ΕΝ ΤΟΙΣ ΑΡΧΑΙΟΙΣ ΕΚΕΙΝΟΙΣ ΚΑΙΡΟΙΣ ΟΤΕ ΤΟ ΠΟΙΕΙΝ ΕΓΕΝΕΤΟ ΠΟΙΗΜΑ (1)


Τρία ποιήματα του Ανακρέοντος

1. Ανακρέων, 22

εγώ δ’ έσοπτρον είην,
όπως αεί βλέπης με.
εγώ χιτών γενοίμην,
όπως αεί φορής με.
ύδωρ θέλω γενέσθαι,
όπως σε χρώτα λούσω.
μύρον,γύναι,γενοίμην,
όπως εγώ σ’ αλείψω.
και ταινίη δέ μασθώ
καί μάργαρον τραχήλω
και σάνδαλον γενοίμην.
μόνον ποσίν πάτει με.

Καθρέφτης σου να ήμουνα,εμένα να κοιτούσες
χιτώνας να γινόμουνα,πάντα να με φορούσες.
Νεράκι για να έτρεχα,το δέρμα σου να πλύνω
και μύρο, για να μ’ αλειφτείς, θα μπόραγα να γίνω.
Στηθόδεσμος στο στήθος σου,στολίδι στο κεφάλι,
τα πόδια σου να με πατούν,ας ήμουν και σανδάλι.

 

2. Ανακρέων, 36

Έρως ποτ’ εν ρόδοισι
κοιμωμένην μέλιτταν
ουκ είδεν, αλλ’ ετρώθη.
τόν δάκτυλον παταχθείς
τάς χειρός ωλόλυξε,
δραμών δέ καί πετασθείς
πρός τήν καλήν Κυθήρην
«όλωλα,μήτερ»,είπεν,
«όλωλα καποθνήσκω.
όφις μ’ έτυψε μικρός
πτερωτός,όν καλούσιν
μέλιτταν οι γεωργοί.»
ά δ’ είπεν. « ει τό κέντρον
πονείς τό τάς μελίττας,
πόσον δοκείς πονούσιν,
Έρως, όσους σύ βάλλεις;»

Ο έρωτας που κάποτε στα ρόδα είχε πάει
μια μέλισσα δεν πρόσεξε κι εκείνη τον τσιμπάει.
Το δάχτυλό του πόνεσε,οδύρεται και κλαίει
στη μάνα του Κυθέρεια πετάει και της λέει:
«Μάνα μου ,πάει…,χάνομαι,με τσίμπησε ,μανούλα
φίδι μικρό και φτερωτό -το λένε μελισσούλα.»
Κι εκείνη του ‘πε: «αν το κεντρί της μέλισσας πονάει,
το βέλος σου πόσο πονεί ,αυτόν που αγαπάει;…»

 

3. (Στοβ. 4,51,12)

πολιοί μέν ημίν ήδη
κρόταφοι κάρη τε λευκόν,
χαρίεσσα δ’ ουκέτ’ ήβη
πάρα, γηραλέοι δ’ οδόντες,
γλυκερού δ’ ουκέτι πολλός
βιότου χρόνος λέλειπται.

διά ταύτ’ ανασταλύζω
θαμά Τάρταρον δεδοικώς.
Αίδεω γάρ εστι δεινός
μυχός, αργαλή δ’ ες αυτόν
κάτοδος.καί γάρ ετοίμον
καταβάντι μή αναβήναι.

Η κόμη μου ασπρίζει
οι κρόταφοί μου, γκρίζοι.
Τα νιάτα μαραμένα,
τα δόντια σαπισμένα.
Λίγος καιρός μου μένει
ζωή γλυκιά,χαμένη.

Γι’ αυτό συχνά στενάζω
με τους νεκρούς τρομάζω.
Φρικτό το βάθος του Άδη,
απύθμενο πηγάδι.
Εκεί όποιος εχάθη
εδώ δε θα ξανάρθει.

