετά το γάμο η γυναίκα διαχειριζόταν τα “κεφάλαια”, τις κεφαλές των ζώων του κοπαδιού της. Καθώς ο αριθμός αυτός μεταφραζόταν σε κοινωνικό κύρος, πολύ πλούσιες γυναίκες έγιναν ακόμα και βασίλισσες. Η επιλογή συζύγου γινόταν από τη γυναίκα και ο γάμος δεν προχωρούσε χωρίς τη συγκατάθεση της νύφης. Η ομοφυλοφιλία μεταξύ των πολεμιστών ήταν πολύ διαδεδομένη και αποδεκτή όπως συνέβαινε και στις τάξεις του στρατού της Κλασικής εποχής – αρκεί να σκεφτούμε τον σπαρτιατικό Ιερό Λόχο.

H τυπική κελτική ενδυμασία ήταν φανταχτερή και πολύχρωμη. Από τότε χρησιμοποιούσαν το είδος υφάσματος που σήμερα οι Σκοτσέζοι αποκαλούν “τάρταν”. Εκτός από τα παντελόνια τους, που ονομάζονταν “μπρέις” (brace), λέξη που θυμίζει τη δική μας βράκα, φημισμένα ήταν και τα δερμάτινα υποδήματα, τα οποία εξήγαγαν σε όλο τον αρχαίο κόσμο. Παθιασμένοι με τα κοσμήματα, τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες φορούσαν στο λαιμό ένα ημιπολύτιμο μεταλλικό κολάρο. Οι Κέλτες είχαν χαρούμενη διάθεση. Ο Στράβων τούς περιγράφει ως λαό που αγαπούσε τον πόλεμο και την περιπέτεια όσο τη διασκέδαση και τα γλέντια.

Η πτώση

Η διάρθρωση της κελτικής κοινωνίας ρυθμιζόταν από την στρατιωτική ηγεσία, η οποία αναιρούσε στην πράξη κάθε προσπάθεια σχηματισμού ενιαίας κεντρικής εξουσίας. Κατά συνέπεια, η δημιουργία μιας εκτεταμένης αυτοκρατορίας ήταν ανέφικτη με τον κατακερματισμό της εξουσίας. Η ακμή του πολιτισμού τους, που κορυφώθηκε με μια σειρά από νίκες έναντι των αιώνιων εχθρών τους στη Μεσόγειο, ολοκληρώθηκε μεταξύ του 2ου και 1ου αιώνα π.Χ. Εκείνη την εποχή οι Ρωμαίοι προχώρησαν σταδιακά στη γενοκτονία τους. Αφού διώχθηκαν, τελικά εκτοπίστηκαν στην Ιταλία και στη Γαλλία. Ούτε και η επέλαση των γερμανικών φύλων, που άρχισαν να εισρέουν στα εδάφη τους από την Ανατολή, δεν έγιναν αφορμή για να συσπειρωθούν προκειμένου να οργανώσουν κοινή αντίσταση ενάντια στους εισβολείς. Οι μοναδικές από τις κελτικές περιοχές στην Ευρώπη που διατήρησαν ανέπαφα τα παλιά χαρακτηριστικά της είναι η Σκοτία και η Ιρλανδία. Τον 5ο αιώνα μ.Χ. οι κάτοικοί τους απωθήθηκαν από τους Άγγλους και τους Σάξονες επιδρομείς. Οι εκδιωχθέντες βρήκαν τελικά καταφύγιο στη χερσόνησο της Αρμορικής, στη σημερινή Γαλλία, η οποία έκτοτε ονομάζεται Βρετάνη. Παρά την επιρροή των Άγγλων, των Σαξόνων και των Βίκινγκ, οι Κέλτες της Ιρλανδίας κατόρθωσαν να διατηρήσουν μια ισχυρή πολιτιστική ταυτότητα. Σήμερα είναι το μοναδικό ευρωπαϊκό κράτος οι κάτοικοι του οποίου έχουν στην πλειοψηφία τους κελτική καταγωγή. Έτσι οι Ιρλανδοί είναι οι μοναδικοί αυθεντικοί κληρονόμοι αυτού του αρχαίου πολιτισμού.

Για να μάθετε πιο πολλά:

Miranda Jane Green, Μύθοι των Κελτών, εκδόσεις Παπαδήμα.

PAGAN  http://www.focusmag.gr/

Posted in Books | Tagged , , , , | Leave a comment

The Economic History of Byzantium: From the Seventh through the Fifteenth Century (II)

(BEING CONTINUED FROM 28/06/11)

The Rural Habitat: The Growth of Villages, the Persistence of Farmsteads, and the Decline
of Villas

In the east, as in Byzantine North Africa, there is little evidence of the system of the
villa in which large landowners resided, at least on a part-time basis, after the fourth
century, as distinct from Gallia Belgica, England, Aquitaine, Spain, and southern Italy
(for example, the villa of San Giovanni di Ruoti in Puglia34 and villas in Sicily). The
western villas were most often abandoned in the course of the fifth century, giving rise
in some cases to villages clustered around a church. The same holds true for the dioceses
of Pannonia and Dacia, in which villas that lasted beyond the fifth century are
rare (Fig. 3). By contrast, a number of fortified sites began to appear, often endowed
with a church.35 Villas were few and far between in the diocese of Macedonia; there is
evidence of several at the height of the sixth century.36 In Greece, a good number—
“neither urban nor rural”—have been identified in the environs of Corinth, at the
outskirts of fertile land and in contact with the city.37 In the Argolid (Akra Sophia, a
site near Halieis) and in Messenia near Pylos, several villas that remained active into
the sixth century have been identified.38
In Asia Minor, except for several cases cited in the sources (notably the texts of St.
Gregory of Nazianzos regarding his family’s villa in Cappadocia39) or located around
cities such as Ankyra, few examples are known. In Osrhoene at Sarrin, the atrium of
what seems to have been a rural residence has been identified.40 In the provinces of Phoenicia
and Palestine I, several large suburban villas have been discovered on the seacoast  (at Jenah and Awzai, another one near Caesarea), but there were no rural villas in the
strict sense. At Ascalon, the complex that has been found more resembles an enterprise
directed toward agricultural production than the residence of a landowner.41
Village and farmstead were thus the two common forms of rural land exploitation;
one might predominate over the other, or they might balance each other. Early Byzantine
villages have been identified and studied to some extent in regions where the
topography and climate protected them over a long period from reoccupation and
destruction—in the high Lycian valleys, the mountainous foothills of Cilicia, the limestone
massif, the basalt hills of Hauran, the Golan, or the Negev desert.42 In these
regions, such forms of habitation were for the most part the rule. They increased considerably
between the fourth and the sixth century. The development of certain villages
of the limestone massif in northern Syria can be deduced either through great
estates such as those at Bammuqqa, Benebil, and Qirbizze, or on the basis of preexisting
communities (for example, at Brad, where the hypothesis of the village’s origins
in a large estate should nonetheless not be ruled out).

 

image

image

Sometimes the village occupied a site in which no prior traces are discernible without
recourse to excavations. Naturally, there are differentiations within this region: the
southern chain of the limestone massif has yielded larger and more structured houses
with a more elaborate system of access in the Djebel Zawiyye than in the Djebel Barisˇa
and the Djebel Sem‘an; in the latter areas, the topography is relatively uneven, with
more limited arable land that needs to be carefully cleared of rocks. These areas must
have differed in agricultural production and certainly in yield. The outward aspect of
villages changes even within a single mountain chain, a function of altitude or of accessibility.
43 These villages developed toward the end of the fifth century and the beginning
of the sixth in the southern Hauran (even though certain “Roman” villages, such
as Jimarin and Burd, continued to exist during the early Byzantine period44), and in
the Negev, where they might have been newly founded or reworkings of Nabatean
sites. They are numerous in Egypt, where they are estimated to have numbered between
2,000 and 2,500.45
The farmstead, nonexistent in the limestone massif, and rare in the Hauran and the
Golan Heights, was important in Judea, on the seacoast between Dor and Gaza (Fig.4), in the hills of Samaria, and in the Negev.46 Village and farmstead coexisted in equal   proportion in Cilicia.47 Excavations undertaken in various wadis of Tripolitania have
also revealed the existence of fortified farms between the fourth and the sixth century—
the qsour, which seem to have been part of the dependent networks of large
landowners, rather than independent entities.48 In Tunisia, in the region of Cillium-
Thelepte, farms were also abundant and were integrated into networks of villas and
cities. This pattern, however, is obscure and disputed; it is not certain, moreover,
whether it lasted into the sixth century, after the Byzantine reconquest (533–536), in
this specific region at least.49

