ΤΗΝ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ ΜΗΝ ΤΗΝ ΚΛΑΙΣ , ΑΝΘΕΙ Κ ΦΕΡΕΙ ΚΙ ΑΛΛΟΥΣ (IV) – ΟΜΠΡΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑΙ ΦΡΑΤΟΡΙΑΙ ΑΝΑ ΤΗΝ ΣΦΑΙΡΑΝ


( ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ 08/01/12 )

6) Η ρωμαϊκή θεώρησις της ιστορίας έναντι της ευρωπαϊκής και ρωσικής.
Όταν οι Φράγκοι ωνόμασαν τον εν Κωνσταντινουπόλει βασιλέα των Ρωμαίων «αυτοκράτορα των
Γραικών» και έδωσαν τον τίτλον «αυτοκράτωρ των Ρωμαίων» εις τον πρώτον ρήγα των
Τευτονοφράγκων, απήντησαν οι ημέτεροι ότι οι μόνοι Ρωμαίοι είναι οι ανήκοντες εις την
Κωνσταντινούπολιν Νέαν Ρώμην πολίται και ο βασιλεύς αυτών είναι ο μόνος βασιλεύς των
Ρωμαίων70[70]. Αυτή ήτο η γραμμή του έθνους και η βαθεία πεποίθησις αυτού όχι μόνον μέχρι της
αλώσεως αλλά και κατά την τουρκο-κρατίαν. Πάντοτε ως κύριον εθνικόν όνομα είχομεν ως Χριστιανοί
Ορθόδοξοι το Ρωμαίος ή το Ρωμηός μέχρι σήμερον. Ομιλούμεν ρωμαίικα, χορεύομεν ρωμαίικους
χορούς και τραγουδάμε ρωμαίικα τραγούδια71[71].
Ως είναι φυσικόν οι Τευτονοφράγκοι ή Γερμανοί αυτοκράτορες από του Όθωνος του Α’ (936-973) μέχρι
του Φραγκίσκου Α’ της Αυστρίας (1806) λέγονται εις τα ευρωπαϊκά εγχειρίδια «αυτοκράτορες των
Ρωμαίων», ενώ οι πραγματικοί βασιλείς των Ρωμαίων εν Νέα Ρώμη λέγονται «βυζαντινοί
αυτοκράτορες». Παραδόξως όμως το ίδιον ακριβώς συμβαίνει εις τα σχολικά βιβλία της Ελλάδος ως και
εις ελληνικάς εγκυκλοπαίδειας.
Τούτο οφείλεται εις την τεραστίαν επιρροήν ή ίσως και ωργανωμένα σχέδια των Ευρωπαίων και Ρώσων
μέσω των Νεογραικύλων. Το δουλοπρεπές εις την Φραγκιάν και αφελέστατον νεογραικικόν πνεύμα
φαίνεται σαφώς εις το παράδειγμα του Αδαμαντίου Κοραή. Ούτος απορρίπτει ως εθνικόν όνομα το   Ρωμαίος και ισχυρίζεται ότι πρέπει να λεγώμεθα ή Έλληνες ή Γραικοί. Γράφει: «Εν από τα δύο λοιπόν
ταύτα είναι το αληθινόν του έθνους όνομα. Επρόκρινα το Γραικός, επειδή ούτω μας ονομάζουσι και όλα
τα φωτισμένα έθνη της Ευρώπης»72[72]. Απορεί κανείς πώς ο μορφωμένος ούτος ανήρ δεν ήνοιξε
