Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ KAI Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ (A)


α΄. Ένα βιο-κοινωνικο-πολιτικό φαινόμενο.

Η γλώσσα είναι κυρίως κοινωνικό φαινόμενο, προϋποθέτει την κοινωνία και δεν και δεν είναι δυνατό να υπάρξει ξεχωριστά και έξω από αυτή. Βέβαια η βιολογική κατασκευή του ανθρώπινου όντος είναι εκείνη που το κάνει να γεννιέται με τη δυνατότητα να αναπτύξει την ικανότητα για ομιλία, και κυρίως ο εγκέφαλός του. Για να μιληθεί όμως και να παραχθεί κάποια γλώσσα χρειάζεται να υπάρχουν δύο τουλάχιστο άνθρωποι· ασφαλώς ο Ροβινσόνας Κρούσος δε θα μπορούσε ποτέ να δημιουργήσει γλώσσα ολομόναχος πάνω στο νησί του. Άλλωστε και για ποιο λόγο; Για να μιλάει μόνος του με τον εαυτό του; Χωρίς την κοινωνία του ο άνθρωπος από βιολογική πλευρά θα ήταν ικανός μόνο να βγάζει άναρθρες κραυγές, για να εκφράζει τα συναισθήματά του σε γενικές γραμμές, χωρίς φυσικά τον πλούτο των νοηματικών αποχρώσεων και των αφηρημένων σκέψεων που η γλώσσα του δίνει τη δυνατότητα να αναπτύξει.

Κάθε ανθρώπινο σύνολο λοιπόν, μικρό ή μεγάλο, έχει τη γλώσσα του, η οποία είναι τελείως ικανή να εκφράσει τις ανάγκες του. Η Γλωσσολογία δε δέχεται ότι κάποια γλώσσα είναι περισσότερο ή λιγότερο τέλεια, ανώτερη ή κατώτερη, με την έννοια ότι μπορεί να εκφράσει ή όχι κάποιες σημασίες. Κάθε γλώσσα, από τη στιγμή που μιλιέται, είναι παντελώς τέλεια και αποτελείται από τέσσερα συστήματα ή επίπεδα: α) το φωνητικό-φωνολογικό, β) το μορφολογικό, γ) το συντακτικό και δ) το σημασιολογικό. Η γλώσσα ανταποκρίνεται πάντα και πλήρως στις πολιτιστικές ανάγκες της ανθρώπινης κοινότητας που την έχει δημιουργήσει και είναι τελείως δευτερεύον αν γράφεται κιόλας ή αν είναι μόνο προφορική. Αν το πολιτιστικό επίπεδο κάποιας ανθρώπινης κοινότητας δεν είναι ψηλό και η γλώσσα του δεν έχει εκείνες τις λέξεις που εκφράζουν τις αντίστοιχες υψηλές έννοιες, αυτό δε σημαίνει πως η γλώσσα αυτή είναι λιγότερο αναπτυγμένη και κατώτερη από κάποια άλλη που έχει αναπτύξει τις έννοιες και έχει κατασκευάσει ή δανεισθεί τις αντίστοιχες λέξεις. Το πολιτιστικό επίπεδο κάποιας ανθρώπινης κοινότητας μπορεί να είναι ή να χαρακτηρισθεί σαν πιο χαμηλό από εκείνο κάποιας άλλης ανθρώπινης κοινότητας· ποτέ όμως η γλώσσα του· εκείνη, όπως και κάθε άλλη γλώσσα, θα διαθέτει πάντα τα τέσσερα συστήματα, για τα οποία μιλήσαμε, και γι’ αυτό η Γλωσσολογία θεωρεί ότι όλες οι γλώσσες είναι το ίδιο αναπτυγμένες. Έτσι μόλις το πολιτιστικό επίπεδο ανέβει, η γλώσσα θα αναπτύξει και τις λέξεις-όρους για να εκφράσει τις καινούργιες πολιτιστικές έννοιες ή θα τις πάρει έτοιμες, θα τις δανειστεί, από κάποια άλλη γλώσσα η κοινότητα της οποίας έχει αναπτύξει τις πολιτιστικές έννοιες και η γλώσσα απλώς τις έχει εκφράσει. Τα δάνεια ανάμεσα στις γλώσσες είναι κάτι το πολύ συνηθισμένο και συμβαίνουν κυρίως στο σημασιολογικό επίπεδο, πολύ σπάνια στο συντακτικό και στο μορφολογικό και δεν είναι δυνατό να υπάρξουν ή να διαπιστωθούν δάνεια ανάμεσα στις γλώσσες στο φωνητικό-φωνολογικό επίπεδο (1), αν και αυτό ακόμα είναι δυνατό να τροποποιηθεί με το πέρασμα του χρόνου και την αλληλεπίδραση των πολιτισμών.