A New Level: The Secondary City, or Town

Many villages hardly differed from small cities, and the transition from one to the
other was imperceptible. In the urban hierarchy there thus appears an intermediary
level between city and village: large towns (komai, metrokomiai, komopoleis), on which
Gilbert Dagron has focused and which call to mind the “secondary centers” that were
developing in the West during the same period.50 The emporia, which were not necessarily
located on the sea, and which are amply attested in Thrace, Bithynia, and Moesia
during the late empire, fall under this category of urban habitation.51
A famous passage in Libanios’ Antiochikos clearly explains the function of the metrokomiai
of Antiochene.52 As a result of artisanal production and small-scale trade, they
had markets, in which peasants could acquire requisite goods and tools without having
to go to the city. What seem to have been shops have been found in a number of
these towns,53 and we find references to textile makers,54 blacksmiths,55 goldworkers,56entrepreneurs, stone carvers, and carpenters.57 The marble workers of the island of  Proconnesos were dependent on an emporion tied to Kyzikos.58 They had physicians59 and, undoubtedly, schoolmasters and lawyers.60 These represented “satellite towns,” to
use Dagron’s phrase, in which fairs ( panegyreis, nundinae) were held (as they were at
Imma [Yenni Sehir]), and in which merchants circulated; one such merchant purchased
the fair’s entire stock of nuts.61 There is textual evidence for these towns, which
might bring together individuals of the same ethnicity,62 in Thrace (more often in the
south than in the north, and along the great trading routes), in Asia Minor (in particular
in the territory of Magnesia on the Maeander, where third-century inscriptions
clearly illustrate the exchange networks that these towns constituted in symbiosis with
the city63), in Lycia, in Cilicia, and in Isauria, as well as in Syria, Palestine, Transjordan,
and the Negev. The country markets of Africa—the nundinae—represented a comparable
rural network, which should be linked more to the fundi than to communities of  free peasants.64
Archaeology has made possible the recovery of a good number of these towns, such
as Osmaniye, near the mouth of the Dalaman C¸ay, Alakisla in Caria, and Arif in Lycia
(Fig. 5).65 Among the more significant towns of the limestone massif, we may note El
Bara (300 ha of constructed area) and Brad (Kaprobarada, with 100 ha). Similar towns
sprang up in central and northern Syria, such as Tarroutia of the Merchants and Anderin in the basalt massif to the east of Hama. In the Hauran, a wealthy network of large  komai developed in the sixth century, as it did in the Transjordan. The “city” of Umm
el-Jimal, with its fifteen churches, must have had a population of 5,000 inhabitants—
slightly less than Madaba or Philadelphia, which were true cities. A prosperous agricultural
“city” developed from the fifth to the eighth century after the site had lost its
regular contingents, relieved by the Ghassanids, and subsequently left to fend for itself,
like many other formerly fortified sites of the limes arabicus, following the departure of
the Ghassanid phylarchate after the year 580. Kastron Mefaa (Umm ar Rasas) also had
a sizable population, undoubtedly on the order of several thousands, that spilled over
the fourth- to fifth-century walls of the castellum. The Negev also offers testimony to
the development of komai, connected with pilgrimages to Sinai and trade with Egypt,
the Arabian peninsula, and the Red Sea, but also with abundant agricultural production.
Shivta (covering nearly 90 ha) and Nessana—both only slightly smaller than the
cities of Elusa and Mampsis on which they depended—testify to the prevalence of
these secondary centers, which developed during late antiquity. Egypt equally sustained
a good number of sizable towns. Karanis, which at its zenith covered 80 ha, was
comparable in size to the small city of Thmouis; its surface area, however, was barely
a third that of Arsinoe.66
The development of these towns, whose vitality made them a partial substitute for
cities in the regional economy, even though they neither carried the traditional urban
apparatus nor sustained the functions of an established urban culture, was a new element
that anticipated the future networks of medieval cities. While legislators were
aware of their existence, the role of these towns in provincial administration remained
embryonic. They were in any case remarkably adaptable to the fluctuating circumstances
of the sixth century. Thus, in the Pars Orientis, there seems to have been significant
exploitation of agricultural potential, with an active rural population that
worked the land with consummate skill refined by ancestral knowledge of nature and
by the realization that the unceasing maintenance of these fields (clearing, terracing,
rock removal, irrigation) was the precondition of the community’s survival and the
source of its well-being. The peasant population was distributed either in farmsteads
or (perhaps more often) in villages at the center of agricultural lands whose limits were
demarcated with care, as is evident in northern Syria and in Jordan.67

(TO BE CONTINUED)

Cecile Morrisson and Jean-Pierre Sodini

NOTES

34 A. M. Small, “Gli edifici del periodo tardoantico a San Giovanni,” in Lo Scavo di S. Giovanni
di Ruoti ed il periodo tardoantico in Basilicata ed. M. Gualtieri, M. Salvatore, and A. M. Small (Bari,
1983), 21–37.
35 E. Thomas, Ro¨mische Villen in Pannonien: Beitra¨ge zur pannonischen Siedlungsgeschichte (Budapest,
1964); J. Henning, Su¨dosteuropa zwischen Antike und Mittelalter: Archa¨ologische Beitra¨ge zur Landwirtschaft
des 1. Jahrtausends u. Z. (Berlin, 1987); M. Jeremic´, “Balajnac, agglome´ration protobyzantine fortifie´e,”
Antiquite´ tardive 3 (1995): 193–207; M. Jeremic´ and M. Milinkovic´, “Die byzantinische Festung von
Bregovina (Su¨dserbien),” ibid., 209–225; M. Milinkovic´, “Die Gradina auf dem Jelica-Gebirge und
die fru¨hbyzantinischen Befestigungen in der Umgebung von Cˇ acˇak, Westserbien,” ibid., 227–250;
A. G. Poulter, “Town and Country in Moesia Inferior,” Ancient Bulgaria: Papers Presented to the International
Symposium on the Ancient History and Archaeology of Bulgaria, University of Nottingham, 1981 (Nottingham,
1983), 74–118.
36 S. Djuric´, “Mosaic of Philosophers in an Early Byzantine Villa at Nerodimlje,” VI Coloquio Internacional
sobre mosaico Antiguo, Palencia-Merida, Octubre 1990 (Guadalajara, 1994), 123–34.
37 R. M. Rothaus, “Urban Space, Agricultural Space and Villas in Late Roman Corinth,” in Structures
rurales et socie´te´s antiques, ed. P. N. Doukellis and L. G. Mendoni (Paris, 1994) 391–96.
38 T. E. Gregory, “An Early Byzantine Complex at Akra Sophia Near Corinth,” Hesperia 54 (1985):
411–28; for Messenia, information provided by S. Gerstel (report in Hesperia 66 [1997], 469–82).
Other examples in C. K. Kosso, “Public Policy and Agricultural Practice: Archaeological and Literary
Study of Ancient Greece” (Ph.D. diss., University of Illinois, Chicago, 1993).
39 J. Rossiter, “Roman Villas of the Greek East and the Villa in Gregory of Nyssa Ep. 20,” JRA 2
(1989): 101–10.
40 J. Balty, La mosaı¨que de Sarrıˆn (Osrhoe`ne) (Paris, 1990).