κανένα ευρωπαϊκόν λεξικόν της εποχής του να ίδη ότι το «Γραικός» δια τους συγχρόνους του
Ευρωπαίους εσήμαινεν αιρετικός, κλέπτης, ψεύτης, αγύρτης και απατεών73[73]. Δηλαδή η εμμονή των
Φράγκων εις το να μας ονομάζουν «Γραικούς» αντί Ρωμαίων δεν υπήρξεν απλή άρνησις, αλλ’ απέκτησε
το αποδοθέν όνομα «Γραικός» έντονον υβριστικήν σημασίαν74[74].
Φαίνεται ότι το 1901 το όνομα Έλλην ήτο ακόμη τόσον ασύνηθες εις τον λαόν της τότε Ελλάδος ώστε
να παρακίνηση τον Κωστήν Παλαμάν να γράψη την 12ην Όκτωβρίου άρθρον εις την εφημερίδα
«Άστυ» και να υποστήριξη ότι ο ακραιφνώς δημώδης τύπος του εθνικού ημών ονόματος είναι Ρωμιός
και ένεκα τούτου προτιμητέος του δυσκίνητου ονόματος Έλλην, όπερ θεωρεί δημιούργημα της
επισήμου γλώσσης75[75].
Ούτως υπό την πνευματικήν ηγεμονίαν των Νεογραικών, τύπου Κοραή, εξηφανίσθη η ιστορική
ρωμαίικη διάκρισις μεταξύ Ρωμαίων και Φράγκων και αντικατεστάθη με την φραγκικήν ή ευρωπαϊκήν
διάκρισιν μεταξύ Λατίνων και Γραικών.
Κατά την ρωμαϊκήν άντίληψιν περί ιστορίας συμπεριλαμβάνονται εις την Ρωμαιοσύνην οι λατινόφωνοι
και ελληνόφωνοι Ρωμαίοι. Εις την Φραγκοσύνην συμπεριλαμβάνονται οι Τεύτονες, Γότθοι, Ουανδάλοι,
Φράγκοι, Σάξωνες, Βουργουνδοί, Λογγοβάρδοι και Νορμανδοί κατακτηταί της δυτικής Ρωμαιοσύνης,
δηλαδή οι Ευρωπαίοι.
Κατά την ρωμαίικην αντίληψιν περί ιστορίας ουδέποτε έγινε τον ια’ αιώνα σχίσμα μεταξύ των Ρωμαίων
της Πρεσβυτέρας Ρώμης και των Ρωμαίων της Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης.
Όμως έγινε σχίσμα μεταξύ Φράγκων και Ρωμαίων κατά τας αρχάς του θ’ αιώνος, όταν ο Κάρολος, ο
λεγόμενος υπό των Ευρωπαίων Μέγας, κατεδίκασε την Ζ’ Οικουμενικήν Σύνοδον και εδογμάτισε την
προσθήκην του Filioque εις το σύμβολον της πίστεως το 80976[76].
Οι Ρωμαίοι των πέντε πατριαρχείων, Πρεσβυτέρας Ρώμης, Νέας Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και
Ιεροσολύμων, αντέδρασαν δραστηρίως και κατεδίκασαν ως αιρετικούς τους Φράγκους κατά την Η’ εν
Νέα Ρώμη Οικουμενικήν Σύνοδον του 879.