Σύμφωνα με την εικόνα που σχημάτισαν για τον Ανακρέοντα οι μεταγενέστεροί του θεωρείτο «ο πάντα μεθυσμένος ποιητής», ο τύπος του «αστόχαστου γλεντζέ» και ο «κλασικός εκπρόσωπος του ερωτισμού. Η αλήθεια φαίνεται πως είναι διαφορετική. Ο Ανακρέων έγραψε πράγματι συμποτικά τραγούδια, στα οποία όμως εκτιμούσε τη συντροφιά των καλλιεργημένων ανθρώπων και αποστρεφόταν κάθε υπέρβαση του μέτρου:[1]

[…]Δε μου είναι αγαπητός αυτός που δίπλα στο μεγάλο,
Κροντήρι πίνοντας κρασί τραγούδια λέει γι’ αμάχες[…]
(απόσπ. 96 Diehl=2 West, μτφρ. Ηλ. Βουτιερίδης)

[…]Ο Έρωτας πάλι με τρανό με χτύπησε μπαλντά
Καθώς χαλκιάς και σε ψυχρή μ’ έλουσε ρεματιά[…]
(απόσπ. 68 Page, μτφρ. Ηλ. Βουτιερίδης)

[…]Φοραδίτσα Θρακοπούλα τι λοξοκοιτάζοντάς με
Σκληρά φεύγεις και νομίζεις πως είμαι άπραγος καθόλου;
Μάθε, πως μπορώ με τέχνη να σου βάλω χαλινάρι
Και τα γκέμια σου κρατώντας προς το τέρμα να σε φέρνω[…]
(απόσπ. 72 Page, μτφρ. Hλ Βουτιερίδης)

Στο τελευταίο απόσπασμα δίνεται η ευκαιρία να εξετάσει ο αναγνώστης με ποιον τρόπο αντιλαμβάνεται ο ποιητής τη νεαρή γυναίκα, το αντικεί­μενο της ερωτικής επιθυμίας που είναι ατίθαση και απρόσιτη. Ο άνδρας, ως επιδέξιος ερα­στής θα την χαλιναγωγήσει και θα τη μυήσει ερωτικά. Η γυναίκα παρουσιάζεται ως θήρα­μα-αντικείμενο του ανδρικού πόθου και την ίδια στιγμή ο άνδρας γίνεται ο κυνηγός-θύ­της που έχει ένα και μοναδικό στόχο, το θήραμά του και την ικανοποίηση της ερωτικής του διάθεσης. Η δίωξις ή αρπαγή είναι ένα συνηθισμένο θέμα της αρχαιοελληνικής απεικονιστικής τέχνης ιδιαίτερα για τους ζωγράφους του 5ου π.Χ. αι.,[2] ενώ η εικόνα-μεταφορά της γυναίκας ως ανυπότακτου ζώου, τόσο στην ποίηση του Ανακρέοντα όσο και του Σημωνίδη, αντλεί την πανάρχαια καταγωγή της από τις κυνηγετικές κοινωνίες της 7ης χιλιετίας π.Χ..[3] Τούτη την αντίληψη του ανυπότακτου ζώου διατηρεί η ελληνική κοινωνία και στην κλασική εποχή, λίγο πριν την περί­­οδο της παρακμής της πόλης-κράτους οπότε αλλάζει αναγκαστικά το κοινωνικό status της γυναίκας.[4]

Η θέση του στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία

Οι Αλεξανδρινοί φιλόλογοι Αριστοφάνης ο Βυζάντιος και Αρίσταρχος από τη Σαμοθράκη εξέδωσαν τα ποιήματα του Ανακρέοντα σε 5 βιβλία. Η θέση του στον Κανόνα των εννέα μεγάλων λυρικών ποιητών ήταν δίπλα στον Αλκαίο και τη Σαπφώ. Ήδη η Αρχαιότητα είχε επαινέσει την πλούσια σε αποχρώσεις και παραστατικότητα απλή ιωνική του διάλεκτο. Όσο για τη μορφή των ποιημάτων του ο Ανακρέοντας χρησιμοποίησε κυρίως ιάμβους, χοριάμβους, γλυκώνειους και φερεκράτειους.[5]

Ως Aνακρεόντεια λογίζονται στην ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας:

  • Α: όλες οι ποιητικές συνθέσεις σε καταληκτικό ιαμβικό δίμετρο ή ανακλώμενο ιωνικό δίμετρο στίχο που μιμούνται τα ερωτικά και συμποτικά ποιήματα του Ανακρέοντα
  • Β: Συλλογή 60 ποιημάτων που παραδίδονται στο τέλος της Παλατινής Ανθολογίας

 

ΑΝΑΚΡΕΩΝ  563-478 Π.Χ.