41 Information regarding Ascalon communicated by Y. Hirschfeld, whom we thank.
42 P.-L. Gatier, “Villages du Proche-Orient protobyzantin (4e`me–7e`me sie`cle): Etude re´gionale,” in
Land Use and Settlement Patterns (as above, note 18), 17–48.
43 G. Tchalenko, Villages antiques de la Syrie du Nord. Le massif du Belas a` l’e´poque romaine, 3 vols. (Paris,
1953–58); Tate, Campagnes.
44 F. Villeneuve, “L’e´conomie rurale et la vie des campagnes dans le Hauran antique (Ier s. av.
J.-C.–VIIe s. ap. J.-C.): Une approche,” in Hauran I, ed. J.-M. Dentzer, 2 vols. (Paris, 1985), 1:63–
136; H. I. MacAdam, “Settlements and Settlement Patterns in Northern and Central Jordan, ca.
550–ca. 570,” in Land Use and Settlement Patterns (as above, note 18), 49–94; R. Schick, “The Settlement
Pattern of Southern Jordan: The Nature of Evidence,” ibid., 133–54.
45 Bagnall, Egypt, 110.
46 Y. Hirschfeld, The Palestinian Dwelling in the Roman-Byzantine Period (Jerusalem, 1995).

47 In addition to villages composed of several sizeable houses, such Karakabakli, Isikkale, and
Sinekkale (RBK 4:182–356, s.v. “Kommagene/Kilikien/Isaurien”), fortified farms have been identified
(in Delikkale, Go¨kbu¨rc¸, Cettepe, Keslik) (ibid.) and a large estate, possibly a farmstead, possibly part
of a village at Domuztepe (J. J. Rossiter and J. Freed, “Canadian-Turkish Excavations at Domuztepe,
Cilicia, 1989,” Echos du monde classique/Classical Views 35, n. s., 10 [1991]: 145–74).
48 G. W. W. Barker et al., “Unesco Libyan Valleys Survey XXIII: The 1989 Season,” Libyan Studies
22 (1991): 31–60; D. A.Welsby, “ULVS XXV: The Gsur and Associated Settlements in the Wadi Umm
el Kharab. An Architectural Survey,” Libyan Studies 23 (1992): 73–99.
49 R. Bruce Hitchner, “The Organization of Rural Settlement in the Cillium-Thelepte Region (Kasserine,
Central Tunisia),” L’Africa Romana, 6.1. (Sassari, 1989): 387–402.
50 G. Dagron, “Entre village et cite´: La bourgade rurale des IVe–VIIe sie`cles en Orient,” Koinonia
3 (1979): 29–52 (repr. in idem, La romanite´ chre´tienne en Orient: He´ritages et mutations (London, 1984),
art. 7.
51 Regarding these institutions, see J. and L. Robert, “Bulletin e´pigraphique,” REG 92 (1979):
no. 548.
52 Libanios, Or. 11.230, in A.-J. Festugie`re, Antioche paı¨enne et chre´tienne: Libanius, Chrysostome et les
moines de Syrie (Paris, 1959), 29–30.
53 Such at least seems the likely function of rooms opening onto the street and onto the other
rooms of the house: Hirschfeld, Dwellings, passim.
54 Alexandros agnapharios, surnamed Sakkas, originally from the village of Kadia, who exercised
his trade at the emporion of Strobilos (“Bulletin e´pigraphique,” REG 92 [1979]: no. 548).
55 Vie de The´odore de Syke´on, ed. A.-J. Festugie`re, 2 vols. (Brussels, 1970), 1: chap. 27, p. 25.
56 Nessana Papyri 30.3; 79.42; 90.60, ed. C. Kraemer, Non-Literary Papyri, Excavations at Nessana 3
(Princeton, N.J., 1958), 92, 230, 272 [hereafter PNess]; for another (chrysochos [sic]) at Luzit, near Beth  Govrin, see L. di Segni, “Christian Burial Caves at Luzit: The Inscriptions,” in Christian Archaeology in
the Holy Land: New Discoveries, ed. G. C. Bottini, L. di Segni, and E. Alliata (Jerusalem, 1990), 315–20.
57 P. Ness. 90.116 (p. 275); G. Dagron and J. Marcillet-Jaubert, “Inscriptions de Cilicie et d’Isaurie,”
Belleten 42 (1978): 373–420: an ergolabos serving the kome of Siphoi. Many members of these trades,
in Cilicia and northern Syria, came from villages; cf. below, 194ff.
58 J. and L. Robert, “Bulletin e´pigraphique,” REG 92 (1979): no. 548.
59 P. Ness. 22.22; 36.15; 90.116 (pp. 72, 112, 275); for another (archiatros) at Luzit, near Beth
Govrin, see di Segni, “Christian Burial Caves,” 315–20.
60 A single, uncertain example: PNess 48.8 (p. 48) (scholastikos?).
61 Theodoret of Cyrrhus, Histoire des moines en Syrie, ed. P. Canivet and A. Leroy-Molinghen, 2 vols.
(Paris, 1977–79) 1:7.1–3, pp. 366–68.
62 Karps, Huns, Scythians, Sarmatians: V. Velkov, “Les campagnes et la population rurale en
Thrace aux IVe–VIe sie`cles,” BBulg 1 (1962): 31–66; Arabs at Anasartha: I. Shahıˆd, Byzantium and the
Arabs in the Sixth Century (Washington, D.C., 1995), 1:628–30; undoubtedly the Samaritan and Jewish
villages followed a similar principle.
63 J. Nolle´, Nundinas instituere et habere: Epigraphische Zeugnisse zur Einrichtung und Gestaltung von landlichen
Markten in Afrika und in der Provinz Asia (Hildesheim, 1982), 10–86.
64 B. D. Shaw, “Rural Markets in North Africa and the Political Economy of the Roman Empire,”
Antiquite´s africaines 17 (1981): 7–83; H. Pavis d’Escurac, “Nundinae et vie rurale dans l’Afrique du
Nord romaine,” BAC 17B (1981): 251–60; Nolle´, Nundinas, 88–162. Regarding economic complementarity
between town and country, see L. De Ligt, “Demand, Supply, Distribution: The Roman
Peasantry between Town and Countryside. Rural Monetization and Peasant Demand,” Mu¨nstersche
Beitra¨ge zur Antiken Handelsgeschichte 9 (1990): 24–56, and idem, “The Roman Peasantry: Demand,
Supply, Distribution between Town and Countryside, II: Supply, Distribution and a Comparative
Perspective,” Mu¨nstersche Beitra¨ge zur Antiken Handelsgeschichte 10 (1992): 33–77.
65 K. Hattersley-Smith and V. Ruggieri, S. J., “A Byzantine City near Osmaniye (Dalaman) in Turkey:
A Preliminary Report,” OCP 56 (1990): 135–64; V. Ruggieri and F. Giordano, “Una citta` bizantina
sul sito cario di Alakisla,” OCP 62 (1996): 53–88; R. M. Harrison, “Nouvelles de´couvertes romaines
tardives et pale´obyzantines en Lycie,” CRAI (1979): 222–39.

66 Bagnall, Egypt, 111.
67 Tate, Campagnes; Villeneuve, “L’e´conomie rurale et la vie des campagnes dans le Hauran antique,”
63–137.

Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , , , | 1 Comment

Οι Σαρακατσαναίοι του χθες και του σήμερα

ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΠΗΓΗ Κ ΠΙΘΑΝΗ  ΒΟΗΘΕΙΑ ΕΣ ΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ ΔΥΝΑΤΑΙ ΩΣ ΕΥΡΕΘΕΙ ΕΣ  ΤΗΝ ΠΕΡΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑΣ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑΝ

(https://spacezilotes.wordpress.com/2009/08/23/οι-ελληνικεσ-φρατριεσ-των-σαρακατσαν-2/)

“Οι Σαρακατσαναίοι είναι μία πανάρχαια ελληνική φυλή. Νομάδες κτηνοτρόφοι, ζούσαν στα βουνά το καλοκαίρι και το χειμώνα στα χειμαδιά διασκορπισμένοι σ’ ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα”.
Οι Σαρακατσαναίοι του χθες και του σήμερα

Οι Σαρακατσαναίοι είναι μία πανάρχαια ελληνική φυλή. Νομάδες κτηνοτρόφοι, ζούσαν στα βουνά το καλοκαίρι και το χειμώνα στα χειμαδιά διασκορπισμένοι σ’ ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα.

Κοιτίδα των Σ. ήταν η οροσειρά της κεντρικής και νότιας Πίνδου και η Ρούμελη με επίκεντρο τα ΑΓΡΑΦΑ. Ο διασκορπισμός τους από την αρχική κοιτίδα τους προς την υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα έγινε επί Τουρκοκρατίας και κυρίως τον 18ο αιώνα, στα χρόνια του Αλή Πασά.