Οι Φράγκοι όμως είχον γίνει κυρίαρχοι της βορείου και μέσης ιταλικής Ρωμανίας από το 754 και
προσεπάθησαν να καταλάβουν το πατριαρχείον της Πρεσβυτέρας Ρώμης, αλλά αντέδρασαν δραστηρίως
οι εν ιταλική Ρωμανία Ρωμαίοι με την ισχυράν συμπαράστασιν των ελευθέρων Ρωμαίων της
Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης, οι οποίοι από το 867 ήρχισαν την επανάκτησιν της κάτω ιταλικής
Ρωμανίας από τους Σαρακηνούς. Δια να εννοήση κανείς τον στενότατον σύνδεσμον μεταξύ των
Ρωμαίων της ιταλικής Ρωμανίας και των Ρωμαίων της ανατολικής Ρωμανίας αρκεί να έχη υπ’ όψιν ότι
μεταξύ των ετών 650 και 750 υπήρξαν 18 πάπαι της Πρεσβυτέρας Ρώμης εκ των όποιων οι 11 ήσαν
ελληνόφωνοι Ρωμαίοι και οι 7 λατινόφωνοι Ρωμαίοι77[77]. Πάντως οι Ρωμαίοι ηγωνίσθησαν σκληρώς
να διατηρήσουν το πατριαρχείον της Πρεσβυτέρας Ρώμης εις την Ρωμαιοσύνην. Αλλά από του Όθωνος
του Α’ (936-973) της Γερμανίας οι Τευτονοφράγκοι ψευδοαυτοκράτορες των Ρωμαίων ήρχισαν να
επεμβαίνουν στρατιωτικώς εις τα θέματα της Πρεσβυτέρας Ρώμης με αποτέλεσμα να αποχώρηση από
τον θρόνον της Ρώμης ο τελευταίος πιστός εις την Ρωμηοσύνην Ρωμαίος πάπας το 100978[78]. Έκτοτε
ο θρόνος του πάπα της Ρώμης περιήλθεν εις τους Λατινοφράγκους (Φραντσέζους), εις τους
Τευτονοφράγκους (Γερμανούς) και εις τους Ιταλοφράγκους (τους αναμιχθέντας Λογγοβάρδους και
Φράγκους), και ούτω το 1009 έπαυσαν τα εναπομείναντα ρωμαίικα πατριαρχεία Κωνσταντινουπόλεως
Νέας Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων να μνημονεύουν εις τα δίπτυχα των τους μετά
το 1009 πάπας.
Ούτω συμπεριελήφθη γεωγραφικώς μόνον η περιοχή της εκκλησίας της Πρεσβυτέρας Ρώμης εις το
παλαιότερον σχίσμα των Φράγκων. Με άλλα λόγια δεν απεσχίσθησαν οι ομοεθνείς εν ιταλική Ρωμανία
Ρωμαίοι από τους ανατολικούς Ρωμαίους, αλλά κατεκτήθησαν και συν τω χρόνω αφωμοιώθησαν.
Ακριβώς δια τον λόγον αυτόν η σημερινή παπική εκκλησία δεν είναι η εκκλησία του έθνους των
Ρωμαίων. Είναι απλώς η εκκλησία των Ευρωπαίων εν τη παλαιά πρωτευούση της Ρωμαιοσύνης.
Τούτο φαίνεται και από το εξής γεγονός. Ολόκληρος η Ιταλία ελέγετο Ρωμανία ως μέρος της
οικουμενικής Ρωμανίας. Μάλιστα δε το όνομα Ρωμανία παρέμεινεν ως το όνομα της εν Ιταλία Εξαρχίας
μεταβληφείσης υπό του Πεπίνου εις παπικόν κράτος το 75679[79]. Εξηκολούθει δε να ονομάζεται ούτω
και μετά την εκτόπισιν των Ορθοδόξων Ρωμαίων από τον θρόνον του πατριαρχείου της Ρώμης το 1009.
Παραλλήλως όμως από της καθόδου των εις την ιταλικήν Ρωμανίαν οι Φράγκοι περιώρισαν το όνομα
Ρωμανία εις τας φραγκικάς και λογγοβαρδικάς εν Ιταλία κτήσεις. Αφού μετωνόμασαν τους ανατολικούς
Ρωμαίους και τον βασιλέα των εις Γραικούς, μετωνόμασαν την εκτός των φραγκικών κτήσεων
Ρωμανίαν εις «Γραικίαν», «imperium graecum», και «terra graecorum». Τα υπό των «Γραικών»
κατεχόμενα εν Ανατολή εδάφη γίνονται πάλιν Ρωμανία, όταν σχεδιάζουν να τα κατακτήσουν και όταν
τα κατακτούν οι Φράγκοι80[80]. Εν καιρώ όμως εξέλιπε το κρατικόν μας όνομα από το παπικον κράτος
και περιωρίσθη υπό την παρεφθαρμένην μορφήν Romagna ως όνομα της επαρχίας της Ραβέννης, της
παλαιάς πρωτευούσης της εν Ιταλία Ρωμανίας.
Αλλά και οι σημερινοί ακόμη Ευρωπαίοι και Ρώσοι δεν βλέπουν ούτω την ιστορίαν. Τούτο είναι
φυσικόν εφ’ όσον εις τας φραγκοευρωπαϊκάς πηγάς (εν αντιβολή προς αλλάς ευρωπαϊκάς πηγάς) δεν
υπάρχουν εις την Ανατολήν Ρωμαίοι, ούτε Ρωμανία, αλλά μόνον «Γραικοί» και «Γραικία».