Η γλώσσα λοιπόν σα φαινόμενο της ανθρώπινης κοινωνίας εκφράζει πάντα και την ιδεολογία της κοινωνίας που την παρήγαγε. Κάθε γλώσσα είναι ιδεολογικός φορέας και επειδή, κατά βάση, δεν υπάρχουν παρά δύο μόνο ιδεολογίες, η γυναικοκρατική και η πατριαρχική, θα προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε την επίδραση της γυναικοκρατικής ιδεολογίας στη γλώσσα και στη συνέχεια την επίδραση της πατριαρχικής ιδεολογίας, που πάει να πει πως θα προσπαθήσουμε να διαπιστώσουμε τη διαμάχη των δύο φύλων στη γλώσσα. Και επειδή θεωρούμε πως η Δημοκρατία είναι κόρη της Γυναικοκρατίας, ενώ η Πατριαρχία γέννησε τη Μοναρχία και την Ολιγαρχία, θα δούμε την επίδραση του δημοκρατικού πολιτεύματος στην ελληνική γλώσσα και την επίδραση των μη δημοκρατικών πολιτευμάτων σ’ άλλες γλώσσες παρμένες στην τύχη, αφού ξανασκεφθούμε πρώτα πως το φώνημα -φθόγγο το ονόμασαν οι Αλεξανδρινοί- ήταν ελληνική ανακάλυψη και εμφανίστηκε μονάχα στον Ελληνικό Πολιτισμό, ο οποίος και του έδωσε τη γραφική του μορφή, το γράμμα (2).

β΄. Η διακινητικότητα των όρων της ελληνικής πρότασης.

Η επικοινωνιακή λειτουργία είναι η πιο σημαντική από τις λειτουργίες της γλώσσας· είναι η λειτουργία με την οποία εκφράζεται μια ιδέα, δίνονται οι πληροφορίες, αγγέλλεται ένα μήνυμα. Έτσι μια σειρά από λέξεις, ένα σύνολο λέξεων μιας φυσικής γλώσσας, είναι δυνατό να θεωρηθεί πρόταση της γλώσσας αυτής, αν εκφράζει κάποιο μήνυμα (3), δίνει κάποια πληροφορία, εμπεριέχει κάποιο νόημα αντιληπτό από τους χρήστες της γλώσσας αυτής, και δεν έχει συντακτικά λάθη (σολοικισμούς) ή λεκτικά λάθη (βαρβαρισμούς).

Για τις γλώσσες με περιορισμένη κλιτότητα, ο συντακτικός ρόλος των ονομάτων καθορίζεται συνήθως από τη θέση τους στη πρόταση. Έτσι στα γαλλικά, στα αγγλικά και σ’ άλλες γλώσσες (4) η πτώση-υποκείμενο, η ονομαστική, δίνεται από τη θέση.

J΄écris des lettres. I write letters. (Γράφω γράμματα)

Jean écrit des lettres. John writes letters. (Ο Γιάννης γράφει γράμματα.)