Ως προς το όνομά τους υπάρχουν πολλές και διάφορες ετυμολογίες. Σύμφωνα με τη Σ. παράδοση πήραν το όνομά τους από τους Τούρκους. Όταν έγινε η άλωση της Κων/πολης, οι Σαρακατσαναίοι φόρεσαν μαύρα ρούχα, ως ένδειξη πένθους, και δεν υποτάχθηκαν στον κατακτητή. Οι Τούρκοι τους έβλεπαν στα μαύρα και ανυπότακτους να μετακινούνται συνεχώς. Γι’ αυτό τους ονόμασαν «Καρακατσάν» (καρά =μαύρος και κατσάν=φυγάς, ανυπότακτος ), δηλ. «μαύροι φυγάδες». Από το Καρακατσάν με παραφθορά προήλθε η λέξη «Σαρακατσάνος».

Ανεξάρτητα από τις μετακινήσεις τους και τον εναλλασσόμενο τόπο διαμονής τους έχουν τα ίδια ήθη και έθιμα και κυρίως μιλούν την ίδια γλώσσα, την Ελληνική, απαλλαγμένη από ξένα στοιχεία, αναλλοίωτη, που φέρει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της δωρικής διαλέκτου. Το ίδιο αναλλοίωτοι και αμόλυντοι από αλλόφυλες επιμειξίες παρέμειναν και οι Σαρακατσαναίοι, οι «καταλαγαρώτεροι Έλληνες» όπως έγραψε ο Στέφανος Γρανίτσας.

Η χρήση από τους Σ. ενός και μόνου γλωσσικού οργάνου, της Ελληνικής, αποτελεί τρανή απόδειξη ότι αποτελούν διαφορετική και εντελώς ξεχωριστή φυλή από τους Βλάχους. Οι Βλάχοι της Ελλάδας ( γνωστοί και με άλλα ονόματα κατά περιοχές: Κουτσόβλαχοι, Αρβανιτόβλαχοι κ.τ.λ. ) είναι μια λαότητα που το κύριο χαρακτηριστικό της είναι ότι μιλούν εκτός από τα Ελληνικά και τα Βλάχικα.

Συνηθίζεται, πολύ απλοϊκά, να λέμε τον καθένα που έχει πρόβατα βλάχο. Η σύγχυση αυτή – πότε ένας βλάχος ( =αυτός που έχει πρόβατα ) είναι Σ. και πότε Βλάχος με τη φυλετική έννοια του όρου – δημιουργήθηκε από το κοινό στοιχείο τους, την κτηνοτροφική ζωή. Με τη διαφορά όμως ότι οι Σαρακατσαναίοι ήταν καθαροί νομάδες και δεν είχαν πουθενά χωριό, ενώ οι Βλάχοι ήταν και νομαδικός και ημινομαδικός λαός, ήταν πριν αιώνες εγκαταστημένοι σε χωριά και ασχολήθηκαν και με το εμπόριο, τις τέχνες και τα γράμματα, ενώ οι Σαρακατσαναίοι μόλις στα μέσα του προηγούμενου αιώνα μας εγκατέλειψαν το νομαδισμό. Αλλά και στην ενδυμασία, στα ήθη και έθιμα, στον τρόπο ζωής ξεχωρίζουν οι Σαρακατσαναίοι από τους Βλάχους, που δεν έρχονταν σε επιμειξία μεταξύ τους αλλά ούτε και επαγγελματικό αλισβερίσι είχαν. Τα κοπάδια τους ήταν χώρια.

Ο τρόπος ζωής τους ήταν οργανωμένος με ένα είδος ποιμενικής συνεργασίας, το «Τσελιγκάτο». Είτε βρίσκονταν στα βουνά για ξεκαλοκαιριό, είτε το χειμώνα στα χειμαδιά, αδέρφια, πρωτοξαδέρφια και δεύτερα ξαδέρφια έσμιγαν τα κοπάδια τους σε ένα είδος συνεταιρισμού, για την καλλίτερη παραγωγική συνεργασία και διάθεση των κτηνοτροφικών τους προϊόντων. Αρχηγός του «Τσελιγκάτου» ήταν ο τσέλιγκας ( αρχιποιμένας ), πλούσιος κτηνοτρόφος, με πολλά πρόβατα, που ξεχώριζε για τις ικανότητές του: έξυπνος, δυναμικός, κοινωνικός, ευέλικτος,τολμηρός, έντιμος και δίκαιος, ανοιχτοχέρης.

Αυτός κανόνιζε σχεδόν τα πάντα που είχαν σχέση με το τσελιγκάτο ( ενοικίαση βοσκοτόπων, πώληση γάλακτος και τυροκομικών προϊόντων, αρνιών, μαλλιών κ.τ.λ.). Είχε όμως και κοινωνικό ρόλο στη στάνη: συμβούλευε –μαζί με τους γεροντότερους- και έλυνε διαφορές. Όλοι οι σμίχτες είχαν συμμετοχή στα κέρδη και τις ζημιές του κοπαδιού. Του Αγίου Δημητρίου για το καλοκαίρι και του Αγίου Γεωργίου για το χειμώνα έκαναν λογαριασμό και απολογισμό των εσόδων και εξόδων του τσελιγκάτου και πάντα κρατούσαν παραστατικά ( τεφτέρια ). Οι Τσοπαναραίοι ήταν αυτοί που είχαν λίγα πρόβατα και δεν είχαν δικό τους τσελιγκάτο.

Το σπίτι των Σ. ( το κονάκι ), που το κατασκεύαζαν μόνοι τους, ήταν ένα καλύβι με σάλωμα Τα «κονάκια», ο οικισμός δηλ. το σύνολο των νομαδικών οικογενειών αποτελούσε τη Στάνη. Στάνη και τσελιγκάτο δεν ταυτίζονταν. Μπορεί μια στάνη να είχε δυο ή περισσότερα τσελιγκάτα. Το αντίστροφο όχι.

Η Σ. οικογένεια ήταν πατριαρχική. Αυστηρή πειθαρχία και άγραφοι απαρασάλευτοι νόμοι όριζαν τη συμπεριφορά του κάθε μέλους της. Αρχηγός της οικογένειας ήταν ο άνδρας, ο πατέρας. Στον πατέρα και τη μάνα υπήρχε απόλυτος σεβασμός. Το κορίτσι το χαρακτήριζε η ντροπαλοσύνη, η καλή ανατροφή και ο καλός ψυχικός κόσμος. Το αγόρι έπρεπε να ήταν σεμνό, συγκρατημένο στις πράξεις, τα λόγια και τους τρόπους του. Ο στυλοβάτης όμως της οικογένειας ήταν η γυναίκα, που σήκωνε όλο το βάρος των ευθυνών. Αυτή είχε καθημερινά αναλάβει όλες τις δουλειές του νοικοκυριού ( να φέρει ξύλα, ν’ ανάψει φωτιά, να φέρει νερό από τη βρύση με τη βαρέλα, να περιποιηθεί τα παιδιά, να κάμει το νοικοκυριό του κονακιού κ.τ.λ. ), αλλά και τις εξωτερικές δουλειές των προβάτων ( παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων, κατασκευή, στρώσιμο, ξέστρωμα μαντριών κ.τ.λ. ).

Η ρόκα, για το γνέσιμο του μαλλιού, ήταν η αχώριστη συντροφιά της. Όπου κι αν πήγαινε την είχε μαζί της. Το γνέσιμο του μαλλιού ήταν για τη Σ. ευχαρίστηση και «σκόλη». Εκείνο όμως που την κρατούσε «σκλαβωμένη» ήταν ο αργαλειός. Η Σ. ήταν μια αφανής ηρωίδα της καθημερινής ζωής. Έπρεπε να υπηρετεί την οικογένεια με θρησκευτική ευλάβεια και προσήλωση. Ενέπνεε όμως σεβασμό και έχαιρε εκτίμηση, ιδιαίτερα όταν γίνονταν μητέρα.