Επομένως αντί να διακρίνουν σαφώς μεταξύ Φράγκων και Ρωμαίων, η Λατίνων και Ρωμαίων,
διακρίνουν οι Ευρωπαίοι και Ρώσοι μεταξύ Λατίνων και «Γραικών». Δηλαδή βλέπουν την ιστορίαν όχι
μέσω της ρωμαϊκής παραδόσεως αλλά μέσω της φραγκικής. Εκ των Ευρωπαίων του μεσαίωνος μόνον
οι Φράγκοι, δηλαδή οι Λατινοφράγκοι, οι Τευτονοφράγκοι, και οι Λογγοβαρδοφράγκοι έκαμνον τον
μεσαίωνα τον διαχωρισμόν μεταξύ των δυτικών Ρωμαίων της παπικής Ρωμανίας και των δήθεν μη
Ρωμαίων «Γραικών» της ανυπάρκτου «Γραικίας». Όλοι οι άλλοι Ευρωπαίοι και οι Άραβες και οι
Τούρκοι ανεγνώριζον τους διαχωρισθέντας και διακριθέντας ούτως ως ένα και ενιαίον λαόν των
Ρωμαίων της μιας και ενιαίας Ρωμανίας.
Σύν τω χρόνφ όμως όλοι οι Ευρωπαίοι και οι Ρώσοι και τελικώς και οι Νεογραικοί εδέχθησαν την ως
άνω περιγραφείσαν γραμμήν των Φράγκων και επεκράτησε να διακρίνουν μεταξύ «λατινικού» και
«γραικικού» Χριστιανισμού και ούτω προβάλλουν το ψεύδος ότι ο «λατινικός» Χριστιανισμός με
κέντρον τον πάπαν της Ρώμης είναι μία συνεχής και αδιάκοπος ιστορική πραγματικότης, από τον
πρώτον αιώνα μέχρι σήμερον.
Οι δυτικοί ιστορικοί γνωρίζουν καλώς και περιγράφουν λεπτομερώς τον αγώνα πού έκαμον οι Ρωμαίοι
της Πρεσβυτέρας Ρώμης να διατηρήσουν την ρωμαϊκότητα της μικράς τότε επταμελούς ιεράς συνόδου
των και του θρόνου του πάπα, όστις ήτο ο εθνάρχης της εν τη Δύσει Ρωμαιοσύνης81[81].
Ακολουθούντες όμως μέχρι σήμερον οι Ευρωπαίοι την φραγκικήν ιστορικήν παράδοσιν, περιγράφουν
τον αγώνα αυτόν πού διήρκεσεν από το 754 μέχρι το 1009 ως αγώνα διεφθαρμένων Ρωμαίων κληρικών
και προυχόντων λαϊκών να διατηρήσουν ως εθνικόν μονοπώλιον εις χείρας των την πολιτικήν,
οικονομικήν και εκκλησιαστικήν ισχύν με την βοήθειαν του «γραικικού» η «βυζαντινού» κράτους. Εις
όλα τα δυτικά εγχειρίδια η εποχή αύτη περιγράφεται ως η περίοδος καθ’ ήν η εκκλησία της
Πρεσβυτέρας Ρώμης ευρίσκετο υπό την κυριαρχίαν των Ρωμαίων λαϊκών και της διαφθοράς.
Περιγράφεται μάλιστα ως η εποχή της παπικής πορνοκρατίας. Περιέργως όμως οι καλοί και άγιοι πάπαι
είναι πάντοτε οι φραγκόφιλοι και οι Φράγκοι, ενώ οι διεφθαρμένοι πάπαι είναι πάντοτε οι Ρωμαίοι φίλοι
των διεφθαρμένων «Βυζαντινών» ή «Γραικών».
Ούτως η κάθοδος των Φράγκων το 754 εις την ιταλικήν Ρωμανίαν δια την απελευθέρωσιν των Ρωμαίων
από τον λογγοβαρδικόν κίνδυνον έλαβε την μορφήν σειράς απελευθερώσεων της εκκλησίας των
Ρωμαίων από όλα τα κακά.
Πρώτον ονομάζουν τους ανατολικούς Ρωμαίους «Γραικούς», «Βυζαντινούς» και «αιρετικούς» και τους
εμφανίζουν ούτως ως μίαν ξένην εν Ιταλία αποικιοκρατίαν. Συνηθίζεται υπό ορισμένων μάλιστα αι
απελευθερώσεις και επανακτήσεις του Μεγάλου Ιουστινιανού εν τη Δύσει να λέγονται κατακτήσεις, εφ’
όσον γίνονται όχι υπό Ρωμαίου αλλά υπό βυζαντινού αυτοκράτορος· οι Ρωμαίοι έχασαν τας δυτικάς
επαρχίας, οι Βυζαντινοί τας κατακτούν.
Ούτως οι Ευρωπαίοι φαντάζονται μέχρι σήμερον τους Φράγκους ως τους απελευθερωτάς των Ρωμαίων
και της εκκλησίας της Ρώμης από τους κακοδόξους και ξένους προς το γνήσιον λατινορρωμαϊκόν γένος
«Γραικούς» ή «Βυζαντινούς».
Εις την πραγματικότητα όμως πρόκειται περί απελευθερώσεως Ρωμαίων από Ρωμαίους!