Η κανονική σειρά των λέξεων στην αγγλική και τη γαλλική πρόταση είναι: υποκείμενο-ρήμα-αντικείμενο (ΥΡΑ) (5). Αυτή η θεμελιώδης ιδιότητα της αγγλικής γλώσσας οδήγησε τους αγγλόφωνους να χάσουν -ή να μη δημιουργήσουν ποτέ- την έννοια της πτώσης, έννοια την οποία βρίσκουμε σε απομεινάρια -ή σε διστακτική προσπάθεια εκπροσώπησής της- μόνο στο αντωνυμικό σύστημα της γλώσσας.

Η απώλεια -ή μη δημιουργία- πτωτικού συστήματος στα αγγλικά οδήγησε τον Νόαμ Τσόμσκι (τον οποίο ακολούθησαν και οι αγγλόφωνοι γλωσσολόγοι γενικά αλλά και πολλοί από εκείνους των οποίων η γλώσσα παρουσιάζει την ίδια ιδιαιτερότητα) να πιστέψει πως το σχήμα ΥΡΑ είναι μια «βαθειά δομή» για κάθε γλώσσα, και στη συνέχεια να εκπονήσει τη θεωρία των «βαθειών δομών» και των «δομών επιφάνειας», οι οποίες έχουν σα γενεσιουργό αιτία τη δομή του ανθρώπινου εγκέφαλου. Κατά τον Τσόμσκι, οι δομές βάθους και οι δομές επιφάνειας είναι έμφυτες στο ανθρώπινο ον, όπως η ικανότητα της ομιλίας.

Δε συμβαίνει αυτό στη δομή της ελληνικής πρότασης· δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί σα βασική με την έννοια ότι ανατρέχουμε συνειδητά ή υποσυνείδητα σ’ αυτή κάθε φορά που μιλάμε ή γράφουμε. Βέβαια κάποια δομή της ελληνικής πρότασης μπορεί να είναι στατιστικά πιο συχνή και γι’ αυτό το λόγο είναι και συναισθηματικά πιο ουδέτερη· ποτέ όμως δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί βασική. Και καμιά, φυσικά, μορφή της ελληνικής πρότασης δε στάθηκε ποτέ τόσο συχνή, ώστε να θεωρηθεί πρωταρχικής σημασίας. Στις γλώσσες με πλούσια κλιτότητα οι συντακτικοί όροι ή -πιο σωστά- τα συντακτικά λεκτικά σύνολα και ιδιαίτερα εκείνα που δεν παίζουν το ρόλο του αντικειμένου μπορούν να υποστούν οποιαδήποτε διακίνηση μέσα στην πρόταση. Στις γλώσσες αυτές η διακινητικότητα οφείλεται στη αντίθεση ονομαστική-αιτιατική, η οποία εκφράζει την αντίθεση υποκείμενο-αντικείμενο. Δηλαδή από τη μια μεριά ξεχωριστές καταλήξεις εκφράζουν την κύρια αντίθεση: ρήμα-όνομα -και γενικότερα πτωτικό (6)- και από την άλλη οι πτωτικές καταλήξεις εκφράζουν τη δευτερεύουσα αντίθεση: ονομαστική-αιτιατική. Η πρώτη αντίθεση δίνει τη δυνατότητα στους κύριους όρους της πρότασης, υποκείμενο (Υ) και ρήμα (Ρ), να εναλλαχθούν και να έχουμε το σχήμα ΥΡ ή ΡΥ, χωρίς αλλοίωση της επικοινωνιακής-αναφορικής λειτουργίας της γλώσσας. Η δεύτερη αντίθεση επιτρέπει τη διακίνηση του αντικειμένου, το σχήμα ΥΡΑ δεν είναι πια το μοναδικό και από κει και πέρα, αφού οι κύριοι όροι της πρότασης, το υποκείμενο και το ρήμα, και ο πρώτος από τους δευτερεύοντες, το αντικείμενο, διαθέτουν τέτοια διακινητικότητα, οι άλλοι όροι συμμορφώνονται σ’ αυτή την ελευθερία. Κι ακόμα μπορούμε να διαπιστώσουμε πως οι δευτερεύοντες όροι, εκτός από το αντικείμενο, έχουν σημαντική διακινητικότητα και στις γλώσσες με περιορισμένο κλιτικό σύστημα:

Yesterday I went to the cinema // I went yesterday to the cinema //

I went to the cinema yesterday.