Η παιδεία των Σ. ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Οι σκληρές συνθήκες ζωής και οι συνεχείς μετακινήσεις τους στις ορεινές περιοχές δεν επέτρεπαν τη μόρφωση των παιδιών τους σε σχολεία. Κάποια τσελιγκάτα, το καλοκαίρι, με δικά τους έξοδα μίσθωναν δάσκαλο, συνήθως συνταξιούχο, για να δώσει κάποιες γνώσεις στα παιδιά. Τα παιδιά παρακολουθούσαν τα μαθήματα σε μια ειδικά διαμορφωμένη καλύβα, το «δασκαλοκάλυβο». Είχαν όμως μια βαθιά αίσθηση του ελληνικού γλωσσικού οργάνου. Από τις αφηγήσεις τους διαπιστώνει κανείς μια λιτότητα και παραστατικότητα στην έκφραση, ενώ στα τραγούδια τους φαίνεται μια βαθιά αίσθηση του ρυθμού και του μέτρου.

Οι Σαρακατσαναίοι ήταν πιστοί χριστιανοί, χωρίς μεγάλη θεωρητική κατάρτιση. Τις μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης και τις ονομαστικές γιορτές τις γιόρταζαν με μεγαλοπρέπεια, όπου κι αν βρίσκονταν. Γλεντούσαν συχνά με χορό και τραγούδια. Οι χοροί τους λεβέντικοι, έχουν την καταγωγή τους στον αρχαίο ελληνικό ρυθμό. Το παίξιμο της φλογέρας – το κατεξοχήν μουσικό όργανο – για το Σ. τσοπάνη ήταν μια ιεροτελεστία. Ιδιαίτερα γλεντούσαν, όταν γίνονταν κάποιος γάμος στο τσελιγκάτο. Ο γάμος μαζί με τη γέννηση των παιδιών αποτελούσε τους δυο κύριους πόλους της Σ. κοινωνίας.

Τα τσελιγκάτα συνέβαλαν αποφασιστικά στους αγώνες της ανεξαρτησίας. Στην επανάσταση του 1821 οι Σ. ήταν τα στηρίγματα της κλεφτουριάς – όπως και όλοι οι άνθρωποι του βουνού – και της εξασφάλιζαν τα απαραίτητα. Κάθε οικογένεια είχε δώσει κι από έναν κλέφτη. Πολλοί ήταν και οι επώνυμοι Σ. αγωνιστές. Στον Μακεδονικό Αγώνα βοήθησαν τα ελληνικά αντάρτικα σώματα ως οδηγοί, αγγελιοφόροι, τροφοδότες και σύνδεσμοι.

Σήμερα η ποιοτική μεταβολή και ο κοινωνικός μετασχηματισμός των Σ. είναι πραγματικότητα. Η κάθοδός τους από τα βουνά στις πεδιάδες, η εγκατάλειψη του πλάνητα βίου, η αγροτική διαβίωση αλλά και η ενασχόληση με ελεύθερα επαγγέλματα, η συμμετοχή τους στις μισθωτές υπηρεσίες, ιδιωτικές και δημόσιες, η ανάδειξή τους στην επιστήμη, τις τέχνες, τα γράμματα και την πολιτική διαμόρφωσαν μια Σ. κοινωνία που συνδυάζει την παράδοση με τον εκσυγχρονισμό. Ιδιαίτερα διέπρεψαν στις επιστήμες, αλλά δεν υπάρχει τομέας στον επαγγελματικό χώρο, στον οποίο να μην έχουν συμμετοχή οι Σαρακατσαναίοι Όμως οι αρχές τους και οι αξίες της ζωής δεν άλλαξαν. Φιλήσυχοι και φιλόξενοι, νομοταγείς, εργατικοί, αξιοπρεπείς, διακρίνονται για το μαχητικό τους πνεύμα και το σφρίγος …

Από το 1960 και μετά, που οι Σαρακατσαναίοι διασκορπίστηκαν στις πόλεις και τα χωριά, σαρανταπέντε πολιτιστικοί σύλλογοι και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Σαρακατσαναίων ( ΠΟΣΣ ) προσπαθούν να κρατήσουν και να συνεχίσουν τη Σ. παράδοση. Το Λαογραφικό Μουσείο Σ. στις Σέρρες, όπου εκτίθεται αυθεντικό υλικό απ’ όλες τις περιοχές της Ελλάδας που έχει σχέση με τη ζωή και τη λαϊκή τέχνη των Σ., έτυχε Ευρωπαϊκής αναγνώρισης και βραβεύτηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Μουσείων.

Έντυπο υλικό κυκλοφορεί για ενημέρωση των απανταχού Σ., όπως η «Ηχώ Σαρακατσαναίων» που εκδίδεται από την ΠΟΣΣ και τα περιοδικά «Σαρακατσαναίοι», «Τα Δέοντα των Σ.». Σε συνέδρια πανελλήνια και ημερίδες με εισηγητές διάφορους επιστήμονες συζητούνται ποικίλα θέματα σχετικά με τους Σαρακατσαναίους. Το Πανελλήνιο Αντάμωμα στο Περτούλι Τρικάλων την τελευταία Κυριακή του Ιουνίου και άλλα τοπικά, βοηθούν στη διατήρηση της παράδοσης αλλά και στη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των Σαρακατσαναίων…

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Γ. ΖΥΓΟΓΙΑΝΝΗΣ
Καθηγητής
Πρ.Πρόεδρος Πανελλαδικού Σ. Σαρακατσαναίων

ΠΑΓΑΝ   http://www.asxetos.gr

Posted in LAOGRAPHIA | Tagged , , , , | Leave a comment

RELIGIOUS CULTS ASSOCIATED WITH THE AMAZONS (2)

(BEING CONTINUED FROM 4/6/2011)

CHAPTER II

THE GREAT MOTHER

More primitive than the worship of the gods under anthropomorphic form is the custom of reverencing this or that deity in baetylic or aniconic shape, a habit of religious cult for which there is ample evidence in the writings and monuments of the Greeks. This evidence, however, usually indicates such worship only in very early times, showing that it gave place here and there to a more highly developed stage, that of iconic symbolism, but there are examples of this primitive conception of deity in late times. Conspicuous among these survivals is the worship of Cybele under the form of the Black Stone of Pessinus in Phrygia. By order of the Sibylline books the cult was transplanted to Rome, in 204 B.C., as a means of driving Hannibal out of Italy. 65

Apollonius 66 represents the Amazons engaged in ritual exactly similar to that of Pessinus–venerating a black stone placed on an altar in an open temple situated on an island off the coast of Colchis. The character of the worship which he depicts makes it probable that he drew his information on this point from an early source, especially since we learn from Diodorus 67 that the Amazons paid marked honour to the Mother of the Gods, consecrating to her the island of Samothrace, setting up her altars there, and performing magnificent  sacrifices. At any rate, the two passages substantiate the fact that the Amazons were votaries of the Mother, who was known both as Rhea and as Cybele.

One story 68 told that Scamander introduced the rites of the Cretan Mother into Phrygia, and that they were firmly established at Pessinus on the Sangarius as a chief centre, where the goddess received from the mountain ridge overhanging the city the well-known name, Dindymene; 69 another account 70 had it that the home of Phrygian Cybele’s worship was in Samothrace, whence Dardanus brought the cult to Phrygia; an attempt to rationalise the two legends developed the tale 71 that Corybas of Samothrace, son of Demeter and Jasion, introduced the rites of his mother into Phrygia, and that his successors, the Corybantes of Mount Ida in the Troad, passed over to the Cretan mountain of the same name, in order to educate the infant Zeus. In the minds of the various writers of antiquity to whom we are indebted for all that we know about orgiastic cults there is such confusion that we are left in ignorance of accurate details which would serve to distinguish sharply one cult from another.