Κάτι παρόμοιον γίνεται με την ιστορίαν της Μέσης Ανατολής οπού οι ιθαγενείς Ρούμ εμφανίζονται ως
χαρούμενοι όταν οι Άραβες τους «απελευθέρωσαν» από τους «Βυζαντινούς».
Εμφανίζουν οι Ευρωπαίοι τας επεμβάσεις των Τευτονοφράγκων ψευδοαυτοκρατόρων των Ρωμαίων εις
τας εκλογάς των πάπων και την υπό των ηγεμόνων τούτων βιαίαν επιβολήν φραγκοφίλων και Φράγκων
πάπων ως απελευθέρωσιν της Παπωσύνης από την κυριαρχίαν των λαϊκών και της ανηθικότητος.
Εμφανίζουν οι Ευρωπαίοι την κάθοδον των φραγκικών μοναχικών ταγμάτων προς κατάληψιν της
Ρώμης και κάτω Ιταλίας ως πνευματικήν ενίσχυσιν μιας πνευματικώς εν καταπτώσει εκκλησίας, ενώ εις
την πραγματικότητα οι Ρωμαίοι, οι λατινόφωνοι και κυρίως οι ελληνόφωνοι, την εποχήν αυτήν είχον εν
κάτω Ιταλία κατά διαφόρους πληροφορίας 200 – 1500 μοναστήρια82[82].
Αι επεμβάσεις των Φράγκων εις τον διορισμόν Λατινοφράγκων, Τευτονοφράγκων και Ιταλοφράγκων
παπών εμφανίζονται ως απελευθέρωσις της εκκλησίας της Ρώμης από τον στενόν ρωμαϊκόν εθνικισμόν
και ως διεθνοποίηοις της Παπωσύνης. Ακριβώς το ίδιον ζητούν οι Παπικοί να γίνη με τα ρωμαϊκά
προσκυνήματα των Ιεροσολύμων.
Προ ολίγων ετών ενεφανίζετο η κάθοδος της Φραγκιάς εις την κάτω ιταλικήν Ρωμανίαν ως
απελευθέρωσις των Ρωμαίων από την δήθεν ανήθικον παράδοσιν να είναι νυμφευμένος ο ενοριακός
κλήρος. Περιέργως βλέπομεν σήμερον χιλιάδες φραγκοπαπάδες να εγκαταλείπουν τας τάξεις του
κλήρου δια να νυμφευθούν.
Ως πνευματικοί απόγονοι των Φράγκων αδυνατούν οι Ευρωπαίοι να ερμηνεύσουν ορθώς την
μεταβολήν της Παπωσύνης από ρωμαϊκόν εις φραγκικόν πατριαρχείον, επειδή εκληρονόμησαν την
μεσαιωνικήν φραγκικήν προπαγάνδαν, καθ’ ήν η φραγκική Παπωσύνη είναι ταυτόν με την
προγενεστέραν Παπωσύνην των Ρωμαίων. Ούτω βλέπομεν τους Παπικούς μέχρι σήμερον μαζί με τους
Προτεστάντας να ανατρέχουν εις όλην την προ του θ’ αιώνος Παπωσύνην προς ανεύρεσιν τεκμηρίων,
δια να αποδείξουν ότι ο πάπας της Ρώμης ήτο δογματικώς πάντοτε ή από πολύ ενωρίς αυτό το οποίον
είναι δια τους Ευρωπαίους σήμερον.
Δυστυχώς όμως αυτά τα πιστεύουν σήμερον και οι Νεογραικοί, οίτινες καταφεύγοντες εις την
ευρωπαϊκήν και ρωσικήν επιστήμην κάμνουν και αυτοί σύγχυσιν μεταξύ της ρωμαίικης Παπωσύνης
προ του 1009 και της φραγκικής Παπωσύνης μετά το 1009, απλούστατα διότι αποκηρύξαντες το όνομα
Ρωμαίος δια τον εαυτόν των εδέχθησαν ως βάσιν του όλου προσανατολισμού των προς την ιστορίαν την
φραγκικήν διάκρισιν μεταξύ «λατινικού» και «γραικικού» Χριστιανισμού.
Ο αφανισμός της δυτικής Ρωμαιοσύνης και η αντικατάστασις αυτής υπό της Φραγκοσύνης εμφανίζεται
εις την Ευρώπην μέχρι σήμερον ως απόσπασις, αποχώρησις και σχίσμα των λεγομένων «Γραικών» με
τα «γραικικά» των πατριαρχεία από την υπό του Χρίστου δήθεν ιδρυθείσαν λεγομένην μεν ρωμαϊκήν
αλλά εις την πραγματικότητα φραγκικήν Παπωσύνην83[83].
Το ψευδές της όλης εικόνος ταύτης φαίνεται σαφώς και αμέσως όταν χρησιμοποιούνται τα πραγματικά
ιστορικά ονόματα της ρωμαίικης παραδόσεως. Τότε βλέπομεν πως οι Ευρωπαίοι επιδιώκουν να