Από τις γλώσσες που έχει επικρατήσει να τις αποκαλούμε Ινδο-Ευρωπαϊκες (Ι.Ε.) η ελληνική, τόσο η αρχαία όσο και η νέα, μια και διαθέτουν πλούσιο κλιτικό σύστημα, παρουσιάζουν και μεγάλη ελευθερία στη σειρά των λέξεων γενικά και ειδικότερα στη σειρά των λεκτικών-συντακτικών συνόλων. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσέας στο έργο του «Περὶ συνθέσεως ὀνομάτων» και ιδιαίτερα στα κεφάλαια Γ’ – Ε’ κάνει σαφές ότι η σειρά των λέξεων στην ελληνική πρόταση δεν είναι αυστηρή και σταθερή και κάθε συγγραφέας έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει την ιδιότητα αυτή της ελληνικής πρότασης και να δημιουργήσει ύφος προσωπικό· στη διαφορετική άλλωστε χρήση αυτής της ιδιότητας, κατά τον Αλικαρνασσέα, οφείλεται και η διαφορετική ποιότητα των συγγραφέων (7).

Η νεοελληνική δεν έχει την τυπολογική πτωτική ποικιλία της αρχαίας. Παρ’ όλα αυτά όμως, οι λέξεις, οι όροι, τα λεκτικά-συντακτικά σύνολα, έχουν την ίδια -αν όχι μεγαλύτερη- διακινητικότητα με την αρχαία και τούτο οφείλεται στο ότι η έννοια των πτώσεων έχει διατηρηθεί, για τους ίδιους πολιτικο-κοινωνικούς λόγους για τους οποίους και αναπτύχθηκε.

Είναι λοιπόν η σειρά των όρων της πρότασης ελεύθερη στη νεο-ελληνική. Επειδή όμως οι περισσότερες συντακτικές σχέσεις εκφράζονται με εμπρόθετες εκφράσεις στη νεο-ελληνική, μια και η τελευταία έχει περιορίσει σημαντικά την κληρονομημένη από την αρχαία πολυτυπία στα πτωτικά κυρίως (και στο ρήμα, κατά δεύτερο λόγο), είναι πιο σωστό να μη μιλάμε πια για συντακτικούς όρους της πρότασης, όπως άλλωστε το έχουμε ήδη κάνει πιο πάνω, αλλά για λεκτικά-συντακτικά σύνολα· πιο απλά, για λεκτικά σύνολα. Και πριν συνεχίσουμε θα πρέπει ίσως να θυμηθούμε τι είναι ακριβώς τα λεκτικά σύνολα, χάρη στη διακινητικότητα των οποίων η πρόταση μπορεί να πάρει πολλές μορφές, χωρίς το κύριο νόημα, που βασίζεται στην επικοινωνιακή-αναφορική-γνωστική λειτουργία της γλώσσας, να πάθει κάποια αλλοίωση.

Λεκτικό σύνολο στη σύνταξη δε μπορούμε να χαρακτηρίσουμε οποιοδήποτε σύνολο λέξεων αλλά μόνο εκείνο που εκπληρώνει τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) να είναι δυνατό να αντικατασταθεί από άλλα λεκτικά σύνολα ή απλές λέξεις που είναι δυνατό να καταταχθούν στον κάθετο-παραδειγματικό γλωσσολογικό άξονα· και

β) να εκφράζουν οι λέξεις που το αποτελούν ενιαίο νόημα.

Το λεκτικό σύνολο (ΛΣ) μπορεί να υποστεί οποιαδήποτε διακίνηση πάνω στον οριζόντιο-συντακτικό άξονα. Με τη διακίνηση αυτή η πρόταση αλλάζει μορφή.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την πρόταση:

Η Ελένη θα έρθει σήμερα.

Χωρίζεται σε τρία σύνολα: α) η Ελένη, β) θα έρθει και γ) σήμερα. Οι μορφές που μπορεί να πάρει η πρόταση αυτή είναι:

1) Η Ελένη θα έρθει σήμερα.