We are informed on several points, however, concerning the worship of Cybele, the Great Mother of Phrygia, considered apart from other cults similar in character and expression. Her worship at Pessinus in particular is most important to an inquiry concerning the Amazons, because there, attested by history, was the same baetylic form of the goddess under which the Amazons were said to have venerated her. Roman writers naturally, after the Black Stone had been set up in their city, were moved by interest and curiosity to examine the legends connected with the cult, and so it  happens that to these sources we owe many facts, often gleaned from the poets of the early Empire who looked with disgust on the great vogue of this orgiastic cult in their day. Cybele of Pessinus was served by eunuch priests called Galli. 72 This office of priesthood, which was considered very honourable, seems to have commemorated the devotion of Atys to the goddess. Fortunately we have a record 73 of the peculiar form which the legend of Atys assumed at Pessinus. Here he was regarded as the son of a maiden by the fruit of an almond-tree, which sprang from the bi-sexual Agdistis. Agdistis 74 loved him and made him her paredros and Gallus. From the same source, Pausanias, we learn the Lydian variant of the story. 75 In this he is called the son of Calaüs of Phrygia. He established the orgies of the Mother in Lydia, in connection with which he was so loved by the goddess that Zeus in jealousy sent a wild boar into the fields of Lydia, which killed Atys. Both versions show that the youth held in Cybele’s mysteries a position similar to that of Adonis with Aphrodite and of Osiris with Isis, 76 but it seems to have been the peculiar characteristic of the cult of Cybele that her companion was a Gallus. The fact which stands out conspicuously in all the records of the Pessinuntian rites is the service of effeminate priests, 77 who apparently represent him. In this there is  probably a clue to the connection between Cretan Rhea and Phrygian Cybele, for in the two sets of cult legends there is frequent mention of the Dactyli, who belong both to Cretan and Trojan Ida. 78 Their evident association with metallurgy recalls the iron sickle produced by Gaea and given to Cronus to accomplish the overthrow of Uranus. 79

The underlying idea in the cult of Cybele seems to have been that of an earth-goddess of fertility in man, beast, and field. Her worship was accompanied by the sound of crashing drums and cymbals, the music of the pipe, and the voices of frenzied votaries. Of her inspiration came a form of holy madness, which endowed the worshipper with a sense of mystic ecstasy and supernatural strength. The best extant description of the rites is that given by Lucretius, 80 which, although it is marred by the allegorising tendency of the poet’s thought, conveys an excellent impression of the tumultuous festival. The most awe-inspiring detail of the ceremonies is that beneath the joy of the throng’s self-surrender to the deity there is a terrific undertone like that of the muttering drums. The fervour of rejoicing may in a moment become the curse of irresistible madness sent by the Mother. It is a presage of the mourning in the Atys of Catullus: 81

Dea Magna, Dea Cybele, Dindymi Dea, Domina,
Procul a mea tuus sit furor omnis, hera, domo:
Alios age incitatos: alios age rabidos!”

Ancient notices speak of other priests of Cybele, less important than the Galli. These were the Cybebi and Metragyrtae, 82 mendicant friars, whose machinations at Rome were scorned by Juvenal. 83

In the cult legends the Galli of history are probably represented by the Corybantes, about whom there is much confusion. At times they seem to belong only to Cybele’s rites, at other times they are completely identified with the Curetes. Probably the tales of Corybantes and Curetes preserve the record of primitive armed dances of religious character, in honour of Phrygian Cybele and Cretan Rhea respectively. As the two deities are essentially the same, 84 so the hoplite attendants of the one are practically the same as those of the other. As each cult assumed local individuality, the myths concerning the Corybantes would gradually appear to be quite distinct from those about the Curetes. Naturally, only an initiate in the mysteries attached to either cult would possess accurate information on details, and his lips would be inevitably sealed on all important points, so that posterity must be content to remain puzzled by remarks like this of Pausanias: 85 “In lineage the Corybantes are different from the Curetes, but, although I know the truth about both, I pass it over.” Unfortunately certain writings by Epimenides 86 which might have proved highly satisfactory to modern  inquiry have perished. In the actual ceremonies performed at Cybele’s shrines the original warlike character 87 was almost lost in the mystic frenzy which found expression in noisy shouting and self-affliction, but it is doubtless to be traced in the measured beating of drums, the clashing of cymbals, and the music of the pipe, which set the rhythm for the ecstatic motions of the worshippers. It was expressed also in the political and warlike aspect of the goddess thus adored. 88 The Cretan legends told that the Phrygian Corybantes were summoned to the island, where by beating their shields with their swords they drowned the cries of the new-born Zeus from the ears of his jealous father, and so originated the Pyrrhic dance in which the later Curetes honoured Rhea, by moving to and fro in measured time, nodding their crested helmets, and striking their shields. 89

The Curetes are, moreover, confounded with the Dactyli, who are usually given as five in number,–Heracles, Paeonius, Epimedes, Jasion, and Idas, 90–the metallurgists of Cretan and  Trojan Ida, also with the mysterious Ἄνακτες παῖδες, who are either the Dioscuri or the Cabiri. 91 Idas is the name, not only of a Curete, but likewise of one of the Messenian rivals and counterparts of the Spartan Διόσκουροι; 92 Jasion is the name of the mortal whom Demeter loved in Crete, 93 and who with her belongs to the mysteries of Samothrace; the Dactyl Heracles, whom Pausanias 94 carefully distinguishes from Alcmena’s son, is by this writer 95 very cleverly identified with the deity of this name worshipped at Erythrae in Ionia, at Tyre, and even at Mycalessus in Boeotia. The Cabiri, being confounded with the Dactyli, are brought into close relation to the Curetes. On the other hand, they are confused with the Corybantes through Corybas, son of Jasion and Demeter, who was said to have introduced his mother’s worship into Phrygia from Samothrace. 96

Of the Cabiric mysteries very little can be said with certainty, except that Demeter was here revered as the mother of Plutus by Jasion. Herodotus, 97 himself an initiate, believes the mysteries of Samothrace to be of Pelasgic origin. He hints at a connection between these rites and the Pelasgians’ introducing herms at Athens. Furthermore, he describes 98 the type under which the Cabiri were portrayed in plastic art, that of a pygmy man, precisely like the pataïci, or grotesque figure-heads which the Phoenician triremes carried. Excavations at the Cabirium in Thebes have yielded a unique class of vases which confirm his statement. 99 Their chief interest,apart from the peculiarities of technique, is in the frank caricature shown in the painted figures. The scenes are chiefly Dionysiac in character, from which it is to be inferred that the Theban Cabirus was a form of Dionysus, but this hardly agrees with the words of Pausanias, 100 who uses the plural number of the Cabiri at Thebes. He says that he is not at liberty to reveal anything about them, nor about the acts which were performed there in honour of the Mother, that he can only say that there was once a city on this spot, that there were certain men called Cabiri, among whom were Prometheus and his son, Aetnaeus, and that the mysteries were given by Demeter to the Cabiri. This account favours Welcker’s theory 101 that the Cabiri were the “Burners.” In this capacity they would approach closely to the Dactyli. But they are not for this reason necessarily divorced from companionship with Dionysus, whom Pindar 102 calls the paredros of Demeter: Χαλκοκρότου πάρεδρον Δημήτερος. The epithet Χαλκοκρότου shows the intimate bond between Demeter and the Mother of the Gods. 103 Dionysus is placed naturally at the side of the former, since his worship, in cult and in legend, is to be classed with that of the Great Mother of Phrygia, Rhea’s double. 104 Demeter is indeed, the Earth-Mother of Greece, on whose cult ideas were grafted which  belonged to the ceremonial of the Mother in Phrygia and Lydia. 05

So it is not strange that the Samothracian goddess closely approximates the form of Cybele, and that we find the Amazons consecrating this island to the Mother of the Gods. 106 But there is room for much conjecture concerning the meaning of the connection between the Amazons and the deity of Samothrace. 107 It is probable that there is some bearing on this in the legend of the settlement of Samothrace recorded by Pausanias. 108 This tells that the people of Samos, driven out by Androclus and the Ephesians, fled to this island, and named it Samothrace in place of the older name, Dardania. The charge which Androclus had brought against the Samian exiles was that they had joined the Carians in plotting against the Ionians. It would appear then that these colonists of Samothrace were bound by strong ties, probably of blood, to the pre-Ionic population of Ephesus and its environs, by whom the shrine of Ephesian Artemis was founded, a shrine indissolubly connected with the Amazon tradition. 109 With these facts must be considered the opinion of Herodotus that the Samothracian mysteries were of Pelasgian origin.

In Samothrace there were also Corybantic rites of Hecate.