Γεννήθηκε στην Ιωνία της Μ. Ασίας, στην πόλη Τέω, όπου και έζησε αμέριμνα τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Μετά, όμως, η πατρίδα του καταλήφθηκε από τους Πέρσες και οι κάτοικοι της αναγκάσθηκαν να την εγκαταλείψουν. Έτσι και ο Ανακρέοντας, φεύγοντας από εκεί, πήγε αρχικά στα ’βδηρα της Θράκης και στη συνέχεια στη Σάμο, όπου φιλοξενήθηκε από τον τύραννό της Πολυκράτη. Τέλος δε ήρθε στην Αθήνα, όπου εγκαταστάθηκε.
Τα έργα του περιλαμβάνουν ποιήματα: ερωτικά, συμποτικά, ύμνους προς τους Θεούς, ιάμβους, ελεγεία κ.λπ. Από αυτά έχουν διασωθεί μόνο περί τα 100 ακρωτηριασμένα αποσπάσματά τους, στα οποία ο ποιητής, με έντεχνη απλότητα κι έξοχη χάρη, εξυμνεί το κάλλος και τη γυναικεία γοητεία, όντας ο ίδιος λάτρης του έρωτα, του οίνου και των κάθε λογής διασκεδάσεων και απολαύσεων.
Η παράδοση μας λέει ότι πέθανε από πνιγμονή, που του προκάλεσε μία ρόγα σταφυλιού.
Οι Αθηναίοι καθώς αναφέρει σχετικά ο Παυσανίας, του έστησαν ανδριάντα στην Ακρόπολη, η δε πατρίδα του, η Τέως, έβαλε την προσωπογραφία του επάνω σε νομίσματά της.

Σημειώσεις – παραπομπές

  1. 1,0 1,1 Λυπουρλής Δ. 2001, 140
  2. Reeder 1995, 47.
  3. Είναι ενδεικτική η απεικόνιση μιας θεάς που ήρθε στην επιφάνεια στις ανασκαφές του στο Κατάλ Χουγιούκ, στην Ν.Α. Ανατολία με ένα κρανίο ζώου ανάμεσα στα πόδια της ως τελική έκβαση μιας γέννας. (Gimbutas 1991, 224).
  4. Ας σημειωθεί εδώ η θέση του Αριστοτέλη (Πολιτικά 1313b) «..καὶ τὰ περὶ τὴν δημοκρατίαν δὲ γιγνόμενα τὴν τελευταίαν τυραννικὰ πάντα, γυναικοκρατία τε περὶ τὰς οικίας, ιν’ εξαγγέλλωσι κατὰ των [35] ανδρων, καὶ δούλων άνεσις διὰ τὴν αυτὴν αιτίαν: ουτε γὰρ επιβουλεύουσιν οι δουλοι καὶ αι γυναικες τοις τυράννοις…», σύμφωνα με την οποία η γυναίκα είναι ανατρεπτικό στοιχείο για τη δημοκρατία εξαιτίας της ανυπακοής της και (Ιστορία των Ζώων 581b, 10-15), όπου δίνει έμφαση στο γεγονός ότι οι γυναίκες στη διάρκεια της εφηβείας τους θα πρέπει να είναι υπό παρακολούθηση.

5.  Λυπουρλής Δ., ό.π., 141.

ΠΑΓΑΝ  http://www.poiein.gr , ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ ,

About these ads

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in POECIA=ΠΟΙΗΣΗ and tagged , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s