2) Η Ελένη σήμερα θα έρθει.

3) Θα έρθει η Ελένη σήμερα.

4) Θα έρθει σήμερα η Ελένη.

5) Σήμερα η Ελένη θα έρθει.

6) Σήμερα θα έρθει η Ελένη.

Αν η πρόταση επαυξηθεί με ένα ακόμη σύνολο ή λέξη, για παράδειγμα, το επίρρημα: δ) γρήγορα τότε οι δυνατές μορφές της θα είναι:

1) Η Ελένη θα έρθει σήμερα γρήγορα.

2) Η Ελένη θα έρθει γρήγορα σήμερα.

3) Η Ελένη γρήγορα θα έρθει σήμερα.

4) Η Ελένη σήμερα θα έρθει γρήγορα.

5) Η Ελένη σήμερα γρήγορα θα έρθει.

6) Η Ελένη γρήγορα σήμερα θα έρθει.

7) Θα έρθει η Ελένη σήμερα γρήγορα.

8) Θα έρθει η Ελένη γρήγορα σήμερα.

9) Θα έρθει γρήγορα η Ελένη σήμερα.

10) Θα έρθει σήμερα η Ελένη γρήγορα.

11) Θα έρθει σήμερα γρήγορα η Ελένη.

12) Θα έρθει γρήγορα σήμερα η Ελένη.

13) Σήμερα η Ελένη γρήγορα θα έρθει.

14) Σήμερα γρήγορα η Ελένη θα έρθει.

15) Σήμερα η Ελένη θα έρθει γρήγορα.

16) Σήμερα θα έρθει η Ελένη γρήγορα.

17) Σήμερα θα έρθει γρήγορα η Ελένη.

18) Σήμερα γρήγορα θα έρθει η Ελένη.

19) Γρήγορα η Ελένη θα έρθει σήμερα.

20) Γρήγορα η Ελένη σήμερα θα έρθει.

21) Γρήγορα θα έρθει η Ελένη σήμερα.

22) Γρήγορα θα έρθει σήμερα η Ελένη.

23) Γρήγορα σήμερα η Ελένη θα έρθει.

24) Γρήγορα σήμερα θα έρθει η Ελένη.

Είναι αλήθεια πως κάποιες από τις 24 αυτές μορφές της πρότασης ηχούν παράξενα στ’ αυτιά μας, κανείς όμως δε θα μπορέσει να πείσει κανένα πως είναι σόλοικες, δηλαδή πως συντακτικά δε στέκουν, ούτε ότι νοηματικά υστερούν.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΟΝΤΟΥ

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Έτσι η λατινική έχει δανεισθεί πλήθος λέξεων από την αρχαία ελληνική και οι ευρωπαϊκές γλώσσες έχουν δανεισθεί πλήθος λέξεων από την ελληνική, είτε μέσω της λατινικής, είτε κατ’ ευθεία από την ελληνική, σε χρόνους μεταγενέστερους, και για να εκφράσουν όρους της σύγχρονης επιστήμης, τεχνολογίας κ.λπ. Φυσικά και η ελληνική έχει δανεισθεί αρκετές λέξεις, τόσο από τη λατινική όσο και από άλλες γλώσσες κατά τη διάρκεια της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους.

2. Να θυμίσουμε πως, ενώ ιδεογράμματα (δηλαδή απεικονίσεις αντικειμένων, ιδεών, εννοιών, η πρώτη μορφή γραφής) και συλλαβογράμματα, (δηλαδή απεικονίσεις συλλαβών, σύμφωνο+φωνήεν, η δεύτερη μορφή γραφής) έχουν βρεθεί και σε άλλους πολιτισμούς, γράμματα (δηλαδή απεικονίσεις φθόγγων-φωνημάτων συμφώνων ή φωνηέντων, η τρίτη και αποτελεσματικότερη μορφή γραφής) μόνο στον ελληνικό πολιτισμό έχει παρουσιασθεί.