πιστευθή ότι η Ρωμαιοσύνη απεσπάσθη δήθεν από την Φραγκοσύνην. Ο σημερινός Ευρωπαίος όμως  δεν δύναται να διακρίνη την ιστορικήν ταύτην πραγματικότητα, διότι εις αυτόν η ιστορία εμφανίζεται  ωσάν «Γραικοί» να απεσπάσθησαν από ρωμαϊκήν εκκλησίαν, εφ’ όσον κατ’ αυτούς τα εν τη Ανατολή  πατριαρχεία των Ρωμαίων είναι γνωστά ως «γραικικά» και η φραγκική Παπωσύνη είναι γνωστή με την  τοπωνυμίαν της έδρας της ως ρωμαϊκή και μέσω του τοπικού τούτου ονόματος μόνον συνδέεται με την  αρχαίαν ιστορίαν της Ρώμης, με την οποίαν δεν έχει καμμίαν αλλην ουσιαστικήν σχέσιν.
Πάντως η παλαιά Φραγκιά δεν υπάρχει πλέον. Εξ επόψεως πολιτεύματος οι επί το πλείστον απόγονοι
των κατακτηθέντων Ρωμαίων και Σλαύων δουλοπάροικων και τεχνιτών (artisans) ως και της
μεταγενεστέρως αναπτυχθείσης τάξεως των κωμοπολιτών (burghers) της Ευρώπης επανεστάτησαν με
αρχήν την Γαλλικήν Επανάστασιν (1789) κατά της τευτονικής τάξεως και τευτονικής προελεύσεως
τάξεως των ευγενών και ούτως η φεουδαλική Φραγκιά μετετράπη εις την σημερινήν Ευρώπην της
οποίας μέγα μέρος επηρεάζεται ισχυρώς από την έστω και παραμορφωμένην η φραγκευμένην μορφήν
της Ρωμαιοσύνης, ως διασώζεται εις την σημερινήν Παπωσύνην. Δια τούτο βάσει της Ρωμαιοσύνης
δύνανται οι Ρωμηοί να καλλιεργήσουν σταθεράς σχέσεις με τους εν λόγω απογόνους των Ρωμαίων της
Ευρώπης. Αφού από τους Φράγκους έμαθαν να μισούν «Γραικούς» και «Βυζαντινούς», ας μάθουν ότι
εις την πραγματικότητα εμίσησαν Ρωμαίους.
Εξ επόψεως δε θεολογικής όχι μόνον οι Προτεστάνται αλλά και οι ίδιοι οι λεγόμενοι Ρωμαιοκαθολικοί
εστράφησαν εναντίον της θεολογίας των Φράγκων κατακτητών των και εν πολλοίς εδικαίωσαν τους
προγόνους ημών, οίτινες αντεστάθησαν δραστηρίως κατά των καινοτομιών των τότε αγραμμάτων
Ευρωπαίων του μεσαίωνος. Επί πολλάς δεκαετηρίδας τα δογματικά και ιστορικά θεμέλια του
ευρωπαϊκού Χριστιανισμού κλυδωνίζονται. Εξ αιτίας του νεογραικικού πνεύματος και της ταυτίσεως
αυτού με κάθε τι το ευρωπαϊκόν είχεν αρχίσει να επικρατή η εντύπωσις ότι αι δεισιδαιμονίαι του
ευρωπαϊκού Χριστιανισμοί είναι γνωρίσματα και της Ορθοδοξίας, εφ’ όσον ελησμονείτο η διάκρισις
μεταξύ Ρωμαιοσύνης και Φραγκοσύνης. Ούτως έχω εύρει προσωπικώς πολλούς νέους εν Ελλάδι οι
οποίοι είχον την εντύπωσιν ότι και η Ρωμηοσύνη είχε την Ιεράν Εξέτασιν του δυτικού μεσαίωνος.
Μάλιστα διαβάζουν βιβλία γραμμένα υπό Ευρωπαίων κατά του ευρωπαϊκού Χριστιανισμού και
νομίζουν ότι τα εν λόγω επιχειρήματα ισχύουν και εναντίον της Ρωμηοσύνης, ακριβώς όπως ενόμιζον οι
τύπου Κοραή Νεογραικοί. Τί άλλο να πιστεύση ο νέος, όταν ακούη την προπαγάνδαν των Νεογραικών
ότι ο δυτικός και ο ελληνικός πολιτισμός είναι ταυτόν και ότι δεν υπάρχουν σπουδαίαι διαφοραί μεταξύ
του ευρωπαϊκού Χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας; Τί άλλο να πιστεύση ο νέος όταν εκκλησιαστικοί
ηγέται κηρύττουν ότι δεν υπάρχουν διαφοραί;
Το παράδοξον όμως είναι ότι κυρίως από της λήξεως της Β’ Βατικανείου Συνόδου της Παπικής
Εκκλησίας το 1965, το μέτωπον ολόκληρον της δυτικής εν γένει θεολογικής μεθόδου κατέρρευσε, με
αποτέλεσμα ο ευρωπαϊκός και αμερικανικός Χριστιανισμός να ευρίσκεται ήδη εις μίαν συγκεχυμένην
και κινδυνώδη κατάστασιν. Σημασίαν πάντως έχει το γεγονός ότι μικρά μεν αλλά ισχυρά ομάς δυτικών
θεολόγων είχεν ήδη από ετών στρέψει την προσοχήν της εις την ερευναν της ορθοδόξου πατερικής
παραδόσεως και του μοναχισμού αυτής.