These were performed in the Zerynthian cave, 110 from which Apollo and Artemis derived an epithet. 111 The sacrifice of dogs to Hecate held a prominent place in these mysteries. This sacrificial rite is so infrequent in Greek religion that it commands special attention wherever it is found. The Corybantic rites of Samothrace show that Hecate of this place was closely akin to the goddess of the same name, who was worshipped with Zeus Panamerius at Lagina in Caria, the chief centre of her cult in Asia Minor. 112 Strabo 113 classes her cult as Phrygian-Thracian. Farnell 114 comments on the close connection between Artemis Pheraea of Thessaly and this Hecate and suggests Thrace as the home of the cult. Some supporting evidence for this opinion may be obtained by comparing with the statement that dogs were offered to Hecate in Samothrace a remark of Sextus Empiricus, 115 that the Thracians used this animal for food.

In Lemnos there were similar Corybantic rites in honour of Bendis, who is thus brought into relationship with Samothracian Cybele and her reflex Hecate, as well as with Cretan Rhea. 116 This “Great Goddess” of Lemnos is Thracian Bendis, the fierce huntress of the two spears and the double worship, “of the heavens and of the earth,” who received human sacrifice in her own country. 117 She entered the Greek pantheon as Thracian Artemis, closely allied to Cybele and Hecate. She has a counterpart in Φωσφόρος, from whom the Thracian Bosphorus was named, a goddess in whose rites the torch has a conspicuous place. 118

Thus a long list may be made out of female deities who show the general characteristics of Phrygian Cybele: the Lydian Mother, Cybebe or Cybele; Rhea of Crete; Hecate of Samothrace and Lagina; Bendis of Thrace and Lemnos; Cappadocian Mâ; 119 Britomartis, or Dictynna, of Crete, who is Aphaea at Aegina; 120 the Syrian goddess of Hierapolis; 121 several forms of Artemis,–of the Tauric Chersonese, of Brauron, of Laodicea 122 of Ephesus, 123 Artemis-Aphrodite of Persia. 124 The conception common to all these is that of a nature-goddess, whose rites are orgiastic, and whose protection, as that of a woman-warrior, is claimed for the state. It is probably correct to assume that Artemis Tauropolos, to whom Diodorus 125 says that the Amazons offered sacrifice, is a form of Cybele, presumably Tauric Artemis. Therefore this name should be added to the list. It deserves special prominence, because the Amazons are shown to have been her votaries. In connection with Aphrodite, who, like Artemis, although less frequently, was identified with the Mother, Arnobius 126 relates that in a frenzy of devotion to this deity the daughter of a Gallus cut off her breasts, a story strikingly reminiscent of the tradition of single-breasted Amazons, and also suggestive of the fact  that there were Galli in certain forms of Aphrodite’s worship. 127

The cult of Cybele seems to have been an indigenous religion in Phrygia and Lydia, 128 duplicated in almost all its essential details by that of Cretan Rhea. Since the Cretan rites of the Mother, in all probability, belonged originally to the Eteocretan population of the island, a non-Hellenic folk apparently, who seem to have been akin to the Asiatic folk not far away, 129 Rhea-Cybele may fairly be regarded as the deity of a common stock in Crete, Phrygia, and Lydia. From the circumstance that the double-axe is a religious symbol which occurs frequently wherever there are remains of the pre-Hellenic, or “Minoan,” civilisation of Crete and of that thence derived, the “Mycenaean,” and from the fact that in historic times this appears as the regular symbol of various forms of the Asiatic Mother, 130 there is ground for the inference that the stock with whom the worship of Rhea-Cybele was deeply rooted was that which predominated in Crete and the other lands where the same brilliant culture flourished before the rise of the Hellenic states. It is to be noted that the battle-axe of the Amazons is this very weapon, but the point may not be pressed in this context. Herodotus, it has been seen, asserted out of his knowledge as an initiate, that the mysteries of Samothrace were of Pelasgic origin. He undoubtedly conceived of the Pelasgians as a non-Hellenic race who preceded the Hellenes in the occupation of Greece, and therefore we must interpret his remarks about the Cabiria as meaning that these rites were instituted by a pre-Hellenic people. 132 It is tempting to identify this people with the pre-Ionic inhabitants of Samos, who, according to Pausanias, 133 settled Samothrace. Thus the worshippers of Cybele in Samothrace would be shown to be akin to the stock who honoured her in Crete, 134 Lydia, and Phrygia.

This Mother, whose worship was widely spread under her own name and many others, was revered by the Amazons in the primitive baetylic form of the rites of Pessinus; as Mother of the Gods in Samothrace, where she was identified both with Cabiric Demeter and with Hecate; as Artemis Tauropolos, or the Tauric Virgin, who was probably a goddess of the Thracians. 135


Footnotes

17:65 Livy, 29. 10, 11.

17:66 Apollon. Argon. 2. 1172-1177. Because of its resemblance to the Black Stone of Pessinus, it seems impossible to interpret the stone mentioned by Apollonius otherwise than as the symbol of Cybele, although it was placed in a temple of Ares. For the view that it represented Ares v. H. de La Ville do Mirmont, La Mythologie et les Dieux dans les Argonautiques et dans l’Énéide, Paris, 1894, p. 569. V. infra, n. 346.

17:67 Diod. Sic. 3. 55.

18:68 Apollod. 3. 12; Diod. Sic. 4.

18:69 Strabo, 10. pp. 469, 472; 12. p. 567. Cf. Hor. Carm. 1. 16, 5; Catull. Atys, 63.

18:70 Diod. Sic. 5. 64.

18:71 Hyg. Poet. 2. 4.

19:72 Strabo, 10. pp. 469, 572; 12. p. 567; 14. pp. 640-641; Diod. Sic. 3. 58; Mar. Par. ap. C. Müller, Fr. 1. 544; Ovid, Fasti, 1. 237, 363; Plin. N. H. 5. 147; 11. 261; 31. 9; 35. 165; Catull. Atys. Cf.Anthol. Pal. 7. 217-220.

19:73 Paus. 7. 17, 10-12.

19:74 Strabo (12. p. 567) says that Cretan Rhea received the name Agdistis at Pessinus, and that on Mt. Agdistis near this city the tomb of Atys was shown. Cf. Paus. 1. 4, 5.

19:75 Paus. 7. 17, 9-10.

19:76 For a complete treatise on Atys cf. Frazer, Attis, Adonis: Osiris, in Golden Bough, Part 4.

19:77 The idea was revolting to the Greeks. Cf. Herod. 3. 48; 8. 105; Aristot. Polit. 5. 8, 12. The practice was common among the Phrygians and other Asiatics of ancient times. With Herod. S. 105 cf. Soph. Fr. from Troilus ap. Pollux, 10. 165. As a religious detail it belonged to the rites of Artemis at p. 20 Ephesus, to those of Zeus and Hecate at Lagina in Caria, to those of Aphrodite at Bambyce, or Hierapolis, in Syria. In each of these instances the deity partakes in some measure of the characteristics of Cybele. Cf. Farnell, Cults of the Greek States, 2. pp. 506 ff., p. 590.

20:78 Hesiod. Theog. 161; Schol. Ap. Rh. 1129 (quoting Phoronis); Strabo, 10. p. 472.

20:79 The story of the overthrow of Uranus belongs to the Hesiodic theogony (Hes. Theog. 160, 182). It has a counterpart in the later Orphic theogony, in the story of the overthrow of Cronus by Zeus. Both myths centre about the Dictaean Cave in Crete. The worship of Dictaean Zeus seems to have belonged to the Eteocretans (Strabo, 10. p. 478).

20:80 Lucr. De Rerum Natura, 2. 600-640.

20:81 Catull. Atys, ad finem.

21:82 Photius and Suidas s.v. μητραγύρτης. These priests find a strikingly exact counterpart in the howling dervishes of Mohammedanism. In fact, many close parallels to the worship of the Great Mother may be met in the Orient to-day. The word Cybebus is evidently the masculine form of the name of the goddess, given by Herodotus as Κυβήβη (Herod. 5. 102).

21:83 Juv. Sat. 6. 512 ff.

21:84 The two deities were so completely blended into one that even in early Greek writings it was needless to discriminate between them. Cf. the complete identification of Rhea with Cybele in the HomericHymn to the Mother of the Gods (14).

21:85 Paus. 8. 37, 6.