3. Σαν πρόταση μιας γλώσσας δε μπορούμε να δεχτούμε μια σειρά από λέξεις της γλώσσας αυτής που δεν εκφράζουν κάποιο νόημα, όπως δε μπορούμε να θεωρήσουμε σα λέξη ένα σύνολο φωνημάτων της γλώσσας που δε σημαίνουν τίποτα. Παρ’ όλ’ αυτά ο αμερικανός μαθηματικός-γλωσσολόγος Νόαμ Τσόμσκι (Noam Chomsky) προσπάθησε να αποσυνδέσει τη σύνταξη από τη σημασία και θεώρησε πως μια φράση είναι γραμματικά σωστή αρκεί να τηρείται η σύνταξη, αδιαφορώντας για τη σημασία. Έτσι έφτιαξε την περίφημη φράση του :

«Colorless green ideas sleep furiously.»

(Άχρωμες πράσινες ιδέες κοιμούνται μανιωδώς.)

4. Αναφερόμαστε κυρίως στις λεγόμενες Ιαπετικές ή Ινδο-Ευρωπαϊκές (Ι.Ε.) γλώσσες, μια και οι γνώσεις μας για τις μη-Ι.Ε. γλώσσες είναι πολύ ανεπαρκείς. Να σημειώσουμε εδώ πως ο όρος Ινδο-Ευρωπαϊκές γλώσσες είναι τελείως συμβατικός, χωρίς να ανταποκρίνεται σε κάποια πραγματικότητα.

5. Με τον όρο «πτωτικό» εννοούμε, φυσικά, κάθε μέρος του λόγου που, στην ελληνική, σχηματίζει πτώσεις, δηλαδή το άρθρο, το όνομα (ουσιαστικό, επίθετο), την αντωνυμία και τη μετοχή. Ο όρος για την αγγλική ή άλλες γλώσσες χρησιμοποιείται καταχρηστικά, γιατί από όλα αυτά τα μέρη του λόγου μόνο ορισμένες προσωπικές αντωνυμίες διαθέτουν τύπους ιδιαίτερους για κάποιες πτώσεις. Δες και πιο πάνω σημ. 8.

6. Η νέα ελληνική έχει, από άποψη έννοιας, πέντε πτώσεις: ονομαστική, γενική, δοτική, αιτιατική, κλητική. Αυτές όμως οι πέντε πτώσεις αποδίδονται συνήθως με δύο τύπους. Για παράδειγμα. Στη λέξη πατέρας υπάρχει ένας τύπος που εκφέρει την ονομαστική και όλες οι άλλες πτώσεις εκφέρονται με τον ίδιο τύπο, ενώ η διαφοροποίηση της έννοιας αφήνεται στο άρθρο ή στα συμφραζόμενα. Το τελευταίο δεν υπάρχει στην κλητική και στη δοτική διαφοροποιείται με τη βοήθεια της πρόθεσης σε: ο πατέρας, του πατέρα, στον πατέρα, τον πατέρα, πατέρα. Η δοτική εκφέρεται συχνά, ή και διαζευτικά και με τον τύπο της απρόθετης γενικής ή της απρόθετης αιτιατικής: Είπα στη Δανάη.- Είπα της Δανάης. Του είπα.- Τον είπα.- Τους είπα.

Τα αρσενικά σε -ος διατηρούν βέβαια πλουσιότερο τυπολογικό σύστημα.Η ελληνική και η λατινική ήταν οι μόνες που διέθεταν ξεχωριστό τύπο για την κλητική πτώση. Την ιδιαιτερότητα αυτή την κληρονόμησε και η νέα ελληνική από την αρχαία στα αρσενικά της σε -ος. Και φυσικά κληρονόμησε και την έννοια της κλητικής σ’ όλα τα ονόματα και τα επίθετα.

7. Διονύσιου Αλικαρνασσέα, Περὶ συνθέσεως ὀνομάτων (Μετάφρ. Γερ. Σπαταλά), Δίφρος, Αθήνα, 1963.

About these ads

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in PHILOLOGIE and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s