Ως γνωστόν το νεογραικικόν πνεύμα είχε διαποτίσει ολόκληρον το Πανεπιστήμιον των Αθηνών από της
ιδρύσεως του με αποτέλεσμα και η θεολογική του Σχολή κυριολεκτικώς να καταποντισθή μέσα εις τα
πικραίνοντα ύδατά του. Ούτως αντί να συνέχιση την θεολογικήν μέθοδον της Ρωμαιοσύνης, ηκολούθει
τας μεθόδους της Ευρώπης και της Ρωσίας. Δια πρώτην φοράν εις την ιστορίαν του ελληνοχριστιανικού
πολιτισμού ήρχισαν οι πνευματικοί ηγέται αυτού να λησμονούν ότι εις τον χώρον του πνεύματος είναι η
πρώτη ηγετική δύναμις του Χριστιανισμού. Αντί κεφαλής έγιναν ουρά.
Εναντίον της καταστάσεως ταύτης ύψωσε την φωνήν του ο νεώτερος πατήρ της Εκκλησίας, ο άγιος
Νεκτάριος. Σύν τω χρόνω ήρχισε μεταξύ θεολόγων τινών κίνημα επανόδου εις την παράδοσιν, το
οποίον κατέκτησε την θεολογικήν Σχολήν του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ως και το μεγαλύτερον  μέρος της των Αθηνών84[84]. Και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος δια τον οποίον η ελλαδική θεολογία δεν  επηρεάζεται επικινδύνως από την γενικώς σήμερον επικρατούσαν εν τη δυτική θεολογία ακαταστασίαν  ασφαλώς εάν είχεν επικρατήσει το νεογραικικόν πνεύμα, θα είχομεν απολέσει και εκκλησιαστικώς την  Ρούμελην.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Του Makaros π. Ιωάννη Ρωμανίδη