21:86 The Κουρήτων and Κοβυβάντων γένεσις of Epimenides, referred to in Strabo, 10. p. 474, and Diog. Laert. 1. 10.

22:87 In the course of excavations at Palaikastro in Crete a hymn of the Curetes was discovered, which is dated about 300 B.C. The hymn is discussed in three papers, British School Annual, 15 (1908-09): (1) Miss J. E. Harrison (pp. 308-338), “The Kouretes and Zeus Kouros: A Study in Pre-historic Sociology”; (2) R. C. Bosanquet (pp. 339-356), Text of the Hymn and certain religious aspects, “The Cult of Diktaean Zeus” and “The Cult of the Kouretes”; (3) Gilbert Murray (pp. 356-365), Restored Text, Translation, and Commentary. Miss Harrison’s study is under these headings: “1. The Kouretes as Δαίμονες and Πρόπολοι; 2. The Kouretes as Magicians, as Μάντεις and Metallurgists; 3. The Kouretes as armed Ὀρχηστῆρες; 4. The Kouretes as Φύλακες andΠαιδοτρόφοι; 5. Zagreus and the Thunder-Rites; 6. The Kouros as Year-God; 7. The Kouretes as Ὀργιοφάνται.” The three articles form a very valuable contribution to the study of orgiastic cults and kindred subjects.

22:88 Farnell speaks with certainty (op. cit. 2. p. 306) of the primitive warlike character of Cybele.

22:89 Hesiod. Theog. 452, 487; Apollod. 1. 1, 6. The Orphic theogony connects the shouts of the Curetes and the clashing of their shields with the story of the overthrow of Cronus by Zeus. Cf. Lobeck,Aglaoph. p. 519; Hermann, Orphica, 6. p. 456.

22:90 Paus. 5. 7, 6. The scholiast on the passage says that they were ten in number. Paus. gives the same names for the five, 5. 14, 7.

23:91 Paus. 10. 38, 7.

23:92 On Idas and Lynceus cf. Pind. Nem. 10. 55-90; Paus. 4. 3, 1.

23:93 Hes. Theog. 970; Verg. Aen. 3. 168.

23:94 Paus. 5. 7, 6; 5. 14, 9.

23:95 Paus. 9. 27, 6-8.

23:96 Diod. Sic. 5. 154; Hes. Theog. 970.

23:97 Herod. 2. 51.

23:98 Herod. 3. 37.

23:99 Cf. Journ. Hellen. Studies, 13. pl. 4; Athenische Mitteilungen (1888), pl. 9-12.

24:100 Paus. 9. 25, 5-6.

24:101 Welcker, Aeschyl. Trilogie, pp. 161-211. He connects the word with καίειν.

24:102 Pindar, Isth. 6. 3.

24:103 Cf. Homeric Hymn, 14. 3-4.

24:104 On the Phrygian character of the music used in the worship of Dionysus, cf. Aristot. Polit. 8. 7, 9. Euripides in the Bacchae completely identifies the rites of Dionysus with the Phrygian worship of the Mother. Cf. especially lines 58 ff. Euripides in the Helena, 1320 ff., assigns to Demeter all the attributes of Rhea. Apollodorus tells (3. 5, 1) that Dionysus, driven mad by Hera, was cured by Rhea at Cybela in Phrygia, and that he received from her woman’s attire.

25:105 On the worship of Cybele in Lydia cf. Herod. 5. 102; Paus. 7. 17, 9-10. An epitaph by Callimachus (Epigram. 42, p. 308, ed. Ernst) illustrates the general resemblance of one orgiastic cult to another. This tells of a priestess who had served Demeter of Eleusis, the Cabiri, and, finally, Cybele. Cf. also the history of the Metroüm at Athens, which was in earlier times a temple of Eleusinian Demeter (Arrian, A. O; Hesych. s.v. Εὑδάνεμος; Dion. Hal. Dein. 11. p. 658, 3), but served later as temple of the Mother of the Gods, of whom Phidias, or Agoracritus, made the statue with tympanum and lions as attributes (Arrian, Peripl. 9; Paus. 1. 3, 5; Plin. N. H. 36. 17; Aesch. 1. 60; Diog. Laert. 6. 2, 3; Epistol. Gr. p. 239; Photius and Suidas s. v. μητραγύρτης.

25:106 Diod. Sic. 3. 55.

25:107 Kern holds (Arch. Anz. 1893, p. 130) that in the statement of Diodorus there is no proved connection between the Amazons and the mysteries of Samothrace.

25:108 Paus. 7. 4, 3.

25:109 Cf. ch. III on Ephesian Artemis.

26:110 Schol. Aristoph. Pax, 276.

26:111 Ovid, Trist. 1, el. 9. 19; Liv. 38. 41.

26:112 V. supra, n. .

26:113 Strabo, p. 473. Cf. rites of Artemis-Hecate, Orph. Argon. 905.

26:114 Farnell, op. cit. 2. pp. 504 ff.

26:115 Sext. Empir. (Bekker), 174.

26:116 Strabo, p. 466: ὤστε καὶ τὰ ἱερὰ τρόπον τινὰ κοινοποιεῖσθαι ταῦτά τε (referring to the Corybantic rites Of Crete) καὶ τῶν Σαμοθρᾴκων καὶ τὰ ἐν Λήμνῳ.

26:117 Hesych. s.v. Δίλογχος.

26:118 Schol. Plato, Republic, 327. Cf. Mommsen, Heort. p. 488.

27:119 An inscription from Byzantium (Mordtmann u. Déthier, Epig. v. Byz. Taf. 6-8) reads: Μηρτὶ Θεῶν Μᾶ Cf. Steph. Byz. s.v. Μάσταυρα; Strabo, pp. 535, 537; Paus. 3. 16, 8; Dio Cass. 36B. Cf.article by J. H. Wright, Harv. Studies in Class. Philol. 6. 64, on the worship of Mâ; Μήν.

27:120 Paus. 2. 30, 3.

27:121 Pseudo-Lucian, De Dea Syria. The torch belonged to her festival (op. cit. 49).

27:122 Pausanias (3. 16, 8) identifies Artemis Taurica, Artemis Brauronia, and the goddess of Laodicea in Syria. He also says that the original image of this cult was claimed by the Laodiceans, the Cappadocians, the neighbours of the latter on the borders of the Euxine, the Lydians–who called it Anaiitis–, the Spartans–who called it Orthia.

27:123 Cf. ch. III, Ephesian Artemis.

27:124 Paus. 7. 6, 6.

27:125 Diod. Sic. 2. 46.

27:126 Arnob. Adv. Nat. 5. 7.

28:127 This comes out strongly in the rites at Bambyce. V. supra, n. .

28:128 Cf. Strabo, 10. pp. 469, 472; 12. p. 567, wherein the names associated with the cult are traced to Phrygian localities. Diod. Sic. (3. 58) derives the name of the goddess from a place in Phrygia. On Cybele in Lydia cf. Herod. 5. 102; Paus. 7. 17, 9-10.

28:129 Strabo, 10. p. 478. V. supra, n. .

28:130 Klügmann, op. cit. p. 529.

28:131 Herod. 2. 51.

29:132 For the views of Herodotus on the Pelasgi cf. 2. 56-58; 7. 94: 8. 44. J. L. Myres has an important article, “The History of the Pelasgian Theory,” in Journ. Hellen. Studies, 27 (1907).

29:133 Paus. 7. 4, 3.

29:134 The central point of the mysteries of Samothrace seems to have been the worship of Demeter as the mother of Plutus. It is interesting to note that this son was born in Crete (Hes. Theog. 970).

29:135 Cf. Herod. 4. 103 and the conception of the goddess on which Euripides builds his Iphigeneia among the Taurians. Possibly the word Ταυρόπολος is to be connected with Taurobolium, the mystic baptism in blood, which was originally connected with Syrian cults, especially with that of Mithras. In the first half of the second century A.D. it was introduced at Rome as a feature of the worship of Magna Mater. On the Taurobolia and the similar Criobolia cf. Prudent. Peristeph. 10. 1011-1050.

 

(TO BE CONTINUED)

BY

FLORENCE MARY BENNETT
New York, Columbia University Press  [1912]
Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , | Leave a comment