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

70[70] Ίδε Κωνσταντίνου Παπαρρηγοπούλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Έκδοσις Ελευθερουδάκη 1930, τόμ. Ε’, σελ. 133.
71[71] Παραδόξως η ρωμαίικη γλώσσα ωνομάσθη υπό των Νεογραικών δημοτική, τα ρωμαίικα τραγούδια, δημοτικά τραγούδια, και οι ρωμαίικοι χοροί,
δημοτικοί χοροί. Εάν διετηρήτο το όνομα ρωμαίικον δεν θα επετύγχανεν όσον επιτυγχάνεται το σχέδιον εξευρωπαίσμού της ρωμαίικης νεολαίας μέσω των
ευρωπαϊκών και αμερικανικών χορών και τραγουδιών.

72[72] «Διάλογος δύο Γραικών», Βενετία 1805, σελ. 37. Πρβλ. Π. Χρήστου, Αι περιπέτειαι των εθνικών Ονομάτων των Ελλήνων, Θεσσαλονίκη 1960, σελ.51.
73[73] Π. Χρήστου, αυτόθι, σελ. 40-45. Ακόμη και εις προσφάτως εκδοθέντα φραντσέζικα (γαλλικά) λεξικά διασώζονται αι τοιαύται σημασίαι τού  ονόματος «Γραικός». Ούτω εις το Cassell’s French Dictionary, French – English / English -French, London 1946, σελ. 311, το Grec μεταξύ άλλων σημαίνει  «φιλάργυρος, αγύρτης, δόλιος, απατεών» – «miser, sharper, blackleg, cheat».
74[74] Τούτο δεν οφείλεται δι’ όλου εις την εν Ευρώπη δράσιν των εξ’ ανατολής Ρωμηών, αλλά εις το γεγονός ότι οι Φράγκοι υπήρξαν επί τόσους αιώνας  άσπονδοι εχθροί και υβρισταί της Ρωμηοσύνης.
75[75] Ν. Γ. Πολίτου, Έλληνες ή Ρωμηοί; εν Αθήναις εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1901, σελ. 3. Εν τη μελέτη ταύτη εξ 20 σελίδων ο Ν. Γ. Πολίτης προσπαθεί να αναίρεση την γνώμην του Κωστή Παλαμά. Το βασικόν λάθος της γενομένης εις το παρελθόν συζητήσεως είναι ότι ως βάσις αυτής  υπήρχεν η ευρωπαϊκή του μεσαίωνος προκατάληψις ότι μόνον το λατινικόν είναι γνήσιον ρωμαϊκόν και το ελληνικόν ουδέποτε γνήσιον ρωμαϊκόν. Δια  τούτο πρέπει να είμεθα ή Έλληνες ή Ρωμηοί. Ο λαός όμως έχει καλύτερα αισθητήρια και γνωρίζει ότι ο Ρωμηός είναι κατά τον πολιτισμόν του Έλλην και
δια τούτο όλοι οι Ρωμαίοι είναι Έλληνες και ας μη χρησιμοποιούν το όνομα Έλλην. Δυστυχώς όμως οι Νεογραικοί έχουν ρατσιστικήν και όχι πολιτιστικήν  αντίληψιν περί ρωμαϊκότητος και ελληνικότητος και δια τούτο είναι και Ελλαδιτσίται και όχι Ρωμηοί και δια τούτο μετά χαράς εδέχθησαν την υπό των  Ρώσων και Ευρωπαίων επιβληθείσαν διάλυσιν της Μεγάλης Ρωμηοσύνης με κέντρα τα τέσσαρα εναπομείναντα πατριαρχεία των Ρωμαϊκών εθναρχιών υπό
την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης.
76[76] Ίδε κεφ. Β’ και Γ’.

77[77] Ίδε κατάλογον των παπών τούτων εν τω έργω The Byzantine Patriarchate, υπό του George Every, London 1947, σελ. 204-206.
78[78] Ίδε ανωτέρω κεφ. Β’.
79[79] Gerhard Seeliger, Conquest and Imperial Coronation of Charles the Great, C Μ Η, II, 600 – 601. Ίδε κατωτέρω κεφ. ΣΤ’.
80[80] Ίδε κατωτέρω κεφ. ΣΤ’.

81[81] Τοιαύται λεπτομέρειαι ευρίσκονται εις όλας τας εκκλησιαστικάς και πολιτικάς ιστορίας του ευρωπαϊκού Μεσαίωνος υπό Ευρωπαίων και  Αμερικανών ιστορικών, π.χ. A. F1iche και V. Martin, Histoire de 1’ Église, τόμ. 7 «L’ Église au Pouvoir des Laïques 888 – 1057», 1948, par E. Amannet  A. Dumas: Fernand Mourret, A History of the Catholic Church, London 1936, τόμοι III και IV: C M Η, III, «Germany and the Western Empire»: IV, «The  Contest of Empire and Papacy».

82[82] Fernand Mourret, A History of the Catholic Church, London 1936, τόμ. ΙΙΙ, σελ. 439 : J. Gay, L’ Italie Meridionale et l’ Empire Byzantine (867-1071), Paris 1904, σελ. 285.
83[83] Μου προξενεί κατάπληξιν ότι υπάρχουν Νεογραικοί που πιστεύουν ότι η Ρωμηοσύνη απεσχίσθη από την Φραγκοσύνην. Ο Νίκος Τσιφόρος γράφει  π.χ. «… ότι η Ανατολική Εκκλησία χώρισε από τη Δυτική…», εμείς και οι Φράγκοι, σελ. 18. Ναι μεν ο Τσιφόρος δεν είναι σοβαρός ιστορικός, «αλλά ούτε  ήτο, ως φαίνεται, και πολύ σοβαρός Γραικός. Τον αναφέρομεν μόνον, διότι τα βιβλία του έχουν μεγάλη διάδοσιν.

84[84] Ίδε Ι. Σ. Ρωμανίδου, Η Συμβολή του Καθηγητού Ιωάννου Καρμίρη εις την Ορθόδοξον Θεολογίαν, Αριστοτέλειον Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης,Επιστημονική Επετηρίς Θεολογικής Σχολής, τόμ. XIX, σελ. 1 -13.

About these ads

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in Books and tagged , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s